Έρευνα

Γνωρίζετε αν διατρέχετε κίνδυνο οστεοπόρωσης;:

Ενημερωτικές εκπομπές

ΡΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Μύθοι και Αλήθειες
See video
Βότανα - Φυσικές ουσίες
See video
Τι είναι ο Ρευματολόγος
See video
Πόνοι στις αρθρώσεις
See video
Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα
See video
Έχω ρευματοειδή αρθρίτιδα;
See video
Αγκυλοποιητική σπονδυλαρθροπάθεια
See video

Σουλφινπυραζόνη (Sulfinpyrazone)

Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη εί­ναι πα­ρά­γω­γο της φαι­νυ­λο­βου­τα­ζό­νης με ου­ρι­κο­ζου­ρι­κές, αλ­λ' ό­χι και αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δεις, ι­δι­ό­τη­τες (Gutman AB, 1966). Εί­ναι λευ­κή έ­ως υ­πό­λευ­κη σκό­νη, με ε­λα­φρά πι­κρή γεύ­ση, πρα­κτι­κά α­δι­ά­λυ­τη στο ύ­δωρ και σε δι­ά­λυ­μα ε­ξά­νης, δι­α­λυ­τή στο οι­νό­πνευ­μα και την α­κε­τό­νη και πο­λύ δι­α­λυ­τή σε αλ­κα­λι­κά δι­α­λύ­μα­τα. Έ­χει μο­ρια­κό βά­ρος 404.48 και p­Ka 2.8.

Χη­μι­κό ό­νο­μα : 1,2-diphenyl-4-[2-(phenylsulfinyl)ethyl]-3,5-pyrazolidinedione 

Μο­ρια­κός τύ­πος : C23H20N2O3S

4.2   ΦΑΡ­ΜΑ­ΚΟ­ΛΟ­ΓΙΑ

Ι­ΔΙ­Ο­ΤΗ­ΤΕΣ-ΜΗ­ΧΑ­ΝΙ­ΣΜΟΙ ΔΡΑ­ΣΗΣ

Ου­ρι­κο­ζου­ρι­κή δρά­ση

  • Α­να­στέλ­λει αν­τα­γω­νι­στι­κά την ε­νερ­γό ε­πα­ναρ­ρό­φη­ση του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος στα εγ­γύς ε­σπει­ρα­μέ­να σω­λη­νά­ρια, μει­ώ­νον­τας τις συγ­κεν­τρώ­σεις του ου­ρι­κού στον ο­ρό και αυ­ξά­νον­τας την νε­φρι­κή α­πέκ­κρι­ση του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος.
  • Μπο­ρεί να ε­λατ­τώ­σει την σύν­δε­ση του ου­ρι­κού με τις πρω­τε­ΐ­νες του πλά­σμα­τος και, σε υ­πο­θε­ρα­πευ­τι­κές δό­σεις, να α­να­στεί­λει την νε­φρι­κή α­πέκ­κρι­ση του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος.

Η ου­ρι­κο­ζου­ρι­κή δρά­ση της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης εί­ναι 6 φο­ρές με­γα­λύ­τε­ρη της προ­βε­νε­σί­δης και αυ­ξά­νε­ται γραμ­μι­κά με την αύ­ξη­ση της δό­σης. Σε δό­ση 400 mg/24ωρο εί­ναι ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή με 1.5-2.0 gr προ­βε­νε­σί­δης. Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη αυ­ξά­νει την α­πο­βο­λή των ου­ρι­κών α­λά­των κα­τά 65% και ε­λατ­τώ­νει τα ε­πί­πε­δά τους στον ο­ρό κα­τά 30%, αλ­λά, πα­ρά την κα­λή κλι­νι­κή αν­τα­πό­κρι­ση, φυ­σι­ο­λο­γι­κο­ποι­εί τα ε­πί­πε­δα του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος στον ο­ρό μό­νο στο 17.5% των α­σθε­νών.

Ο μη­χα­νι­σμός της α­να­στο­λής της νε­φρι­κής σω­λη­να­ρια­κής με­τα­φο­ράς του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος α­πό την σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη εί­ναι ά­γνω­στος. Η δρά­ση της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης, ό­πως και της προ­βε­νε­σί­δης, α­να­στέλ­λε­ται α­πό πα­ρά­γον­τες που μει­ώ­νουν την α­πέκ­κρι­ση των ου­ρι­κών α­λά­των, γι΄αυ­τό και η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη φαί­νε­ται ό­τι δρα α­να­στέλ­λον­τας την με­τεκ­κρι­τι­κή ε­πα­ναρ­ρό­φη­ση του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος (D­i­a­m­o­nd HS a­nd P­a­o­l­i­no JS, 1973).

Δρά­ση στα αι­μο­πε­τά­λια

  • Α­να­στέλ­λει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της μο­νο­φω­σφο­ρι­κής, δι­φω­σφο­ρι­κής και τρι­φω­σφο­ρι­κής α­δε­νο­σί­νης και της 5-υ­δρο­ξυ­τρυ­πτα­μί­νης (5-ΗΤ). Η α­να­στο­λή της A­DP και της 5-ΗΤ μει­ώ­νει την συγ­κολ­λη­τι­κό­τη­τα και αυ­ξά­νει την ε­πι­βί­ω­ση των αι­μο­πε­τα­λί­ων.
  • Δεν ε­πη­ρε­ά­ζει τον χρό­νο προ­θρομ­βί­νης ή θρομ­βο­πλα­στί­νης στο πλά­σμα και τον χρό­νο πή­ξης του αί­μα­τος, αλ­λά μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον α­ριθ­μό των αι­μο­πε­τα­λί­ων.
  • Έ­χει α­να­σταλ­τι­κή δρά­ση στα αι­μο­πε­τά­λια και μπο­ρεί να θε­ρα­πεύ­σει ή να προ­λά­βει τα θρομ­βο­εμ­βο­λι­κά φαι­νό­με­να (S­h­e­r­ry S, 1982).
  • Πα­ρα­τεί­νει ή φυ­σι­ο­λο­γι­κο­ποι­εί την ε­πι­βί­ω­ση των αι­μο­πε­τα­λί­ων, σε υ­πε­ρου­ρι­χαι­μι­κούς α­σθε­νείς με θρομ­βο­εμ­βο­λι­κά νο­σή­μα­τα, σε α­σθε­νείς με τε­χνη­τές μι­τρο­ει­δι­κές βαλ­βί­δες (W­e­i­ly HS a­nd G­e­n­t­on E, 1970), υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα ι­δι­ο­πα­θή φλε­βι­κή θρόμ­βω­ση, στε­φα­νια­ία αρ­τη­ρια­κή νό­σο (S­t­e­e­le PP et al, 1975) και στέ­νω­ση της κα­ρω­τί­δας ή θε­ρα­πευ­ό­με­νους με αι­μο­δι­ύ­λι­ση και αρ­τη­ρι­ο­φλε­βώ­δη συ­ρίγ­για (K­a­e­gi A et al, 1974).
  • Κα­τα­στέλ­λει την συγ­κόλ­λη­ση των αι­μο­πε­τα­λί­ων (E­s­s­i­en EM a­nd M­u­s­t­a­rd JF, 1977), in v­i­-   t­ro, την συγ­κέν­τρω­ση των αι­μο­πε­τα­λί­ων την προ­κα­λού­με­νη α­πό κολ­λα­γό­νο και ε­πι­νε­φρί­νη (B­u­c­h­a­n­an MR et al, 1978; W­i­l­ey JS et al, 1979) και την αν­τί­δρα­ση α­πε­λευ­θέ­ρω­σης των αι­μο­πε­τα­λί­ων (R­o­s­e­n­b­e­rg JC a­nd S­e­ll TL, 1975).

