Έρευνα

Γνωρίζετε αν διατρέχετε κίνδυνο οστεοπόρωσης;:

Ενημερωτικές εκπομπές

ΡΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Μύθοι και Αλήθειες
See video
Βότανα - Φυσικές ουσίες
See video
Τι είναι ο Ρευματολόγος
See video
Πόνοι στις αρθρώσεις
See video
Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα
See video
Έχω ρευματοειδή αρθρίτιδα;
See video
Αγκυλοποιητική σπονδυλαρθροπάθεια
See video

Ρευματικά νοσήματα συνδεόμενα με ανεπάρκειες των συστατικών του συμπληρώματος

Οι πρωτοπαθείς γενετικές ανεπάρκειες του συμπληρώματος κληρονομούνται σύμφωνα με το αυτοσωμικό υπολειπόμενο πρότυπο κληρονομικότητας, με εξαίρεση την ανεπάρκεια του αναστολέα του C1 (η οποία προκαλεί κληρονομικό αγγειονευρωτικό οίδημα) (ΗΑΝΕ) και της προπερδίνης.

Μερικοί ασθενείς με πρωτοπαθείς ανεπάρκειες του συμπληρώματος είναι ασυμπτωματικοί, αλλά οι περισσότεροι αναπτύσσουν ρευματικά νοσήματα, κυρίως σύνδρομα υποδυόμενα ΣΕΛ. Τα σύνδρομα τύπου ΣΕΛ εκδηλώνονται με πρώιμες δερματικές αλλοιώσεις υποδυόμενες δισκοειδή λύκο, αλωπεκία, φωτοευαισθησία και ήπια νεφρική και πλευροπερικαρδιακή προσβολή. 

Άλλες, κύριες εκδηλώσεις, είναι αυξημένη επιρρέπεια σε λοιμώξεις από βακτηρίδια, ιδιαίτερα Streptococcus pneumoniae και Neisseria meningitidis, και ιούς. Οι λοιμώξεις είναι ιδιαίτερα συχνές σε ασθενείς με ανεπάρκεια του C3 και των παραγόντων Ι και Η. Η πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής ανεπάρκεια του C3 οδηγεί σε λοιμώξεις με εγκεκυστωμένα βακτηρίδια, όπως ο S. Pneumoniae.

Η ανεπάρκεια των συστατικών του συμπλέγματος προσβολής της μεμβράνης C5-C8 προδιαθέτει ιδιαίτερα σε υποτροπιάζουσες λοιμώξεις από στελέχη Neisseria (Leggiadro RJ and Winkelstein JA, 1987; Nagata M et al, 1989; Walport MJ et al, 1998). Γενικά, η ανεπάρκεια των πρώιμων συστατικών του συμπληρώματος συνδέεται με νοσήματα παρόμοια με λύκο, ενώ των όψιμων συστατικών, με λοιμώξεις, ιδιαίτερα από στελέχη Neisseria.

Η συχνότητα της ανεπάρκειας των συστατικών του συμπληρώματος στο γενικό πληθυσμό είναι μάλλον πολύ μικρή. Η ανεπάρκεια του C2 είναι η συχνότερη ανεπάρκεια του συμπληρώματος (Steinsson K et al, 1989). Στην Αγγλία, η ομόζυγη ανεπάρκεια των συστατικών του συμπληρώματος σε γυναίκες με ΣΕΛ υπολογίζεται σε 1/200 (Steinsson K et al, 1989).

1.2.1   Ανεπάρκεια C1

Ανεπάρκεια C1q: Είναι ο συχνότερος τύπος ανεπάρκειας του C1. Η ομόζυγη ανεπάρκεια του C1q συνδέεται με ΣΕΛ και δισκοειδή λύκο (Bowness P et al, 1994).

