Έρευνα

Γνωρίζετε αν διατρέχετε κίνδυνο οστεοπόρωσης;:

Ενημερωτικές εκπομπές

ΡΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Μύθοι και Αλήθειες
See video
Βότανα - Φυσικές ουσίες
See video
Τι είναι ο Ρευματολόγος
See video
Πόνοι στις αρθρώσεις
See video
Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα
See video
Έχω ρευματοειδή αρθρίτιδα;
See video
Αγκυλοποιητική σπονδυλαρθροπάθεια
See video

Χρυσός από το στόμα (Auranofin)

ΑΟΥΡΑΝΟΦΙΝΗ (Auranofin)

Η αουρανοφίνη (ή χρυσανοφίνη) είναι ενεργό σκεύασμα χρυσού χορηγούμενο per os, καλύτερα ανεκτό από τον ενέσιμο χρυσό. Εχει χρησιμοποιηθεί στη ΝΙΑ, αλλά τα τελευταία χρόνια ή χρήση της έχει περιορισθεί σημαντικά, γιατί έχουν ανακαλυφθεί περισσότερο αποτελεσματικά και λιγότερο τοξικά DMARD.

ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ – ΤΡΟΠΟΣ ΔΡΑΣΗΣ

Φλεγμονώδεις κυτταρικές λειτουργίες

    Εξασθένηση χημειοταξίας
    Εξασθένηση φαγοκυττάρωσης
    Ελάττωση παραγωγής ριζών οξυγόνου
    Ελάττωση απελευθέρωσης λυσοσωμικών ενζύμων

Κυτταρο-επαγόμενη ανοσία

    Αύξηση επιβραδυνόμενης υπερευαισθησίας από την οξαζολόνη
    Αύξηση μετασχηματισμού λεμφοκυττάρων
    Αύξηση, ελάττωση ή έλλειψη δράσης στις δερματικές δοκιμασίες επιβραδυνόμενης υπερευαισθησίας

Κυτταρική ανοσία

    Ελάττωση αντισωματο-επαγόμενης κυτταροτοξικότητας
    Ελάττωση λύσης αντισωματο-εξαρτώμενου συμπληρώματος
    Ελάττωση κυκλοφορούντων ανοσοσυμπλεγμάτων

ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Η αουρανοφίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της φαινυτοΐνης στο πλάσμα.

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ  

    Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα

ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

    Ιστορικό σοβαρών επιπλοκών στα άλατα του χρυσού (αναφυλακτικές αντιδράσεις, νεκρωτική εντεροκολίτιδα, πνευμονική ίνωση, αποφολιδωτική δερματίτιδα, έκζεμα, κνίδωση, αιμορραγικές καταστάσεις, απλασία μυελού οστών ή άλλες βαριές αιματολογικές διαταραχές)
    Ιστορικό σοβαρής τοξικότητας σε άλλα βαριά μέταλλα
    Πρόσφατη ακτινοθεραπεία
    Σοβαρή οργανική εξασθένηση
    Σοβαρά νεφρικά – ηπατικά νοσήματα
    Φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (σπαστική ή φλεγμονώδης κολίτιδα)

Σχετικές αντενδείξεις :

    Εξανθήματα
    Ήπια ή μέτριου βαθμού νεφρική/ηπατική ανεπάρκεια
    Καταστολή μυελού

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

  • Η αουρανοφίνη μπορεί να βελτιώσει ή και να προκαλέσει ύφεση της νόσου στο 50-100% των ασθενών με ΝΙΑ (Fantini F et al, 1986; Giannini EH et al, 1986; Marcolongo R et al, 1988; Kvien TK et al, 1986, Giannini EH et al, 1990), η οποία όμως συχνά αναζωπυρώνεται μετά την διακοπή της.
  • Εχει αποτελεσματικότητα παρόμοια με τον ενέσιμο χρυσό (Giannini EH et al, 1983), αλλά μικρότερη από την ΜΤΧ (Giannini EH et al, 1993).
  • Πάντως, άλλοι θεωρούν ότι δεν είναι περισσότερο αποτελεσματική από placebo (Giannini EH et al, 1993) και ελέγχει μακροπρόθεσμα την νόσο σε μερικούς μόνον ασθενείς (Giannini EH et al, 1991).