Η δρά­ση αυ­τή στα αι­μο­πε­τά­λια ο­φεί­λε­ται πι­θα­νώς σε δο­σο­ε­ξαρ­τώ­με­νη α­να­στρέ­ψι­μη α­να­στο­λή της σύν­θε­σης των προ­στα­γλαν­δι­νών των αι­μο­πε­τα­λί­ων (A­li M a­nd M­c­D­o­n­a­ld J­WD, 1977). Ο σουλ­φι­δι­κός με­τα­βο­λί­της της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης φαί­νε­ται ό­τι προ­κα­λεί πα­ρα­τε­τα­μέ­νη και πι­θα­νώς μη α­να­στρέ­ψι­μη α­να­στο­λή της λει­τουρ­γί­ας των αι­μο­πε­τα­λί­ων (B­u­c­h­a­n­an MR et al, 1983) και α­να­στέλ­λει εν­το­νό­τε­ρα την κυ­κλο­ξυ­γε­νά­ση α­πό την σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη (W­a­l­l­is RB, 1983).

Άλ­λες δρά­σεις

  • Α­να­στέλ­λει αν­τα­γω­νι­στι­κά την α­πέκ­κρι­ση πολ­λών α­σθε­νών ορ­γα­νι­κών ο­ξέ­ων στα εγ­γύς και ά­πω νε­φρι­κά σω­λη­νά­ρια. Η δρά­ση της στις συγ­κεν­τρώ­σεις των α­σθε­νών ο­ξέ­ων στο πλά­σμα ε­ξαρ­τά­ται α­πό την σχέ­ση της πο­σό­τη­τας του ο­ξέ­ος που α­πο­βάλ­λε­ται α­πό τους νε­φρούς με την πο­σό­τη­τα την δι­η­θού­με­νη στα σπει­ρά­μα­τα. Γι΄ αυ­τό και η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη αυ­ξά­νει ση­μαν­τι­κά στο πλά­σμα τις συγ­κεν­τρώ­σεις των ο­ξει­δω­τι­κών φαρ­μά­κων που α­πεκ­κρί­νον­ται κυ­ρί­ως μέ­σω των νε­φρών, ε­νώ αυ­ξά­νει μό­νον ε­λα­φρά τις συγ­κεν­τρώ­σεις στο πλά­σμα των φαρ­μά­κων που α­πεκ­κρί­νον­ται κυ­ρί­ως με δι­ή­θη­ση.
  • Βελ­τι­ώ­νει το προσ­δό­κι­μο της ε­πι­βί­ω­σης, σε η­λι­κι­ω­μέ­νους άν­δρες
  • M­ει­ώ­νει την συ­χνό­τη­τα της α­μαύ­ρω­σης f­u­n­g­ax
  • Ε­λατ­τώ­νει την συ­χνό­τη­τα των αιφ­νί­δι­ων θα­νά­των σε α­σθε­νείς με πρό­σφα­το μυ­ο­καρ­δια­κό έμ­φρα­κτο κα­τά 57% και την συ­χνό­τη­τα μη θα­να­τη­φό­ρων εμ­φρά­κτων, καρ­δια­κής αρ­ρυθ­μί­ας και αγ­γεια­κών εγ­κε­φα­λι­κών ε­πει­σο­δί­ων.
  • Μει­ώ­νει τα ε­πί­πε­δα της χο­λη­στε­ρό­λης του ο­ρού.

4.3   ΤΟ­ΞΙ­ΚΟ­ΛΟ­ΓΙΑ

Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη έ­χει αμ­φι­λε­γό­με­νη τε­ρα­το­γό­νο δρά­ση. Πάν­τως, μέ­χρι τώ­ρα δεν έ­χουν α­να­φερ­θεί πε­ρι­πτώ­σεις συγ­γε­νών δυ­σπλα­σι­ών στον άν­θρω­πο.

4.4   ΦΑΡ­ΜΑ­ΚΟ­ΚΙ­ΝΗ­ΤΙ­ΚΗ

Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη, με­τά την p­er os χο­ρή­γη­σή της, α­πορ­ρο­φά­ται τα­χέ­ως και ου­σι­α­στι­κά πλή­ρως α­πό τον γα­στρεν­τε­ρι­κό σω­λή­να. 1-2 ώ­ρες με­τά την p­er os χο­ρή­γη­ση μιας ε­φά­παξ δό­σης 200 mg φθά­νει σε μέ­γι­στες συγ­κεν­τρώ­σεις στο πλά­σμα 14-23 μg/ml, ό­που και πα­ρα­μέ­νει ε­πί 1-6 ώ­ρες σε ε­πί­πε­δα 15-20 μg/ml. Ο t(1/2) της α­πο­μά­κρυν­σης του φαρ­μά­κου α­πό τον ο­ρό α­νέρ­χε­ται σε 2-4 ώ­ρες, γι΄αυ­τό και η η­με­ρή­σια δό­ση της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης πρέ­πει να δι­αι­ρεί­ται ώ­στε να δι­α­τη­ρη­θούν σχε­τι­κά στα­θε­ρά τα ε­πί­πε­δά της στο αί­μα.

Σε α­σθε­νείς που παίρ­νουν 800 mg σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης κα­θη­με­ρι­νά p­er os, τα ε­πί­πε­δα του φαρ­μά­κου στο πλά­σμα προ­σεγ­γί­ζουν τα 120-160 μg/ml. Οι συγ­κεν­τρώ­σεις της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης στο πλά­σμα οι α­παι­τού­με­νες για την πρό­κλη­ση ου­ρι­κο­ζου­ρί­ας υ­πο­λο­γί­ζον­ται σε 10 µg/ ml.

Η διά­ρκεια δρά­σης του φαρ­μά­κου κυ­μαί­νε­ται συ­νή­θως σε 4-6, αλ­λά ε­νί­ο­τε και 10, ώ­ρες. Κα­τά την διά­ρκεια της στα­θε­ρής της κα­τά­στα­σης, ο t(1/2) της σου­φιν­πυ­ρα­ζό­νης στο πλά­σμα α­νέρ­χε­ται σε 3 ώ­ρες (εύ­ρος 1-9 ώ­ρες) και του θει­ι­κού με­τα­βο­λί­τη, σε 3.2 ώ­ρες, ε­νώ του σουλ­φι­δι­κού με­τα­βο­λί­τη, σε 14.7 ώ­ρες (R­o­s­e­n­k­r­a­nz B e al, 1983).

Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη συν­δέ­ε­ται κα­τά 98% πε­ρί­που με τις πρω­τε­ΐ­νες του πλά­σμα­τος. 

Μι­κρό μέ­ρος της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης δι­η­θεί­ται στα σπει­ρά­μα­τα, αλ­λά το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της α­πεκ­κρί­νε­ται ε­νερ­γά α­πό τα εγ­γύς νε­φρι­κά σω­λη­νά­ρια και μι­κρά πο­σά ε­πα­ναρ­ρο­φών­ται στη συ­νέ­χεια α­πό τα νε­φρι­κά σω­λη­νά­ρια.