Ο ΣΕΛ ο συνδεόμενος με ανεπάρκεια του C1q εκδηλώνεται με δερματικό εξάνθημα, σπασμούς λόγω προσβολής του ΚΝΣ, σπειραματονεφρίτιδα και θετικά αυτοαντισώματα (συνήθως ΑΝΑ και, λιγότερο συχνά, αντι-RNP, αντι-S, αντι-Ro και αντι-dsDNA).

Ο ΣΕΛ βελτιώνεται με υδροξυχλωροκίνη και κορτικοειδή per os και οι δερματικές αλλοιώσεις, με θαλιδομίδη (Sato EI et al, 1998).

Aνεπάρκεια C1r: Συχνά συνδυάζεται με ανεπάρκεια του C1s, εκδηλώσεις ΣΕΛ και πολλαπλά επεισόδια λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού, δερματικές λοιμώξεις, μηνιγγίτιδα, σπειραματονεφρίτιδα και ανεξήγητους πυρετούς (Agnello V, 1986; Agnello V, 1987; Reid KB, 1989).

1.2.2   Ανεπάρκεια C2

Η ανεπάρκεια του C2 είναι η συχνότερη γενετική ανεπάρκεια των συστατικών του συμπληρώματος (Agnello V et al, 1972; Glass D et al, 1976; Steinsson K   etal, 1989). Στα άτομα Καυκάσιας φυλής, η συχνότητά της υπολογίζεται σε 1/10.000 πληθυσμού.

Η ετερόζυγη ανεπάρκεια του C2 απαντάται στο 1% του φυσιολογικού πληθυσμού, στο 1.4 των ενηλίκων με ΡΑ, στο 3.7% των παιδιών με ΝΙΑ, και στο 6% των ασθενών με ΣΕΛ (Glass D et al, 1976).

 Το C2 παίζει σημαντικό ρόλο στην άμυνα εναντίον των πυογόνων μικρο-οργανισμών, όπως και στην πρόληψη νοσημάτων ανοσοσυμπλεγματικής αρχής, γι’ αυτό και η ανεπάρκειά του συνοδεύεται συχνά από υποτροπιάζουσες πυογενείς λοιμώξεις και αυτοάνοσα νοσήματα. Οι υποτροπιάζουσες λοιμώξεις αναπτύσσονται σε πρώιμα στάδια στο 1/3 των περιπτώσεων και συνοδεύονται από μεγάλη νοσηρότητα και θνητότητα.

 Η ομόζυγη ανεπάρκεια του C2 ευθύνεται για το 1/3 των περιπτώσεων ανεπάρκειας των συστατικών του συμπληρώματος των συνδεόμενων με ρευματικά νοσήματα. Το 60% των ασθενών με ομόζυγη και το 13%, με ετερόζυγη ανεπάρκεια του C2, εμφανίζει αυτοάνοσα νοσήματα σε όψιμα στάδια, συνήθως ΣΕΛ (30%), ρευματοειδή αρθρίτιδα, σπειραματονεφρίτιδα, πολυμυοσίτιδα και πορφύρα Henoch-Schonlein.

Ο ΣΕΛ ο συνδεόμενος με ανεπάρκεια του C2 εκδηλώνεται με αλωπεκία, φωτοευαίσθητες δερματικές αλλοιώσεις, εμπύρετα επεισόδια, αρθρίτιδα και προσβολή των νεφρών. Σε ασθενείς με ανεπάρκειες το συμπληρώματος, ιδιαίτερα ετερόζυγη ανεπάρκεια του C2, χαρακτηρίζεται από ηπιότερη διαδρομή και νεφρική προσβολή και εντονότερες δερματικές αλλοιώσεις (Ross SC  and Densen P, 1984; Agnello V et al, 1972).

Σ΄ έναν ασθενή, η ετερόζυγη ανεπάρκεια του C2 συνδυάσθηκε με βαριά μυασθένεια, αγγειοοίδημα και ΣΕΛ (Efthimiou J et al, 1986).

