Έρευνα

Γνωρίζετε αν διατρέχετε κίνδυνο οστεοπόρωσης;:

Νόσος Gorham-Stout (Gorham-Stout Disease)

ΝΟΣΟΣ GORHAM-STOUT (Gorham-Stout disease)

Η νόσος Gorham–Stout είναι πολύ σπάνιο νόσημα άγνωστης αιτιολογίας, χαρακτηριζόμενο από μαζική οστεόλυση και μεγάλη ενδοστική υπερπλασία των μικρών αιμοφόρων ή λεμφικών αγγείων, η οποία οδηγεί σε καταστροφή και προοδευτική απορρόφηση της οστικής θεμέλιας ουσίας (Gorham L and Stout A, 1955).

ΣΥΝΩΝΥΜΑ

  • Διάχυτη λεμφαγγειωμάτωση
  • Ηπατική λεμφαγγειωμάτωση
  • Ιδιοπαθής μαζική οστεόλυση
  • Ιδιοπαθής οστεόλυση
  • Ιδιοπαθής πολυκεντρική οστεόλυση
  • Κυστική αγγειωμάτωση των οστών
  • Λεμφαγγειωμάτωση
  • Μαζική οστεόλυση
  • Μαζική οστεόλυση του Gorham
  • Νόσος φάντασμα των οστών (phantom bone disease)
  • Νόσος εξαφανιζόμενου οστού
  • Νόσος εξαφανιζόμενου οστού του Gorham
  • Νόσος του Gorham
  • Πνευμονική λεμφαγγειωμάτωση
  • Προοδευτική μαζική οστεόλυση
  • Σπληνική λεμφαγγειωμάτωση
  • Σύνδρομο Gorham
  • Σύνδρομο Gorham-Stout
  • Σύνδρομο ακρο-οστεόλυσης

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ

Συχνότητα. Η νόσος Gorham–Stout είναι εξαιρετικά σπάνιο νόσημα των οστών.

Φύλο. Η νόσος Gorham–Stout προσβάλλει άρρενες ελαφρώς συχνότερα από τις θήλεις.

Ηλικία. Η νόσος Gorham–Stout παρουσιάζεται στην παιδική ηλικία, αλλά στο >1/3 των περιπτώσεων, μετά το 35ο έτος της ηλικίας (Watt I and Cobby M, 1998).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Η νόσος Gorham–Stout είναι σποραδικό οστεολυτικό νόσημα άγνωστης αιτιολογίας. Η ακριβής φύση της διαδικασίας που οδηγεί στην οστεόλυση δεν είναι γνωστή. Υπάρχουν πολλές και διάφορες θεωρίες.

Αγγειακή ανωμαλία. Η οστεόλυση μπορεί να οφείλεται σε αγγειακή ανωμαλία ή διάχυτη αιμαγγειωμάτωση, δοθέντος ότι ιστοπαθολογικά είναι πανομοιότυπη με την παρατηρούμενη στα αιμαγγειώματα και συνδυάζεται με αιμαγγειωματώδη ή λεμφαγγειωματώδη  ιστό και περιστασιακά με χυλώδεις πλευριτικές συλλογές (Gorham LW and Stout AP, 1955).

Αιμαγγειωματώδης/λεμφαγγειωματώδης νεοπλαστική αλλοίωση. Η νόσος Gorham-Stout μπορεί να αποτελεί νεοπλαστική υπερπλασία του αιμαγγειωματώδους ή λεμφαγγειωματώδους ιστού, αν και δεν έχει μεγάλες ομοιότητες με κανονικά αιμαγγειώματα ή λεμφαγγειώματα των οστών ή ακόμα και με κυστική αγγειωμάτωση.

Κακώσεις. Η ενεργός υπεραιμία, οι μεταβολές του τοπικού pH και οι μηχανικές δυνάμεις ευνοούν πιθανώς την οστική απορρόφηση, ενώ οι κακώσεις ενδέχεται να αποτελούν το έναυσμα για την έναρξη της διαδικασίας, διεγείροντας την παραγωγή αγγειακού κοκκιωματώδους ιστού, χωρίς την παρουσία οστεοκλαστών (Gorham LW and Stout AP, 1955).

