Έρευνα

Γνωρίζετε αν διατρέχετε κίνδυνο οστεοπόρωσης;:

Ενημερωτικές εκπομπές

ΡΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Μύθοι και Αλήθειες
See video
Βότανα - Φυσικές ουσίες
See video
Τι είναι ο Ρευματολόγος
See video
Πόνοι στις αρθρώσεις
See video
Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα
See video
Έχω ρευματοειδή αρθρίτιδα;
See video
Αγκυλοποιητική σπονδυλαρθροπάθεια
See video

Κορτικοειδή IV: Ταξινόμηση

Με βά­ση την διά­ρκεια της κα­τα­στο­λής της ACTH με­τά α­πό μί­αν α­πλή δό­ση γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών, ι­σο­δύ­να­μη με την αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα 50 mg πρεδ­νι­ζο­λό­νης, τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή δι­α­κρί­νον­ται σε βρα­χεί­ας, εν­δι­ά­με­σης και μα­κράς δρά­σης.

1.   ΒΡΑΧΕΙΑΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΛΥΚΟΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΗ (ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ACTH ΕΠΙ 24-36 ΩΡΕΣ)

  • Κορ­τι­ζό­νη
  • Υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη
  • Πρεδ­νι­ζό­νη
  • Πρεδ­νι­ζο­λό­νη
  • Με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη

2.   ΕΝΔΙΑΜΕΣΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΛΥΚΟΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΗ (ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ACTH ΕΠΙ 48 ΩΡΕΣ)

  • Τρι­αμ­σι­νο­λό­νη
  • Πα­ρα­με­θα­ζό­νη

3.   ΜΑΚΡΑΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΛΥΚΟΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΗ (ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ACTH >48 ΩΡΕΣ)

  • Δε­ξα­με­θα­ζό­νη
  • Βη­τα­με­θα­ζό­νη

ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ ΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΩΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΚΛΙΝΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΣΤΑ ΡΕΥΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ 

  • Βηταμεθαζόνη
  • Φωσφορική βηταμεθαζόνη
  • Οξεική βηταμεθαζόνη
  • Δε­ξα­με­θα­ζό­νη
  • Να­τρι­ο­φω­σφο­ρι­κή δε­ξα­με­θα­ζό­νη
  • Ο­ξει­κή δε­ξα­με­θα­ζό­νη
  • Οξεική κορτιζόνη
  • Κορτικοτροπίνη
  • Κοσυντροπίνη
  • Deflazacort
  • Οξεική φθοριοκορτιζόνη
  • Υδροκορτιζόνη
  • Οξεική υδροκορτιζόνη
  • Φωσφορική υδροκορτιζόνη
  • Νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη
  • Με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη 
  • Οξεική μεθυλπρεδνιζολόνη
  • Νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη
  • Πρεδνιζόνη - πρεδνιζολόνη
  • Οξεική πρεδνιζολόνη
  • Φωσφορική πρεδνιζολόνη
  • Τεβουτική πρεδνιζολόνη
  • Τριαμσινολόνη
  • Ακετονική – εξακετονική τριαμσινολόνη
  • Διοξεική τριαμσινολόνη  

19.1   ΒΗΤΑΜΕΘΑΖΟΝΗ

Η βη­τα­με­θα­ζό­νη και τα πα­ρά­γω­γά της (ο­ξει­κή και φω­σφο­ρι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη) εί­ναι συν­θε­τι­κά γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, πα­ρά­γω­γα της πρεδ­νι­ζο­λό­νης. H βη­τα­με­θα­ζό­νη έ­χει μί­α 16 - με­θυ­λο­μά­δα, η ο­ποί­α αυ­ξά­νει την αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δη δρά­ση του μο­ρί­ου και μει­ώ­νει τις ι­δι­ό­τη­τες κα­τα­κρά­τη­σης να­τρί­ου και ύ­δα­τος του α­τό­μου του φθο­ρί­ου που εί­ναι συν­δε­δε­μέ­νο στον άν­θρα­κα 9.

ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ ΒΗΤΑΜΕΘΑΖΟΝΗΣ ΣΕ ΚΛΙΝΙΚΗ ΧΡΗΣΗ

  • Βη­τα­με­θα­ζό­νη (Betamethasone)
  • Δι­προ­πι­ο­νι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη (Betamethasone dipropionate)
  • Φω­σφο­ρι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη (Betamethasone sodium phosphate)
  • Ο­ξει­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη (Betamethasone acetate)
  • Βα­λε­ρι­α­νι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη (Betamethasone valerate)
  • Βεν­ζο­ϊ­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη (Betamethasone benzoate)

Η δι­προ­πι­ο­νι­κή, η βα­λε­ρι­α­νι­κή και η βεν­ζο­ϊ­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται στη θε­ρα­πεί­α των δερ­μα­το­πα­θει­ών.

19.1.1   ΧΗΜΕΙΑ

19.1.1.1   Βη­τα­με­θα­ζό­νη (betamethasone)

Χη­μι­κό ό­νο­μα : 9α-fluoro-11β,17α,21-trihydroxy-16β-methylpregna-1,4-diene-3,20-dione

Μο­ρια­κός τύ­πος : C22H29FO5

Πε­ρι­γρα­φή : Η βη­τα­με­θα­ζό­νη εί­ναι λευ­κή έ­ως πρα­κτι­κά λευ­κή, ά­ο­σμη κρυ­σταλ­λι­κή σκό­νη. Εί­ναι ε­λα­φρά δι­α­λυ­τή στην α­κε­τό­νη, την ά­νυ­δρη αλ­κο­ό­λη και την δι­ο­ξά­νη και πο­λύ λί­γο δι­α­λυ­τή στον αι­θέ­ρα και την δι­χλω­ρο­με­θά­νη. Η δι­α­λυ­τό­τη­τά της στο ύ­δωρ εί­ναι 1/5300, στο οι­νό­πνευ­μα, 1/65, στο θερ­μό οι­νό­πνευ­μα, 1/15, στο χλω­ρο­φόρ­μιο, 1/325 και στη με­θυ­λι­κή αλ­κο­ό­λη, 1/3. Έχει μο­ρια­κό βά­ρος 329.47 και ση­μεί­ο τή­ξης 240° C. 

19.1.1.2   Δι­προ­πι­ο­νι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη (betamethasone dipropionate)

Χη­μι­κό ό­νο­μα : 9-fluoro-11β,17,21-trihydroxy-16β-methylpregna-1,4-diene-3,20-dione 17, 21-dipropionate

Μο­ρια­κός τύ­πος : C28H37FO7 

Πε­ρι­γρα­φή : Η δι­προ­πι­ο­νι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη εί­ναι ο 17,21-δι­προ­πι­ο­νι­κός ε­στέ­ρας της βη­τα­με­θα­ζό­νης. Έχει μο­ρια­κό βά­ρος 504.6. Εί­ναι υ­πό­λευ­κη έ­ως λευ­κή, ά­ο­σμη, κρυ­σταλ­λι­κή σκό­νη, πρα­κτι­κά α­δι­ά­λυ­τη στο ύ­δωρ, ε­λα­φρά δι­α­λυ­τή στο οι­νό­πνευ­μα και ε­λεύ­θε­ρα δι­α­λυ­τή στην α­κε­τό­νη, το δι­χλω­ρο­με­θά­νιο και το χλω­ρο­φόρ­μιο. 1.3 mg προ­πι­ο­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης ι­σο­δυ­να­μούν με 1 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης πε­ρί­που.

19.1.1.3   Φω­σφο­ρι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη (betamethasone sodium phosphate)

Χη­μι­κό ό­νο­μα : 9-Fluoro-11b,17,21-trihydroxy-16b-methylpregna-1,4-diene-3,20-dione 21-acetate

Μο­ρια­κός τύ­πος : C22H28FNa2O8P

 Πε­ρι­γρα­φή : Η να­τρι­ού­χος φω­σφο­ρι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη εί­ναι υ­πό­λευ­κη έ­ως λευ­κή, ά­ο­σμη, πο­λύ υ­γρο­σκο­πι­κή, σκό­νη. Εί­ναι πο­λύ δι­α­λυ­τή στο ύ­δωρ (1/2), ε­λα­φρά δι­α­λυ­τή στο οι­νό­πνευ­μα (1/470), ε­λεύ­θε­ρα δι­α­λυ­τή στη με­θυ­λι­κή αλ­κο­ό­λη και πρα­κτι­κά α­δι­ά­λυ­τη στην α­κε­τό­νη, το χλω­ρο­φόρ­μιο, το δι­χλω­ρο­με­θά­νιο και τον αι­θέ­ρα και έ­χει μο­ρια­κό βά­ρος 516.41. Το στεί­ρο ε­ναι­ώ­ρη­μα της να­τρι­ού­χου φω­σφο­ρι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης και της ο­ξει­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης έ­χει pH 6.8-7.2. 1.3 mg φω­σφο­ρι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης ι­σο­δυ­να­μεί πε­ρί­που με 1 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης.

19.1.1.4   Ο­ξει­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη (betamethasone acetate)

Χη­μι­κό ό­νο­μα : 9-Fluoro-11β,17,21-trihydroxy-16β-methylpregna-1,4-diene-3,20-dione 21-acetate.

Μο­ρια­κός τύ­πος : C24H31FO6

Πε­ρι­γρα­φή : Η ο­ξει­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη εί­ναι υ­πό­λευ­κη έ­ως λευ­κή, ά­ο­σμη κρυ­σταλ­λι­κή σκό­νη, πρα­κτι­κά α­δι­ά­λυ­τη στο ύ­δωρ (1/2000), αλ­λά πο­λύ δι­α­λυ­τή στην α­κε­τό­νη και δι­α­λυ­τή στο οι­νό­πνευ­μα (1/9) και το χλω­ρο­φόρ­μιο (1/16) και δι­α­λυ­τή στο δι­χλω­ρο­με­θά­νιο. Έχει μο­ρια­κό βά­ρος 434.50. 1.1 mg ο­ξει­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης ι­σο­δυ­να­μεί πε­ρί­που με 1 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης.

19.1.1.5   Βα­λε­ρι­α­νι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη (betamethasone valerate)

Χη­μι­κό ό­νο­μα : 9-fluoro-11β, 17,21-trihydroxy-16β-methylpregna-1, 4-diene-3,20-dione 17- valerate

Μο­ρια­κός τύ­πος : C22H28FO5.C5H90

Πε­ρι­γρα­φή : Η βα­λε­ρι­α­νι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη εί­ναι υ­πό­λευ­κη έ­ως λευ­κή, ά­ο­σμη κρυ­σταλ­λι­κή σκό­νη, πρα­κτι­κά α­δι­ά­λυ­τη στο ύ­δωρ, ε­λεύ­θε­ρα δι­α­λυ­τή στην α­κε­τό­νη και το χλω­ρο­φόρ­μιο, δι­α­λυ­τή στο οι­νό­πνευ­μα (1/16) και ε­λα­φρά δι­α­λυ­τή στο βεν­ζέ­νιο και τον αι­θέ­ρα (1/400). Έχει μο­ρια­κό βά­ρος (ε­λεύ­θε­ρη βά­ση) 476.6 (392.42) και υ­ψη­λό συν­τε­λε­στή με­ρι­σμού n-ο­κτα­νό­λης/ύ­δωρ. 1.2 mg βα­λε­ρι­α­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης ι­σο­δυ­να­μούν με 1 mg πε­ρί­που βη­τα­με­θα­ζό­νης.

19.1.2   ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ

Τα φυ­σι­κά γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή (υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη και κορ­τι­ζό­νη), ε­κτός α­πό την γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, έ­χουν και ή­πια α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δή, δρά­ση. Τα συν­θε­τι­κά γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή δι­α­θέ­τουν ή­πια α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δή δρά­ση, ι­δι­αί­τε­ρα ό­ταν χο­ρη­γούν­ται μα­κρο­χρό­νια και σε με­γά­λες δό­σεις. Η φθο­ρι­ο­κορ­τι­ζό­νη έ­χει πο­λύ ι­σχυ­ρές α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δείς ι­δι­ό­τη­τες. Η πρεδ­νι­ζό­νη και η πρεδ­νι­ζο­λό­νη δι­α­θέ­τουν πε­ρί­που το 50% της α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δούς δρά­σης της κορ­τι­ζό­νης και της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης. Η βη­τα­με­θα­ζό­νη, ό­πως και η δε­ξα­με­θα­ζό­νη, η με­πρεδ­νι­ζό­νη, η με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη και η τρι­αμ­σι­νο­λό­νη, έ­χει σχε­τι­κά ή­πια α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δή δρά­ση, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται σε συν­δυα­σμό με έ­να α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δές σε α­σθε­νείς με α­νε­πάρ­κεια των ε­πι­νε­φρι­δί­ων.

Οι αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δεις δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών πι­στεύ­ε­ται ό­τι ο­φεί­λον­ται στις α­να­σταλ­τι­κές πρωτεΐνες της φω­σφο­λι­πά­σης Α2 (λι­πο­κορ­τί­νες). Οι λι­πο­κορ­τί­νες ε­λέγ­χουν την βι­ο­σύν­θε­ση των δυ­νη­τι­κών με­σο­λα­βη­τών της φλεγ­μο­νής, ό­πως οι προ­στα­γλαν­δί­νες και οι λευ­κο­τρι­έ­νες, α­να­στέλ­λον­τας την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του προ­δρό­μου μο­ρί­ου α­ρα­χι­δο­νι­κού ο­ξέ­ος.

ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ-ΤΡΟΠΟΣ ΔΡΑΣΗΣ

  • Πε­ρι­ο­ρί­ζει την φλεγ­μο­νή στα­θε­ρο­ποι­ών­τας τις μεμ­βρά­νες των λυ­σο­σω­μά­των των λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων
  • Α­να­στέλ­λει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση ό­ξι­νων υ­δρο­λα­σών α­πό τα λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια
  • Α­πο­τρέ­πει την συγ­κέν­τρω­ση των μα­κρο­φά­γων σε πε­ρι­ο­χές φλεγ­μο­νής
  • Μει­ώ­νει την συγ­κόλ­λη­ση των λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων στο αγ­γεια­κό εν­δο­θή­λιο
  • Α­να­στέλ­λει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση ι­στα­μί­νης και κι­νί­νης
  • Μει­ώ­νει την δι­α­πε­ρα­τό­τη­τα του τοι­χώ­μα­τος των τρι­χο­ει­δών και ε­πο­μέ­νως τον σχη­μα­τι­σμό οι­δή­μα­τος
  • Μει­ώ­νει τα συ­στα­τι­κά του συμ­πλη­ρώ­μα­τος
  • Αν­τα­γω­νί­ζε­ται την δρά­ση της ι­στα­μί­νης και την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση κι­νί­νης α­πό υ­πο­στρώ­μα­τα
  • Μει­ώ­νει τον πολ­λα­πλα­σια­σμό των ι­νο­βλα­στών, την ε­να­πό­θε­ση κολ­λα­γό­νου και τον συ­νε­πα­κό­λου­θο σχη­μα­τι­σμό ου­λής
  • Μει­ώ­νει την α­νο­σο­α­πάν­τη­ση :
    • Πε­ρι­ο­ρί­ζον­τας την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα και τον όγ­κο του λεμ­φι­κού ι­στού
    • Προ­κα­λών­τας λεμ­φο­πε­νί­α
    • Ε­λατ­τώ­νον­τας τις συγ­κεν­τρώ­σεις των α­νο­σο­σφαι­ρι­νών και του συμ­πλη­ρώ­μα­τος
    • Μει­ώ­νον­τας την δι­έ­λευ­ση των α­νο­σο­συμ­πλεγ­μά­των μέ­σω των βα­σι­κών μεμ­βρα­νών και
    • Πι­θα­νώς κα­τα­στέλ­λον­τας την αν­τι­δρα­στι­κό­τη­τα των ι­στών στις αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις αν­τι­γό­νου-αν­τι­σώ­μα­τος
  • Δι­ε­γεί­ρει τα ε­ρυ­θρο­ει­δή κύτ­τα­ρα του μυ­ε­λού των ο­στών
  • Πα­ρα­τεί­νει την διά­ρκεια ζω­ής των ε­ρυ­θρών αι­μο­σφαι­ρί­ων και των αι­μο­πε­τα­λί­ων
  • Προ­κα­λεί ου­δε­τε­ρο­φι­λί­α και η­ω­σι­νο­πε­νί­α
  • Προ­ά­γει την νε­ο­γλυ­κο­γέ­νε­ση
  • Προ­ά­γει την α­να­κα­τα­νο­μή του λί­πους α­πό την πε­ρι­φέ­ρεια σε κεν­τρι­κό­τε­ρες πε­ρι­ο­χές του σώ­μα­τος
  • Προ­ά­γει τον κα­τα­βο­λι­σμό των πρω­τε­ϊ­νών, ο­δη­γών­τας σε αρ­νη­τι­κό ι­σο­ζύ­γιο α­ζώ­του
  • Μει­ώ­νει την εν­τε­ρι­κή α­πορ­ρό­φη­ση και αυ­ξά­νει την νε­φρι­κή α­πέκ­κρι­ση του α­σβε­στί­ου
  • Κα­τα­στέλ­λει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης α­πό την υ­πό­φυ­ση, γι΄αυ­τό και α­να­στέλ­λει την πα­ρα­γω­γή των εν­δο­γε­νών κορ­τι­κο­ει­δών α­πό τον φλοι­ό των ε­πι­νε­φρι­δί­ων (δευ­τε­ρο­πα­θής φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια).

19.1.3   ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑ

Δεν υ­πάρ­χουν πλη­ρο­φο­ρί­ες ει­δι­κά για την τε­ρα­το­γό­νο δρά­ση της βη­τα­με­θα­ζό­νης.

19.1.4   ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ

Η βη­τα­με­θα­ζό­νη α­πορ­ρο­φά­ται τα­χέ­ως με­τά την per os χο­ρή­γη­σή της. Με­τά α­πό την εν­δο­φλέ­βια ή per os χο­ρή­γη­σή της φθά­νει σε μέ­γι­στες συγ­κεν­τρώ­σεις με­τά α­πό 1-2 ώ­ρες. Η έ­ναρ­ξη και διά­ρκεια της δρά­σης του ε­ναι­ω­ρή­μα­τος της βη­τα­με­θα­ζό­νης ε­ξαρ­τά­ται α­πό το κα­τά πό­σον χο­ρη­γεί­ται εν­δαρ­θρι­κά ή εν­δο­μυ­ϊ­κά και α­πό την έ­κτα­ση της το­πι­κής αι­μα­τι­κής άρ­δευ­σης. Με­τά α­πό εν­δαρ­θρι­κή χο­ρή­γη­σή της, η βη­τα­με­θα­ζό­νη α­πορ­ρο­φά­ται βρα­δέ­ως στην συ­στη­μα­τι­κή κυ­κλο­φο­ρί­α.

Η συ­στη­μα­τι­κά χο­ρη­γού­με­νη βη­τα­με­θα­ζό­νη κα­τα­νέ­με­ται τα­χέ­ως στους νε­φρούς, το λε­πτό και πα­χύ έν­τε­ρο, το ή­παρ και τους μυς. Τα κορ­τι­κο­ει­δή δι­έρ­χον­ται τον πλα­κούν­τα και κα­τα­νέ­μον­ται στο μη­τρι­κό γά­λα. Η βη­τα­με­θα­ζό­νη συν­δέ­ε­ται α­σθε­νώς με τις πρωτεΐνες του πλά­σμα­τος και μό­νο το ε­λεύ­θε­ρο κλά­σμα μιας δό­σης εί­ναι ε­νερ­γό.

Οι πλη­ρο­φο­ρί­ες για τον με­τα­βο­λι­σμό της βη­τα­με­θα­ζό­νης εί­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες. Η συ­στη­μα­τι­κά χο­ρη­γού­με­νη βη­τα­με­θα­ζό­νη με­τα­βο­λί­ζε­ται στο ή­παρ σε α­νε­νερ­γούς με­τα­βο­λί­τες. Οι κύ­ρι­ες με­τα­βο­λι­κοί ο­δοί εί­ναι υ­δρό­λυ­ση σε βη­τα­με­θα­ζό­νη (που εί­ναι βι­ο­λο­γι­κά ε­νερ­γός) και ο­ξεί­δω­ση. Οι με­τα­βο­λί­τες της βη­τα­με­θα­ζό­νης, ό­πως και μι­κρή πο­σό­τη­τα α­ναλ­λοί­ω­του φαρ­μά­κου, α­πεκ­κρί­νον­ται α­πό τα ού­ρα. Ο βι­ο­λο­γι­κός t(1/2) της βη­τα­με­θα­ζό­νης εί­ναι 35-45 ώ­ρες. Δεν εί­ναι γνω­στό κα­τά πό­σον η βη­τα­με­θα­ζό­νη συμ­με­τέ­χει στο εν­τε­ρο­η­πα­τι­κό κύ­κλο.

19.1.5  ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ–  ΤΟΞΙΚΟ­ΤΗΤΑ

Δεν έ­χει α­να­φερ­θεί με την βη­τα­με­θα­ζό­νη.

19.1.6   ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

19.1.6.1   ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Αλ­δεσ­λευ­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την αν­τι­νε­ο­πλα­σμα­τι­κή δρά­ση και τις ε­πι­πλο­κές (πυ­ρε­τός, νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια, υ­περ­χο­λε­ρυ­θρι­ναι­μί­α, σύγ­χυ­ση, δύ­σπνοι­α) της αλ­δεσ­λευ­κί­νης.

Συ­στά­σεις : Ο συν­δυα­σμός της αλ­δεσ­λευ­κί­νης με κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται.

Αν­τι­δι­α­βη­τι­κά, αν­τι­ϋ­περ­τα­σι­κά ή αν­τι­γλαυ­κω­μα­τι­κά φάρ­μα­κα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τις α­παι­τή­σεις σε ιν­σου­λί­νη ή υ­πο­γλυ­και­μι­κούς per os πα­ρά­γον­τες, αν­τι­ϋ­περ­τα­σι­κά ή αν­τι­γλαυ­κω­μα­τι­κά φάρ­μα­κα. Η μα­κρο­χρό­νια θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή συ­χνά συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό αν­τί­στα­ση στην ιν­σου­λί­νη.

Συ­στά­σεις :

  • Το σάκ­χα­ρο του αί­μα­τος πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται συ­χνά και η δό­ση των per os αν­τι­δι­α­βη­τι­κών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν τα κορ­τι­κο­ει­δή προ­στί­θεν­ται, δι­α­κό­πτον­ται ή τρο­πο­ποι­εί­ται η δό­ση τους.

  • Οι δι­α­βη­τι­κοί που θε­ρα­πεύ­ον­ται με ιν­σου­λί­νη μπο­ρεί να χρεια­σθούν αύ­ξη­ση της δό­σης της ιν­σου­λί­νης ό­ταν στη θε­ρα­πεί­α προ­στί­θεν­ται κορ­τι­κο­ει­δή. Η δό­ση της ιν­σου­λί­νης πρέ­πει να μει­ώ­νε­ται με­τά την δι­α­κο­πή του κορ­τι­κο­ει­δούς. 

Αν­τι­ό­ξι­να

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα αν­τι­ό­ξι­να, ε­πει­δή σχη­μα­τί­ζουν σύμ­πλο­κα στον γα­στρεν­τε­ρι­κό σω­λή­να, μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πορ­ρό­φη­ση των per os χο­ρη­γού­με­νων κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις :

  • Σε α­σθε­νείς που παίρ­νουν αν­τι­ό­ξι­να, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θούν σε με­γα­λύ­τε­ρη δό­ση.

  • Τα αν­τι­ό­ξι­να πρέ­πει να λαμ­βά­νον­ται σε ό­σο το δυ­να­τόν με­γα­λύ­τε­ρη α­πό­στα­ση α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή.

  • Η αν­τα­πό­κρι­ση του α­σθε­νούς στο κορ­τι­κο­ει­δές πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται και η δό­ση του κορ­τι­κο­ει­δούς να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν τα αν­τι­ό­ξι­να προ­στί­θεν­ται στην α­γω­γή ή δι­α­κό­πτον­ται.

Αν­τι­πη­κτι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή άλ­λο­τε αυ­ξά­νουν και άλ­λο­τε ε­λατ­τώ­νουν την δρά­ση των per os χο­ρη­γού­με­νων αν­τι­πη­κτι­κών και μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν αι­μορ­ρα­γί­α.

Συ­στά­σεις : Η δό­ση των per os χο­ρη­γού­με­νων αν­τι­πη­κτι­κών πρέ­πει να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν τα κορ­τι­κο­ει­δή προ­στί­θεν­ται στην α­γω­γή ή δι­α­κό­πτον­ται και οι ερ­γα­στη­ρια­κοί δεί­κτες της πή­ξης του αί­μα­τος να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται τα­κτι­κά ώ­στε να δι­α­τη­ρη­θεί το ε­πι­θυ­μη­τό αν­τι­πη­κτι­κό α­πο­τέ­λε­σμα.

Αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κοί πα­ρά­γον­τες

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Σε α­σθε­νείς με βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να ε­ξα­σθε­νή­σουν τις α­να­με­νό­με­νες δρά­σεις των αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κών φαρ­μά­κων (αμ­πε­νό­νιο, νε­ο­στιγ­μί­νη, πυ­ρι­δο­στιγ­μί­νη και πι­θα­νώς ορ­γα­νο­φω­σφο­ρι­κά αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κά πα­ρα­σι­το­κτό­να), προ­κα­λών­τας έν­το­νη α­δυ­να­μί­α. Οι δρά­σεις των αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κών φαρ­μά­κων μπο­ρεί να αυ­ξη­θούν με­τά την δι­α­κο­πή των κορ­τι­κο­ει­δών.

Μη­χα­νι­σμός : Ο μη­χα­νι­σμός της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής εί­ναι ά­γνω­στος. 

Συ­στά­σεις :

  • Ε­άν εί­ναι δυ­να­τόν, τα αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κά φάρ­μα­κα πρέ­πει να α­πο­σύ­ρον­ται του­λά­χι­στον 24 ώ­ρες πριν α­πό την έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με κορ­τι­κο­ει­δή.

  • Ε­άν η συγ­χο­ρή­γη­σή τους με κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι θε­ρα­πευ­τι­κά α­πα­ραί­τη­τη, πρέ­πει να γί­νε­ται κά­τω α­πό προ­σε­κτι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση.

  • Ε­άν εμ­φα­νι­σθεί α­να­πνευ­στι­κή κα­τα­στο­λή, πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μη­χα­νι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη, ε­άν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το. 

Βαρ­βι­του­ρι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα βαρ­βι­του­ρι­κά αυ­ξά­νουν τον με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών ε­νερ­γο­ποι­ών­τας τα η­πα­τι­κά μι­κρο­σω­μι­κά έν­ζυ­μα. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να μει­ώ­σει τις φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις του κορ­τι­κο­ει­δούς και να δι­αρ­κέ­σει αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή των βαρ­βι­του­ρι­κών.

Συ­στά­σεις : Ε­άν προ­κύ­ψει μει­ω­μέ­νη αν­τα­πό­κρι­ση στο κορ­τι­κο­ει­δές σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με βαρ­βι­του­ρι­κά, μπο­ρεί να χρεια­σθεί αύ­ξη­ση της δό­σης του.

Γεν­νη­τι­κές ορ­μό­νες

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα αν­τι­συλ­λη­πτι­κά per os και τα οι­στρο­γό­να α­να­στέλ­λουν τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό με­ρι­κών κορ­τι­κο­ει­δών, ό­πως και της εν­δο­γε­νούς κορ­τι­ζό­λης. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις θε­ρα­πευ­τι­κές, αλ­λά και τις το­ξι­κές, δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για ση­μεί­α το­ξι­κό­τη­τας α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή και να μει­ώ­νε­ται η δό­ση του κορ­τι­κο­ει­δούς, ε­άν χρει­ά­ζε­ται.

