Οστεοβλάστωμα

Το οστεοβλάστωμα είναι σπάνιος καλοήθης όγκος. Θεωρείται γενικά ως οστεοειδές οστέωμα διαμέτρου >1-2 cm (Frassica FJ et al, 1996).

Ιστολογικά, είναι δύσκολο να διακριθεί, ενώ ακτινολογικά διαφέρει σημαντικά, από το οστεοειδές οστέωμα (Mitchell ML and Ackerman LV, 1986; Lucas DR et al, 1994). Η διάκριση του από το τελευταίο γίνεται με βάση το μέγεθος, δεδομένου ότι ο πυρήνας του οστεοειδούς οστεώματος έχει μικρότερη διάμετρο (<1.5 εκ.).

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ

Συχνότητα : Στις ΗΠΑ, το οστεοβλάστωμα αποτελεί μόνο το 0.5-2% όλων των πρωτο-παθών όγκων των οστών και το 3% των καλοήθων όγκων των οστών.

Φύλο : Το οστεοβλάστωμα είναι συχνότερο στους άρρενες, σε αναλογία 2-3:1 με τις θήλεις.

Ηλικία : Το οστεοβλάστωμα παρατηρείται κυρίως σε παιδιά και εφήβους, ιδιαίτερα στα αγόρια, και σε νέους ενήλικες ηλικίας 10-30 ετών. Σε μία μεγάλη σειρά, η μέση ηλικία των ασθενών στην παρουσίαση του όγκου ήταν 20.4 έτη (εύρος 6 μήνες έως 75 έτη) (Lucas DR et al, 1994).

ΕΝΤΟΠΙΣΗ. Τα οστεοβλαστώματα μπορεί να παρατηρηθούν σε οποιοδήποτε οστούν, συνήθως όμως (40-50%) εντοπίζονται στα σπογγώδη οστά των οπίσθιων στοιχείων της σπονδυλικής στήλης, ιδιαίτερα στο σπονδυλικό τόξο. Το 17% των σπονδυλικών οστεοβλαστωμάτων εντοπίζονται στο ιερό οστούν.

Ακόμα, τα οστεοβλαστώματα μπορεί να εντοπίζονται στα μακρά αυλοειδή οστά, ιδιαίτερα των κάτω άκρων, συνήθως στις διαφύσεις και λιγότερο συχνά στις μεταφύσεις και εξαιρετικά σπάνια στις επιφύσεις.

Άλλες περιοχές εντόπισης είναι τα οστά των χεριών, του καρπού, των ποδιών και του προσώπου, οι ποδοκνημικές, οι πλευρές, το στέρνο, οι κλείδες, οι ωμοπλάτες, οι επιγονατίδες και η λεκάνη.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ. Ο όγκος συνήθως αναπτύσσεται βραδέως, γι΄αυτό και τα συμπτώματα μπορεί να υπάρχουν 1-2 χρόνια πριν από την διάγνωση. Ο πόνος είναι το συχνότερο σύμπτωμα. Συνήθως δεν είναι οξύς ή έντονος και ενίοτε έχει χαρακτήρες παρόμοιους με του οστεοειδούς οστεώματος, δηλ. επιδεινώνεται τις βραδινές ώρες και ανακουφίζεται με τα ΜΣΑΦ.

Στη ΣΣ, το οστεοβλάστωμα μπορεί να παρουσιασθεί με νευρολογικά συμπτώματα συνεπεια συμπίεσης του νωτιαίου μυελού ή νευρικών ριζών, και επώδυνη σκολίωση ή/και ραιβόκρανο (Ozaki T et al, 2002).

ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Η αλλοίωση του οστεοβλαστώματος είναι συνήθως κυρίως λυτική και έχει διάμετρο 10-100 mm. Μερικές αλλοιώσεις είναι ακτινοδιαυγαστικές, γι΄αυτό και είναι δύσκολο να διαγνωσθούν ακτινολογικά. Στις περιπτώσεις αυτές η αξονική τομογραφία συχνά αποκαλύπτει στικτές, οζώδεις ή γενικευμένες ασβεστώσεις. Οσο οι αλλοιώσεις μεγαλώνουν, επεκτείνονται πέραν του οστού και παρουσιάζουν γενικά ακανόνιστα όρια, αφοριζόμενα από περίβλημα αντιδραστικού ιστού.

Η κλασική εικόνα του ασβεστοποιημένου κεντρικού πυρήνα με περιβάλλουσα ακτινοδιαυγαστική στεφάνη και αντιδραστική σκλήρυνση παρατηρείται σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους καλοήθεις οστικούς όγκους, το οστεοβλάστωμα προκαλεί εξωφλοιώδη μάζα αντιδραστικής φύσης ή ?????????? ?? ????????οφειλόμενη σε επέκταση του όγκου. Εκτός από την ΣΣ, ?????? ???????????? σπάνια επεκτείνεται στα μαλακά μόρια. Αν και δεν είναι επιθετικό, μερικές φορές διασπά τον οστικό φλοιό (Lucas DR et al, 1994).

