Οστεοειδές οστέωμα

Το οστεοειδές οστέωμα είναι σχετικά συχνός καλοήθης επώδυνος οστεοπαραγωγός όγκος (Jaffe H, 1935). Διαφέρει από το οστεοβλάστωμα ως προς το μέγεθος. Αλλοιώσεις μεγέθους 1-2 mm χαρακτηρίζονται οστεοειδή οστεώματα, ενώ μεγαλύτερες, οστεοβλαστώματα (Schajowicz F and Lemos C, 1970; Jackson RP et al, 1977; Kirwan EO et al, 1984; Pettine KA and Klassen RA, 1986).

Η μακροσκοπική διάκριση των όγκων αυτών μεταξύ τους εξαρτάται από τον τύπο της ανάπτυξης και την εντόπισή τους. Τα οστεοειδή οστεώματα αναπτύσσονται κυρίως στο φλοιώδες οστούν, ενώ τα οστεοβλαστώματα, στο σπογγώδες.

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ

Συχνότητα : Το οστεοειδές οστέωμα αποτελεί το 12.1% των καλοήθων όγκων και το 2.9% όλων των όγκων.

Φυλή : Τα οστεοειδή οστεώματα είναι ασυνήθιστα στους Μαύρους.

Φύλο : Το οστεοειδές οστέωμα παρατηρείται συχνότερα στους άρρενες, παρά στις θήλεις, σε αναλογία 2:1.

Ηλικία : Το οστεοειδές οστέωμα απαντάται συχνότερα σε άτομα ηλικίας 5-56 ετών. Είναι ασυνήθιστο πριν από το 5ο έτος της ηλικίας ή σε ενήλικες ηλικίας >40 ετών, αν και έχει αναφερθεί σε ένα βρέφος ηλικίας 8 μηνών (Haberman E and Stern RE, 1974). Τα ¾ των ασθενών είναι ηλικίας 10-30 ετών και >90% των ασθενών, ηλικίας 5-25 ετών (Jaffe H, 1945; Sankaran B, 1954; Freiberger RH et al, 1959; Cohen MD et al, 1983; Davidson RS et al, 1989).

ΕΝΤΟΠΙΣΗ. Tα οστεοειδή οστεώματα μπορεί να είναι μονήρη ή πολυεστιακά, ενδαρθρικά ή εξω-αρθρικά. Παρατηρούνται συχνότερα (73%) στις μεταφύσεις ή διαφύσεις των μακρών οστών. Τυπικά, εντοπίζονται στα κάτω άκρα (50%) (κυρίως άνω πέρας μηριαίου, αυχένας και μείζονας τροχαντήρας, άνω πέρας κνήμης), σπονδυλική στήλη (πέταλα, ζυγοαποφυσιακές αρθρώσεις, ακανθώδεις αποφύσεις) (10-14%) (Graham GN and Browne H, 2001), χέρια (8%), πόδια (4%), πλευρές, κλείδες, στέρνο, κρανίο, αλλά και σε οποιοδήποτε οστούν (Jaffe H, 1935; Dahlin DC and Johnson EW Jr, 1954; Prabhakar B et al, 1972; Sim FH et al, 1975; Szabo RM and Smith B, 1985).

Σε μερικές περιπτώσεις είναι πολλαπλά και εντοπίζονται σε ένα ή περισσότερα οστά (Glynn JJ and Lichtenstein L, 1973; O’ Dell CW Jr et al, 1976). Σε ορισμένες περιπτώσεις σχετίζονται με κληρονομικότητα (Kaye JJ και Arnold WD, 1977).

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ. Το πρωϊμότερο κλινικό σύμπτωμα του οστεοειδούς οστεώματος είναι επίμονος ή επεισοδιακός πόνος, βύθιος και διατιτραίνων, ποικίλης έντασης. Σπάνια, το οστεοειδές οστέωμα είναι ανώδυνο ή συνοδεύεται από άτυπα επώδυνα σύνδρομα (Morton KS and McGraw RW, 1987).