Ιν­δο­με­θα­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ιν­δο­με­θα­κί­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει την συ­χνό­τη­τα ή/και βα­ρύ­τη­τα α­νά­πτυ­ξης γα­στρεν­τε­ρι­κού έλ­κους σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για ση­μεί­α γα­στρεν­τε­ρι­κού έλ­κους και η δό­ση τους να τρο­πο­ποι­εί­ται, ε­άν χρει­ά­ζε­ται.

Ι­σο­νι­α­ζί­δη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό ή την νε­φρι­κή κά­θαρ­ση, και ε­πο­μέ­νως να μει­ώ­σουν την αν­τι­φυ­μα­τι­κή δρά­ση, της ι­σο­νι­α­ζί­δης.

  • Η ι­σο­νι­α­ζί­δη μπο­ρεί να μει­ώ­σει τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Ε­άν υ­πάρ­χουν εν­δεί­ξεις αλ­λη­λε­πί­δρα­σης με­τα­ξύ κορ­τι­κο­ει­δών-ι­σο­νι­α­ζί­δης, μπο­ρεί να χρεια­σθεί τρο­πο­ποί­η­ση της δό­σης του ε­νός ή και των δύ­ο φαρ­μά­κων.

Ι­τρα­κο­να­ζό­λη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ι­τρα­κο­να­ζό­λη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις συγ­κεν­τρώ­σεις στο πλά­σμα, και ε­πο­μέ­νως την το­ξι­κό­τη­τα (μυ­ο­πά­θεια, μυϊκή α­δυ­να­μί­α, δυ­σα­νε­ξί­α στη γλυ­κό­ζη), των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή, ε­άν εί­ναι α­πα­ραί­τη­τα σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με ι­τρα­κο­να­ζό­λη, μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θούν σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση.

  • Οι α­σθε­νείς που αρ­χί­ζουν ή δι­α­κό­πτουν την θε­ρα­πεί­α με ι­τρα­κο­να­ζό­λη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται για ση­μεί­α το­ξι­κό­τη­τας και να τρο­πο­ποι­εί­ται η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών α­νά­λο­γα.

Κα­λι­ο­πε­νι­κά φάρ­μα­κα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κα­λι­ο­πε­νι­κά δι­ου­ρη­τι­κά (θει­α­ζί­δες, φου­ρο­σε­μί­δη, αι­θα­κρυ­νι­κό ο­ξύ) και άλ­λα κα­λι­ο­πε­νι­κά φάρ­μα­κα, ό­πως η αμ­φο­τε­ρι­κί­νη Β, μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν την κα­λι­ο­πε­νι­κή δρά­ση των γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Το κά­λιο του ο­ρού πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή ταυ­τό­χρο­να με κα­λι­ο­πε­νι­κά φάρ­μα­κα.

Κε­το­κο­να­ζό­λη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η κε­το­κο­να­ζό­λη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις κα­τα­σταλ­τι­κές δρά­σεις στα ε­πι­νε­φρί­δια και πι­θα­νώς την το­ξι­κό­τη­τα των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : 

  • Ο συν­δυα­σμός της κε­το­κο­να­ζό­λης με κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται. Ε­άν ό­μως εί­ναι α­πα­ραί­τη­τος, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θούν σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση.

  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται για ση­μεί­α το­ξι­κό­τη­τας α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή και η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν η κε­το­κο­να­ζό­λη προ­στί­θε­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτε­ται.

Κυ­κλο­σπο­ρί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η κυ­κλο­σπο­ρί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει σπα­σμούς σε ε­νή­λι­κες και παι­διά θε­ρα­πευ­ό­με­να με με­γά­λες δό­σεις γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών, πι­θα­νώς λό­γω αν­τα­γω­νι­στι­κής α­να­στο­λής των η­πα­τι­κών μι­κρο­σω­μι­κών εν­ζύ­μων.

  • Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κυ­κλο­σπο­ρί­νη ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή, οι α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές δρά­σεις της κυ­κλο­σπο­ρί­νης, ό­πως και οι θε­ρα­πευ­τι­κές και το­ξι­κές δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών, μπο­ρεί να αυ­ξη­θούν. Αν και ο συν­δυα­σμός αυ­τός μπο­ρεί να εί­ναι ω­φέ­λι­μος σε λή­πτες μο­σχευ­μά­των, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο το­ξι­κός.

Συ­στά­σεις :

  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή και κυ­κλο­σπο­ρί­νη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για­τί μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σουν αυ­ξη­μέ­νη αν­τα­πό­κρι­ση και στα δύ­ο αυ­τά φάρ­μα­κα.

  • Ε­άν υ­πάρ­χει υ­πό­νοι­α αλ­λη­λε­πί­δρα­σης των δύ­ο αυ­τών φαρ­μά­κων, η δό­ση του ε­νός ή και των δύ­ο μπο­ρεί να χρεια­σθεί να μει­ω­θεί.

Κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να τρο­πο­ποι­ή­σουν τις α­να­με­νό­με­νες δρά­σεις της κυ­κλο­φω­σφα­μί­δης και να α­να­στεί­λουν τα η­πα­τι­κά μι­κρο­σω­μι­κά έν­ζυ­μα τα ο­ποί­α ε­νερ­γο­ποι­ούν την κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη στους αλ­κυ­λι­ω­τι­κούς της με­τα­βο­λί­τες.

  • Η κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη μπο­ρεί να ε­νερ­γο­ποι­ή­σει τον δι­κό της με­τα­βο­λι­σμό και των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Ό­ταν η κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη συγ­χο­ρη­γεί­ται με κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη ό­τι η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της μπο­ρεί να μει­ω­θεί.

Μα­κρο­λι­δι­κά αν­τι­βι­ο­τι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ε­ρυ­θρο­μυ­κί­νη και η τρο­λε­αν­δο­μυ­κί­νη μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πο­βο­λή των κορ­τι­κο­ει­δών. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε δυ­νη­τι­κο­ποί­η­ση των δρά­σε­ων των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται για κλι­νι­κά ση­μεί­α αυ­ξη­μέ­νης δρά­σης των κορ­τι­κο­ει­δών και η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών να τρο­πο­ποι­εί­ται, ε­άν χρει­ά­ζε­ται.

Μη-α­πο­πο­λω­τι­κά φάρ­μα­κα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να δυ­νη­τι­κο­ποι­ή­σουν ή να α­να­στεί­λουν τις νευ­ρο­μυϊ­κές α­να­σταλ­τι­κές δρά­σεις των μη-α­πο­πο­λω­τι­κών μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κών φαρ­μά­κων.

Συ­στά­σεις : Η συγ­χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με μη-α­πο­πο­λω­τι­κούς πα­ρά­γον­τες πρέ­πει να γί­νε­ται με προ­σο­χή, για­τί μπο­ρεί να συ­νο­δευ­θεί α­πό α­πρό­βλε­πτες α­νε­πι­θύ­μη­τες ε­νέρ­γει­ες.

Μι­φε­πρι­στό­νη

Οι κα­τα­σκευα­στές του φαρ­μά­κου α­πο­τρέ­πουν την χρή­ση του σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους μα­κρο­χρό­νια με κορ­τι­κο­ει­δή. Οι κλι­νι­κές δρά­σεις και ο μη­χα­νι­σμός της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής εί­ναι ά­γνω­στες.

Ξαν­θί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με πα­ρά­γω­γα της θε­ο­φυλ­λί­νης μπο­ρεί να τρο­πο­ποι­ή­σει την α­να­με­νό­με­νη φαρ­μα­κο­λο­γι­κή δρά­ση του ε­νός ή και των δύ­ο φαρ­μά­κων.

Συ­στά­σεις : Ε­άν η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με πα­ρά­γω­γα της θε­ο­φυλ­λί­νης συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό αυ­ξη­μέ­νη το­ξι­κό­τη­τα, τα ε­πί­πε­δά των φαρ­μά­κων αυ­τών στον ο­ρό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται και η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα.

Παν­κου­ρό­νιο

Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να α­να­στρέ­ψουν την δέ­σμευ­ση των νευ­ρο­μυϊ­κών υ­πο­δο­χέ­ων α­πό το παν­κου­ρό­νιο (Meyers EF, 1977; Laflin MJ, 1977).  

Ρι­φαμ­που­τί­νη, ρι­φαμ­πι­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ρι­φαμ­που­τί­νη και η ρι­φαμ­πι­κί­νη μπο­ρεί να ε­νερ­γο­ποι­ή­σουν τα η­πα­τι­κά μι­κρο­σω­μι­κά έν­ζυ­μα που δι­ε­γεί­ρουν τον με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών, ο­δη­γών­τας σε ε­ξα­σθέ­νη­ση των φαρ­μα­κο­λο­γι­κών δρά­σε­ων των κορ­τι­κο­ει­δών και πι­θα­νώς έ­ξαρ­ση της νό­σου για την ο­ποί­α τα κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γούν­ται, α­κό­μα και αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή τους.

Συ­στά­σεις :

  • Η βη­τα­με­θα­ζό­νη πρέ­πει να προ­στί­θε­ται με προ­σο­χή και η δό­ση της να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα σε α­σθε­νείς που αρ­χί­ζουν ή δι­α­κό­πτουν την θε­ρα­πεί­α με ρι­φαμ­που­τί­νη ή ρι­φαμ­πι­κί­νη.

  • Σε α­σθε­νείς που αρ­χί­ζουν θε­ρα­πεί­α με ρι­φαμ­που­τί­νη ή ρι­φαμ­πι­κί­νη, η βη­τα­με­θα­ζό­νη πρέ­πει πι­θα­νώς να χο­ρη­γεί­ται σε δι­πλά­σια δό­ση.

Ρι­φα­πεν­τί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η ρι­φα­πεν­τί­νη ε­νερ­γο­ποι­εί το κυ­τό­χρω­μα P450 3A4 και P450 2C8/9 και μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον με­τα­βο­λι­σμό άλ­λων συγ­χο­ρη­γού­με­νων φαρ­μά­κων που με­τα­βο­λί­ζον­ται με τα έν­ζυ­μα αυ­τά. Η ι­κα­νό­τη­τα ε­νερ­γο­ποί­η­σης των εν­ζύ­μων αυ­τών α­πό την ρι­φα­πεν­τί­νη μπο­ρεί να εί­ναι μι­κρό­τε­ρη α­πό την ρι­φαμ­πι­κί­νη, αλ­λά ι­σχυ­ρό­τε­ρη της ρι­φαμ­που­τί­νης.

  • Η ρι­φα­πεν­τί­νη μπο­ρεί να ε­πι­τα­χύ­νει τον με­τα­βο­λι­σμό και να μει­ώ­σει την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Ε­άν η συγ­χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με ρι­φα­πεν­τί­νη εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη, μπο­ρεί να χρεια­σθεί τρο­πο­ποί­η­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών. 

Σα­λι­κυ­λι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τα ε­πί­πε­δα των σα­λι­κυ­λι­κών στον ο­ρό και να μει­ώ­σουν την θε­ρα­πευ­τι­κή τους αν­τα­πό­κρι­ση. Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με με­γά­λες δό­σεις σα­λι­κυ­λι­κών ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σουν δη­λη­τη­ρί­α­ση α­πό σα­λι­κυ­λι­κά ό­ταν μει­ώ­σουν την δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών και αυ­ξη­μέ­νη πι­θα­νό­τη­τα α­νά­πτυ­ξης γα­στρεν­τε­ρι­κού έλ­κους.

Συ­στά­σεις : Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με σα­λι­κυ­λι­κά ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή, η δό­ση των σα­λι­κυ­λι­κών πρέ­πει να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα με τα ε­πί­πε­δά τους στο πλά­σμα και την αν­τα­πό­κρι­ση του α­σθε­νούς. Στους α­σθε­νείς αυ­τούς, τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να δι­α­κό­πτον­ται με προ­σο­χή για­τί η δό­ση των σα­λι­κυ­λι­κών μπο­ρεί να χρεια­σθεί να μει­ω­θεί για να α­πο­φευ­χθεί δη­λη­τη­ρί­α­ση α­πό σα­λι­κυ­λι­κά. 

Υ­δαν­τοΐνες

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Οι υ­δαν­τοΐνες μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα των κορ­τι­κο­ει­δών. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή φαί­νε­ται ό­τι ο­φεί­λε­ται σε ε­νερ­γο­ποί­η­ση των μι­κρο­σω­μι­κών η­πα­τι­κών εν­ζύ­μων α­πό τις υ­δαν­τοΐνες, η ο­ποί­α ο­δη­γεί σε αύ­ξη­ση του η­πα­τι­κού με­τα­βο­λι­σμού των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή ταυ­τό­χρο­να με υ­δαν­τοΐνες πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται η θε­ρα­πευ­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση στα κορ­τι­κο­ει­δή και να αυ­ξά­νε­ται, ε­άν χρει­ά­ζε­ται, η δό­ση τους.

Φαι­νυ­τοΐνη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η φαι­νυ­τοΐνη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον με­τα­βο­λι­σμό των στε­ρο­ει­δών ε­νερ­γο­ποι­ών­τας τα η­πα­τι­κά έν­ζυ­μα και ε­πο­μέ­νως να μει­ώ­σει την θε­ρα­πευ­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση στα κορ­τι­κο­ει­δή. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να πα­ρα­τη­ρη­θεί αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή της φαι­νυ­τοΐνης.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που παίρ­νουν φαι­νυ­τοΐνη μπο­ρεί να χρεια­σθούν αυ­ξη­μέ­νες δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών για να έ­χουν τα α­να­με­νό­με­να α­πο­τε­λέ­σμα­τα, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται η αν­τα­πό­κρι­ση του α­σθε­νούς στα κορ­τι­κο­ει­δή και να τρο­πο­ποι­εί­ται η δό­ση τους α­νά­λο­γα.

