Έρευνα

Γνωρίζετε αν διατρέχετε κίνδυνο οστεοπόρωσης;:

Σύνδρομο Cronkhite-Canada

Το σύνδρομο Cronkhite-Canada (CCS) πρωτοπεριγράφηκε το 1955. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σπάνιο, μη οικογενές σύνδρομο οφειλόμενο σε ανωμαλίες του επιθηλίου του ΓΕΣ και της επιδερμίδας. Μέχρι τώρα δεν έχει αναφερθεί σε συγγενείς πασχόντων από CSS.

Χαρακτηρίζεται από διάχυτη γαστρεντερική πολυποδίαση και εκτοδερμικές ανωμαλίες (διάχυτη υπέρχρωση του δέρματος, αλωπεκία και ονυχοδυστροφία) (Cronkhite LW and Canada WJ, 1955; Bruce A et al, 1999). Οι πολύποδες είναι νεανικού μη αδενωματώδους ή αμαρτωματώδους τύπου και αναπτύσσονται σε όλη την έκταση του γαστρεντερικού σωλήνα, εκτός του οισοφάγου (Daniel ES et al, 1982).

Οι αλλοιώσεις του γαστρεντερικού βλεννογόνου οδηγούν σε διαταραχές των υγρών και των ηλεκτρολυτών, δυσαπορρόφηση, υποσιτισμό, γαστρεντερική αιμορραγία και, ενίοτε, κακοήθη νοσήματα. Ο εργαστηριακός έλεγχος αποκαλύπτει συνήθως ευρήματα γαστρεντερικής δυσαπορρόφησης, όπως αναιμία, ηλεκτρολυτικές διαταραχές και υποπρωτεϊναιμία.

Η νεανική γαστρεντερική πολυποδίαση απαντάται στη βρεφική ηλικία και χαρακτηρίζεται από μακροκεφαλία, αλωπεκία, ονυχοδυστροφία, πληκτροδακτυλία χεριών και ποδιών, υποτονία, ηπατοσπληνομεγαλία, αναιμία και υποπρωτεϊναιμία λόγω εντεροπάθειας από απώλεια πρωτεϊνών. Θεωρείται τύπος CCS, αν και, κατ΄άλλους, είναι διαφορετική νοσολογική οντότητα. Η νεανική γαστρεντερική πολυποδίαση συνδέεται σπανίως με CCS. Η νεογνική νεκρωτική εντεροκολίτιδα μπορεί επίσης να συνδέεται με αγγειΐτιδα.

1.5.6.1   ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ

Συχνότητα: Το CSS είναι σπάνια νόσος. Τα 2/3 όλων των περιπτώσεων έχουν αναφερθεί στην Ιαπωνία, όπου η συχνότητα του CCS εκτιμάται σε 1 άτομο/1.000.000 πληθυσμού (Nguyen TK et al, 1999).

Φυλή: Το CCS παρατηρείται συχνότερα στην Ιαπωνία και, λιγότερο συχνά, στην Βόρεια Αμερική και την Δυτική Ευρώπη.

Φύλο: Στην Ιαπωνία, η σχέση αρρένων/θήλεα είναι 2:1. Στις άλλες χώρες, το CCS δεν έχει προτίμηση στο φύλο.

Ηλικία: Το CCS παρατηρείται σε άτομα ηλικίας 31-85 ετών, ιδιαίτερα μεταξύ 50ού-60ού έτους της ηλικίας, με μέση ηλικία στην έναρξη της νόσου το 59ο έτος (Daniel ES et al, 1982). Στα παιδιά είναι σπάνιο (Kucukaydin M et al, 1992; deSilva DG et al, 1997).

1.5.6.2   ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

H αιτιολογία του CCS είναι άγνωστη. Εκλυτικοί παράγοντες θεωρούνται τα συναισθηματικά stress, η φυσική κόπωση, λοιμώξεις, διαιτητικές ανεπάρκειες και διαταραχές της παραγωγής της εντερικής βλέννης (Daniel ES, 1993).

1.5.6.3   ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Οι εκδηλώσεις του CSS οφείλονται στις ανωμαλίες του βλεννογόνου. Στο 50% περίπου των ασθενών, η διάρκεια από της έναρξης των συμπτωμάτων μέχρι την διάγνωση της νόσου είναι <3 μήνες.