Θεραπεία :

  • Πρόληψη και θεραπεία των λοιμώξεων
  • Εμβολιασμοί κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου, πνευμονιόκοκκου και αιμόφιλου ινφλουέντζας
  • Εγχυση πρόσφατου παγωμένου πλάσματος, σε επείγουσες περιπτώσεις, για την αντικατάσταση του ανεπαρκούντος συμπληρώματος.

1.2.3   Ανεπάρκεια C3

Στα βρέφη και τα παιδιά, η ομόζυγη ανεπάρκεια του C3 σχετίζεται με σοβαρές βακτηριδιακές λοιμώξεις (μηνιγγίτιδα, οστεομυελίτιδα, πνευμονίτιδα, περιτονίτιδα), ΣΕΛ, αγγειΐτιδα, αρθραλγίες και σπειραματονεφρίτιδα (Agnello V et al, 1972; Osofsky SG et al, 1977; Mclean RH et al, 1980).

1.2.4   Ανεπάρκεια C4

Στα παιδιά, η ομόζυγη ανεπάρκεια του C4 σχετίζεται με διάφορα αυτοάνοσα (κυρίως ΣΕΛ) και άλλα νοσήματα :

  • Αυτοάνοση χρόνια ενεργός ηπατίτιδα(Vergani D et al, 1985)
  • Μεσαγγειακή σπειραματονεφρίτιδα με εναποθέσεις IgG και C3
  • Μεμβρανώδης νεφροπάθεια (Lhott K et al, 2004)
  • Καλοήθης υποτροπιάζουσα αιματουρία (Ripoche J et al, 1983; WelchTR et al, 1984; LhottaK et al, 1996)
  • Υποτροπιάζουσες λοιμώξεις (Μascart-Lemone F et  al, 1983)
  • Ψυχρήκνίδωση(Stafford CT and Jamieson DM, 1986)
  • Σύνδρομο Sjogren, αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία και θρομβοπενική πορφύρα (Sanal O et al, 1995)
  • Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (Schaller JG et al, 1977; Tappeiner G et al, 1982; Kjellman M et al, 1982; Ploier R et al, 1993). Ο ΣΕΛ συνδέεται με έναν απλότυπο HLAο οποίος περιλαμβάνει το C4 Anull αλλήλιο (Fielder AH et al, 1983; Reveille JD et al, 1985; Goldstein R et al, 1988; Kumar A et al, 1991).

1.2.5   Ανεπάρκεια C5

Αν και ασυνήθιστη, είναι συχνότερη στους ενήλικες και τα μεγαλύτερα παιδιά (Rosenfeld SI et al, 1976). Στους εφήβους συνδέεται με μηνιγγίτιδα από N. Meningitidis.

1.2.6   Ανεπάρκεια C6, C7, C8, C9

Στα παιδιά, η ανεπάρκεια του C6 συνδέεται με μηνιγγίτιδα από N. Meningitidis (Leddy JP et al, 1974). Η ανεπάρκεια του C6, C7 και C8 δεν σχετίζεται με ρευματικά νοσήματα στα παιδιά, στους ενήλικες όμως συνδέεται με δισκοειδή ερυθηματώδη λύκο, σύνδρομο Sjogren και ΣΕΛ (Leddy JP et al, 1974; Boyer JT et al, 1975; Jasin HE, 1977; Zeitz HJ et al, 1981). Ένα παιδί με ανεπάρκεια της β-υπομονάδας του C8 εμφάνισε υποτροπιάζοντες πυρετούς, εξάνθημα του κορμού και των μελών και αρθρίτιδα γονάτων, πηχεοκαρπικών, ΜΚΦ και ΕΜΦ (Wulffraat NM et al, 1994).

Ανεπάρκεια του C9 και των συστατικών της εναλλακτικής οδού του συμπληρώματος είναι πολύ σπάνια (Agnello V et al, 1972; Glass D et al, 1976; Agnello V, 1986; Nagata M et al, 1989).



Who is who

Θέματα

Συλλογή Φωτογραφιών

Τι είναι ο ρευματολόγος

Βότανα-Φυσικές ουσίες