Οστεοκλαστική διέγερση/IL-6. Με βάση τα ιστοπαθολογικά ευρήματα σε 6 ασθενείς με νόσο Gorham–Stout, οι Moller και συν. (Moller G et al, 1999) υποστηρίζουν ότι η οστεόλυση οφείλεται σε αυξημένο αριθμό διεγερμένων οστεοκλαστών.

Παρόμοια, άλλοι υποστηρίζουν ότι οστεόλυση είναι αποτέλεσμα αυξημένης οστεοκλαστικής δραστηριότητας και ότι η ΙL-6 παίζει ρόλο στην αυξημένη οστική απορρόφηση, δεδομένου ότι ο ορός ενός ασθενούς με νόσο Gorham–Stout (ο οποίος περιείχε 7 πλάσια επίπεδα IL-6) αύξησε την οστεοκλαστογένεση και την οστεοκλαστική οστική απορρόφηση in vitro, η οποία παρεμποδίσθηκε από την προθεραπεία με εξουδετερωτικό αντίσωμα έναντι της IL-6 (Devlin RD et al, 1996).

Οι Hirayama και συν. έχουν την άποψη ότι η αύξηση του σχηματισμού των οστεοκλαστών στη νόσο Gorham–Stout δεν οφείλεται σε αύξηση του αριθμού των προδρόμων οστεοκλαστών στην κυκλοφορία, αλλά μάλλον σε αυξημένη ευαισθησία των προδρόμων αυτών κυττάρων σε χυμικούς παράγοντες, οι οποίοι προάγουν τον σχηματισμό των οστεοκλαστών και την οστική απορρόφηση (Hirayama T et al, 2001).

Μονοπύρηνα περιαγγειακά κύτταρα. Ενας ασθενής με νόσο Gorham–Stout είχε αυξημένη δραστηριότητα όξινης φωσφατάσης και αμινοπεπτιδάσης της λευκίνης σε μονοπύρηνα περιαγγειακά κύτταρα (πιθανώς περικύτταρα), ένδειξη ότι τα κύτταρα αυτά συμμετέχουν στην οστική απορρόφηση (Heyden G et al, 1977).

Κυκλοφοριακή ανωμαλία. Μία από τις κύριες δομικές ιστολογικές αλλοιώσεις της νόσου Gorham-Stout είναι η παρουσία ασυνήθιστων ευρέων αγγείων παρόμοιων με τριχοειδή, μέσω των οποίων το αίμα ρέει βραδέως. Η βραδεία διέλευση του αίματος μέσω των αγγείων αυτών πιθανώς προκαλεί τοπική υποξία και ελάττωση του pH, ευνοώντας την δραστηριότητα ορισμένων υδρολυτικών ενζύμων (Heyden G et al, 1977).

Τέλος, μερικοί υποστηρίζουν ότι τα κύτταρα C του θυρεοειδούς και η καλσιτονίνη μπορεί να παίζουν ρόλο στην παθογένεση της νόσου Gorham-Stout (Korsic M et al, 1998).

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Οι κλινικές εκδηλώσεις της νόσου Gorham ποικίλλουν, εξαρτώμενες από την προσβληθείσα περιοχή. Οι πρώτες εκδηλώσεις της νόσου μπορεί να είναι πόνος, παθολογικά κατάγματα ή αδυναμία του πάσχοντος μέλους. Ο πόνος μπορεί να είναι βύθιος και νυγμώδης ή σχετικά αιφνίδιος και συνοδεύεται από διόγκωση του πάσχοντος μέλους.

Αλλοτε η νόσος αρχίζει με αθόρυβη ατροφία των μαλακών μορίων, περιορισμό της κινητικότητας χωρίς πόνο και αθόρυβη προοδευτική αδυναμία του πάσχοντος μέλους, εκτός εάν υπάρχει συνδεόμενο παθολογικό κάταγμα (Stoker DJ, 1986). Σε μερικές περιπτώσεις, τα συμπτώματα παρουσιάζονται μετά από σοβαρές κακώσεις.