Οι συχνότερες αρχικές εκδηλώσεις του CSS είναι διάρροια, απώλεια βάρους, κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετοι, αιματοχεσία, ανορεξία και υπογευσία (Daniel ES, 1993). Συνήθως, η πρώτη εκδήλωση είναι η διάρροια, ακολουθούμενη από τις δερματικές αλλοιώσεις. Λιγότερο συχνά, οι εκτοδερμικές αλλοιώσεις προηγούνται της διάρροιας.

ΔΕΡΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ. Οι περισσότεροι ασθενείς με CCS έχουν 2 ή περισσότερες δερματικές εκδηλώσεις (αλωπεκία, ονυχοδυστροφία και υπερμελάγχρωση).

Αλωπεκία.Είναι συνήθως στικτή, αλλά εξελίσσεται ταχέως και οδηγεί σε διάχυτη και πλήρη απώλεια των τριχών της κεφαλής, του προσώπου, των μασχαλών, του εφηβαίου και των μελών, μπορεί όμως μόνο της κεφαλής (Daniel ES et al, 1982; Daniel ES, 1993). Οι τρίχες αναγεννώνται μετά την θεραπεία και στη διάρκεια των υφέσεων ή της ενεργότητας της νόσου.

Αλλοιώσεις ονύχων.Συνίστανται σε λέπτυνση, ρήξη και μεταβολές του χρώματος των ονύχων των χεριών και των ποδιών (ονυχοδυστροφία) (Nyam DC et al, 1996). Η ονυχόλυση (μερική απόσπαση του όνυχα από την κοίτη του) οδηγεί σε έναν τύπο ανεστραμμένου τριγώνου φυσιολογικού όνυχα περιβαλλόμενου από δυστροφικό όνυχα. Σε διάστημα μερικών εβδομάδων παρατηρείται απώλεια των ονύχων όλων των δακτύλων των χεριών και των ποδιών. Μερική ή ολική αναγέννηση των ονύχων μπορεί να παρατηρηθεί αυτόματα, παρά την ενεργότητα ή ύφεση της νόσου.

Υπέρχρωση δέρματος.Χαρακτηρίζεται από ανοιχτόχρωμες ή σκουρόχρωμες καφεοειδείς κηλιδώδεις αλλοιώσεις εντοπιζόμενες συχνότερα στα χέρια και τους βραχίονες, αλλά και τις κνήμες, το πρόσωπο, τις παλάμες, τα πέλματα, τον αυχένα, τον κορμό και άλλες περιοχές (Daniel ES et al, 1982). Οι αλλοιώσεις αυτές μπορεί να συρρέουν και έχουν διάμετρο μερικών χιλιοστών έως 10 cm.

Λιγότερο συχνά παρατηρείται στικτή λεύκη. Όπως και οι άλλες εκτοδερμικές αλλοιώσεις, οι υπερχρωστικές αλλοιώσεις μπορεί να επιμείνουν ή να υφεθούν με/ή χωρίς θεραπεία. Η μικροσκοπική εξέταση αποκαλύπτει αυξημένη εναπόθεση μελανίνης με/ή χωρίς αυξημένο πολλαπλασιασμό των μελανοκυττάρων (Ortonne JP et al, 1985; Herzberg AJ et al, 1990).

ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

  • Αδυναμία. Οφείλεται σε θερμιδική αποστέρηση, μυϊκή ατροφία, αφυδάτωση και απώλεια ηλεκτρολυτών, ασβεστίου, μαγνησίου, καλίου και ψευδαργύρου από τα κόπρανα 
  • Αιματοχεσία και στεατόρροια
  • Ανορεξία
  • Απώλεια βάρους
  • Διάρροια (90%)
  • Δυσφαγία
  • Εμετοι
  • Κοιλιακός πόνος
  • Γλωσσίτιδα
  • Υπογευσία (Blonski WC et al, 2005). Μπορεί να οφείλεται σε διαταραχή της απορρόφησης του ψευδαργύρου, δευτεροπαθώς στη διάρροια ή τις ανωμαλίες του βλεννογόνου.
  • Ξηροστομία, η οποία μπορεί να προηγείται της διάρροιας ή των εκτοδερμικών αλλοιώσεων.

ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

  • Αιμωδία και «γαργάλημα» των μελών
  • Παραισθησίες, σπασμοί και τετανία, οφειλόμενες στις ηλεκτρολυτικές διαταραχές (Daniel ES et al, 1982).
  • Περιφερική νευροπάθεια (Chalk JB et al, 1991)

ΑΛΛΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

  • Οίδημα, το οποίο μπορεί να είναι ήπιο και περιφερικό μέχρι ανασάρκα
  • Αιθουσαίεςδιαταραχές (Naoshima-Ishibashi Y et al, 2004)
  • Συστηματική αγγειΐτιδα (Parsa C, 1982)
  • Διαβρωτική αρθρίτιδα (Sanders KM et al, 1985)
  • Θρόμβωση πυλαίας, καρκίνος ορθού, θετικά ΑΝΑ (σε υψηλούς τίτλους) και μεμβρανώδης σπειραματονεφρίτιδα (Takeuchi Y et al, 2003)

1.5.6.4   ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Οι γαστρεντερικές αλλοιώσεις ιστολογικά χαρακτηρίζονται από χρόνια οιδηματώδη φλεγμονή του χορίου του βλεννογόνου και υπερπλαστικούς ελικοειδείς αδένες, μερικοί εκ των οποίων παρουσιάζουν κυστική διάταση και πληρούνται από πρωτεϊνώδες υγρό ή πυκνή βλέννη (Classen M and Rosch W, 1971; Johnson GK et al, 1972).

Ο βλεννογόνος συχνά εμφανίζει διατεταμένους αγγειακούς διαύλους, επιφανειακές διαβρώσεις και φλεγμονώδη κυτταρική διήθηση από μονοπύρηνα κύτταρα και ηωσι-νόφιλα (Johnson GK et al, 1972).  Ο βλεννογόνος μεταξύ των πολυπόδων είναι επίσης ανώμαλος, με οίδημα, συμφόρηση και φλεγμονή του χορίου και εστιακή αδενική εκτασία. Σε μερικές περιπτώσεις έχουν ανευρεθεί μαστοκύτταρα, ένδειξη ότι τα κύτταρα αυτά παίζουν ρόλο στην παθογένεση του CSS (VanDellen RG et al, 1999).

1.5.6.5   ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

Γαστρεντερική αιμορραγία, δυνητικά θανατηφόρα, εγκολεασμός και πρόπτωση (Daniel ES et al, 1982).

Ηλεκτρολυτικές διαταραχές, αφυδάτωση, εντεροπάθεια από απώλεια πρωτεϊνών και άλλες διαιτητικές ανεπάρκειες, οφειλόμενες στη δυσαπορρόφηση. 

Υποτροπιάζουσες λοιμώξεις. Είναι συχνές σε ασθενείς με CSS, αλλά δεν είναι γνωστό κατά πόσο είναι αποτέλεσμα του υποσιτισμού ή πρωτοπαθούς δυσλειτουργίας του ανοσοποιητικού (Lin HJ et al, 1987).

Κακοήθης εξαλλαγή των πολυπόδων. Σε μερικές περιπτώσεις οι πολύποδες του παχέος εντέρου υφίστανται αδενωματώδη και καρκινωματώδη εξαλλαγή (Katayama Y et al, 1985; Malhotra R et al, 1988; Satoh H et al, 2000; Jain A et al, 2003).

Καρκινώματα. Παρατηρούνται ή συνδυάζονται με τους αμαρτωματώδεις πολύποδες στο 15% περίπου των ασθενών με CCS (Daniel ES, 1993).

ΚΑΡΚΙΝΩΜΑΤΑ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΑ ΜΕ CSS:

  • Καρκίνος του στομάχου (Sagara K et al, 1983; Kaneko Y et al, 1991; Watanabe T et al, 1999; Egawa T et al, 2000)
  • Καρκίνος του οισοφάγου (Kaneko Y et al, 1991)
  • Καρκίνος του πνεύμονα (Kaneko Y et al, 1991)
  • Καρκίνος του παχέος εντέρου (Nonomura A et al, 1980; Rappaport LB et al, 1986; Malhotra R et al, 1988; Nakatsubo N et al, 1997; Takeuchi Y et al, 2003; Yashiro M et al, 2004)
  • Καρκίνος του ορθού (Katayama Y et al, 1985; Cho N et al, 1988; Murai N et al, 1993; Mizukoshi E et al, 1998; Morizono S et al, 2000; Yamaguchi K et al, 2001)
  • Χολαγγειοκυτταρικό καρκίνωμα (Hirasaki S et al, 2005)

1.5.6.6   ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ

  • Διάχυτη νεανική πολυποδίαση
  • Λεμφωματώδης πολυποδίαση
  • Λιπωματώδης πολυποδίαση
  • Οζώδης λεμφική υπερπλασία
  • Υπερπλαστική πολυποδίαση
  • Φλεγμονώδης πολυποδίαση

1.5.6.7   ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Οι θεραπείες που χρησιμοποιούνται στο CSS συνήθως δεν προκαλούν ύφεση της νόσου, αλλά παροδική συμπτωματική βελτίωση.