19.1.6.2   ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

19.1.6.2.1  ΣΤΟΝ ΟΡΟ

Ε­λάτ­τω­ση :

  • Α­σβέ­στιο
  • Κα­τα­κρά­τη­ση Ι-131
  • PBI
  • Κά­λιο
  • Τ4
  • Ου­ρι­κό ο­ξύ
  • Ψευ­δάρ­γυ­ρος
  • Χο­λη­στε­ρό­λη
  • Κορ­τι­ζό­λη
  • CPK
  • Γλυ­κό­ζη
  • Νά­τριο
  • Ο­λι­κές πρωτεΐνες
  • Τρι­γλυ­κε­ρί­δια
  • 17-κε­το­στε­ρο­ει­δή
  • 17-OHCS
  • Α­σβέ­στιο
  • Γλυ­κό­ζη
  • Άζωτο
  • Κά­λιο
  • Ου­ρι­κό ο­ξύ
  • Βι­τα­μί­νη C
  • Ψευ­δάρ­γυ­ρος.

Αύ­ξη­ση :

19.1.6.2.2   ΣΤΑ ΟΥΡΑ

α)   Ε­λάτ­τω­ση :

β)   Αύ­ξη­ση :

19.1.6.3   ΑΛΛΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν την α­πο­βο­λή του α­σκορ­βι­κού ο­ξέ­ος, του ψευ­δαρ­γύ­ρου και του α­ζώ­του α­πό τα ού­ρα και ε­πο­μέ­νως τις α­νάγ­κες του ορ­γα­νι­σμού σε πυ­ρι­δο­ξί­νη, α­σκορ­βι­κό ο­ξύ, φο­λι­κό και βι­τα­μί­νη D.
  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πορ­ρό­φη­ση του α­σβε­στί­ου και του φω­σφό­ρου και να αυ­ξή­σουν την α­πο­βο­λή του κα­λί­ου και του α­σβε­στί­ου α­πό τα ού­ρα.

19.1.7   ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

1.   ΡΕΥΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ-ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΚΟΛΛΑΓΟΝΟΥ-ΜΑΛΑΚΩΝ ΜΟΡΙΩΝ

  • Αγ­γει­ί­τι­δες
  • Αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα
  • Γάγ­γλια
  • Δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα/πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα
  • Ε­πι­κον­δυ­λί­τι­δα
  • Κοκ­κυ­γο­δυ­νί­α
  • Μι­κτή νό­σος συν­δε­τι­κού ι­στού
  • Μυΐτιδα
  • Νε­α­νι­κή ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α και μη ει­δι­κή τε­νον­το­ϋ­με­νί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α ρευ­μα­τι­κή καρ­δί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α-υ­πο­ξεί­α θυ­λα­κί­τι­δα
  • Ο­στε­ο­αρ­θρί­τι­δα (ι­δι­ο­πα­θής, με­τα­τραυ­μα­τι­κή)
  • Ο­σφυ­αλ­γί­α/ι­σχι­αλ­γί­α
  • Ραι­βό­κρα­νο
  • Ρευ­μα­τι­κή πο­λυ­μυ­αλ­γί­α
  • Ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Συν­δε­τι­κί­τι­δα
  • Σύν­δρο­μο Reiter
  • Συ­στη­μα­τι­κός ε­ρυ­θη­μα­τώ­δης λύ­κος
  • Υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα πο­λυ­χον­δρί­τι­δα
  • Χον­δρα­σβέ­στω­ση
  • Ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα

2.   ΔΕΡΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Α­πλός χρό­νιος λει­χή­νας (νευ­ρο­δερ­μα­τί­τι­δα)
  • Α­πο­φο­λι­δω­τι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Α­το­πι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Γυ­ρο­ει­δής α­λω­πε­κί­α
  • Δα­κτυ­λι­ο­ει­δές κοκ­κί­ω­μα
  • Δι­σκο­ει­δής ε­ρυ­θη­μα­τώ­δης λύ­κος
  • Έκζεμα ο­ποι­ου­δή­πο­τε τύ­που
  • Ι­δι­ο­πα­θής κνη­σμός γεν­νη­τι­κών ορ­γά­νων
  • Λι­πο­ει­δι­κή νε­κρο­βί­ω­ση δι­α­βη­τι­κών
  • Σπογ­γο­ει­δής μυ­κη­τί­α­ση
  • Ο­μα­λός λει­χή­νας του Willson
  • Ο­ξεί­α δερ­μα­τί­τι­δα εξ ε­πα­φής
  • Πέμ­φι­γα
  • Πεμ­φι­γο­ει­δές
  • Προ­κνη­μια­ίο μυ­ξοί­δη­μα
  • Σο­βα­ρή ψω­ρί­α­ση
  • Σο­βα­ρή σμηγ­μα­τορ­ρο­ϊ­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Σο­βα­ρή ο­ξεί­α φω­το­ευ­αι­σθη­σί­α
  • Σο­βα­ρό πο­λύ­μορ­φο ε­ρύ­θη­μα (σύν­δρο­μο Stevens-Johnson)
  • Λεύ­κη
  • Φλεγ­μο­νώ­δης δερ­μά­τω­ση
  • Πομ­φο­λυ­γώ­δης ερ­πη­το­ει­δής δερ­μα­τί­τι­δα

3.   ΕΝΔΟΚΡΙΝΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Αν­δρο­γεν­νη­τι­κό σύν­δρο­μο
  • Θυ­ρε­ο­ει­δί­τι­δα
  • Πρω­το­πα­θής - δευ­τε­ρο­πα­θής φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Συγ­γε­νής υ­περ­πλα­σί­α των ε­πι­νε­φρι­δί­ων
  • Σύν­δρο­μο Cushing (για δι­α­γνω­στι­κούς λό­γους) 
  • Υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α συν­δε­ό­με­νη με καρ­κί­νο ή σαρ­κο­εί­δω­ση

4.   ΑΛΛΕΡΓΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

  • Αγ­γει­ο­οί­δη­μα
  • Αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας σε φάρ­μα­κα ή δήγ­μα­τα εν­τό­μων
  • Α­σθμα­τι­κές κα­τα­στά­σεις
  • Βα­ριά αλ­λερ­γι­κή βρογ­χί­τι­δα
  • Ε­πο­χια­κή ή μό­νι­μη αλ­λερ­γι­κή ρι­νί­τι­δα
  • Ο­ρο­νο­σί­α

5.   ΟΦΘΑΛΜΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Αλ­λερ­γι­κά έλ­κη ο­ρί­ων κε­ρα­το­ει­δούς
  • Αλ­λερ­γι­κή ε­πι­πε­φυ­κί­τι­δα
  • Δι­ά­χυ­τη ο­πί­σθια ρα­γο­ει­δί­τι­δα και χο­ρι­ο­ει­δί­τι­δα
  • Ι­ρί­τι­δα και ι­ρι­δο­κυ­κλί­τι­δα
  • Κε­ρα­τί­τι­δα
  • Ο­πτι­κή νευ­ρί­τι­δα
  • Ο­φθαλ­μι­κός έρ­πη­τας ζω­στή­ρας
  • Συμ­πα­θη­τι­κή ο­φθαλ­μί­α
  • Φλεγ­μο­νή πρό­σθιου τμή­μα­τος ο­φθαλ­μού
  • Χο­ρι­ο­αμ­φι­βλη­στρο­ει­δί­τι­δα

6.   ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Α­πο­φρα­κτι­κή πνευ­μο­νο­πά­θεια
  • Βη­ρυλ­λί­ω­ση
  • Βρογ­χι­κό ά­σθμα
  • Βρογ­χί­τι­δα
  • Κε­ραυ­νο­βό­λος ή γε­νι­κευ­μέ­νη πνευ­μο­νι­κή φυ­μα­τί­ω­ση
  • Πνευ­μο­νί­τι­δα α­πό εισ­ρό­φη­ση
  • Συμ­πτω­μα­τι­κή σαρ­κο­εί­δω­ση
  • Σύν­δρο­μο Loeffler

7.   ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Δευ­τε­ρο­πα­θής θρομ­βο­πε­νί­α (στους ε­νή­λι­κες)
  • Ε­πί­κτη­τη (αυ­το­ά­νο­ση) αι­μο­λυ­τι­κή α­ναι­μί­α
  • Ε­ρυ­θρο­βλα­στο­πε­νί­α
  • Ι­δι­ο­πα­θής θρομ­βο­πε­νι­κή πορ­φύ­ρα (στους ε­νή­λι­κες)
  • Συγ­γε­νής (ε­ρυ­θρο­ει­δής) υ­πο­πλα­στι­κή α­ναι­μί­α

8.   ΚΑΚΟΗΘΗ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Καρ­κί­νω­μα μα­στού - προ­στά­τη
  • Λεμ­φο­κυτ­τα­ρι­κή λευ­χαι­μί­α (στους ε­νή­λι­κες)
  • Λέμ­φω­μα Hodgkin (στους ε­νή­λι­κες)
  • Μη Hodgkin λέμ­φω­μα (στους ε­νή­λι­κες)
  • Ναυ­τί­α/έ­με­τοι συν­δε­ό­με­νοι με χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α καρ­κί­νου
  • Ο­ξεί­α λευ­χαι­μί­α (στα παι­διά)
  • Πολ­λα­πλούν μυ­έ­λω­μα
  • Πυ­ρε­τός ο­φει­λό­με­νος σε κα­κο­ή­θη νο­σή­μα­τα

9.   ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΑ – ΗΠΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Κοι­λια­κά νο­σή­μα­τα
  • Ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα
  • Τμη­μα­τι­κή εν­τε­ρί­τι­δα
  • Η­πα­τι­κή νέ­κρω­ση
  • Χρό­νια η­πα­τί­τι­δα

10.  ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΝΕΥΡΙΚΟΥ –  ΜΥΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

  • Βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια
  • Οί­δη­μα εγ­κε­φά­λου
  • Πολ­λα­πλή σκλή­ρυν­ση
  • Φυ­μα­τι­ώ­δης μη­νιγ­γί­τι­δα με υ­πα­ρα­χνο­ει­δή α­πο­κλει­σμό

11.  ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Καρ­δί­τι­δα
  • Πε­ρι­καρ­δί­τι­δα
  • Πνευ­μο­νι­κό οί­δη­μα 

12.  ΑΛΛΕΣ

  • Αι­μαγ­γεί­ω­μα (στα βρέ­φη)
  • Α­πόρ­ρι­ψη μο­σχεύ­μα­τος
  • Οί­δη­μα λά­ρυγ­γα
  • Νε­φρω­σι­κό σύν­δρο­μο
  • Νο­σή­μα­τα στό­μα­τος
  • Ρι­νι­κοί πο­λύ­πο­δες
  • Τρι­χί­νω­ση με νευ­ρο­λο­γι­κή ή μυ­ο­καρ­δια­κή προ­σβο­λή

19.1.8   ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α στο φάρ­μα­κο ή στα συ­στα­τι­κά του
  • Ιν­σου­λι­νο-ε­ξαρ­τώ­με­νος και μη σακ­χα­ρώ­δης δι­α­βή­της
  • Μυ­ο­πά­θεια
  • Γα­στρί­τι­δα
  • Οι­σο­φα­γί­τι­δα
  • Γα­στρι­κό-12δακτυλικό έλ­κος
  • Ψυ­χώ­σεις
  • Βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια
  • Α­πλός ο­φθαλ­μι­κός έρ­πη­τας
  • Ε­νερ­γός λοί­μω­ξη
  • Συ­στη­μα­τι­κές μυ­κη­τι­α­σι­κές λοι­μώ­ξεις
  • Λοί­μω­ξη α­πό HIV
  • Ε­νερ­γός φυ­μα­τί­ω­ση
  • Ε­πού­λω­ση τραυ­μά­των
  • Καρ­δια­κά νο­σή­μα­τα
  • Συμ­φο­ρη­τι­κή καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Πρό­σφα­τη εν­τε­ρι­κή α­να­στό­μω­ση
  • Νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Εκ­κολ­πω­μα­τί­τι­δα
  • Η­πα­τι­κή κίρ­ρω­ση
  • Υ­περ­λι­πι­δαι­μί­α
  • Υ­πέρ­τα­ση
  • Υ­περ­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμός
  • Υ­πο­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμός
  • Υ­πο­λευ­κω­μα­τι­ναι­μί­α
  • Γλαύ­κω­μα α­νοι­χτής γω­νί­ας
  • Στο­μα­τι­κές ερ­πη­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις
  • Ο­στε­ο­πό­ρω­ση
  • Συ­στη­μα­τι­κός ε­ρυ­θη­μα­τώ­δης λύ­κος
  • Ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα

19.1.9   ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

19.1.9.1   ΒΗΤΑΜΕΘΑΖΟΝΗ PER OS 

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ : Στα ρευ­μα­τι­κά νο­σή­μα­τα και τα νο­σή­μα­τα του κολ­λα­γό­νου, τα συ­στη­μα­τι­κά χο­ρη­γού­με­να γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή α­να­κου­φί­ζουν α­πό την φλεγ­μο­νή και κα­τα­στέλ­λουν τα συμ­πτώ­μα­τα, αλ­λά δεν ε­πη­ρε­ά­ζουν την ε­ξέ­λι­ξη της νό­σου. Ε­κτός α­πό την βρα­χυ­χρό­νια α­να­κου­φι­στι­κή θε­ρα­πεί­α των ο­ξέ­ων ε­ξάρ­σε­ων και συ­στη­μα­τι­κών ε­πι­πλο­κών σε α­σθε­νείς αν­θι­στά­με­νους σε πε­ρισ­σό­τε­ρο συν­τη­ρη­τι­κές θε­ρα­πεί­ες, σπά­νια εν­δεί­κνυν­ται.