Ακτινολογικά, συχνά ομοιάζει με μεγάλο οστεοειδές οστέωμα ή με ανευρυσματική οστική κύστη και, σε μερικές περιπτώσεις, με πραγματικό κακόηθες νεόπλασμα. Στα μακρά οστά, μπορεί να αποδοθεί σε άλλες καταστάσεις συνδεόμενες με ενδοστική σκλήρυνση, όπως το απόστημα του Brodie και το χονδρομυξοειδές ίνωμα.

Στα εξαρτήματα της ΣΣ, οι λυτικές αλλοιώσεις του οστεοβλαστώματος μπορεί να είναι αδύνατον να διακριθούν ακτινολογικά από ABC. Ταχεία ανάπτυξη των αλλοιώσεων σε διαδοχικές ακτινογραφίες είναι υπέρ του ABC. Η αξονική τομογραφία μπορεί να δείξει οστεοποίηση της θεμέλιας ουσίας.

????????? ?????????? : ΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ : Δείχνει χαμηλό έως ενδιάμεσο σήμα στις Τ1 ακολουθίες και ενδιάμεσο έως υψηλό, στις Τ2 ακολουθίες. Αποκαλύπτει την συσχέτιση του όγκου με τον σπονδυλικό σωλήνα και τον νωτιαίο μυελό, όπως και τις ενδοστικές και εξωοστικές αντιδραστικές αλλοιώσεις, και αναδεικνύει καλύτερα την επέκταση του όγκου στα μαλακά μόρια (Shaikh MI et al, 1999).

?????????? ????????. ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Μακροσκοπικά, ο όγκος είναι ερυθρού-καφέ χρώματος, αγγειοβριθής και αιμορραγικός (εαν παράγει οστεοειδές) ή λευκοκίτρινος και λιγότερο αγγειοβριθής, εάν είναι περισσότερο οστεοπαραγωγός. Η υφή του μπορεί να είναι τραχειά και συμπαγής, μέχρι εύθρυπτη και κυστική.

Μικροσκοπικά, το οστεοβλάστωμα υποδύεται οστεοειδές οστέωμα. Αποτελείται από μείγμα αγγειοϊνώδους ιστού, οστεοειδούς και πρωτόγονου, άναρχου, οστίτη ιστού. Οι οστεοδοκίδες επενδύονται από μία απλή στιβάδα οστεοβλαστών, η οποία μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στη διάκριση του οστεοβλαστώματος από οστεοσάρκωμα. Η παρουσία άτυπων μιτώσεων ή χόνδρου είναι περισσότερο ενδεικτική οστεοσαρκώματος.

Ιστολογικά, ?????? ?? ????????????πρέπει να διαχωρίζεται από άλλους όγκους οι οποίοι περιέχουν οστίτη ιστό ή παρουσιάζουν οστεοβλαστική δραστηριότητα, όπως το γιγαντοκυτταρικό αναπλαστικό κοκκίωμα, ο γιγαντοκυτταρικός όγκος και η ανευρυσματική οστική κύστη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στη διαφορική διάγνωση από το οστεοσάρκωμα. Τα κυριότερα διαφοροδιαγνωστικά στοιχεία που επιτρέπουν την διάκριση μεταξύ των 2 αυτών αλλοιώσεων είναι :

Η απουσία εμφανούς αδιαφοροποίησης

Η εστιακή οστεοβλαστική δραστηριότητα

Η απουσία παραγωγής χόνδρου

Ο σαφής διαχωρισμός των ορίων της βλάβης που παράγουν οστεοειδές από το υγιές οστούν.

????????? ???????? :

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ :

Ανευρυσματική οστική κύστη

Γιγαντοκυτταρικος όγκος

Εγχόνδρωμα και εγχονδρωμάτωση

Ινώδης δυσπλασία

????????????? ???????

Οστεογενετικό σάρκωμα

Οστεοειδές οστέωμα

Οστεοσάρκωμα

Σκελετικό ηωσινόφιλο κοκκίωμα

Σάρκωμα του Ewing

?????? ??????????????

Χρόνια οστεομυελίτιδα

Χονδρομυξοειδές ίνωμα

ΘΕΡΑΠΕΙΑ. Τα περισσότερα οστεοβλαστώματα θεραπεύονται με τοπική απόξεση ή εκτομή, αλλά υποτροπιάζουν στο 10% των περιπτώσεων. Η επέμβαση μπορεί να είναι δύσκολη λόγω της θέσης ή του μεγέθους της αλλοίωσης.

Ακτινοθεραπεία μπορεί να χρειασθεί σε αλλοιώσεις οι οποίες δεν μπορούν να απομακρυνθούν πλήρως με την χειρουργική επέμβαση, όπως αυτές που οδηγούν σε αστάθεια της ΣΣ. Τα επιθετικά οστεοβλαστώματα χρειάζονται ευρεία τοπική εκτομή.