  • Κορτικοειδή (Sakita T and Fukutomi H, 1966; Takahata J et al, 1972; Ogawa A et al, 1975; Daniel ES et al, 1982)
  • Αναβολικά στεροειδή (Miyoshi M et al, 1975; Daniel ES et al, 1982)
  • Αντιβιοτικά (Cunliffe WJ and Anderson J, 1967; Daniel ES et al, 1982)
  • Ρανιτιδίνη (Allbritton J et al, 1998)

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Η επιθετική διαιτητική υποστήριξη (αντικατάσταση ηλεκτρολυτών και παρεντερική διατροφή) μπορεί να προκαλέσει πλήρη ύφεση των συμπτωμάτων και των εκτοδερμικών αλλοιώσεων (Daniel ES et al, 1982; Russell DM et al, 1983; Russell DM et al, 1983). Εάν αποτύχει, μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφορα αντιβιοτικά, συνήθως σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες (Daniel ES et al, 1982). Τα αντιβιοτικά ενδείκνυνται για την αντιμετώπιση της σηψαιμίας, της περιτονίτιδας και πιθανώς της υπερανάπτυξης της χλωρίδας του λεπτού εντέρου.

Σε επίμονες περιπτώσεις, χορηγούνται κορτικοειδή και αναβολικά στεροειδή. Τα κορτικοειδή μπορεί να προκαλέσουν βελτίωση ή ύφεση της νόσου (Cronkhite LW and Canada WJ, 1955; Daniel ES et al, 1982; Chadalavada R et al, 2003).

Άλλες θεραπείες περιλαμβάνουν ανταγωνιστές των υποδοχέων της ισταμίνης (ρανιτιδίνη) (Allbritton J et al, 1998).

Σ΄έναν ασθενή, η πρεδνιζόνη, σε συνδυασμό με αντιβιοτικά, Η1 και Η2 αναστολείς και νατριούχο χρωμολίνη, προκάλεσε ύφεση των συμπτωμάτων και της πολυποδίασης (Ward E et al, 2002).

Οι κοιλιακός πόνος, η ανορεξία και η γαστρεντερική αιμορραγία μπορεί να σχετίζονται με τις διαβρώσεις του γαστρεντερικού βλεννογόνου, οι οποίες ανταποκρίνονται στα αντιόξινα και την σουκραλφάτη. Ο κοιλιακός πόνος δευτεροπαθώς σε διάταση αντιμετωπίζεται με περιορισμό των δισακχαριδών, ιδιαίτερα λακτόζης, και της χλωρίδας του λεπτού εντέρου.

Η χειρουργική θεραπεία επιφυλάσσεται για τις επιπλοκές της νόσου (αιμορραγούντα έλκη, διατρήσεις, εγκολεασμός, κακοήθη νοσήματα). Η εκτομή των τμημάτων του γαστρεντερικού σωλήνα τα οποία ευθύνονται για τις επιπλοκές αυτές μπορεί να βελτιώσει μερικούς ασθενείς (Allbritton J et al, 1998).

Σ΄έναν ασθενή, η ημικολεκτομή βελτίωσε την υποπρωτεϊναιμία την οφειλόμενη σε εντεροπάθεια λόγω απώλειας πρωτεϊνών (Hanzawa M et al, 1998).

Σε ασθενείς με ανθεκτική προοδευτική ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα μπορεί να χρειασθεί σπληνεκτομή (Bruce A et al, 1999; Ward E et al, 2002).

1.5.6.8  ΠΡΟΓΝΩΣΗ

Το CSS έχει προοδευτική διαδρομή, με μεγάλη θνησιμότητα, παρά την θεραπεία. Tα προσβληθέντα παιδιά δεν ζούν πάνω από 2 χρόνια. Το 50% των περιπτώσεων που έχουν αναφερθεί ζουν μακροχρόνια. Σπάνια, το CSS υποχωρεί αυτόματα (Viranuvatti V et al, 1981). Δυνητικά θανατηφόρες επιπλοκές, όπως ο υποσιτισμός, γαστρεντερική αιμορραγία, λοιμώξεις και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια οδηγούν στο θάνατο το 60% περίπου των ασθενών (Daniel ES et al, 1982; Daniel ES, 1993).



Who is who

Θέματα

Συλλογή Φωτογραφιών

Τι είναι ο ρευματολόγος

Βότανα-Φυσικές ουσίες