Ο πόνος έχει τους εξής χαρακτήρες :

Επιδεινώνεται με τις δραστηριότητες και συχνά στη διάρκεια της νύχτας, ενώ υποχωρεί τις πρωινές ώρες (Healey JH και Ghelman B, 1986).

Εντοπίζεται τυπικά στην περιοχή της αλλοίωσης

Χαρακτηριστικά και κατά κανόνα υποχωρεί θεαματικά με μικρές δόσεις ασπιρίνης και λιγότερο με άλλα ΜΣΑΦ ή αναλγητικά

Μερικές φορές εκλύεται με την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών (Jaffe HL, 1953; Dias L and Frost HM, 1974; Healey JH and Ghelman B, 1986; Kaweblum M et al, 1993).

ΓΕΝΙΚΑ ΚΛΙΝΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ :

Αδυναμία του σκέλους

Αύξηση τοπικής θερμοκρασίας

Διόγκωση

Δυσκαμψία

Μέτρια έως σοβαρή τοπική ευαισθησία

Μεγάλη μυϊκή ατροφία

Περιορισμός της κινητικότητας της άρθρωσης

Σκολίωση (εάν εντοπίζεται στην ΣΣ), με την κοίλη επιφάνεια προς την πλευρά του όγκου

Συγκάμψεις

Υδραρθρος λόγω υμενίτιδας, εάν ο όγκος γειτονεύει με το ισχίο ή το γόνατο μέσα στα όρια της κάψας

Χωλότητα

ΚΛΙΝΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΤΟΠΙΣΗ ΤΟΥ ΟΓΚΟΥ

Σπονδυλική στήλη. Στη ΣΣ, το οστεοειδές οστέωμα παρατηρείται συνήθως μεταξύ 10ου-20ού έτους της ηλικίας, ενώ το οστεοβλάστωμα, σε μεγαλύτερη ηλικία. Στην περιοχή αυτή, αποτελεί μόνο το 10% όλων των περιπτώσεων, γι’ αυτό και τα συμπτώματα, πριν από την διάγνωσή του, διαρκούν περίπου 18-24 μήνες (Sabanas AO et al, 1956; De Souza Dias L and Frost HM, 1973; Orlowski JP and Mercer RD, 1977; Kirwan E et al, 1984).

Συνήθως εντοπίζεται στα πρόσθια σπονδυλικά τόξα και στα σώματα των σπονδύλων, συχνότερα της ΟΜΣΣ. Στην ΑΜΣΣ, το οστεοειδές οστέωμα μπορεί να προκαλέσει ριζιτικά συμπτώματα στους ώμους και τους βραχίονες (Orlowski JP and Mercer RD, 1977). Στην ΟΜΣΣ, το οστεοειδές οστέωμα εκδηλώνεται με αιφνίδιο πόνο στην οσφύ ο οποίος ακτινοβολεί στην οπισθοπλάγια επιφάνεια του μηρού και αφυπνίζει το παιδί την νύχτα. Ο πόνος μπορεί να αποδοθεί σε δισκοκήλη και υποχωρεί με ασπιρίνη.

Τα οστεοειδή οστεώματα πρέπει να αποκλείονται σε παιδιά με οσφυαλγία μη συνδεόμενη με σκολίωση (Keim HA and Reina EG, 1975), δεδομένου ότι είναι η συχνότερη αιτία επώδυνης σκολίωσης στην εφηβική ηλικία (Mehta MH, 1978).

Κλινικά, όταν ο όγκος εντοπίζεται στην ΟΜΣΣ, μπορεί να προκαλέσει έντονο μυϊκό σπασμό, τοπική ευαισθησία, περιορισμό της κινητικότητας της ΣΣ και της δοκιμασίας τεντωμένου ποδιού, σύγκαμψη του ισχίου και του γόνατος, κλίση της λεκάνης και μικρού βαθμού σκολίωση.

Το σπινθηρογράφημα και η αξονική τομογραφία είναι διαγνωστικά. Εάν ο όγκος γειτονεύει με την αναπτυξιακή πλάκα, μπορεί να αποκρυβεί στο σπινθηρογράφημα. Εάν εντοπίζεται στην μετάφυση, ανιχνεύεται εύκολα. 