Οι οστεολυτικές αλλοιώσεις αναπτύσσονται κατά προτίμηση στην ωμική ζώνη και μέρος της λεκάνης (ημιλεκάνη), αλλά, λιγότερο συχνά, και σε οποιοδήποτε οστούν (μικρά σωληνώδη οστά των χεριών και των ποδιών, βραχιόνια, μηριαία, ωμοπλάτη, κλείδες, πλευρές, στέρνο, ΣΣ, κρανίο και γνάθος). Σπάνια, προσβάλλονται 2 ή περισσότερες ανατομικές περιοχές, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονται φυσιολογικοί οστικοί σχηματισμοί. Εάν εντοπίζονται στην άνω ή κάτω γνάθο, στις θήκες των οδόντων ή σε άλλα οστά του προσώπου, του αυχένα ή του κρανίου μπορεί να προκαλέσουν πόνο, κατάγματα, απώλεια των οδόντων, παραμορφώσεις του προσώπου ή/και υποτροπιάζουσα μηνιγγίτιδα. Ενίοτε δημιουργούνται αναπηρικές παραμορφώσεις.

Οι αλλοιώσεις μπορεί ακόμα να επεκταθούν και στα γειτονικά οστά. Π. χ. οι αλλοιώσεις της λεκάνης μπορεί να συνοδεύονται από απορρόφηση του εγγύς πέρατος του μηριαίου, ενώ της ωμοπλάτης, να συνδυάζονται με οστεόλυση του εγγύς πέρατος του βραχιονίου, των κλειδών και των πλευρών.

Στα μακρά οστά μπορεί να εκδηλωθούν με υπερτροφία ενός μέλους και ανωμαλίες των υπερκείμενων δερματικών φλεβών ή/και λεμφαγγείων, οδηγώντας σε προοδευτική αδυναμία και περιορισμό της κινητικότητας του προσβληθέντος μέλους. Μετά από μήνες ή χρόνια, το μέλος λειτουργικά αχρηστεύεται.

Η προσβολή των πλευρών, της ωμοπλάτης ή των θωρακικών σπονδύλων μπορεί να οδηγήσει σε χυλοθώρακα λόγω άμεσης επέκτασης της λεμφαγγειεκτασίας στην πλευρική κοιλότητα ή μέσω του θωρακικού πόρου (Tie ML et al, 1994). Χωρίς χειρουργική αντιμετώπιση, ο χυλοθώρακας έχει μεγάλη νοσηρότητα και θνητότητα.

Διαδρομή νόσου

Η νόσος Gorham–Stout έχει γενικά μακροχρόνια κλινική διαδρομή, αλλά σπάνια οδηγεί στο θάνατο. Η οστική καταστροφή συνεχίζεται ανεμπόδιστη επί σειράν ετών, αν και τελικά μπορεί να σταθεροποιηθεί. Μέρος του απορροφηθέντος οστού ενίοτε αποκαθίσταται αυτόματα (Campbell J et al, 1975), ενώ άλλοτε η πάσχουσα οστική περιοχή βελτιώνεται κλινικά και ακτινολογικά μετά από τοπική ακτινοθεραπεία (Hanly JG et al, 1985). Αν και οι οστικές παραμορφώσεις μπορεί να είναι σοβαρές, σοβαρές επιπλοκές είναι σπάνιες.

Ενίοτε αναπτύσσονται χυλώδεις περικαρδιακές και πλευριτικές συλλογές οφειλόμενες σε επέκταση της νοσολογικής διαδικασίας στο μεσοθωράκιο από τους πάσχοντες σπονδύλους, ωμοπλάτη, πλευρές ή στέρνο και μπορεί να είναι απειλητικές για την ζωή. Οι ασθενείς με σπονδυλική ή/και σπλαγχνική προσβολή έχουν μεγάλη νοσηρότητα και θνητότητα.