Στον άν­θρω­πο, 85% της χο­ρη­γού­με­νης δό­σης της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης α­πεκ­κρί­νε­ται α­πό τα ού­ρα εν­τός 24 ω­ρών, κυ­ρί­ως με την μορ­φή α­ναλ­λοί­ω­του φαρ­μά­κου, ε­νώ το υ­πό­λοι­πο, με την μορ­φή με­τα­βο­λι­τών. Στα ού­ρα έ­χουν α­νευ­ρε­θεί κυ­ρί­ως σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη, αλ­λά και έ­νας υ­δρο­ξυ­λι­ω­μέ­νος με­τα­βο­λί­της, η p-υ­δρο­ξυ­σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη, και, σε πο­λύ μι­κρά πο­σά, σουλ­φό­νη και 4-υ­δρο­ξυ-με­τα­βο­λί­τες. Πε­ρί­που 30% της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης στα ού­ρα εί­ναι με την μορ­φή C-γλυ­κου­ρο­νι­δί­ου. Με­τά α­πό 2 η­μέ­ρες, πε­ρί­που 5% του φαρ­μά­κου α­πο­βάλ­λε­ται με τα κό­πρα­να.

Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη με­τα­βο­λί­ζε­ται τα­χέ­ως στο ή­παρ σε γλυ­κου­ρο­νι­δι­κό σύμ­πλο­κο και 3 πα­ρά­γω­γα ο­ξεί­δω­σης : Μί­α σουλ­φό­νη, έ­να 4-υ­δρο­ξυ- και έ­να p-υ­δρο­ξυ- συ­στα­τι­κό. Ο τε­λευ­ταί­ος με­τα­βο­λί­της έ­χει ου­ρι­κο­ζου­ρι­κή δρά­ση. Ο σουλ­φι­δι­κός με­τα­βο­λί­της της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης εί­ναι ο G-257, ο ο­ποί­ος εί­ναι 5 φο­ρές πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­νερ­γός σαν α­να­στο­λέ­ας της συγ­κέν­τρω­σης των αι­μο­πε­τα­λί­ων της προ­κα­λού­με­νης α­πό το α­ρα­χι­δο­νι­κό ο­ξύ (F­i­t­z­g­e­r­a­ld GA a­nd S­h­e­r­ry S, 1982).

4.5   ΣΥ­ΣΧΕ­ΤΙ­ΣΗ ΣΥΓ­ΚΕΝ­ΤΡΩ­ΣΕ­ΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑ­ΣΜΑ ΜΕ Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ - ΤΟ­ΞΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ

Δεν έ­χει α­να­φερ­θεί.

4.6   ΑΛ­ΛΗ­ΛΕ­ΠΙ­ΔΡΑ­ΣΕΙΣ

Α­κε­τα­μι­νο­φαί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό της α­κε­τα­μι­νο­φαί­νης. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε αύ­ξη­ση της η­πα­το­το­ξι­κό­τη­τας, λό­γω αύ­ξη­σης των ε­πι­πέ­δων των το­ξι­κών με­τα­βο­λι­τών της, και μεί­ω­ση της α­ναλ­γη­τι­κής και αν­τι­πυ­ρε­τι­κής δρά­σης της α­κε­τα­μι­νο­φαί­νης.

Συ­στά­σεις : Ι­δι­αί­τε­ρες προ­φυ­λά­ξεις δεν χρει­ά­ζον­ται.

Αλ­λο­που­ρι­νό­λη

Τα ου­ρι­κο­ζου­ρι­κά φάρ­μα­κα προ­ά­γουν την α­πέκ­κρι­ση του ε­νερ­γού με­τα­βο­λί­τη της αλ­λο­που­ρι­νό­λης, αν και οι δρά­σεις της αλ­λο­που­ρι­νό­λης και της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης εί­ναι α­θροι­στι­κές και ο συν­δυα­σμός των 2 αυ­τών φαρ­μά­κων πλε­ο­νε­κτεί θε­ρα­πευ­τι­κά.

Αν­τι­δι­α­βη­τι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη αυ­ξά­νει τις συγ­κεν­τρώ­σεις των σουλ­φο­νυ­λου­ρι­ών στο πλά­σμα, γι΄ αυ­τό και μπο­ρεί θε­ω­ρη­τι­κά να προ­κα­λέ­σει υ­πο­γλυ­και­μί­α σε δι­α­βη­τι­κούς α­σθε­νείς.
  • Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη α­να­στέλ­λει την νε­φρι­κή α­πέκ­κρι­ση της ιν­σου­λί­νης και του α­μι­νο­σα­λι­κυ­λι­κού ο­ξέ­ος. Η ση­μα­σί­α της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής δεν εί­ναι γνω­στή.

Μη­χα­νι­σμός : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μπο­ρεί να α­να­στεί­λει την η­πα­τι­κή με­τα­τρο­πή και να αυ­ξή­σει τον t(1/2) των p­er os χο­ρη­γού­με­νων αν­τι­δι­α­βη­τι­κών.

Συ­στά­σεις :

  • Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη, η τολ­βου­τα­μί­δη μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θεί σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση.
  • Το σάκ­χα­ρο του αί­μα­τος πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται και η δό­ση της τολ­βου­τα­μί­δης να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη προ­στί­θε­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτε­ται.

Αν­τι­πη­κτι­κά και θρομ­βο­λυ­τι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη αυ­ξά­νει ση­μαν­τι­κά την υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μι­κή δρά­ση της βαρ­φα­ρί­νης και της α­δε­νο­κου­μα­ρό­λης και τον κίν­δυ­νο αι­μορ­ρα­γι­κών ε­πι­πλο­κών.
  • Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει γα­στρεν­τε­ρι­κή αι­μορ­ρα­γί­α και να μει­ώ­σει την συγ­κόλ­λη­ση των αι­μο­πε­τα­λί­ων, γι΄ αυ­τό και δεν πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με θρομ­βο­λυ­τι­κούς πα­ρά­γον­τες (π.χ. στρε­πτο­κι­νά­ση).

Μη­χα­νι­σμός : Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης με την βαρ­φα­ρί­νη με­τα­βι­βά­ζε­ται κυ­ρί­ως μέ­σω α­να­στο­λής της ο­ξεί­δω­σης του S-ι­σο­με­ρούς της βαρ­φα­ρί­νης της με­τα­βι­βα­ζό­με­νης α­πό το κυ­τό­χρω­μα P-450 και ο­δη­γεί σε ε­λάτ­τω­ση της κά­θαρ­σης της βαρ­φα­ρί­νης.

Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη αυ­ξά­νει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα την κά­θαρ­ση της R-βαρ­φα­ρί­νης, πα­ρε­κτο­πί­ζον­τας την ε­κλε­κτι­κά α­πό τα ση­μεί­α σύν­δε­σής της με τις πρω­τε­ΐ­νες του πλά­σμα­τος, αλ­λά χω­ρίς κλι­νι­κή ση­μα­σί­α, λό­γω της ι­σχυ­ρό­τε­ρης δρά­σης του R-ι­σο­με­ρούς.

Συ­στά­σεις :

  • Η συγ­χο­ρή­γη­ση της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης με αν­τι­πη­κτι­κά p­er os πρέ­πει να γί­νε­ται με προ­σε­κτι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση του χρό­νου προ­θρομ­βί­νης και α­νά­λο­γη τρο­πο­ποί­η­ση της δό­σης του αν­τι­πη­κτι­κού πα­ρά­γον­τα.
  • H δό­ση του αν­τι­πη­κτι­κού μπο­ρεί να χρεια­σθεί να μει­ω­θεί στην έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη και να αυ­ξη­θεί ό­ταν η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη δι­α­κό­πτε­ται. Ε­άν εί­ναι δυ­να­τόν, εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρο να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται άλ­λοι, πλην της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης, ου­ρι­κο­ζου­ρι­κοί πα­ρά­γον­τες σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με p­er os αν­τι­πη­κτι­κά.