Ενδαρθρικά οστεοειδή οστεώματα. Τα οστεοειδή οστεώματα συχνά αναπτύσσονται μέσα σε αρθρώσεις, συνήθως στο ισχίο, αγκώνες, πόδια, γόνατα, πηχεοκαρπικές και αποφυσιακές αρθρώσεις.

Συχνά, η μοναδική αρχική εκδήλωση των ενδαρθρικών οστεοειδών οστεωμάτων είναι εντοπισμένος πόνος, ο οποίος είναι εντονότερος την νύχτα. Ακόμα, μπορεί να υπάρχει ύδραρθρος, δυσκαμψία, θερμότητα, μυϊκή ατροφία και περιορισμός του ΕΤΚ (Keim HA and Reina EG, 1975; Brabants K et al, 1986).

Στα γόνατα, το οστεοειδές οστέωμα μπορεί να εκδηλωθεί με οξύ, διατιτραίνοντα πόνο, ο οποίος συχνά επιδεινώνεται την νύχτα, διόγκωση της άρθρωσης λόγω υδράρθρου, μυϊκή ατροφία, σύγκαμψη, τοπική ευαισθησία και χωλότητα (Jaffe HL, 1953; Healey JH and Ghelman B, 1986). Προοδευτικά αναπτύσσεται ανισοσκελία οφειλόμενη σε πρώιμη σύγκλειση του συζευκτικού χόνδρου και οστική υπερανάπτυξη (Nelson MC et al, 1994).

Ο πόνος, η χωλότητα και η μυϊκή ατροφία συχνά αποδίδονται σε νευρολογικό νόσημα και οδηγούν σε μυελογράφημα (Keim HA and Reina EG, 1975) ή/και ηλεκτρομυογράφημα.

Τα συμπτώματα των ενδαρθρικών οστεωμάτων είναι γενικά άτυπα και συμβατά με άλλα συχνότερα αίτια αρθρικού πόνου, όπως φλεγμονώδεις αρθροπάθειες ή ήπιες λοιμώξεις (Bado JL and Larghero Ybarz P, 1941; Faberger SR, 1959; Heiman ML et al, 1976), γι’ αυτό και συχνά οδηγούν σε βιοψία του αρθρικού υμένα ή του οστού του γειτονικού προς το οστεοειδές οστέωμα. Η βιοψία όμως συνήθως δείχνει μη ειδικές αντιδραστικές οστικές αλλοιώσεις και άτυπη φλεγμονώδη υμενίτιδα (Marcove RC and Freiberger H, 1966). Ιστολογική διάγνωση συμβατή με ρευματοειδή αρθρίτιδα συγχέει ακόμα περισσότερο την κλινική εικόνα.

Η υμενίτιδα συνοδεύει συχνά τα ενδαρθρικά οστεώματα και δεν απαντάται σε άλλους τύπους ενδαρθρικών όγκων. Μπορεί να συνοδευθεί από ύδραρθρο και άλλες τυπικές εκδηλώσεις φλεγμονώδους υμενίτιδας και να επεκταθεί στα περιαρθρικά μαλακά μόρια (Goldberg VM and Jacobs B, 1975). Ιστολογικά, χαρακτηρίζεται από υπερπλασία του αρθρικού υμένα με έντονη λεμφοκυτταρική διήθηση και συχνά σποραδικά λεμφοθυλάκια με βλαστικά κέντρα παρόμοια με τα παρατηρούμενα στη ΝΙΑ ή την ΨΑ (Case Records of the Massachusetts General Hospital, 1961; Marcove RC and Freiberger RH, 1966; Snarr JW et al, 1973; Corbett JM et al, 1974; Bleifeld C, 1981). Τα ευρήματα αυτά δεν είναι ειδικά του οστεοειδούς οστεώματος, αλλά πρέπει να βάζουν την υποψία του όταν συνδυάζονται με ανάλογα κλινικά ευρήματα.