Σε α­πει­λη­τι­κές για την ζω­ή κα­τα­στά­σεις, τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή συ­χνά χο­ρη­γούν­ται σε με­γά­λες δό­σεις, οι ο­ποί­ες πρέ­πει να μει­ώ­νον­ται τα­χέ­ως με­τά την α­πο­δρο­μή της κρί­σης. Θε­ρα­πεί­α συν­τή­ρη­σης με γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή σπά­νια εν­δεί­κνυ­ται στη ρευ­μα­το­ει­δή αρ­θρί­τι­δα, την ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα ή τον συ­στη­μα­τι­κό ε­ρυ­θη­μα­τώ­δη λύ­κο, αλ­λά μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί σαν μέ­ρος του συ­νο­λι­κού θε­ρα­πευ­τι­κού προ­γράμ­μα­τος σε πε­ρι­πτώ­σεις μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες σε πε­ρισ­σό­τε­ρο συν­τη­ρη­τι­κές θε­ρα­πεί­ες. Η ο­ρι­στι­κή δι­α­κο­πή της κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­ας εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λη στους α­σθε­νείς αυ­τούς, δε­δο­μέ­νου ό­τι η νό­σος συ­νή­θως υ­πο­τρο­πιά­ζει.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ : Στον ο­ξύ ρευ­μα­τι­κό πυ­ρε­τό, τα συ­στη­μα­τι­κά χο­ρη­γού­με­να γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή ε­λέγ­χουν τις ο­ξεί­ες εκ­δη­λώ­σεις της ρευ­μα­τι­κής καρ­δί­τι­δας τα­χύ­τε­ρα α­πό τα σα­λι­κυ­λι­κά και μπο­ρεί να σώ­σουν την ζω­ή του α­σθε­νούς, αλ­λά, ό­πως και τα σα­λι­κυ­λι­κά, δεν μπο­ρούν να προ­λά­βουν την βαλ­βι­δι­κή βλά­βη και μα­κρο­πρό­θε­σμα δεν εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά απ΄αυ­τά.

Στην κοκ­κι­ω­μά­τω­ση Wegener, τα κυτ­τα­ρο­στα­τι­κά εί­ναι η θε­ρα­πεί­α ε­κλο­γής, ε­νώ τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται ε­ναλ­λα­κτι­κά σε α­σθε­νείς με σο­βα­ρές συ­στη­μα­τι­κές ε­πι­πλο­κές.

Στην δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα/πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα, ο­ζώ­δη πο­λυ­αρ­τη­ρί­τι­δα, υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα πο­λυ­χον­δρί­τι­δα, ρευ­μα­τι­κή πο­λυ­μυ­αλ­γί­α και κροταφική αρ­τη­ρί­τι­δα ή μι­κτή νό­σο του συν­δε­τι­κού ι­στού, τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή πα­ρα­μέ­νουν η αρ­χι­κή θε­ρα­πεί­α για τον έ­λεγ­χο των συμ­πτω­μά­των και την πρό­λη­ψη των σο­βα­ρών, συ­χνά α­πει­λη­τι­κών για την ζω­ή, ε­πι­πλο­κών. Σε ο­ξεί­ες κα­τα­στά­σεις μπο­ρεί να χρεια­σθούν να χο­ρη­γη­θούν σε με­γά­λες δό­σεις. Ε­άν υ­πάρ­ξει αν­τα­πό­κρι­ση, μπο­ρούν να συ­νε­χι­σθούν για με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα σε χα­μη­λές δό­σεις. Η πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα η συν­δε­ό­με­νη με κα­κο­ή­θη νο­σή­μα­τα και η νε­α­νι­κή δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα μπο­ρεί να μην αν­τα­πο­κρι­θούν στα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή.

ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΟ ΣΧΗΜΑ : Για per os θε­ρα­πεί­α χρη­σι­μο­ποι­εί­ται η να­τρι­ού­χος φω­σφο­ρι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη. Η αρ­χι­κή δό­ση της βη­τα­με­θα­ζό­νης κυ­μαί­νε­ται α­πό 0.6-7.2 mg η­με­ρη­σί­ως, α­νά­λο­γα με το υ­πο­κεί­με­νο νό­ση­μα. Σε λι­γό­τε­ρο σο­βα­ρές πε­ρι­πτώ­σεις χα­μη­λό­τε­ρες δό­σεις εί­ναι γε­νι­κά ε­παρ­κείς, ε­νώ ο­ρι­σμέ­νοι α­σθε­νείς μπο­ρεί να χρεια­σθούν με­γα­λύ­τε­ρες αρ­χι­κές δό­σεις.

Η αρ­χι­κή δό­ση της βη­τα­με­θα­ζό­νης χο­ρη­γεί­ται ή τρο­πο­ποι­εί­ται μέ­χρις ό­του προ­κύ­ψει ι­κα­νο­ποι­η­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση. Ε­άν υ­πάρ­ξει ι­κα­νο­ποι­η­τι­κή βελ­τί­ω­ση, η κα­τάλ­λη­λη δό­ση συν­τή­ρη­σης προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται με Ε­λάτ­τω­ση της αρ­χι­κής δό­σης σε μι­κρά πο­σά σε κα­τάλ­λη­λα χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα, μέ­χρις ό­του φθά­σει στη μι­κρό­τε­ρη δό­ση η ο­ποί­α δι­α­τη­ρεί ε­παρ­κή κλι­νι­κή αν­τα­πό­κρι­ση. Ε­άν, με­τά α­πό κά­ποι­ο λο­γι­κό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα, η αν­τα­πό­κρι­ση εί­ναι α­πο­γο­η­τευ­τι­κή, η βη­τα­με­θα­ζό­νη πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται και να ε­φαρ­μό­ζον­ται άλ­λες θε­ρα­πεί­ες.

Στη διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας, η δό­ση της βη­τα­με­θα­ζό­νης πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται με προ­σο­χή. Τρο­πο­ποί­η­ση της δό­σης εν­δεί­κνυ­ται σε πε­ρι­πτώ­σεις ε­ξάρ­σε­ων ή υ­φέ­σε­ων της υ­πο­κεί­με­νης νό­σου και ε­ξαρ­τά­ται α­πό την αν­τα­πό­κρι­ση κά­θε α­σθε­νούς στο φάρ­μα­κο και στην έκ­θε­σή του σε στρεσ­σο­γό­νους πα­ρά­γον­τες μη σχε­τι­ζό­με­νους ά­με­σα με το βα­σι­κό υ­πο­κεί­με­νο νό­ση­μα στο ο­ποί­ο α­πευ­θύ­νον­ται τα κορ­τι­κο­ει­δή. Στην τε­λευ­ταί­α πε­ρί­πτω­ση μπο­ρεί να χρεια­σθεί να αυ­ξη­θεί η δό­ση της βη­τα­με­θα­ζό­νης για χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα α­νά­λο­γο με την κα­τά­στα­ση του α­σθε­νούς. Ε­άν, με­τά α­πό μα­κρο­χρό­νια θε­ρα­πεί­α, το φάρ­μα­κο πρέ­πει να δι­α­κο­πεί, αυ­τό συ­νι­στά­ται να γί­νε­ται βαθ­μια­ία, πα­ρά α­πό­το­μα.

19.1.9.2   ΠΑΡΕΝΤΕΡΙΚΑ ΧΟΡΗΓΟΥΜΕΝΗ ΒΗΤΑΜΕΘΑΖΟΝΗ

Α)   ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ

α)  Να­τρι­ού­χος φω­σφο­ρι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη + δι­προ­πι­ο­νι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη (Propio­chrone injection). Μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί ενδομυϊκά, εν­δαρ­θρι­κά, πε­ρι­αρ­θρι­κά, εν­δο­θυ­λα­κι­κά, εν­δο­δερ­μι­κά, μέ­σα σε δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις, ό­πως και σε μα­λα­κά μό­ρια. Κά­θε ml Propiochrone injection πε­ρι­έ­χει 5 mg δι­προ­πι­ο­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης και 2 mg να­τρι­ού­χου φω­σφο­ρι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης.

β)  Να­τρι­ού­χος φω­σφο­ρι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη + ο­ξει­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη (Celestone Chronodose injection). Μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί ενδομυϊκά, πε­ρι­αρ­θρι­κά, εν­δο­θυ­λα­κι­κά και μέ­σα σε δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις. Κά­θε ml Celestone-Chronodose πε­ρι­έ­χει 3.0 mg να­τρι­ού­χου φω­σφο­ρι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης και 3.0 mg ο­ξει­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης.

Και τα δύ­ο αυ­τά σκευ­ά­σμα­τα έ­χουν τις ί­δι­ες εν­δεί­ξεις και την ί­δια α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα.

Το συν­δυ­α­σμέ­νο σκεύ­α­σμα της ο­ξει­κής-να­τρι­ού­χου φω­σφο­ρι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης μπο­ρεί να α­να­μι­χθεί με υ­δρο­χλω­ρι­κή λι­δο­κα­ΐνη 1% ή 2% ή άλ­λα, πα­ρό­μοι­α, το­πι­κά α­ναι­σθη­τι­κά μη πε­ρι­έ­χον­τα paraben. Δι­α­λύ­τες που πε­ρι­έ­χουν με­θυλ­πα­ραμ­πέ­νη, προ­πυλ­πα­ραμ­πέ­νη, φαι­νό­λη, κ.λ.π. πρέ­πει να α­πο­φεύ­γον­ται, για­τί μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν κροκύδωση του κορ­τι­κο­ει­δούς. Πρώ­τα α­να­σύ­ρε­ται η α­παι­τού­με­νη πο­σό­τη­τα του συν­δυ­α­σμέ­νου σκευ­ά­σμα­τος α­πό το φι­α­λί­διο και με­τά το το­πι­κό α­ναι­σθη­τι­κό και η σύ­ριγ­γα α­να­κι­νεί­ται ε­λα­φρά. Το το­πι­κό α­ναι­σθη­τι­κό δεν πρέ­πει να ει­σά­γε­ται στο φι­α­λί­διο με το συν­δυ­α­σμέ­νο σκεύ­α­σμα.

Η αρ­χι­κή δό­ση του συν­δυ­α­σμέ­νου σκευ­ά­σμα­τος ποι­κίλ­λει α­πό 0.5-9.0 mg η­με­ρη­σί­ως, α­νά­λο­γα με το θε­ρα­πευ­ό­με­νο νό­ση­μα. Σε λι­γό­τε­ρο σο­βα­ρές κα­τα­στά­σεις, μι­κρό­τε­ρες δό­σεις γε­νι­κά εί­ναι ε­παρ­κείς, ε­νώ ο­ρι­σμέ­νοι α­σθε­νείς μπο­ρεί να χρεια­σθούν με­γα­λύ­τε­ρες αρ­χι­κές δό­σεις. Οι πα­ρεν­τε­ρι­κές δό­σεις συ­νή­θως κυ­μαί­νον­ται στο 1/3-1/2 της per os χο­ρη­γού­με­νης δό­σης κά­θε 12 ώ­ρες. Πάν­τως, σε ο­ρι­σμέ­νες, α­πει­λη­τι­κές για την ζω­ή, κα­τα­στά­σεις, μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρες α­πό τις συ­νή­θεις, πολ­λα­πλά­σι­ες των α­πό του στό­μα­τος, δό­σεις.

Β)   ΕΝΔΑΡΘΡΙΚΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ

Η βη­τα­με­θα­ζό­νη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί εν­δαρ­θρι­κά σαν ε­ναλ­λα­κτι­κή θε­ρα­πεί­α σε πε­ρι­πτώ­σεις φλεγ­μο­νώ­δους έ­ξαρ­σης ή με­τα­τραυ­μα­τι­κής ο­στε­ο­αρ­θρί­τι­δας, ρευ­μα­το­ει­δούς αρ­θρί­τι­δας, νε­α­νι­κής ρευ­μα­το­ει­δούς αρ­θρί­τι­δας, ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας και άλ­λων ρευ­μα­τι­κών νο­ση­μά­των. Η εν­δαρ­θρι­κή έγ­χυ­ση της βη­τα­με­θα­ζό­νης συ­νή­θως α­κο­λου­θεί­ται α­πό θε­α­μα­τι­κή α­να­κού­φι­ση των συμ­πτω­μά­των και βελ­τί­ω­ση της κι­νη­τι­κό­τη­τας των αρ­θρώ­σε­ων, αν και η φλεγ­μο­νή τεί­νει να υ­πο­τρο­πιά­ζει και με­ρι­κές φο­ρές εί­ναι εν­το­νό­τε­ρη με­τά την δι­α­κο­πή της θε­ρα­πεί­ας.

Ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα-ο­στε­ο­αρ­θρί­τι­δα : Ο πό­νος και η δυ­σκαμ­ψί­α των αρ­θρώ­σε­ων μπο­ρεί να βελ­τι­ω­θούν 2-4 ώ­ρες με­τά α­πό την εν­δαρ­θρι­κή έγ­χυ­ση 0.5-2.0 ml βη­τα­με­θα­ζό­νης. Η βελ­τί­ω­ση δια­ρκεί 1-4 ή πε­ρισ­σό­τε­ρες ε­βδο­μά­δες. Η εν­δαρ­θρι­κή έ­νε­ση του συν­δυ­α­σμέ­νου σκευ­ά­σμα­τος ο­ξει­κής-να­τρι­ού­χου φω­σφο­ρι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης εί­ναι κα­λά α­νε­κτή α­πό τις αρ­θρώ­σεις και τους πε­ρι­αρ­θρι­κούς ι­στούς. Ου­σι­α­στι­κά πό­νος δεν ε­κλύ­ε­ται στη διά­ρκεια της έ­νε­σης και «δευ­τε­ρο­πα­θής έ­ξαρ­ση», που με­ρι­κές φο­ρές πα­ρα­τη­ρεί­ται με­ρι­κές ώ­ρες με­τά τις εν­δαρ­θρι­κές εγ­χύ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών, δεν έ­χει α­να­φερ­θεί με­τά την εν­δαρ­θρι­κή έ­νε­ση ο­ξει­κής-να­τρι­ού­χου φω­σφο­ρι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης. Για την εν­δαρ­θρι­κή έ­νε­ση χρη­σι­μο­ποι­εί­ται βε­λό­να 20-24G.

Η δό­ση της βη­τα­με­θα­ζό­νης για εν­δαρ­θρι­κή έ­νε­ση κυ­μαί­νε­ται σε 0.25-2 ml, α­νά­λο­γα με το μέ­γε­θος της άρ­θρω­σης :

  • Πο­λύ με­γά­λες αρ­θρώ­σεις (ι­σχί­ο): 1-2 ml
  • M­ε­γά­λες αρ­θρώ­σεις (γό­να­το, πο­δο­κνη­μι­κή, ώ­μος) : 1 ml
  • M­έ­τρι­ες αρ­θρώ­σεις (αγ­κώ­νας και καρ­πός) : 0.5-1 ml
  • Μι­κρές αρ­θρώ­σεις (αρ­θρώ­σεις χε­ριού και θώ­ρα­κα) : 0.25-0.5 ml.