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του per os χορηγούμενου χρυσού είναι παρόμοιες με του ενέσιμου, αλλά σπανιότερες, ηπιότερες, δεν διαρκούν πολύ και συνήθως υποχωρούν αυτόματα παρά την συνέχιση, ελάττωση της δόσης ή διακοπή του φαρμάκου (Marcolongo R et al, 1988).
Οι κυριότερες επιπλοκές της αουρανοφίνης είναι από το γαστρεντερικό (κυρίως διάρροια) και οι βλεννογονοδερματικές αντιδράσεις. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται σε οποιαδήποτε φάση, συνήθως όμως τους πρώτους 6 μήνες, της θεραπείας.
Η διάρροια είναι πολύ λιγότερο συχνή στα παιδιά απ’ ό, τι στους ενήλικες (Giannini EH et al, 1990), αλλά ταχυφυλαξία είναι συχνή (στο 1/3 των περιπτώσεων) (Giannini EH et al, 1986).

Από το γαστρεντερικό σύστημα

    Ανορεξία
    Γαστρεντερική αιμορραγία
    Δυσκοιλιότητα
    Δυσπεψία
    Δυσγευσία
    Δυσφαγία
    Ελκωτική εντεροκολίτιδα
    Κοιλιακός πόνος
    Μαλακά κόπρανα ή διάρροια
    Μέλαινα
    Μετεωρισμός
    Ναυτία με/ή χωρίς εμέτους

Από το δέρμα/βλεννογόνους

    Αγγειΐτιδα
    Γλωσσίτιδα
    Εξάνθημα
    Επιπεφυκίτιδα
    Κνησμός
    Κνίδωση
    Ουλίτιδα
    Στοματίτιδα
    Τριχόπτωση

Από το αιμοποιητικό σύστημα

    Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αναιμία
    Ηωσινοφιλία
    Θρομβοπενία
    Λευκοπενία
    Ουδετεροπενία

Από το ουροποιητικό σύστημα

    Αιματουρία
    Πρωτεϊνουρία

Από το ήπαρ

    Αύξηση ηπατικών ενζύμων
    Χολοστατικός ίκτερος

Από το γαστρεντερικό σύστημα

    Βρογχίτιδα
    Διάμεση πνευμονίτιδα
    Ινωση

Αλλες

    Αγγειοκινητικές (νιτροειδείς) αντιδράσεις
    Περιφερική νευροπάθεια
    Πυρετός.

ΔΟΣΕΙΣ - ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ

    0.1 mg/kg/24ωρο, αυξανόμενη έως 0.2 mg/kg/24ωρο (μέγιστη 6 mg /24ωρο)

ΚΛΙΝΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ - ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

Συνιστάται πλήρης και εκτενής εργαστηριακός έλεγχος πριν από την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια, κάθε 1-2 μήνες :

    Γενική αίματος
    Αιμοπετάλια
    Ουρία-κρεατινίνη
    SGOT-SGPT
    γ-GT - αλκαλική φωσφατάση
    Γεν. ούρων

Ανεπιθύμητες ενέργειες που επιβάλλουν διακοπή της αουρανοφίνης

  • Λευκοπενία (<4.000 mm3), μέχρις ότου αποδειχθεί ότι δεν οφείλεται στη χρυσοθεραπεία.
  • Κοκκιοκυτταροπενία (<1.500/mm3).
  • Θρομβοπενία (<150.000/mm3) :

    Εάν τα αιμοπετάλια μειωθούν απότομα ή <100.000/mm3 ή εμφανισθούν εκδηλώσεις ενδεικτικές θρομβοπενίας (πορφύρα, εκχυμώσεις, πετέχειες, ουλορραγία) η αουρανοφίνη πρέπει να διακόπτεται. Εάν η θρομβοπενία υφεθεί και αποδειχθεί ότι δεν οφείλεται στον χρυσό, η αουρανοφίνη μπορεί να ξαναχορηγηθεί μετά την επάνοδο των αιμοπεταλίων σε φυσιολογικά όρια
    Εάν τα αιμοπετάλια μειωθούν <200.000/mm3, η αουρανοφίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά. Μετά την διακοπή της, τα αιμοπετάλια επιστρέφουν σε φυσιολογικά επίπεδα μετά από 1-8 εβδομάδες.
    Εάν τα αιμοπετάλια μειωθούν απότομα, π.χ. από 400.000/mm3, σε 210.000/mm3, η αουρανοφίνη πρέπει να διακόπτεται μέχρις ότου σε 2 νέες διαδοχικές μετρήσεις με μεσοδιάστημα μιας εβδομάδας αυξηθούν σταθερά >200.000/mm3.