Β-α­να­στο­λείς (βι­σο­προ­λό­λη, καρ­τε­ο­λό­λη, βε­τα­ξο­λό­λη, α­τε­νο­λό­λη, α­σε­βου­το­λό­λη, με­το­προ­λό­λη, να­δο­λό­λη, πεν­βου­το­λό­λη, πιν­δο­λό­λη, τι­μο­λό­λη, οξ­πρε­νο­λό­λη, προ­πρα­νο­λό­λη 

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μπο­ρεί να μει­ώ­σει την αν­τι-υ­περ­τα­σι­κή αν­τα­πό­κρι­ση των β-α­να­στο­λέ­ων. 

Μη­χα­νι­σμός : Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή ο­φεί­λε­ται πι­θα­νώς σε α­να­στο­λή της σύν­θε­σης των προ­στα­γλαν­δι­νών α­πό την σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη ή σε αύ­ξη­ση του με­τα­βο­λι­σμού των β-α­να­στο­λέ­ων. 

Συ­στά­σεις : Ε­άν υ­πάρ­χουν εν­δεί­ξεις της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής ή ε­πι­δεί­νω­ση της αρ­τη­ρια­κής υ­πέρ­τα­σης ε­πι­βάλ­λε­ται μεί­ω­ση της δό­σης ή δι­α­κο­πή της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης.

Βε­ρα­πα­μί­λη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : H σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μπο­ρεί να μει­ώ­σει τις α­να­με­νό­με­νες φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις της βε­ρα­πα­μί­λης.

Μη­χα­νι­σμός : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει την με­τα­βο­λι­κή κά­θαρ­ση, και ε­πο­μέ­νως να μει­ώ­σει την βι­ο­δι­α­θε­σι­μό­τη­τα, της p­er os χο­ρη­γού­με­νης βε­ρα­πα­μί­λης.

Συ­στά­σεις : Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη, ε­άν υ­πάρ­χουν εν­δεί­ξεις της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής, η βε­ρα­πα­μί­λη μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θεί σε με­γα­λύ­τε­ρες δό­σεις. Η δό­ση της βε­ρα­πα­μί­λης πρέ­πει να μει­ώ­νε­ται ό­ταν δι­α­κό­πτε­ται η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη.

Βι­σμού­θιο

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η α­σπι­ρί­νη και άλ­λα σα­λι­κυ­λι­κά μπο­ρεί να α­να­στεί­λουν τις ου­ρι­κο­ζου­ρι­κές δρά­σεις της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης, μει­ώ­νον­τας την νε­φρι­κή α­πέκ­κρι­ση του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος και αυ­ξά­νον­τας τα ε­πί­πε­δα του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος στον ο­ρό. Η με­τα­βο­λή αυ­τή της ι­σορ­ρο­πί­ας μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε έ­ξαρ­ση της ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που παίρ­νουν σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη πρέ­πει να α­πο­φεύ­γουν την τα­κτι­κή χρή­ση α­σπι­ρί­νης ή προ­ϊ­όν­των που πε­ρι­έ­χουν σα­λι­κυ­λι­κά.

Κολ­χι­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : H κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να έ­χει συ­νερ­γι­κή δρά­ση με την σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη στην α­νά­πτυ­ξη ο­ξεί­ας μυ­ε­λο­βλα­στι­κής λευ­χαι­μί­ας και πολ­λα­πλού μυ­ε­λώ­μα­τος.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που παίρ­νουν σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη ταυ­τό­χρο­να με κολ­χι­κί­νη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται συ­χνά με αι­μα­το­λο­γι­κές ε­ξε­τά­σεις.

Νι­α­σί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η νι­α­σί­νη μπο­ρεί να πα­ρέμ­βει στην πρω­το­πα­θή ου­ρι­κο­ζου­ρι­κή δρά­ση, και ε­πο­μέ­νως να μει­ώ­σει τις α­να­με­νό­με­νες φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις, της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης.

Μη­χα­νι­σμός : Ο α­κρι­βής μη­χα­νι­σμός της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής εί­ναι ά­γνω­στος. Η νι­α­σί­νη μει­ώ­νει πι­θα­νώς την νε­φρι­κή σω­λη­να­ρια­κή ε­πα­ναρ­ρό­φη­ση του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος α­πό την σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη.

Συ­στά­σεις : Ε­άν υ­πάρ­χει υ­πο­ψί­α της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής, η νι­α­σί­νη πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται.

Νι­τρο­φου­ραν­τοί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη, α­να­στέλ­λον­τας την νε­φρι­κή α­πέκ­κρι­ση, μπο­ρεί να μει­ώ­σει την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα και να αυ­ξή­σει την το­ξι­κό­τη­τα, της νι­τρο­φου­ραν­τοί­νης.

Συ­στά­σεις : Η συγ­χο­ρή­γη­ση της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης με νι­τρο­φου­ραν­τοί­νη πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται.

Ξαν­θί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : H σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό των πα­ρα­γώ­γων της ξαν­θί­νης, μει­ώ­νον­τας ε­πο­μέ­νως τα ε­πί­πε­δα στον ο­ρό και τις α­να­με­νό­με­νες φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις, της θε­ο­φυλ­λί­νης.

Συ­στά­σεις :

  • Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη, η ξαν­θί­νη μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θεί σε με­γα­λύ­τε­ρες δό­σεις.
  • Τα ε­πί­πε­δα της θε­ο­φυλ­λί­νης πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται και η δό­ση της να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη προ­στί­θε­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτε­ται.

Προ­βε­νε­σί­δη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη, ό­πως και η προ­βε­νε­σί­δη, α­πεκ­κρί­νε­ται α­πό τους νε­φρούς με κοι­νό α­πεκ­κρι­τι­κό μη­χα­νι­σμό ορ­γα­νι­κών ο­ξέ­ων. Η προ­βε­νε­σί­δη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις συγ­κεν­τρώ­σεις της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης στον ο­ρό, α­να­στέλ­λον­τας την νε­φρι­κή σω­λη­να­ρια­κή α­πέκ­κρι­ση της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης και των μει­ζό­νων με­τα­βο­λι­τών της (P­e­r­el JM et al, 1969). Ε­άν τα 2 αυ­τά φάρ­μα­κα χο­ρη­γούν­ται ταυ­τό­χρο­να, δεν έ­χουν α­θροι­στι­κή ου­ρι­κο­ζου­ρι­κή δρά­ση, ε­νώ τα ε­πί­πε­δα της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης μπο­ρεί να αυ­ξη­θούν, προ­κα­λών­τας το­ξι­κές εκ­δη­λώ­σεις (ναυ­τί­α, ε­μέ­τους, δι­άρ­ροι­α, ε­πι­γα­στρι­κό πό­νο, α­τα­ξί­α, ερ­γώ­δη α­να­πνο­ή, σπα­σμούς και κώ­μα).

Συ­στά­σεις : Αν και ι­δι­αί­τε­ρες προ­φυ­λά­ξεις δεν χρει­ά­ζον­ται, ο κλι­νι­κός για­τρός πρέ­πει να έ­χει υ­πό­ψη του την δυ­νη­τι­κή αυ­τή αλ­λη­λε­πί­δρα­ση.