Επιπλοκές

  • Θάνατος, λόγω προσβολής του θωρακικού κλωβού, του πνεύμονα ή του υπεζωκότα  η οποία οδηγεί σε αναπνευστική ανεπάρκεια
  • Λοίμωξη των οστών και σηπτικό shock (σπάνια) (Kery L and Wouters HW, 1970)
  • Παραπληγία οφειλόμενη σε προσβολή του νωτιαίου μυελού (σε περιπτώσεις οστεόλυσης της ΣΣ) (Halliday DR et al, 1964)
  • Πλευριτική συλλογή (Lee WS et al, 2002)
  • Σύνδρομο Kasabach-Meritt (Carrington PR et al, 1993)
  • Χυλοθώρακας (Swelstad MR et al, 2003)

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Είναι συνήθως όλα φυσιολογικά. Μπορεί να υπάρχει μικρή αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης του ορού.

ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Πρώιμα ακτινολογικά ευρήματα είναι ακτινοδιαυγαστικές εστίες στις ενδομυελικές ή υποφλοιώδεις περιοχές, παρόμοιες με τις παρατηρούμενες στη στικτή οστεοπόρωση (Resnick D, 2002). Αργότερα, η πάσχουσα οστική περιοχή προοδευτικά ατροφεί, διαλύεται, κατακερματίζεται και εξαφανίζεται, ενώ το απομένον οστούν λεπτύνεται και τα μαλακά μόρια ατροφούν.

Η εξεργασία αυτή μπορεί να επεκταθεί στα γειτονικά οστά. π. χ., η οστεόλυση του λαγονίου μπορεί να συνοδεύεται από  απορρόφηση του εγγύς τμήματος του μηριαίου, ενώ οι αλλοιώσεις της ωμοπλάτης, να συνδυάζονται με οστεόλυση του εγγύς τμήματος του βραχιονίου, της κλείδας και των πλευρών.

ΣΠΙΝΘΗΡΟΓΡΑΦΗΜΑ ΟΣΤΩΝ

Αρχικά μπορεί να δείξει αυξημένη αγγειοβρίθεια και αργότερα περιοχή μειωμένης κατακράτησης του ραδιοϊσοτόπου, η οποία αντιστοιχεί στην περιοχή του ελαττωμένου ή εξαφανισμένου οστίτη ιστού (Spieth ME et al, 1997).

ΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ

Η T1-weighted-spin echo MRI δείχνει σήμα χαμηλής έντασης στα προσβληθέντα οστά και αυξημένης έντασης γενικά στις T2-weighted-spin echo ακολουθίες. Επίταση των αλλοιώσεων συνήθως παρατηρείται μετά από ενδοφλέβια χορήγηση γαδολινίου.

ΑΡΤΗΡΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μπορεί να δείξει διάταση των αγγείων στην περιοχή της οστεόλυσης.

ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Στα πρώιμα στάδια της νόσου τα οστά απορροφώνται και αντικαθίστανται από αγγειοβριθή ινώδη συνδετικό και αγγειωματώδη ιστό, παρόμοιο με σκελετικό αιμαγγείωμα. Ιστολογικά, παρουσιάζουν καλοήθη υπερπλασία των λεπτοτοιχωματικών αγγείων.

Στα όψιμα, ο αγγειωματώδης ιστός αντικαθίσταται από αγγειακό ινώδη ιστό. Παράλληλα, παρατηρούνται ακανόνιστοι πλατείς χώροι στο φλοιώδες οστούν και διευρυσμένοι μυελοχώροι στα σπογγώδη οστά, οι οποίοι περιέχουν λεπτοτοιχωματικά, παρόμοια με τριχοειδή, κολποειδή αιμοφόρα αγγεία, τα οποία είναι συνήθως περισσότερο διευρυσμένα από τα φυσιολογικά τριχοειδή και πλήρη κυττάρων του αίματος.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ. Γίνεται με την βιοψία.