  • Ενδείξεις καταστολής του μυελού :

    Εάν τα αιμοπετάλια ελαττωθούν (όπως παραπάνω), η Hb <10 gr% ή /και τα λευκά αιμοσφαίρια <4.000/mm3, η αουρανοφίνη πρέπει να διακόπτεται άμεσα, μέχρις ότου διευκρινισθούν τα αίτια της καταστολής του μυελού.
    Εάν αναστραφεί η διαφορική σχέση των λευκών αιμοσφαιρίων ή/και αυξηθούν τα μονοκύτταρα >10%, η αουρανοφίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως, μέχρις ότου ανευρεθούν τουλάχιστον 2 φυσιολογικές τιμές με διαφορά μιας εβδομάδας.
    Εάν οποιοσδήποτε από τους παραπάνω δείκτες αιμοποίησης συνεχίζει να είναι παθολογικός, συνιστάται μυελόγραμμα και αναζήτηση αυτοαντισωμάτων έναντι των λευκών και των ερυθρών αιμοσφαιρίων και των αιμοπεταλίων.

  • Πρωτεϊνουρία (λεύκωμα ούρων 24ώρου >500 mg) – μικροσκοπική αιματουρία :

    Εάν το λεύκωμα ούρων 24ώρου μειωθεί <500 mg, η αουρανοφίνη μπορεί να επαναχορηγηθεί, σε μικρότερες δόσεις.
    Εάν, μετά την επαναχορήγηση της αουρανοφίνης, το λεύκωμα των ούρων αυξηθεί >500 mg/24ωρο, η αουρανοφίνη πρέπει να διακόπτεται οριστικά.

  • Αιματουρία
  • Κνησμός
  • Εξάνθημα
  • Στοματίτιδα
  • Επίμονη διάρροια

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ - ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Νεογνά : Η αουρανοφίνη αντενδείκνυται.

Παιδιά : Η αουρανοφίνη δεν έχει διαπιστωμένη ασφάλεια και αποτελεσματικότητα στα παιδιά, γι΄αυτό και οι κατασκευαστές της συνιστούν να αποφεύγεται στη παιδική ηλικία.

Κύηση : Η αουρανοφίνη αντενδείκνυται στη διάρκεια της κύησης. Οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας πρέπει να αποφεύγουν την σύλληψη στη διάρκεια της θεραπείας με αουρανοφίνη και 6 μήνες μετά την διακοπή της και να ενημερώνονται για τους πιθανούς κινδύνους για το κύημα εάν συλλάβουν.

Γαλουχία : Η αουρανοφίνη αντενδείκνυται στη διάρκεια της γαλουχίας.

Βλεννογονοδερματικές αντιδράσεις : Είναι η 2η, κατά σειρά συχνότητας, ανεπιθύμητη ενέργεια της αουρανοφίνης. Κάθε εξάνθημα, ιδιαίτερα κνιδωτικό, στη διάρκεια της θεραπείας με αουρανοφίνη πρέπει να αποδίδεται στον χρυσό, μέχρις ότου αποδειχθεί το αντίθετο. Ο κνησμός συχνά προηγείται της δερματίτιδας, γι΄αυτό και πρέπει να θεωρείται προειδοποιητικό σημείο επικείμενης δερματικής αντίδρασης.Εάν εμφανισθεί εξάνθημα ή/και κνησμός ή μέτρια έως σοβαρή στοματίτιδα, η αουρανοφίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά. Μετά την ύφεση των αντιδράσεων αυτών η αουρανοφίνη μπορεί να ξαναχορηγηθεί σε μικρότερες δόσεις. Εάν οι αντιδράσεις αυτές επανεμφανισθούν, η αουρανοφίνη πρέπει να διακόπτεται οριστικά.