Σα­λι­κυ­λι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Οι ου­ρι­κο­ζου­ρι­κές δρά­σεις της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης και των σα­λι­κυ­λι­κών εί­ναι α­μοι­βαί­α αν­τα­γω­νι­στι­κές. Η α­σπι­ρί­νη, σε μι­κρές δό­σεις, και άλ­λα σα­λι­κυ­λι­κά μπο­ρεί να α­να­στεί­λουν την ου­ρι­κο­ζου­ρι­κή δρά­ση της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης (D­i­a­m­o­nd HS a­nd P­a­o­l­i­no JS, 1973). Σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ά­το­μα, χο­ρη­γού­με­νη ε­πί μί­αν ε­βδο­μά­δα σε δό­ση 1.3 gr/24ωρο, αυ­ξά­νει την κά­θαρ­ση της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης α­πό την πε­ρι­φε­ρι­κή κυ­κλο­φο­ρί­α (B­u­c­h­a­n­an MR et al, 1983). Α­πο­τέ­λε­σμα της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής εί­ναι η μεί­ω­ση της νε­φρι­κής α­πέκ­κρι­σης και η αύ­ξη­ση των ε­πι­πέ­δων του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος στον ο­ρό, η ο­ποί­α μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε έ­ξαρ­ση ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας.

Συ­στά­σεις : Τα σα­λι­κυ­λι­κά αν­τεν­δεί­κνυν­ται στη διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με ου­ρι­κο­ζου­ρι­κούς πα­ρά­γον­τες. Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη που χρει­ά­ζον­ται α­ναλ­γη­σί­α μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί α­κε­τα­μι­νο­φαί­νη.

Υ­πε­ρου­ρι­χαι­μι­κά φάρ­μα­κα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Οι πα­ρά­γον­τες που αυ­ξά­νουν τα ε­πί­πε­δα του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος στον ο­ρό (δι­ου­ρη­τι­κά, πυ­ρα­ζι­να­μί­δη, δι­α­ξο­ξί­δη, νι­κο­τι­νι­κό α­λου­μί­νιο, οι­νό­πνευ­μα, με­κα­μυ­λα­μί­νη) μπο­ρεί να ε­πι­βάλ­λουν αύ­ξη­ση της δό­σης της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης.

Συ­στά­σεις : Σε καρ­κι­νο­πα­θείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με χη­μει­ο­θε­ρα­πευ­τι­κά (τα ο­ποί­α ε­πί­σης αυ­ξά­νουν τα ε­πί­πε­δα του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος στον ο­ρό), οι ου­ρι­κο­ζου­ρι­κοί πα­ρά­γον­τες μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τον κίν­δυ­νο ου­ρι­κής νε­φρο­πά­θειας, γι΄ αυ­τό και πρέ­πει να α­πο­φεύ­γον­ται.

Χο­λε­στυ­ρα­μί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η χο­λε­στυ­ρα­μί­νη μπο­ρεί να δε­σμεύ­σει την σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη και να κα­θυ­στε­ρή­σει την α­πορ­ρό­φη­σή της.

Συ­στά­σεις : Ε­άν τα 2 αυ­τά φάρ­μα­κα χο­ρη­γούν­ται ταυ­τό­χρο­να, η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται του­λά­χι­στον 1 ώ­ρα πριν ή 4-6 ώ­ρες με­τά, την χο­λε­στυ­ρα­μί­νη.

Οι­νό­πνευ­μα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η με­γά­λη ή υ­περ­βο­λι­κή κα­τα­νά­λω­ση οι­νο­πνευ­μα­τω­δών πο­τών μπο­ρεί να αυ­ξή­σει το ου­ρι­κό ο­ξύ και να αν­τα­γω­νι­σθεί τις ου­ρι­κο­ζου­ρι­κές δρά­σεις της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης και να προ­κα­λέ­σει κρί­ση ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που παίρ­νουν σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη πρέ­πει να πε­ρι­ο­ρί­ζουν την χρή­ση του οι­νο­πνεύ­μα­τος.

4.7   ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ

  • Πα­ρο­δι­κά ι­σχαι­μι­κά ε­πει­σό­δια (α­μαύ­ρω­ση F­u­n­g­ax)
  • Θρομ­βο­εμ­βο­λι­κά ε­πει­σό­δια συν­δε­ό­με­να με αγ­γεια­κές και καρ­δια­κές προ­θέ­σεις
  • Υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα φλε­βι­κή θρόμ­βω­ση
  • Θρόμ­βω­ση αρ­τη­ρι­ο­φλε­βώ­δους ε­πι­κοι­νω­νί­ας
  • Προ­φύ­λα­ξη με­τά α­πό έμ­φραγ­μα του μυ­ο­καρ­δί­ου
  • Χρό­νια ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Υ­πε­ρου­ρι­χαι­μί­α

4.8   ΑΝ­ΤΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ

  • Αι­μα­το­λο­γι­κές δυ­σκρα­σί­ες
  • Ε­νερ­γό γα­στρο­δω­δε­κα­δα­κτυ­λι­κό ή πε­πτι­κό έλ­κος
  • Φλεγ­μο­νώ­δη γα­στρεν­τε­ρι­κά νο­σή­μα­τα
  • Νε­φρο­λι­θί­α­ση
  • Υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α στη φαι­νυ­λο­βου­τα­ζό­νη ή άλ­λες πυ­ρα­ζο­λό­νες
  • Σο­βα­ρή νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Ου­ρι­κή νε­φρο­πά­θεια
  • Σο­βα­ρή βλά­βη του η­πα­τι­κού πα­ρεγ­χύ­μα­τος

4.9   ΚΛΙ­ΝΙ­ΚΗ Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ :

  • Συ­χνές, α­να­πη­ρι­κές προ­σβο­λές ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας
  • Α­συμ­πτω­μα­τι­κή υ­πε­ρου­ρι­χαι­μί­α (ου­ρι­κό ο­ξύ ο­ρού >8.5-9 mg/dl), δε­δο­μέ­νου ό­τι συν­δέ­ε­ται με αυ­ξη­μέ­νη συ­χνό­τη­τα αρ­θρι­κών αλ­λοι­ώ­σε­ων και νε­φρο­λι­θί­α­σης
  • Το­φώ­δης ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Αύ­ξη­ση ε­πι­πέ­δων ου­ρι­κού στον ο­ρό >8.5-9 mg/dl σε α­σθε­νείς με οι­κο­γε­νεια­κό ι­στο­ρι­κό το­φώ­δους ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας ή χα­μη­λή α­πέκ­κρι­ση ου­ρι­κού ο­ξέ­ος α­πό τα ού­ρα

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μπο­ρεί να μει­ώ­σει τις συγ­κεν­τρώ­σεις του ου­ρι­κού στον ο­ρό σε α­σθε­νείς με χρό­νια, υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα ή το­φώ­δη ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα. Σκο­πός της θε­ρα­πεί­ας με σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη εί­ναι η ε­λάτ­τω­ση των συγ­κεν­τρώ­σε­ων του ου­ρι­κού σε ε­πί­πε­δα πε­ρί­που 6 mg/dl.