Η αιτιολογία της συνοδού υμενίτιδας των οστεοειδών οστεωμάτων είναι άγνωστη. Τα επίπεδα των προσταγλανδινών στην περιοχή του οστεοειδούς οστεώματος είναι 10-1.000 φορές υψηλότερα από τους περιβάλλοντες φυσιολογικούς ιστούς (Makley JT and Dunn MJ, 1982).

Η υπερτροφία και η φλεγμονώδης κυτταρική διήθηση του υμένα, όπως και η περιοστίτιδα η οποία αναπτύσσεται κοντά στον αντιδραστικό υμένα, μπορεί να σχετίζονται με τα υψηλά αυτά επίπεδα των προσταγλανδινών. Η ανακούφιση από τον πόνο του οστεοειδούς οστεώματος με την ασπιρίνη μπορεί να οφείλεται σε αναστολή των προσταγλανδινών. Οι προσταγλανδίνες μπορεί ακόμα να παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη του πυρήνα, όπως και της περιβάλλουσας σκλήρυνσης (Healey JH and Ghelman B, 1986).

ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Στα αρχικά στάδια του οστεοειδούς οστεώματος, οι απλές ακτινογραφίες είναι συνήθως φυσιολογικές. Τα ακτινολογικά ευρήματα συχνά παρατηρούνται πάνω από 1 χρόνο μετά την έξαρση των κλινικών συμπτωμάτων (Dockerty MB et al, 1951; Jaffe HL, 1953; Keim HA and Reina EG, 1975; Ehrlich MG and Zaleske DJ, 1986).

«Πυρήνας» (nidus) :  Αποτελεί μικρή κεντρική, ωοειδή, εντοπισμένη ακτινοδιαυγαστική εστία διαμέτρου μερικών χιλιοστών, με ασβεστοποιημένη κεντρική πυκνωτική περιοχή περιβαλλόμενη από στεφάνη από πυκνό αντιδραστικό οστούν, επεκτεινόμενη προς όλες τις κατευθύνσεις σε πάχος αρκετών εκατοστών. Απεικονίζεται συνήθως 6-12 μήνες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων και είναι η ακτινολογική σφραγίδα του οστεοειδούς οστεώματος (Morton KS and Bartlett LH, 1966; Kattapuram SV et al, 1983).

Ιστολογικά, αποτελεί μείγμα οστεοειδούς, οστίτη ιστού και αιμοφόρων αγγείων, περιβαλλόμενου από αγγειοΐνώδη στιβάδα η οποία την διαχωρίζει από την αντιδραστική οστική στεφάνη.

Σχεδόν καμμία άλλη αλλοίωση δεν προκαλεί τέτοια πυκνή αντιδραστική ζώνη, πολλαπλάσια του μεγέθους της βασικής αλλοίωσης. Συχνά, η πυκνωτική αντιδραστική στιβάδα συγκαλύπτει τον πυρήνα, ενώ άλλοτε είναι λεπτή ή απουσιάζει.Πυκνό σκληρυντικό πυρήνα με λεπτή περιφερική ακτινοδιαύγαση παρουσιάζει το 20% των ενδαρθρικών οστεοειδών οστεωμάτων (Kattapuram SV et al, 1983).

Συχνά είναι δύσκολο να απεικονισθεί στις απλές ακτινογραφίες, ιδιαίτερα σε μη διαφυσιακές περιοχές. Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να χρειασθούν άλλες απεικονιστικές μέθοδοι (Davidson RS et al, 1989).

Στένωση μεσάρθριου διαστήματος, οστεοπενία και πρώϊμες εκφυλιστικές αλλοιώσεις : Μπορεί να παρατηρηθούν πριν από την απεικόνιση του χαρακτηριστικού πυρήνα  (Flaherty RA et al, 1956; Orlowski JP and Mercer RD, 1977).

Περιοστίτιδα : Είναι συχνό συνοδό εύρημα, αναπτυσσόμενο σε κάποια απόσταση από την είσδυση της κάψας ή, συχνότερα, εξω-αρθρικά. Σε μερικές περιπτώσεις αναπτύσσεται μακριά από την κατάφυση της αρθρικής κάψας, ακόμα και σε γειτονικά οστά.