ΠΙΝΑΚΑΣ 29

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΒΗΤΑΜΕΘΑΖΟΝΗΣ ΓΙΑ ΕΝΔΑΡΘΡΙΚΕΣ ΕΓΧΥΣΕΙΣ

   Μέ­γε­θος άρ­θρω­σης

        Εί­δος άρ­θρω­σης

  Δό­ση κορ­τι­κο­ει­δούς

   (σε ml)

   Πο­λύ με­γά­λo

                 Ι­σχί­ο

   1.0-2.0

   Με­γά­λo

         Γό­να­τα, πο­δο­κνη­μι­κές, ώ­μοι

  1.0

   Μέ­τριo

          Αγ­κώ­νες, καρ­πός

   0.5-1.0

   Μι­κρό
 

Με­τα­καρ­πι­ο­φα­λαγ­γι­κές, με­σο­φα­λαγ­γι­κές,

         α­κρω­μι­ο­κλει­δι­κές

  0.25-0.5

Στην OA, οι εν­δαρ­θρι­κές εγ­χύ­σεις γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σουν τα συμ­πτώ­μα­τα, αλ­λά πρέ­πει να γί­νον­ται με φει­δώ για­τί μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν αρ­θρι­κή βλά­βη. Στις φλεγ­μο­νώ­δεις ε­ξάρ­σεις της ο­στε­ο­αρ­θρί­τι­δας του γό­να­τος η βη­τα­με­θα­ζό­νη έ­χει μι­κρό­τε­ρη α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα και διά­ρκεια δρά­σης α­πό την ε­ξα­κε­το­νι­κή τρι­αμ­σι­νο­λό­νη (Valtonen EJ, 1981). Γε­νι­κά, για εν­δαρ­θρι­κές εγ­χύ­σεις προ­τι­μά­ται η τρι­αμ­σι­νο­λό­νη, για­τί έ­χει με­γα­λύ­τε­ρη α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα και δια­ρκεί πε­ρισ­σό­τε­ρο, ε­νώ για το­πι­κές δι­η­θή­σεις προ­τι­μά­ται η βη­τα­με­θα­ζό­νη, για­τί συ­νο­δεύ­ε­ται λι­γό­τε­ρο συ­χνά α­πό το­πι­κές ε­πι­πλο­κές (α­τρο­φί­α δέρ­μα­τος, υ­πο­δό­ριου λί­πους, κ.ά.).

Μέ­ρος της εν­δαρ­θρι­κά χο­ρη­γού­με­νης βη­τα­με­θα­ζό­νης α­πορ­ρο­φά­ται συ­στη­μα­τι­κά. Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή per os ή πα­ρεν­τε­ρι­κά, ι­δι­αί­τε­ρα σε με­γά­λες δό­σεις, η συ­στη­μα­τι­κή αυ­τή α­πορ­ρό­φη­ση του φαρ­μά­κου πρέ­πει να λη­φθεί υ­πό­ψη για να προσ­δι­ο­ρι­σθεί η εν­δαρ­θρι­κή του δό­ση.

Γ)   ΤΟΠΙΚΕΣ ΔΙΗΘΗΣΕΙΣ

Θυ­λα­κί­τι­δα : Στην ο­ξεί­α υ­πο­δελ­το­ει­δή, υ­πα­κρω­μια­κή ή προ­ε­πι­γο­να­τι­δι­κή θυ­λα­κί­τι­δα και στην θυ­λα­κί­τι­δα του ω­λε­κρά­νου, μια εν­δο­θυ­λα­κι­κή έ­νε­ση 1.0 ml ο­ξει­κής-να­τρι­ού­χου φω­σφο­ρι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης α­να­κου­φί­ζει α­πό τον πό­νο και α­πο­κα­θι­στά πλή­ρως την κι­νη­τι­κότη­τα μέ­σα σε λί­γες ώ­ρες. Στη θυ­λα­κί­τι­δα του μεί­ζο­να τρο­χαν­τή­ρα, η το­πι­κή δι­ή­θη­ση με βη­τα­με­θα­ζό­νη α­να­κου­φί­ζει μα­κρο­χρό­νια α­πό τα συμ­πτώ­μα­τα (Shbeeb MI et al, 1996).

Στην υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα ο­ξεί­α θυ­λα­κί­τι­δα και στις ο­ξεί­ες ε­ξάρ­σεις της χρό­νιας θυ­λα­κί­τι­δας συ­νή­θως α­παι­τούν­ται με­ρι­κές εν­δο­θυ­λα­κι­κές ε­νέ­σεις με με­σο­δι­α­στή­μα­τα 1 ή 2 ε­βδο­μά­δων. Με­ρι­κή α­να­κού­φι­ση α­πό τον πό­νο και βελ­τί­ω­ση της κι­νη­τι­κό­τη­τας α­να­μέ­νε­ται με­τά α­πό 1 ή 2 ε­νέ­σεις και στις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις. Στη χρό­νια θυ­λα­κί­τι­δα, η βη­τα­με­θα­ζό­νη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση, με­τά τον έ­λεγ­χο της ο­ξεί­ας φλεγ­μο­νής.

Τε­νον­τί­τι­δα, μυΐτιδα, συν­δε­τι­κί­τι­δα, τε­νον­το­θη­κί­τι­δα, πε­ρι­τε­νον­τί­τι­δα, πε­ρι­αρ­θρι­κές φλεγ­μο­νώ­δεις κα­τα­στά­σεις : 3 ή 4 το­πι­κές ε­νέ­σεις 1.0 ml βη­τα­με­θα­ζό­νης ή μί­α έ­νε­ση κά­θε 1-2 ε­βδο­μά­δες. Οι ε­νέ­σεις πρέ­πει να γί­νον­ται μέ­σα στο έ­λυ­τρο, και ό­χι στη μά­ζα, του τέ­νον­τα.

Ε­κτι­νασ­σό­με­νος δά­κτυ­λος, τε­νον­τί­τι­δα de Quervain, σύν­δρο­μο καρ­πια­ίου σω­λή­να : Βελ­τι­ώ­νον­ται ση­μαν­τι­κά με τις το­πι­κές δι­η­θή­σεις με βη­τα­με­θα­ζό­νη. Στο σύν­δρο­μο καρ­πια­ίου σω­λή­να τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα εί­ναι λι­γό­τε­ρο προ­βλέ­ψι­μα (Otto N and Wehbe MA, 1986).

Γάγ­γλια αρ­θρι­κής κά­ψας και ε­λύ­τρων τε­νόν­των : Η έ­νε­ση 0.5 ml βη­τα­με­θα­ζό­νης μέ­σα στις κύ­στεις των γαγ­γλί­ων μπο­ρεί να συρ­ρι­κνώ­σει ση­μαν­τι­κά τους κυ­στι­κούς σχη­μα­τι­σμούς.

«Ορ­θο­πε­δι­κά» νο­σή­μα­τα ά­κρων πο­δι­ών : Η θυ­λα­κί­τι­δα κά­τω α­πό κά­λους, στο ά­καμ­πτο με­γά­λο δά­κτυ­λο του πο­διού και στο ραι­βό μι­κρό δά­κτυ­λο, η πελ­μα­τια­ία α­πο­νευ­ρω­σί­τι­δα (με/ή χω­ρίς πτερ­νι­κή ά­καν­θα), οι αρ­θρι­κές κύ­στεις,  η τε­νον­το­θη­κί­τι­δα, η τε­νον­τί­τι­δα/εν­θε­σο­πά­θεια του α­χίλ­λει­ου τέ­νον­τα, η πε­ρι­ο­στί­τι­δα του κυ­βο­ει­δούς ο­στού, η με­τα­ταρ­σαλ­γί­α, το νεύ­ρω­μα Morton κ.ά. βελ­τι­ώ­νον­ται με μί­α ή πε­ρισ­σό­τε­ρες το­πι­κές δι­η­θή­σεις με βη­τα­με­θα­ζό­νη.

Στις πε­ρισ­σό­τε­ρες πο­δι­α­τρι­κές κα­τα­στά­σεις συ­νι­στών­ται δό­σεις 0,25-0,5 ml σε δι­α­στή­μα­τα 3 η­με­ρών έ­ως μιας ε­βδο­μά­δας. Στην ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν έ­ως 1.0 ml. Η θυ­λα­κί­τι­δα κά­τω α­πό σκλη­ρό κά­λο μπο­ρεί να βελ­τι­ω­θεί με 2 δι­α­δο­χι­κές ε­νέ­σεις 0.25 ml βη­τα­με­θα­ζό­νης. Οι το­πι­κές δι­η­θή­σεις συ­νι­στών­ται να γί­νον­ται σε δι­α­στή­μα­τα 3-7 η­με­ρών.

                       ΠΙΝΑΚΑΣ 30 : ΔΟΣΗ ΒΗΤΑΜΕΘΑΖΟΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟΠΙΚΕΣ ΔΙΗΘΗΣΕΙΣ

 Νό­ση­μα

     Δό­ση κορ­τι­κο­ει­δούς (σε ml)

  • Σκλη­ρός κά­λος
  • Μα­λα­κός κά­λος
  • Πτερ­νι­κή ά­καν­θα
  • Hallux rigidus
  • Gigiti quinti virus

   0.25-0.5

   0.25-0.5

  0.5

  0.5

  0.5

  • Τε­νον­το­ϋ­με­νί­τι­δα
  • Πε­ρι­ο­στί­τι­δα κυ­βο­ει­δούς

0.5

  • Ο­φθαλ­μι­κά νο­σή­μα­τα (υ­πο­ε­πι­πε­φυ­κω­τι­κά)

 0.5-1.0

  • Γάγ­γλια

  0.5

Δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις : Ο συν­δυα­σμός ο­ξει­κής-να­τρι­ού­χου φω­σφο­ρι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης χο­ρη­γεί­ται εν­δο­δερ­μι­κά (ό­χι υ­πο­δό­ρια) σε δό­ση 0.2 ml/cm2 με σύ­ριγ­γα ιν­σου­λί­νης και βε­λό­να 25 G. Η συ­νο­λι­κή συ­νι­στώ­με­νη δό­ση δεν πρέ­πει να υ­περ­βαί­νει το 1.0 ml σε δι­α­στή­μα­τα μιας ε­βδο­μά­δας.

Δ)   ΕΝΔΟΜΥΙΚΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ

Οι δο­σο­λο­γι­κές α­παι­τή­σεις ποι­κίλ­λουν και πρέ­πει να ε­ξα­το­μι­κεύ­ον­ται α­νά­λο­γα με την συγ­κε­κρι­μέ­νη πά­θη­ση, την βα­ρύ­τη­τά της και την αν­τα­πό­κρι­ση του α­σθε­νούς. Για συ­στη­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α, στις πε­ρισ­σό­τε­ρες πα­θή­σεις η α­γω­γή αρ­χί­ζει με 1-2 ml, ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη α­νά­λο­γα με τις α­νάγ­κες. Η χο­ρή­γη­ση γί­νε­ται με βα­θιά ενδομυϊκή έ­νε­ση στην πε­ρι­ο­χή του γλου­τού. Η δο­σο­λο­γί­α και η συ­χνό­τη­τα χο­ρή­γη­σης ε­ξαρ­τά­ται α­πό την βα­ρύ­τη­τα της πά­θη­σης και την αν­τα­πό­κρι­ση του α­σθε­νούς στη θε­ρα­πεί­α.

Βα­ρι­ές κα­τα­στά­σεις (π.χ. συ­στη­μα­τι­κός ε­ρυ­θη­μα­τώ­δης λύ­κος, α­σθμα­τι­κές κα­τα­στά­σεις) : Ε­νί­ο­τε χρει­ά­ζον­ται θε­ρα­πεί­α ε­φό­δου με 2 ml βη­τα­με­θα­ζό­νης.

Δερ­μα­το­λο­γι­κά νο­σή­μα­τα : Η βη­τα­με­θα­ζό­νη, σε δό­ση 1 ml ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη α­νά­λο­γα με την αν­τα­πό­κρι­ση, εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή σε ποι­κι­λί­α δερ­μα­τι­κών νο­ση­μά­των.

Νο­σή­μα­τα α­να­πνευ­στι­κού συ­στή­μα­τος : Τα συμ­πτώ­μα­τα α­να­κου­φί­ζον­ται μέ­σα σε λί­γες ώ­ρες με­τά α­πό την ενδομυϊκή έ­νε­ση 1 ml Propiochrone. Το βρογ­χι­κό ά­σθμα, ο πυ­ρε­τός εκ χόρ­του και η αλ­λερ­γι­κή ρι­νί­τι­δα και βρογ­χί­τι­δα ε­λέγ­χον­ται α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά με 1-2 ml Propio­chrone.

Ο­ξεί­α ή χρό­νια θυ­λα­κί­τι­δα : Αν­τα­πο­κρί­νε­ται ε­ξαί­ρε­τα σε ενδομυϊκή έ­νε­ση 1-2 ml Propio­chrone, η ο­ποί­α ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται α­νά­λο­γα με τις α­νάγ­κες.