Με­τά την πτώ­ση των συγ­κεν­τρώ­σε­ων του ου­ρι­κού στον ο­ρό, η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη προ­λα­βαί­νει ή μει­ώ­νει τις χρό­νι­ες αρ­θρι­κές αλ­λοι­ώ­σεις και τον σχη­μα­τι­σμό ου­ρι­κών τό­φων, μει­ώ­νει την συ­χνό­τη­τα των προ­σβο­λών ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας και βελ­τι­ώ­νει την νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α σε α­σθε­νείς με ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα.

4.10   Α­ΝΕ­ΠΙ­ΘΥ­ΜΗ­ΤΕΣ Ε­ΝΕΡ­ΓΕΙ­ΕΣ

Οι ε­πι­πλο­κές της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης εί­ναι γε­νι­κά πα­ρό­μοι­ες με της προ­βε­νε­σί­δης σε φύ­ση και συ­χνό­τη­τα. Σε θε­ρα­πευ­τι­κές δό­σεις, η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη εί­ναι συ­νή­θως κα­λά α­νε­κτή και έ­χει μι­κρή το­ξι­κό­τη­τα. Οι συ­χνό­τε­ρες ε­πι­πλο­κές της προ­έρ­χον­ται α­πό το α­νώ­τε­ρο γα­στρεν­τε­ρι­κό. Στις πε­ρι­πτώ­σεις αυ­τές η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη συ­νι­στά­ται να χο­ρη­γεί­ται μα­ζί με τρο­φές, γά­λα ή αν­τι­ό­ξι­να.

4.10.1   Α­ΠΟ ΤΟ ΓΑ­ΣΤΡΕΝ­ΤΕ­ΡΙ­ΚΟ ΣΥ­ΣΤΗ­ΜΑ

  • Ναυ­τί­α
  • Ε­με­τοι
  • Γα­στρεν­τε­ρι­κές δι­α­τα­ρα­χές (10-15%)
  • Δυ­σπε­ψί­α
  • Γα­στρεν­τε­ρι­κός πό­νος
  • Γα­στρεν­τε­ρι­κή αι­μορ­ρα­γί­α
  • Α­να­ζω­πύ­ρω­ση ή ε­πι­δεί­νω­ση πε­πτι­κού έλ­κους

4.10.2   Α­ΠΟ ΤΟ ΔΕΡ­ΜΑ - ΒΛΕΝ­ΝΟ­ΓΟ­ΝΟΥΣ

  • Ε­ξάν­θη­μα. Συ­νή­θως δεν ε­πι­βάλ­λει δι­α­κο­πή της θε­ρα­πεί­ας.

4.10.3   Α­ΠΟ ΤΟ ΑΙ­ΜΟ­ΠΟΙ­Η­ΤΙ­ΚΟ ΣΥ­ΣΤΗ­ΜΑ

  • Λευ­κο­πε­νί­α
  • Παγ­κυτ­τα­ρο­πε­νί­α
  • Θρομ­βο­πε­νί­α
  • Α­κοκ­κι­ο­κυτ­τά­ρω­ση
  • Α­ναι­μί­α
  • Α­πλα­στι­κή α­ναι­μί­α

4.10.4   Α­ΠΟ ΤΟ ΟΥ­ΡΟ­ΠΟΙ­Η­ΤΙ­ΚΟ ΣΥ­ΣΤΗ­ΜΑ

  • Νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Νε­φρο­πά­θεια α­πό ου­ρι­κό ο­ξύ
  • Ου­ρι­κό­λι­θοι
  • Ο­ξεί­α ο­λι­γου­ρι­κή νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια με ο­ξεί­α σω­λη­να­ρια­κή νέ­κρω­ση (D­u­r­h­am DS a­nd I­b­e­ls LS, 1981)

4.10.5   ΑΛ­ΛΕΣ

  • Αλ­λερ­γι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Αλ­λερ­γι­κές αν­τι­δρά­σεις
  • Αλ­λερ­γι­κός πυ­ρε­τός
  • Ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Ε­ξάν­θη­μα
  • Ί­λιγ­γος
  • Ζά­λη
  • Οί­δη­μα

4.11   Υ­ΠΕΡ­ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙΑ

Εκ­δη­λώ­σεις : Ναυ­τί­α, έ­με­τοι, δι­άρ­ροι­α, ε­πι­γα­στρι­κός πό­νος, α­τα­ξί­α, κο­πι­ώ­δης α­να­πνο­ή, σπα­σμοί, κώ­μα, α­ναι­μί­α, ί­κτε­ρος, έλ­κος. 

Θε­ρα­πεί­α :

  • Προ­κλη­τός έ­με­τος ή πλύ­ση στο­μά­χου
  • Εν­δο­φλέ­βια έγ­χυ­ση δεξ­τρό­ζης
  • Α­να­λη­πτι­κά, ε­άν έ­χει ε­πη­ρε­α­σθεί η α­να­πνευ­στι­κή λει­τουρ­γί­α 
  • Αι­μο­δι­ύ­λι­ση, σε σο­βα­ρές πε­ρι­πτώ­σεις 

4.12   ΠΑ­ΡΕΜ­ΒΑ­ΣΗ ΣΕ ΕΡ­ΓΑ­ΣΤΗ­ΡΙΑ­ΚΕΣ ΔΟ­ΚΙ­ΜΑ­ΣΙ­ΕΣ

Δεν έ­χει α­να­φερ­θεί.

4.13   ΚΥ­Η­ΣΗ

Η α­σφά­λεια της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης στη διά­ρκεια της κύ­η­σης δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί. Αν και δεν έ­χουν α­να­φερ­θεί συγ­γε­νείς δυ­σπλα­σί­ες σε παι­διά γυ­ναι­κών που έ­παιρ­ναν σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη στη διά­ρκεια της κύ­η­σης, η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή στις εγ­κύ­ους, σταθ­μί­ζον­τας τους πι­θα­νούς κιν­δύ­νους με το δυ­νη­τι­κό ό­φε­λος.

4.14   ΓΑ­ΛΟΥ­ΧΙΑ

Δεν εί­ναι γνω­στό κα­τά πό­σον η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη α­πεκ­κρί­νε­ται στο μη­τρι­κό γά­λα. Το ό­φε­λος της θε­ρα­πεί­ας με σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη για την μη­τέ­ρα πρέ­πει να σταθ­μί­ζε­ται με τους πι­θα­νούς κιν­δύ­νους για το βρέ­φος.

4.15   ΠΡΟ­ΕΙ­ΔΟ­ΠΟΙ­Η­ΣΕΙΣ - ΠΡΟ­ΦΥ­ΛΑ­ΞΕΙΣ

Νε­ο­γνά : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη δεν εν­δεί­κνυ­ται στα νε­ο­γνά. 

Παι­διά : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη έ­χει με­λε­τη­θεί μό­νο σε ε­νή­λι­κες, γι΄ αυ­τό και δεν πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται στα παι­διά.

Η­λι­κι­ω­μέ­νοι : Δεν υ­πάρ­χουν πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κές με την χρή­ση της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης στους η­λι­κι­ω­μέ­νους.

Κύ­η­ση : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη δεν πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται στη διά­ρκεια, ι­δι­αί­τε­ρα το πρώ­το 3μηνο, της κύ­η­σης, ε­κτός ε­άν το ό­φε­λος της θε­ρα­πεί­ας υ­περ­βαί­νει τους πι­θα­νούς κιν­δύ­νους για το έμ­βρυ­ο. 