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Οστεολυτικά σύνδρομα

  • Ακρο-οστεόλυση των Hajdu και Cheney
  • Ακρο-οστεόλυση του Joseph
  • Ακρο-οστεόλυση του Shinz
  • Ιδιοπαθής πολυκεντρική οστεόλυση (οστεόλυση καρπού –  ταρσού)
  • Κληρονομική πολυκεντρική οστεόλυση
  • Νευρογενής οστεόλυση
  • Νόσος Farber
  • Οστεόλυση με υμενίτιδα
  • Πολυκεντρική οστεόλυση με νεφροπάθεια
  • Σύνδρομο Winchester

Νοσήματα με συνυπάρχουσες ανωμαλίες των αγγείων και υπερτροφία μελών

  • Σύνδρομο Klippel-Trenauney
  • Σύνδρομο Parkes-Weber
  • Σύνδρομο Πρωτέα
  • Σύνδρομο Maffuci

Αλλα νοσήματα

  • Κακοήθη νεοπλάσματα
  • Λοιμώξεις
  • Οστεονέκρωση
  • Νόσος Gaucher
  • Νόσος Kienbock
  • Νόσος Legg-Calve-Perthes

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

1.   Συντηρητική

  • Ιντερφερόνη (Hagberg L et al, 1997; Takahashi A e al, 2005)
  • Διφωσφονικά (π.χ. παμιδρονάτη 30 mg ενδοφλεβίως κάθε 3 μήνες) (Hagberg L et al, 1997; Hammer F et al, 2005), σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία (Lehman G et al, 2009). Η ακτινοθεραπεία ενδείκνυται σε περιπτώσεις οστικών πόνων, αρχόμενων παθολογικών καταγμάτων ή πλευριτικών συλλογών (McNeil KD et al, 1996)

2.   ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΧΥΛΟΘΩΡΑΚΑ

  • Ιντερφερόνη 2α (Kose M et al, 2009)
  • Κλοδρονάτη per os (Hagberg H et al, 1997)
  • Μπλεομυκίνη (Aoki M et al, 1996)
  • Πλευρεκτομή (Pedicelli G et al, 1984; Miller GG, 2002)
  • Πλευρόδεση
  • Περίδεση του θωρακικού πόρου (Tie ML et al, 1994)
  • Περίδεση του θωρακικού πόρου και εκτομή του λεμφαγγειωματώδους ιστού, σε συνδυασμό με πλευρόδεση και ιντερφερόνη α-2β (Pfleger A et al, 2006).
  • Ακτινοβόληση (Romero J et al, 1989; McNeil KD et al, 1996; Lee WS et al, 2002; Fontanesi J, 2003; Swelstad MR et al, 2003). Ενδείκνυται σε ασθενείς που δεν μπορούν να υποστούν σε εκτεταμένες χειρουργικές επεμβάσεις λόγω κακής γενικότερα υγείας, όπως και σ΄ αυτούς που η χειρουργική θεραπεία δεν έχει καλό αποτέλεσμα

3.   Χειρουργική

Χειρουργική εκτομή της αλλοίωσης και ανακατασκευή με την χρήση οστικών μοσχευμάτων ή/και προθέσεων, αν και τα οστικά μοσχεύματα έχουν και αυτά τάση να απορροφώνται. Χειρουργική ανακατασκευή ή/και ακτινοβόληση ενδείκνυται σε ασθενείς με μεγάλες συμπτωματικές αλλοιώσεις, με μακροχρόνια, αναπηρική λειτουργική αστάθεια. Οι ασταθείς σπονδυλικές αλλοιώσεις μπορεί να χρειασθούν χειρουργική σταθεροποίηση

ΠΡΟΓΝΩΣΗ

Η νόσος Gorham έχει απρόβλεπτη διαδρομή. Συνήθως εξελίσσεται προοδευτικά, αν και σπάνια ανακόπτεται αυτόματα (Campbell J et al, 1975; Choma ND et al, 1987). Αλλοτε συνεχίζει να εξελίσσεται και προσβάλλει ζωτικά όργανα, προκαλώντας μεγάλη νοσηρότητα και θνητότητα. Ιδιαίτερα επικίνδυνος είναι ο τύπος της νόσου ο οποίος προσβάλλει τον θώρακα, προκαλώντας πλευριτικές συλλογές και χυλοθώρακα. Γενικά η προσβολή των σπλαγχνικών οργάνων και της ΣΣ συνδέεται με κακή πρόγνωση.



Who is who

Θέματα

Συλλογή Φωτογραφιών

Τι είναι ο ρευματολόγος

Βότανα-Φυσικές ουσίες