Τοπική στεοπόρωση (Flaherty RA and Pugh DG, 1956; Spencer AJ and Lloyd-Roberts GC, 1961), πιθανώς λόγω αχρησίας (Bauer TW et al, 1991).

ΣΠΙΝΘΗΡΟΓΡΑΦΗΜΑ ΟΣΤΩΝ. Εάν υπάρχει υποψία οστεοειδούς οστεώματος, ακόμα και αν αυτό δεν απεικονίζεται στις απλές ακτινογραφίες, το σπινθηρογράφημα των οστών με τεχνήτιο 99m είναι η διαγνωστική μέθοδος εκλογής. Το σπινθηρογράφημα των οστών μπορεί να αποκαλύψει τον πυρήνα, ακόμα και όταν η απλή ακτινογραφία είναι αρνητική, άλλοτε όμως είναι ψευδώς αρνητικό. Χαρακτηριστικό σπινθηρογραφικό εύρημα είναι μικρή εντοπισμένη περιοχή έντονα αυξημένης κατακράτησης του ραδιοϊσοτόπου (η οποία αντιστοιχεί στον πυρήνα), περιβαλλόμενη από περισσότερο εκτεταμένη περιοχή ηπιότερης κατακράτησης, η οποία αντιπροσωπεύει το αντιδραστικό οστούν ή την υμενίτιδα (σημείο «?????? ??????????διπλής πυκνότητας»).

Η κατακράτηση του ραδιοϊσoτόπου ενίοτε είναι περισσότερο διάχυτη, πιθανώς λόγω της αντιδραστικής υπεραιμίας και της μη ειδικής υμενίτιδας, χωρίς να είναι δυνατή η εντόπιση του πυρήνα (Mitnick JS et al, 1979; Swee RG et al, 1979; Bleifeld C, 1981). Οσο η αλλοίωση ωριμάζει, ο πυρήνας αναδεικνύεται καλύτερα με επανειλημμένα σπινθηρογραφήματα.

Τα ενδαρθρικά οστεώματα μπορεί ακόμα να απεικονίζονται σαν διάχυτη κατακράτηση στο άκρο ενός οστού, ή με αυξημένη κατακράτηση του ραδιοϊσοτόπου στον γειτονικό αυξητικό χόνδρο. Με την χρήση ειδικού κατευθυντήρα οπής καρφίτσας (pinhole collimator) είναι δυνατή η εντόπιση του πυρήνα μέσα στον ανώμαλο αυξητικό χόνδρο.

Μειονέκτημα του σπινθηρογραφήματος είναι ότι δεν μπορεί να διαχωρίσει το οστεοειδές οστέωμα από άλλες νοσολογικές καταστάσεις (απόστημα Brodie, κάταγμα κόπωσης, υμενίτιδα) (Helms CA et al, 1984), αλλά μπορεί να βάλει στην σκέψη το οστεοειδές οστέωμα και να οδηγήσει σε περαιτέρω ερευνητικές μελέτες.

ΑΞΟΝΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ : Σε λεπτές τομές είναι η καλύτερη μέθοδος ανίχνευσης των ενδοκάψιων οστεωμάτων. Προσδιορίζει την ακριβή έκταση και την χαρακτηριστική υφή της αλλοίωσης και βοηθά στον προγραμματισμό της χειρουργικής προσπέλασης (Azouz EM et al, 1993). Εχει μεγαλύτερη διαγνωστική ακρίβεια όταν βασίζεται στα ευρήματα των απλών ακτινογραφιών και των σπινθηρογραφημάτων. Μπορεί να αποκαλύψει μικρούς πυρήνες, ιδιαίτερα όταν εντοπίζονται σε δυσπρόσιτες περιοχές, όπως η ΣΣ, εφ’ όσον η διάμετρός τους υπερβαίνει τα 3 mm.