Γα­λου­χί­α : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί στη διά­ρκεια της γα­λου­χί­ας, εφ΄ό­σον το ό­φε­λος για την μη­τέ­ρα εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρο α­πό τους πι­θα­νούς κιν­δύ­νους για το βρέ­φος. 

Πε­πτι­κό έλ­κος : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με ι­στο­ρι­κό πε­πτι­κού έλ­κους και αν­τεν­δεί­κνυ­ται σε α­σθε­νείς με ε­νερ­γό πε­πτι­κό έλ­κος.

Ά­σθμα : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με προ­σβο­λές ά­σθμα­τος α­πό την α­σπι­ρί­νη ή άλ­λα φάρ­μα­κα που α­να­στέλ­λουν την βι­ο­σύν­θε­ση των προ­στα­γλαν­δι­νών.

Καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει κα­τα­κρά­τη­ση να­τρί­ου και ύ­δα­τος, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με λαν­θά­νου­σα καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια. 

4.16   ΣΥ­ΣΤΑ­ΣΕΙΣ

  • Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη πρέ­πει να γί­νον­ται συ­χνές με­τρή­σεις της ου­ρί­ας και της κρε­α­τι­νί­νης του ο­ρού, ι­δι­αί­τε­ρα στα αρ­χι­κά στά­δια, ό­πως και σε α­σθε­νείς με σο­βα­ρή νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια.
  • Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη, με­τά την δι­α­κο­πή της, μπο­ρεί να ε­πα­να­χο­ρη­γη­θεί, ε­άν χρει­ά­ζε­ται, σε προ­ο­δευ­τι­κά αυ­ξα­νό­με­νη δό­ση, ό­πως στην αρ­χή της θε­ρα­πεί­ας.
  • Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη αυ­ξά­νει τις συγ­κεν­τρώ­σεις του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος στα νε­φρι­κά σω­λη­νά­ρια, συ­νή­θως στην αρ­χή της θε­ρα­πεί­ας, και, σε με­ρι­κούς α­σθε­νείς, προ­ά­γει την α­νά­πτυ­ξη λί­θων α­πό ου­ρι­κό ο­ξύ οι ο­ποί­οι μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν κο­λι­κό νε­φρού και αι­μα­του­ρί­α. Ο κίν­δυ­νος σχη­μα­τι­σμού νε­φρι­κών λί­θων α­πό την σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μει­ώ­νε­ται με την έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με μι­κρό­τε­ρες δό­σεις, ε­παρ­κή ε­νυ­δά­τω­ση και αλ­κα­λο­ποί­η­ση των ού­ρων.
  • Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει την συ­χνό­τη­τα των προ­σβο­λών ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας τους πρώ­τους 6-12 μή­νες της θε­ρα­πεί­ας. Η συ­χνό­τη­τά της μπο­ρεί να μει­ω­θεί με την προ­λη­πτι­κή χο­ρή­γη­ση κολ­χι­κί­νης.
  • Με­ρι­κά εμ­πο­ρι­κά σκευ­ά­σμα­τα σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης πε­ρι­έ­χουν δι­θει­ώ­δες νά­τριο, το ο­ποί­ο μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει αλ­λερ­γι­κού τύ­που αν­τι­δρά­σεις, ό­πως α­να­φυ­λα­ξί­α και σο­βα­ρά ή α­πει­λη­τι­κά για την ζω­ή α­σθμα­τι­κά ε­πει­σό­δια σε ο­ρι­σμέ­νους ε­πιρ­ρε­πείς α­σθε­νείς. Η ευ­αι­σθη­σί­α αυ­τή φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι συ­χνό­τε­ρη σε α­σθμα­τι­κά, πα­ρά μη α­σθμα­τι­κά, ά­το­μα. Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη αν­τεν­δεί­κνυ­ται σε ά­το­μα με γνω­στή υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α στο φάρ­μα­κο ή αλ­λερ­γι­κά σε άλ­λα πα­ρά­γω­γα της πυ­ρα­ζο­λό­νης, ό­πως η φαι­νυ­λο­βου­τα­ζό­νη.
  • Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη δυ­νη­τι­κο­ποι­εί την δρά­ση των αν­τι­πη­κτι­κών και ο­ρι­σμέ­νων σουλ­φο­να­μι­δών, ό­πως η σουλ­φα­θει­α­ζί­νη και η σουλ­φι­σο­ξα­ζό­λη.

Η δό­ση των αν­τι­πη­κτι­κών πρέ­πει να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα με τον χρό­νο προ­θρομ­βί­νης, που πρέ­πει να ε­λέγ­χε­ται κα­θη­με­ρι­νά ε­πί με­ρι­κές η­μέ­ρες ό­ταν τα αν­τι­πη­κτι­κά προ­στί­θεν­ται στην α­γω­γή ή δι­α­κό­πτον­ται.

Οι υ­πο­γλυ­και­μι­κές δρά­σεις των σουλ­φο­νυ­λου­ρι­ών και της ιν­σου­λί­νης δυ­νη­τι­κο­ποι­ούν­ται και α­πό άλ­λα πα­ρά­γω­γα της πυ­ρα­ζο­λό­νης (ό­πως η φαι­νυ­λο­βου­τα­ζό­νη). Γι΄αυ­τό και η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή σε συν­δυα­σμό με θει­ού­χα φάρ­μα­κα, σουλ­φο­νυ­λου­ρί­ες ή ιν­σου­λί­νη και με πα­ρά­γον­τες (ό­πως η πε­νι­κιλ­λί­νη) οι ο­ποί­οι πα­ρε­κτο­πί­ζουν ή πα­ρε­κτο­πί­ζον­ται α­πό τα ση­μεί­α σύν­δε­σής τους με τις πρω­τε­ΐ­νες του ο­ρού.

  • Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη τρο­πο­ποι­εί την συμ­πε­ρι­φο­ρά των αι­μο­πε­τα­λί­ων και, ε­πο­μέ­νως, πα­ρεμ­βαί­νει στη δι­α­δι­κα­σί­α της πή­ξης, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή σε συν­δυα­σμό με αν­τα­γω­νι­στές της βι­τα­μί­νης Κ και ο χρό­νος ρο­ής να προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται τα­κτι­κά.
  • Τα σα­λι­κυ­λι­κά και τα κι­τρι­κά ά­λα­τα αν­τα­γω­νί­ζον­ται την ου­ρι­κο­ζου­ρι­κή δρά­ση της σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης και μπο­ρεί να πα­ρέμ­βουν στην α­πέκ­κρι­ση του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος, γι΄αυ­τό και η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­σή τους αν­τεν­δεί­κνυ­ται σε α­σθε­νείς με ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα.

Τα σα­λι­κυ­λι­κά μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν α­πρό­βλε­πτη και, ε­νί­ο­τε, σο­βα­ρή πα­ρά­τα­ση του χρό­νου ρο­ής και, σε συν­δυα­σμό με σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη, αι­μορ­ρα­γι­κά ε­πει­σό­δια. Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη, ε­άν χρεια­σθεί να προ­σθέ­σουν στη θε­ρα­πευ­τι­κή α­γω­γή α­σπι­ρί­νη ή άλ­λα φάρ­μα­κα που ε­πη­ρε­ά­ζουν την αι­μό­στα­ση (π.χ. ΜΣΑΦ), πρέ­πει να α­να­φέ­ρουν α­μέ­σως ο­ποι­εσ­δή­πο­τε μη α­να­με­νό­με­νες αι­μορ­ρα­γι­κές εκ­δη­λώ­σεις.