Νεφροτοξικότητα : Η αουρανοφίνη πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με σοβαρά νεφρικά νοσήματα και να χορηγείται με προσοχή σε πάσχοντες από ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια. Ο χρυσός μπορεί να προκαλέσει νεφρωσικό σύνδρομο ή σπειραματίτιδα με πρωτεϊνουρία και αιματουρία. Οι επιπλοκές αυτές είναι συνήθως σχετικά ήπιες και υποχωρούν πλήρως εάν αναγνωρισθούν έγκαιρα και το φάρμακο διακοπεί, μπορεί όμως να γίνουν χρόνιες και σοβαρές εάν συνεχισθεί. Γι΄αυτό και πρέπει να γίνονται τακτικές εξετάσεις ούρων στη διάρκεια της θεραπείας με αουρανοφίνη και το φάρμακο να διακόπτεται άμεσα εάν εμφανισθεί πρωτεϊνουρία ή αιματουρία.

Γαστρεντερικές επιπλοκές : Οι ασθενείς που θεραπεύονται με αουρανοφίνη πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή μήπως εμφανίσουν γαστρεντερική αιμορραγία. Η αουρανοφίνη προκαλεί διάρροια στο 10% των ασθενών, η οποία συχνά ελέγχεται με μείωση της δόσης του φαρμάκου. Η στοματίτιδα και η δερματίτιδα είναι σχεδόν εξίσου συχνές με τον ενέσιμο χρυσό. Η αουρανοφίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με εντερική φλεγμονή (σπαστική ή φλεγμονώδη κολίτιδα), γιατί μπορεί να προκαλέσει διάρροια και να επιδεινώσει τα εντερικά συμπτώματα

Αιματολογικές διαταραχές : Η αουρανοφίνη μπορεί να προκαλέσει λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, θρομβοπενία και απλαστική αναιμία, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό και σε οποιαδήποτε φάση της θεραπείας. Οι επιπλοκές αυτές, επειδή έχουν δυνητικά σοβαρές συνέπειες, πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά τουλάχιστον κάθε μήνα. Η αουρανοφίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιδιοπαθή ή φαρμακογενή μυελική καταστολή. Η πρωτεϊνουρία και οι αιματολογικές διαταραχές φαίνεται ότι είναι λιγότερο συχνές με την αουρανοφίνη, παρά με τον ενέσιμο χρυσό.

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

    Τα ανθελονοσιακά, η κυκλοφωσφαμίδη, η αζαθειοπρίνη, η μεθοτρεξάτη, η πενικιλλαμίνη και η φαινυλοβουταζόνη δεν πρέπει να χορηγούνται ταυτόχρονα με άλατα χρυσού, γιατί μπορεί να προκαλέσουν αιματολογικές δυσκρασίες ή άλλες σοβαρές επιπλοκές (π.χ. πρωτεϊνουρία, δερματίτιδα).
    Σε ασθενείς με προοδευτική νεφρική ή σοβαρή ηπατοκυτταρική νόσο, φλεγμονώδεις εντεροπάθειες, εξάνθημα ή ιστορικό μυελικής καταστολής, τα δυνητικά ωφέλη της θεραπείας με αουρανοφίνη πρέπει να σταθμίζονται με τους κινδύνους που συνεπάγεται σε οργανικά συστήματα με εξασθενημένη λειτουργία ή μειωμένες εφεδρείες.
    Οι ασθενείς που θεραπεύονται με αουρανοφίνη πρέπει να περιορίζουν την έκθεσή τους στο ηλιακό ή στο τεχνητό υπεριώδες φως, δεδομένου ότι μπορεί να εμφανίσουν αντιδράσεις φωτοευαισθησίας ή επιδείνωση της δερματίτιδας από τον χρυσό.
    Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι οι θεραπευτικές δράσεις της αουρανοφίνης αργούν να εμφανισθούν και γενικά δεν γίνονται αντιληπτές τουλάχιστον 3-4 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας, ώστε να συνεργασθούν με το θεραπευτικό σχήμα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

    Η αουρανοφίνη έχει χρησιμοποιηθεί στη ΝΙΑ, αλλά τα τελευταία χρόνια ή χρήση της έχει περιορισθεί σημαντικά, γιατί έχουν ανακαλυφθεί περισσότερο αποτελεσματικά και λιγότερο τοξικά ΤΝΑΡΦ

 

Τελευταία ενημέρωση 14/3/12



Who is who

Θέματα

Συλλογή Φωτογραφιών

Τι είναι ο ρευματολόγος

Βότανα-Φυσικές ουσίες