Η διαυγαστική περιοχή του οστεοειδούς οστεώματος έχει λεία εσωτερική επιφάνεια και ο πυρήνας, ο οποίος έχει κι΄αυτός λεία και κυκλοτερή επιφάνεια, εντοπίζεται κεντρικά μέσα σ’ αυτήν. Αντίθετα, στην οστεομυελίτιδα, η εσωτερική επιφάνεια της διαυγαστικής περιοχής είναι ακανόνιστη, το ασβεστοποιημένο απόλυμα, εάν υπάρχει, έχει ακανόνιστη επιφάνεια και κείται έκκεντρα μέσα στην διαυγαστική περιοχή και απεικονίζεται μάζα μαλακών μορίων.

ΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ : Εντοπίζει συχνά τον πυρήνα και τον συνοδό ύδραρθρο, αλλά δεν υπερέχει των άλλων απεικονιστικών μεθόδων. Δείχνει τυπικά χαμηλό σήμα στις Τ1 ακολουθίες και υψηλό, στις Τ2 ακολουθίες, το οποίο αντιστοιχεί στην αγγείωση του πυρήνα. Μπορεί να πιστοποιήσει την φύση της μάζας των μαλακών μορίων η οποία συνδέεται με πρώιμες αλλοιώσεις (Woods ER et al, 1993; Biebuyck JC et al, 1993; Drevelegas A et al, 2003). Πάντως, δεν αποκαλύπτει τον πυρήνα σ’ όλες τις περιπτώσεις, ενώ η παρουσία δευτεροπαθούς μυελικού οιδήματος και/ή αρθρικής συλλογής μπορεί να αποπροσανατολίσει την διάγνωση.

ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Παθολογοανατομικά, ο πυρήνας του οστεοειδούς οστεώματος έχει διάμετρο <1-1,5 cm και περιβάλλεται από διάχυτη περιφερική οστική σκλήρυνση. Εντοπίζεται συνήθως στο φλοιώδες οστούν και σπάνια στο σπογγώδες και καταλαμβάνει όλο το πάχος του. Ο πυρήνας έχει συνήθως χρώμα κερασιού.

Μακροσκοπικά παρατηρούνται άφθονα λεπτά διατιτρώντα αγγεία και σύμφυση του υπερκείμενου περιόστεου με το υποκείμενο οστούν.

Μικροσκοπικά διακρίνονται 3 στάδια :

1.   Το αρχικό στάδιο, το οποίο χαρακτηρίζεται από αυξημένο αριθμό οστεοβλαστών και άφθονα ατρακτοειδή κύτταρα.

2.  Το ενδιάμεσο στάδιο, στο οποίο παρατηρούνται νησίδες ασβεστοποιημένου οστεοειδούς μεταξύ νεοπλάστων κυττάρων και

3.  Το ώριμο στάδιο, στο οποίο παρατηρούνται άφθονες πυκνές ομάδες οστικών δοκίδων με πτωχή αγγείωση.

Πρέπει να τονισθεί ότι το ιστολογικό στάδιο δεν συμβαδίζει με την ένταση και τη βαρύτητα των ενοχλημάτων.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ. Η διάγνωση του οστεοειδούς οστεώματος γίνεται με βάση τα χαρακτηριστικά συμπτώματα, την απλή ακτινογραφία, το σπινθηρογράφημα, όταν η απλή ακτινογραφία είναι αρνητική, ή με επανειλημμένα σπινθηρογραφήματα όταν το τυπικός πυρήνας δεν απεικονίζεται και η κλινική εικόνα είναι συμβατή με οστέωμα, και την αξονική ή μαγνητική τομογραφία. Συχνά όμως η διάγνωση είναι δύσκολη, δεδομένου ότι συνήθως βασίζεται σε άτυπα κλινικά συμπτώματα και ακτινολογικά ευρήματα, ιδιαίτερα στα εξω-αρθρικά οστεοειδή οστεώματα, τα οποία συχνά έχουν τοπικό πόνο σαν μοναδική αρχική εκδήλωση. Η διάγνωση είναι ακόμα δυσκολότερη όταν το οστεοειδές οστέωμα είναι ανώδυνο, δεν απεικονίζεται στις απλές ακτινογραφίες ή εντοπίζεται στις επιφύσεις ή τις μεταφύσεις (Kleinberg S, 1941; Pritchard JE and McKay JW, 1948; Kiers L et al, 1990).