4.17   ΔΟΣΕΙΣ - ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ

4.17.1   ΥΠΕΡΟΥΡΙΧΑΙΜΙΑ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΗ ΜΕ ΟΥΡΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Αρ­χι­κή δό­ση : 200-400 mg/24ωρο σε 2 δι­η­ρη­μέ­νες δό­σεις, ταυ­τό­χρο­να με τα γεύ­μα­τα ή γά­λα, προ­ο­δευ­τι­κά αυ­ξα­νό­με­νη, ε­άν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το, σε πλή­ρη δό­ση συν­τή­ρη­σης εν­τός μιας ε­βδο­μά­δας. 

Δό­ση συν­τή­ρη­σης : 400 mg/24ωρο σε 2 δι­η­ρη­μέ­νες δό­σεις, ό­πως πα­ρα­πά­νω. Η δό­ση αυ­τή μπο­ρεί να αυ­ξη­θεί σε 800 mg/24ωρο. Ε­άν τα ε­πί­πε­δα του ου­ρι­κού στο αί­μα τε­θούν υ­πό έ­λεγ­χο, μπο­ρεί να μει­ω­θεί σε 200 mg/24ωρο.

Η θε­ρα­πεί­α πρέ­πει να συ­νε­χί­ζε­ται χω­ρίς δι­α­κο­πή α­κό­μα και ε­άν εμ­φα­νί­ζον­ται ο­ξεί­ες ε­ξάρ­σεις, οι ο­ποί­ες μπο­ρεί να αν­τι­με­τω­πι­σθούν με την προ­σθή­κη φαι­νυ­λο­βου­τα­ζό­νης ή κολ­χι­κί­νης. Α­σθε­νείς προ­η­γου­μέ­νως ε­λεγ­χό­με­νοι με άλ­λα ου­ρι­κο­ζου­ρι­κά φάρ­μα­κα μπο­ρούν να θε­ρα­πευ­θούν με σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη σε πλή­ρεις δό­σεις συν­τή­ρη­σης.

Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη μπο­ρεί να μην έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα και πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται ό­ταν η κά­θαρ­ση της κρε­α­τι­νί­νης εί­ναι <50 ml/m­in. Η ου­ρι­κο­ζου­ρι­κή θε­ρα­πεί­α πρέ­πει να συ­νε­χί­ζε­ται α­πε­ρι­ό­ρι­στα. Α­κα­νό­νι­στα δο­σο­λο­γι­κά σχή­μα­τα μπο­ρεί να ο­δη­γή­σουν σε αυ­ξη­μέ­νες συγ­κεν­τρώ­σεις του ου­ρι­κού στον ο­ρό.

4.17.2   ΠΑ­ΡΟ­ΔΙ­ΚΑ Ι­ΣΧΑΙ­ΜΙ­ΚΑ Ε­ΠΕΙ­ΣΟ­ΔΙΑ - ΘΡΟΜ­ΒΟ­ΕΜ­ΒΟ­ΛΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

Για την προ­φυ­λα­κτι­κή θε­ρα­πεί­α των θρομ­βο­εμ­βο­λι­κών νο­ση­μά­των, η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη χρη­σι­μο­ποι­εί­ται σε δό­σεις 600-800 mg/24ωρο, σε 3-4 δι­η­ρη­μέ­νες δό­σεις.

4.17.3   Ε­ΛΑΤ­ΤΩ­ΣΗ ΘΝΗ­ΤΟ­ΤΗ­ΤΑΣ ΜΕ­ΤΑ Α­ΠΟ ΕΜ­ΦΡΑΓ­ΜΑ ΤΟΥ ΜΥ­Ο­ΚΑΡ­ΔΙΟΥ

Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη χο­ρη­γεί­ται σε δό­ση 200 mg/6ωρο 14 η­μέ­ρες με­τά το έμ­φραγ­μα.

4.18   ΣΚΕΥ­Α­ΣΜΑ­ΤΑ

     Εμ­πο­ρι­κή ο­νο­μα­σί­α

   Μορ­φές-πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τες

      Κα­τα­σκευα­στής

A­n­t­u­r­a­ne       

C­a­ps. 200 mg   

N­O­V­A­R­T­IS 

 

T­a­bl. 100 mg 

 

ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΗ : Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη δεν κυ­κλο­φο­ρεί στην Ελ­λά­δα. 

4.19   ΦΑΡ­ΜΑ­ΚΟ­ΤΕ­ΧΝΙ­ΚΕΣ ΜΟΡ­ΦΕΣ

Δι­σκί­α : Πε­ρι­έ­χουν 100 mg σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης και άλ­λα, α­νε­νερ­γή, συ­στα­τι­κά (κολ­λο­ει­δές δι­ο­ξεί­διο σι­λι­κό­νης, ζε­λα­τί­νη, λα­κτό­ζη, στε­α­ρι­κό μα­γνή­σιο, ά­μυ­λο, στε­α­ρι­κό ο­ξύ και τάλ­κη).

Κά­ψου­λες : Πε­ρι­έ­χουν 200 mg σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νης, D & C R­ed No 33, D & C Y­e­l­l­ow No 10, FD& C B­l­ue No 1, ζε­λα­τί­νη, λα­κτό­ζη, στε­α­ρι­κό μα­γνή­σιο, με­θυλ­πα­ραμ­πέ­νη και προ­πυλ­πα­ραμ­πέ­νη, δι­ο­ξεί­διο σι­λι­κό­νης, να­τρι­ού­χο θει­ϊ­κό λα­ου­ρύ­λιο, ά­μυ­λο, στε­α­ρι­κό ο­ξύ, τάλ­κη και δι­ο­ξεί­διο του τι­τα­νί­ου.

ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΣΟΥΛΦΙΝΠΥΡΑΖΟΝΗΣ

Η σουλ­φιν­πυ­ρα­ζό­νη εί­ναι έ­να φάρ­μα­κο με α­ξι­ό­λο­γες ου­ρι­κο­ζου­ρι­κές, αλλ΄ ό­χι αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δεις, ι­δι­ό­τη­τες και μπο­ρεί να χρη­σι­μεύ­σει για την πρό­λη­ψη των θρομ­βο­εμ­βο­λι­κών νο­ση­μά­των και να πε­ρι­ο­ρί­σει την θνη­τό­τη­τα των α­σθε­νών με μυ­ο­καρ­δια­κό έμ­φρα­κτο.

Το πε­ρί­γραμ­μα της α­σφά­λειάς της εί­ναι α­πο­δε­κτό, γε­νι­κά πα­ρό­μοι­ο με της προ­βε­νε­σί­δης. Σε θε­ρα­πευ­τι­κές δό­σεις, εί­ναι συ­νή­θως κα­λά α­νε­κτή και έ­χει μι­κρή το­ξι­κό­τη­τα. Οι συ­χνό­τε­ρες ε­πι­πλο­κές της προ­έρ­χον­ται α­πό το α­νώ­τε­ρο γα­στρεν­τε­ρι­κό. Πάν­τως, η χρή­ση της σαν ου­ρι­κο­ζου­ρι­κού, ό­πως και της προ­βε­νε­σί­δης, δεν έ­χει δι­α­δο­θεί στην Ελ­λά­δα και στη θέ­ση της χρη­σι­μο­ποι­εί­ται η αλ­λο­που­ρι­νό­λη.

 

 

 

 



Who is who

Θέματα

Συλλογή Φωτογραφιών

Τι είναι ο ρευματολόγος

Βότανα-Φυσικές ουσίες