Η περιοστίτιδα, σε συνδυασμό με τον ύδραρθρο, μπορεί να οδηγήσει σε βιοψία του υμένα ή του γειτονικού με τον όγκο οστού. Το οστούν δείχνει μη ειδικές αντιδραστικές αλλοιώσεις και ο αρθρικός υμένας, άτυπη υμενίτιδα ιστολογικά παρόμοια με την παρατηρούμενη στις φλεγμονώδεις αρθρίτιδες (Phalen GS and Patch DW, 1954; Marcove RC and Freiberger H, 1966; Snarr JW et al, 1973). Η διάγνωση μπορεί ακόμα να καθυστερήσει όταν η μυϊκή σύσπαση, η χωλότητα και η ατροφία κυριαρχούν της κλινικής εικόνας.

Αρκετά συχνά, ο πυρήνας του οστεοειδούς οστεώματος αποκαλύπτεται ακτινολογικά πολλούς μήνες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων, γι’ αυτό και η διάγνωση μπορεί να τεθεί ακόμα και μετά από 24 μήνες κατά μέσον όρο, από της έναρξης των συμπτωμάτων. Η καθυστέρηση αυτή στη διάγνωση συχνά οδηγεί σε κατάργηση της κινητικότητας της άρθρωσης, σοβαρή ατροφία του μέλους και μόνιμες εκφυλιστικές αλλοιώσεις (Shifrin LZ and Reynolds WA, 1971; Norman A et al, 1986).

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ :

Απόστημα Brodie

Διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα

Κάταγμα από κόπωση

Κήλη δίσκου

Λαχνοοζώδης υμενίτιδα

Νευρομυϊκά νοσήματα

Μη ειδική υμενίτιδα

Μη οστεοποιούμενο ίνωμα

Νόσος Legg-Calve-Perthes

Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα

Νεύρωση

Οστεοαρθρίτιδα

Οστεογενετικό σάρκωμα

Οστεομυελίτιδα

Οστεοβλάστωμα

Οστεοσάρκωμα

Οστικό έμφρακτο ή οστική νησίδα

Παγίδευση ωλένιου νεύρου

Πόνοι ανάπτυξης

Ραιβόκρανο

Σάρκωμα Ewing

Σηπτική αρθρίτιδα

Τενοντίτιδα

Χονδρομαλάκυνση επιγονατίδας

Υστερία

Φυματίωση

Πόνοι ανάπτυξης. Εάν ο πόνος του οστεοειδούς οστεώματος είναι ετερόπλευρος μπορεί να αποδοθεί σε πόνους της ανάπτυξης, γι’ αυτό και σε παιδιά με αρνητική απλή ακτινογραφία πρέπει πάντα να γίνεται σπινθηρογράφημα οστών.

Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα. Τα ενδαρθρικά οστεώματα διακρίνονται ιδιαίτερα δύσκολα από την ΝΙΑ, ιδίως όταν έχουν σαν μοναδική αρχική εκδήλωση εντοπισμένο πόνο στην άρθρωση ή συνοδεύονται από δευτεροπαθή λεμφοθυλακιώδη υμενίτιδα.

Λόγω της διαγνωστικής αυτής δυσκολίας, οι ασθενείς πολύ συχνά υποβάλλονται σε άσκοπες παρακλινικές εξετάσεις ή/και θεραπείες (ενδαρθρικές εγχύσεις κορτικοειδών, χειρουργικές επεμβάσεις).

Σε δύσκολα εντοπιζόμενα οστεώματα, η διάγνωση και διάκρισή τους από την ΝΙΑ γίνεται από τους κλινικούς χαρακτήρες του πόνου, την αρνητική απλή ακτινογραφία, το σπινθηρογράφημα και την αξονική τομογραφία.

Ο χαρακτηριστικός νυχτερινός πόνος και η ανταπόκριση στα σαλικυλικά δεν είναι ειδικά του οστεοειδούς οστεώματος, γιατί παρατηρούνται σε άλλα νοσήματα (φλεγμονώδεις αρθρίτιδες, ήπιες αρθρικές λοιμώξεις).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Συντηρητική. Ασπιρίνη ή άλλα ΜΣΑΦ, για συμπτωματική ανακούφιση. Tα ΜΣΑΦ μπορεί να χορηγηθούν μακροχρόνια, εάν η αλλοίωση εντοπίζεται σε χειρουργικά δυσπρόσιτη περιοχή, γιατί το οστεοειδές οστέωμα μπορεί να ιαθεί αυτομάτως (Vickers CW et al, 1959; Cohen MD et al, 1983).

Χειρουργική. Εάν το οστεοειδές οστέωμα προκαλεί έντονο πόνο, μπορεί να γίνει χειρουργική αφαίρεση του πυρήνα (Lehman WB and Ariel I, 1964). Αφαίρεση μόνο της αντιδραστικής σκλήρυνσης (χωρίς αφαίρεση του πυρήνα) αποσυμπιέζει την περιοχή και ανακουφίζει για κάποιο χρονικό διάστημα τα ενοχλήματα.

Λόγω του άφθονου αντιδραστικού ιστού, ο πυρήνας συχνά εντοπίζεται δύσκολα στην διάρκεια της επέμβασης. Σε δύσκολες περιπτώσεις, μπορεί να εντοπισθεί με διεγχειρητικό ακτινολογικό έλεγχο ή με ειδικό ανιχνευτικό μηχάνημα αφού χορηγηθεί ραδιοσημασμένο υλικό ή τετρακυκλίνη στη διάρκεια της επέμβασης.

Σε περιπτώσεις εκτεταμένης αφαίρεσης και ελάττωσης της μηχανικής αντοχής του οστού, συνιστάται προφυλακτικά εσωτερική οστεοσύνθεση (ή σπονδυλοδεσία) (Ηealey JH και Ghelman B, 1986). Το οστεοειδές οστέωμα, εάν δεν αφαιρεθεί πλήρως, υποτροπιάζει έως 28% των περιπτώσεων. Η συχνότητα υποτροπής της βλάβης είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την έκταση του αφαιρεθέντος τμήματος.

Οστικές παραμορφώσεις και υπερανάπτυξη του μέλους παρατηρούνται συχνότερα εάν τα συμπτώματα έχουν αρχίσει πριν από το 5ο έτος της ηλικίας (Norman A and Dorfman HD, 1975). Οι παραμορφώσεις, εάν δεν αποκατασταθούν μετά την αφαίρεση του πυρήνα, μπορούν να διορθωθούν χειρουργικά (Ponseti I and Barta CK, 1947; Fett HC and Russo VP, 1959; Giustra PE and Freiberger RH, 1970; Norman A and Dorfman HD, 1975).

ΕΚΒΑΣΗ. Η διαδρομή των μη θεραπευθέντων οστεοειδών οστεωμάτων ποικίλλει. Πάντως, το οστεοειδές οστέωμα δεν είναι κακοήθης ή θανατηφόρος όγκος και δεν δίνει μεταστάσεις.

Τα ενοχλήματα μπορεί να υποχωρήσουν αυτομάτως με την πάροδο του χρόνου και ο πυρήνας ακτινολογικά να οστεοποιηθεί, χωρίς χειρουργική ή άλλη θεραπεία (Mobey E, 1951; Vickers CW et al, 1959: Cohen MD et al, 1983; Frassica FJ et al, 1996). Πάντως, η αναπηρία που προκαλεί το οστεοειδές οστέωμα λόγω του πόνου και των άλλων εκδηλώσεων απαιτεί συνήθως χειρουργική απομάκρυνση της αλλοίωσης. Η εκτομή του όγκου είναι θεραπευτική και η συχνότητα υποτροπής, μικρή.