19.1.10   ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

19.1.10.1   ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Συγ­κά­λυ­ψη κλι­νι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων δι­ά­τρη­σης ή πε­πτι­κού έλ­κους
  • Πε­πτι­κό έλ­κος : Συ­σχε­τί­ζε­ται α­σθε­νώς με την χρή­ση των κορ­τι­κο­ει­δών και ι­σχυ­ρό­τε­ρα με την συγ­χο­ρή­γη­σή τους με ΜΣΑΦ. Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί ε­πί­σης να κα­τα­στεί­λουν τα συμ­πτώ­μα­τα και να κα­θυ­στε­ρή­σουν την ε­πού­λω­ση του πε­πτι­κού έλ­κους
  • Δι­ά­τρη­ση και αι­μορ­ρα­γί­α πε­πτι­κού έλ­κους
  • Παγ­κρε­α­τί­τι­δα
  • Με­τε­ω­ρι­σμός κοι­λιάς
  • Ελ­κω­τι­κή οι­σο­φα­γί­τι­δα

19.1.10.2   ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Ο­στε­ο­πό­ρω­ση
  • Συμ­πι­ε­στι­κά κα­τάγ­μα­τα σπον­δύ­λων
  • Α­να­στο­λή α­νά­πτυ­ξης (στα παι­διά)
  • Στε­ρο­ει­δι­κή μυ­ο­πά­θεια
  • Μυϊκή α­δυ­να­μί­α
  • Α­πώ­λεια μυϊκής μά­ζας
  • Άσηπτη νέ­κρω­ση κε­φα­λής ι­σχί­ου-βρα­χι­ο­νί­ου
  • Πα­θο­λο­γι­κά κα­τάγ­μα­τα μα­κρών ο­στών

19.1.10.3   ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ

  • Γλαύ­κω­μα
  • Ο­πί­σθιος υ­πο­κά­ψιος κα­ταρ­ρά­κτης
  • Αύ­ξη­ση εν­δο­φθάλ­μιας πί­ε­σης
  • Εξόφθαλμος

19.1.10.4   ΕΝΔΟΚΡΙΝΙΚΕΣ

  • Αρ­νη­τι­κό ι­σο­ζύ­γιο α­ζώ­του, ο­φει­λό­με­νο σε κα­τα­βο­λι­σμό των πρω­τε­ϊ­νών 
  • Δι­α­τα­ρα­χές έμ­μη­νης ρύ­σης
  • Σύν­δρο­μο Cushing (σε μα­κρο­χρό­νια χο­ρή­γη­ση) (Quddusi S et al, 1998)
  • Α­να­στο­λή α­νά­πτυ­ξης (στα παι­διά)
  • Δευ­τε­ρο­πα­θής έλ­λει­ψη α­πάν­τη­σης φλοι­ού ε­πι­νε­φρι­δί­ων και υ­πό­φυ­σης, ι­δι­αί­τε­ρα σε κα­τα­στά­σεις stress (τραύ­μα, χει­ρουρ­γι­κές ε­πεμ­βά­σεις, νό­ση­ση)
  • Δυ­σα­νε­ξί­α στους υ­δα­τάν­θρα­κες
  • Αύ­ξη­ση α­παι­τή­σε­ων σε ιν­σου­λί­νη ή αν­τι­δι­α­βη­τι­κά per os (στους δι­α­βη­τι­κούς)
  • Ε­νερ­γο­ποί­η­ση λαν­θά­νον­τα σακ­χα­ρώ­δους δι­α­βή­τη
  • Κα­τα­στο­λή υ­πο­θα­λα­μο-υ­πο­φυ­σιο-ε­πι­νε­φρι­δια­κού ά­ξο­να, σε μα­κρο­χρό­νια χο­ρή­γη­ση. Η α­πό­το­μη δι­α­κο­πή του κορ­τι­κο­ει­δούς μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε ο­ξεί­α ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια.

19.1.10.5   ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ - ΒΛΕΝΝΟΓΟΝΟΥΣ

  • Ε­ξα­σθέ­νη­ση ε­πού­λω­σης τραυ­μά­των
  • Λέ­πτυν­ση και ευ­θραυ­στό­τη­τα δέρ­μα­τος
  • Πε­τέ­χει­ες και εκ­χυ­μώ­σεις
  • Οί­δη­μα προ­σώ­που
  • Αυ­ξη­μέ­νες ε­φι­δρώ­σεις
  • Κα­τα­στο­λή αν­τι­δρά­σε­ων δερ­μα­τι­κών δο­κι­μα­σι­ών

19.1.10.6   ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΥΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Σπα­σμοί
  • Αύ­ξη­ση εν­δο­κρα­νια­κής πί­ε­σης με οί­δη­μα της ο­πτι­κής θη­λής (εγ­κε­φα­λι­κός ψευ­δο-όγ­κος), συ­νή­θως με­τά την θε­ρα­πεί­α
  • Ίλιγγος
  • Κε­φα­λαλ­γί­ες
  • Νευ­ρι­κό­τη­τα
  • Αϋπνία
  • Σύγχυση
  • Ντελίριο
  • Κατάθλιψη
  • Ψευδαισθήσεις
  • Πα­ρά­νοι­α
  • Ψυ­χι­α­τρι­κές δι­α­τα­ρα­χές
  • Ψευ­δές αί­σθη­μα ευ­φο­ρί­ας
  • Δι­έ­γερ­ση

19.1.10.7   ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΥΔΑΤΟΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΛΥΤΩΝ 

  • Κα­τα­κρά­τη­ση να­τρί­ου
  • Κα­τα­κρά­τη­ση υ­γρών
  • Συμ­φο­ρη­τι­κή καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια (σε ε­πιρ­ρε­πείς α­σθε­νείς)
  • Α­πώ­λεια κα­λί­ου
  • Υ­πο­κα­λι­αι­μι­κή αλ­κά­λω­ση
  • Υ­πέρ­τα­ση

19.1.11   ΥΠΕΡΔΟΣΟΛΟΓΙΑ

Η ε­φά­παξ χο­ρή­γη­ση υ­περ­βο­λι­κών δό­σε­ων κορ­τι­κο­ει­δών δεν α­να­μέ­νε­ται να προ­κα­λέ­σει ο­ξέ­α συμ­πτώ­μα­τα. Εκ­δη­λώ­σεις υ­περ­δο­σο­λο­γί­ας α­να­μέ­νον­ται συ­νή­θως με­τά α­πό την ε­πα­νει­λημ­μέ­νη χο­ρή­γη­ση υ­ψη­λών δό­σε­ων κορ­τι­κο­ει­δών.

Σε πε­ρι­πτώ­σεις υ­περ­δο­σο­λο­γί­ας α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να δι­α­τη­ρεί­ται ε­παρ­κής πρόσ­λη­ψη υ­γρών και να ε­λέγ­χον­ται οι η­λε­κτρο­λύ­τες του ο­ρού και των ού­ρων και ι­δι­αί­τε­ρα η ι­σορ­ρο­πί­α να­τρί­ου και κα­λί­ου.

19.1.12   ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΕ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ

Δεν έ­χει α­να­φερ­θεί.

19.1.13   ΚΥΗΣΗ

Στα ζώ­α, τα κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι βέ­βαι­ο ό­τι συν­δέ­ον­ται με εμβρυϊκές α­νω­μα­λί­ες, ι­δι­αί­τε­ρα σχι­σμή της υ­πε­ρώ­ας.

Στον άν­θρω­πο : Η βη­τα­με­θα­ζό­νη (ό­πως και η δε­ξα­με­θα­ζό­νη) δι­έρ­χε­ται ευ­χε­ρώς τον πλα­κούν­τα και ει­σέρ­χε­ται στο αί­μα της μη­τέ­ρας σε συγ­κεν­τρώ­σεις πα­ρό­μοι­ες με του εμ­βρύ­ου (Rider LG et al, 1993). Ε­πο­μέ­νως, ε­άν στό­χος της θε­ρα­πεί­ας με κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι η μη­τέ­ρα, σκεύ­α­σμα ε­κλο­γής εί­ναι η πρεδ­νι­ζό­νη (ή πρεδ­νι­ζο­λό­νη), ε­νώ η βη­τα­με­θα­ζό­νη (ή δε­ξα­με­θα­ζό­νη) εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρη σε πε­ρι­πτώ­σεις που χρει­ά­ζε­ται θε­ρα­πεί­α το έμ­βρυ­ο (π.χ. εμβρυϊκή μυ­ο­καρ­δί­τι­δα, πρό­λη­ψη συν­δρό­μου α­να­πνευ­στι­κής α­νε­πάρ­κειας, α­νω­ρι­μό­τη­τα πνεύ­μο­να).

Μια γυ­ναί­κα που πή­ρε 7 δό­σεις βη­τα­με­θα­ζό­νης στη διά­ρκεια της κύ­η­σης γέν­νη­σε έ­να παι­δί με εκ­δη­λώ­σεις τύ­που Cushing και κα­τα­στο­λή του ά­ξο­να (Bradley BS et al, 1994). Γε­νι­κά, τα κορ­τι­κο­ει­δή, αν και ε­νο­χο­ποι­ούν­ται για σπο­ρα­δι­κές πε­ρι­πτώ­σεις σχι­σμών της υ­πε­ρώ­ας, α­να­στο­λής της α­νά­πτυ­ξης, κα­ταρ­ρά­κτη, κα­τα­στο­λής των ε­πι­νε­φρι­δί­ων και άλ­λες ε­πι­πλο­κές σε παι­διά που ε­κτέ­θη­καν σε κορ­τι­κο­ει­δή στη διά­ρκεια της κύ­η­σης, δεν φαί­νε­ται να συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο α­νά­πτυ­ξης συγ­γε­νών εμβρυϊκών α­νω­μα­λι­ών, γι' αυ­τό και μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν στη διά­ρκεια της εγ­κυ­μο­σύ­νης. Μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί η προ­ε­κλαμ­πτι­κή το­ξι­ναι­μί­α, ό­που μπο­ρεί να ε­πι­δει­νώ­σουν την κα­τα­κρά­τη­ση των υ­γρών και την υ­πέρ­τα­ση.

Πάν­τως, οι γυ­ναί­κες α­να­πα­ρα­γω­γι­κής η­λι­κί­ας πρέ­πει να ε­νη­με­ρώ­νουν τον θε­ρά­πον­τα για­τρό τους ε­άν θε­λή­σουν να τε­κνο­ποι­ή­σουν ή εί­ναι ή­δη έγ­κυ­ες ε­νώ θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­ει­δή και βρέ­φη που γεν­νή­θη­καν α­πό γυ­ναί­κες που έ­παιρ­ναν γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή στη διά­ρκεια της κύ­η­σης πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για εκ­δη­λώ­σεις ε­πι­νε­φρι­δια­κής α­νε­πάρ­κειας.

19.1.14   ΓΑΛΟΥΧΙΑ

Φαί­νε­ται ό­τι τα κορ­τι­κο­ει­δή, στις μέ­τρι­ες δό­σεις που συ­νή­θως χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται στη θε­ρα­πεί­α των ρευ­μα­τι­κών νο­ση­μά­των, εί­ναι α­σφα­λή στη διά­ρκεια της γα­λου­χί­ας. Πάν­τως, ε­πει­δή δεν έ­χουν γί­νει ε­παρ­κείς με­λέ­τες στην α­να­πα­ρα­γω­γή σε αν­θρώ­πους θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή, τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή συ­νι­στών­ται στη διά­ρκεια της γα­λου­χί­ας μό­νον εφ΄ό­σον το ό­φε­λος υ­περ­φα­λαγ­γί­ζει τους δυ­νη­τι­κούς κιν­δύ­νους για το βρέ­φος.

19.1.15   ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ - ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Νε­ο­γνά : Τα ε­νέ­σι­μα σκευ­ά­σμα­τα των γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών που πε­ρι­έ­χουν βεν­ζυ­λι­κή αλ­κο­ό­λη αν­τεν­δεί­κνυν­ται στα πρό­ω­ρα νε­ο­γνά. 

Παι­διά : Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να α­πο­φεύ­γον­ται στη βρε­φι­κή-παι­δι­κή η­λι­κί­α, για­τί μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν α­να­στο­λή της α­νά­πτυ­ξης.

Η­λι­κι­ω­μέ­νοι : Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται με προ­σο­χή στους η­λι­κι­ω­μέ­νους, για­τί μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν κα­τα­κρά­τη­ση να­τρί­ου, υ­πέρ­τα­ση και οί­δη­μα και να ε­νερ­γο­ποι­ή­σουν λαν­θά­νου­σα φυ­μα­τί­ω­ση.

Κύ­η­ση : Το ό­φε­λος α­πό την χρή­ση των κορ­τι­κο­ει­δών στη διά­ρκεια της κύ­η­σης ή σε γυ­ναί­κες α­να­πα­ρα­γω­γι­κής η­λι­κί­ας πρέ­πει να σταθ­μί­ζε­ται σε σχέ­ση με τους πι­θα­νούς κιν­δύ­νους για την μη­τέ­ρα και το έμ­βρυ­ο ή το νε­ο­γνό.

Γα­λου­χί­α : Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν στη διά­ρκεια της γα­λου­χί­ας μό­νον εφ΄ό­σον το ό­φε­λος υ­περ­φα­λαγ­γί­ζει τους δυ­νη­τι­κούς κιν­δύ­νους για το βρέ­φος.

Εμ­βο­λια­σμοί : Ε­πει­δή τα κορ­τι­κο­ει­δή α­να­στέλ­λουν την α­νο­σο­α­πάν­τη­ση, η βη­τα­με­θα­ζό­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει μει­ω­μέ­νη α­πάν­τη­ση στις α­να­το­ξί­νες και στα εμ­βό­λια που πε­ρι­έ­χουν ζών­τες ή α­δρα­νο­ποι­η­μέ­νους μι­κρο-ορ­γα­νι­σμούς. Α­κό­μα, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να δυ­νη­τι­κο­ποι­ή­σουν την α­να­πα­ρα­γω­γή ο­ρι­σμέ­νων ζών­των μι­κρο-ορ­γα­νι­σμών που εμ­πε­ρι­έ­χον­ται στα ζών­τα ε­ξα­σθε­νη­μέ­να εμ­βό­λια και, σε υ­περ­φυ­σι­ο­λο­γι­κές δό­σεις, να ε­πι­δει­νώ­σουν τις νευ­ρο­λο­γι­κές αν­τι­δρά­σεις ο­ρι­σμέ­νων εμ­βο­λί­ων.

Η α­νο­σο­ποί­η­ση ε­πι­τρέ­πε­ται σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με μη α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές ή με συμ­πλη­ρω­μα­τι­κές δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών (π.χ. για νό­σο Addison).

Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών, οι εμ­βο­λια­σμοί με ζών­τες ή ζών­τες, αλ­λά ε­ξα­σθε­νη­μέ­νους, ι­ούς αν­τεν­δεί­κνυν­ται, γι΄αυ­τό και δεν πρέ­πει να εμ­βο­λι­ά­ζον­ται κα­τά της ευ­λο­γιάς. Η συ­νή­θης χρή­ση εμ­βο­λί­ων ή α­να­το­ξι­νών πρέ­πει γε­νι­κά να α­να­βάλ­λε­ται μέ­χρις ό­του δι­α­κο­πεί η χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών. Εφ΄ό­σον εί­ναι α­πα­ραί­τη­τος ο εμ­βο­λια­σμός σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή, μπο­ρεί να χρεια­σθεί να γί­νουν ο­ρο­λο­γι­κές δο­κι­μα­σί­ες για να ε­πι­βε­βαι­ω­θεί η ε­πάρ­κεια της α­νο­σο­α­πάν­τη­σης του α­σθε­νούς και να χο­ρη­γη­θούν ε­πι­πρό­σθε­τες δό­σεις εμ­βο­λί­ων ή α­να­το­ξι­νών.

ΠΡΟΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΤΑ ΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ  ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ

  • Μη ει­δι­κή ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα
  • Εκ­κολ­πω­μα­τί­τι­δα
  • Πρό­σφα­τη εν­τε­ρι­κή α­να­στό­μω­ση
  • Ε­νερ­γό ή α­συμ­πτω­μα­τι­κό πε­πτι­κό έλ­κος
  • Νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Υ­πέρ­τα­ση
  • Σπα­σμοί
  • Ο­στε­ο­πό­ρω­ση
  • Βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια
  • ΄Εμ­φρα­κτο μυ­ο­καρ­δί­ου
  • Υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μί­α
  • Κίρ­ρω­ση
  • Υ­πο­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμός
  • Λοι­μώ­ξεις
  • Α­πλός ο­φθαλ­μι­κός έρ­πη­τας
  • Ψυ­χι­α­τρι­κές δι­α­τα­ρα­χές  

Γα­στρεν­τε­ρι­κά νο­σή­μα­τα : Τα κορτικοειδή αν­τεν­δεί­κνυν­ται σε α­σθε­νείς με πε­πτι­κό έλ­κος, ε­κτός ε­άν πά­σχουν α­πό α­πει­λη­τι­κές για την ζω­ή κα­τα­στά­σεις. Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με εκ­κολ­πω­μα­τί­τι­δα, μη ει­δι­κή ελ­κώ­δη κο­λί­τι­δα (ε­άν υ­πάρ­χει πι­θα­νό­τη­τα ε­πι­κεί­με­νης δι­ά­τρη­σης, α­πό­στη­μα ή άλ­λες πυ­ο­γε­νείς λοι­μώ­ξεις) ή πρό­σφα­τη εν­τε­ρι­κή α­να­στό­μω­ση. Οι εκ­δη­λώ­σεις πε­ρι­το­να­ϊ­κού ε­ρε­θι­σμού με­τά α­πό γα­στρεν­τε­ρι­κή δι­ά­τρη­ση μπο­ρεί να εί­ναι ε­λά­χι­στες ή να α­που­σιά­ζουν σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή.

΄Εμ­φρα­κτο μυ­ο­καρ­δί­ου : Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται με ε­ξαι­ρε­τι­κή προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με πρό­σφα­το έμ­φραγ­μα του μυ­ο­καρ­δί­ου, για­τί μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν ρή­ξη του τοι­χώ­μα­τος της α­ρι­στε­ρής κοι­λί­ας.

Θρομ­βο­εμ­βο­λι­κά νο­σή­μα­τα : Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με θρομ­βο­εμ­βο­λι­κά νο­σή­μα­τα.

Βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια : Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια θε­ρα­πευ­ό­με­νους με αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κά φάρ­μα­κα.

Ο­φθαλ­μι­κά νο­σή­μα­τα : Τα κορ­τι­κο­ει­δή πι­θα­νώς αν­τεν­δεί­κνυν­ται σε πά­σχον­τες α­πό ε­νερ­γείς α­πλές ερ­πη­τι­κές ο­φθαλ­μι­κές λοι­μώ­ξεις και δεν συ­νι­στών­ται στη θε­ρα­πεί­α της ο­πτι­κής νευ­ρί­τι­δας, για­τί μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν την συ­χνό­τη­τα των ε­πει­σο­δί­ων.

Υ­πο­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμός-κίρ­ρω­ση : Οι δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών μπο­ρεί να αυ­ξη­θούν σε α­σθε­νείς με κίρ­ρω­ση ή υ­πο­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμό.

Ψυ­χι­α­τρι­κά νο­σή­μα­τα : Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται με προ­σο­χή σε ά­το­μα με προ­ϋ­πάρ­χου­σα συ­ναι­σθη­μα­τι­κή α­στά­θεια, σο­βα­ρή κα­τά­θλι­ψη ή ε­πιρ­ρέ­πεια σε ψυ­χω­σι­κές δι­α­τα­ρα­χές.   

Φαρ­μα­κευ­τι­κή αλ­λερ­γί­α : Τα κορ­τι­κο­ει­δή, κυ­ρί­ως σε πα­ρεν­τε­ρι­κή χο­ρή­γη­ση, μπο­ρεί σπάνια να προ­κα­λέ­σουν α­να­φυ­λα­κτι­κές αν­τι­δρά­σεις ή αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με ι­στο­ρι­κό φαρ­μα­κευ­τι­κής αλ­λερ­γί­ας.

Λοι­μώ­ξεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με πι­θα­νές ή γνω­στές λοι­μώ­ξεις, δε­δο­μέ­νου ό­τι :

  • Αυ­ξά­νουν την ε­πιρ­ρέ­πεια στην α­νά­πτυ­ξη λοι­μώ­ξε­ων
  • Μπο­ρεί να ε­πι­δει­νώ­σουν την δι­α­δρο­μή ή την έκ­βα­ση των λοι­μώ­ξε­ων, π.χ. να προ­κα­λέ­σουν δι­ά­τρη­ση σε α­σθε­νείς με α­πλό ο­φθαλ­μι­κό έρ­πη­τα
  • Μπο­ρεί να α­να­ζω­πυ­ρώ­σουν λαν­θά­νου­σες λοι­μώ­ξεις ή να ε­πι­δει­νώ­σουν εν­δο­γε­νείς λοι­μώ­ξεις α­πό δι­ά­φο­ρους μι­κρο-ορ­γα­νι­σμούς, π.χ. να ε­νερ­γο­ποι­ή­σουν λαν­θά­νου­σα α­μοι­βα­δί­α­ση, γι΄αυ­τό και σε κά­θε α­σθε­νή με α­νε­ξή­γη­τη δι­άρ­ροι­α πρέ­πει να α­πο­κλεί­ε­ται η λαν­θά­νου­σα ή ε­νερ­γός α­μοι­βα­δι­κή λοί­μω­ξη πριν α­πό την έ­ναρ­ξη της κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­ας
  • Μπο­ρεί να συγ­κα­λύ­ψουν με­ρι­κές α­πό τις εκ­δη­λώ­σεις των λοι­μώ­ξε­ων, να ευ­νο­ή­σουν την δι­α­σπο­ρά του λοι­μο­γό­νου μι­κρο­ορ­γα­νι­σμού και την α­νά­πτυ­ξη νέ­ων λοι­μώ­ξε­ων, ό­πως και να μει­ώ­σουν την αν­τί­στα­ση και την δυ­να­τό­τη­τα εν­τό­πι­σης των λοι­μώ­ξε­ων
  • Μπο­ρεί να ε­πι­δει­νώ­σουν τις συ­στη­μα­τι­κές μυ­κη­τι­α­σι­κές λοι­μώ­ξεις, γι΄αυ­τό και δεν πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται ε­άν εμ­φα­νι­σθούν τέ­τοι­ες λοι­μώ­ξεις, ε­κτός ε­άν χρει­ά­ζον­ται για τον έ­λεγ­χο φαρ­μα­κευ­τι­κών αν­τι­δρά­σε­ων που ο­φεί­λον­ται στην αμ­φο­τε­ρι­κί­νη Β. Η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση της αμ­φο­τε­ρι­κί­νης Β με υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει δι­όγ­κω­ση της καρ­διάς και συμ­φο­ρη­τι­κή καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Μπο­ρεί να υ­πο­βο­η­θή­σουν την εγ­κα­τά­στα­ση δευ­τε­ρο­γε­νών ο­φθαλ­μι­κών λοι­μώ­ξε­ων από μύ­κη­τες ή ι­ούς
  • Μπο­ρεί να ε­πη­ρε­ά­σουν την δο­κι­μα­σί­α νι­τρο­κυα­νού του τε­τρα­ζο­λί­ου για βα­κτη­ρι­δια­κές λοι­μώ­ξεις και να δώ­σουν ψευ­δώς αρ­νη­τι­κά α­πο­τε­λέ­σμα­τα.

Η χρή­ση της βη­τα­με­θα­ζό­νης σε α­σθε­νείς με ε­νερ­γό φυ­μα­τί­ω­ση πρέ­πει να πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται μό­νο σε πε­ρι­πτώ­σεις κε­ραυ­νο­βό­λου ή κεγ­χρο­ει­δούς φυ­μα­τί­ω­σης, ό­που τα κορ­τι­κο­ει­δή χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται για την αν­τι­με­τώ­πι­ση της νό­σου σε συν­δυα­σμό με την κα­τάλ­λη­λη αν­τι­φυ­μα­τι­κή α­γω­γή. Ε­άν η θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή εν­δεί­κνυ­ται σε α­σθε­νείς με λαν­θά­νου­σα φυ­μα­τί­ω­ση ή θε­τι­κή Mantoux, α­παι­τεί­ται στε­νή πα­ρα­κο­λού­θη­ση για­τί μπο­ρεί να προκαλέσει αναζωπύρωση της νόσου. Στη διά­ρκεια της μα­κρο­χρό­νιας θε­ρα­πεί­ας με κορ­τι­κο­ει­δή οι­ ασθε­νείς αυ­τοί πρέ­πει να υ­πο­βάλ­λον­ται σε χη­μει­ο­προ­φύ­λα­ξη.

Τα παι­διά που θε­ρα­πεύ­ον­ται με α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά φάρ­μα­κα εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­πιρ­ρε­πή σε λοι­μώ­ξεις α­πό τα υ­γι­ή. Π.χ. η α­νε­μευ­λο­γί­α και η ι­λα­ρά μπο­ρεί να έ­χουν βα­ρύ­τε­ρη, α­κό­μα και θα­να­τη­φό­ρα, δι­α­δρο­μή σε παι­διά θε­ρα­πευ­ό­με­να με α­νο­σο­κα­στα­σταλ­τι­κές δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών.

Παι­διά ή ε­νή­λι­κες που θε­ρα­πεύ­ον­ται με α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών, αλ­λά δεν έ­χουν προ­σβλη­θεί α­πό α­νε­μευ­λο­γί­α ή ι­λα­ρά, πρέ­πει να α­πο­φεύ­γουν την έκ­θε­ση στις λοι­μώ­ξεις αυ­τές και, αν τυ­χόν ε­κτε­θούν, να συμ­βου­λεύ­ον­ται τον για­τρό τους. Ε­άν ε­κτε­θούν στις λοι­μώ­ξεις αυ­τές, μπο­ρεί να χρεια­σθούν θε­ρα­πεί­α με α­πλή (IVIG) ή ει­δι­κή ε­ναν­τί­ον του ι­ού της α­νε­μευ­λο­γί­ας – έρ­πη­τα ζω­στή­ρα (VZIG) εν­δο­φλέ­βια α­νο­σο­σφαι­ρί­νη, α­νά­λο­γα με την πε­ρί­πτω­ση. Ε­άν εμ­φα­νί­σουν α­νε­μευ­λο­γί­α, μπο­ρεί να χρεια­σθούν θε­ρα­πεί­α με αν­τι-ι­ο­γε­νή φάρ­μα­κα.

19.1.16   ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να α­πο­φεύ­γον­ται σε εγ­κύ­ους με προ­ε­κλαμ­ψί­α, ε­κλαμ­ψί­α ή εν­δεί­ξεις βλά­βης του πλα­κούν­τα
  • Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, σε μέ­τρι­ες ή με­γά­λες δό­σεις, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν κα­τα­κρά­τη­ση να­τρί­ου και ύ­δα­τος με συ­νε­πα­κό­λου­θο οί­δη­μα, α­πώ­λεια κα­λί­ου, υ­πο­κα­λι­αι­μι­κή αλ­κά­λω­ση και υ­πέρ­τα­ση, ό­πως και συμ­φο­ρη­τι­κή καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια σε ε­πιρ­ρε­πείς α­σθε­νείς.
  • Οι α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δείς αυ­τές δρά­σεις εμ­φα­νί­ζον­ται συ­χνό­τε­ρα σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με μέ­τρι­ες ή με­γά­λες δό­σεις υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης και κορ­τι­ζό­νης, αλ­λά και συν­θε­τι­κά γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή (ε­κτός α­πό την φθο­ρι­ο­κορ­τι­ζό­νη) ι­δι­αί­τε­ρα ε­άν χο­ρη­γούν­ται μα­κρο­χρό­νια και σε με­γά­λες δό­σεις. Η βη­τα­με­θα­ζό­νη συ­νο­δεύ­ε­ται λι­γό­τε­ρο συ­χνά α­πό τις ε­πι­πλο­κές αυ­τές, ε­κτός ε­άν χο­ρη­γεί­ται σε με­γά­λες δό­σεις.
  • Η α­νε­πάρ­κεια του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να με­τρια­σθεί με την προ­ο­δευ­τι­κή ε­λάτ­τω­ση της δό­σης του κορ­τι­κο­ει­δούς και να ε­πι­μεί­νει αρ­κε­τούς μή­νες με­τά την δι­α­κο­πή του.
  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χρεια­σθούν ε­πι­πρό­σθε­τα αυ­ξη­μέ­νες δό­σεις τα­χέ­ως δρών­των κορ­τι­κο­ει­δών πριν, στη διά­ρκεια και με­τά α­πό α­συ­νή­θι­στους στρεσ­σο­γό­νους πα­ρά­γον­τες.
  • Η σω­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη των βρε­φών και των παι­δι­ών που θε­ρα­πεύ­ον­ται μα­κρο­χρό­νια με κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται με προ­σο­χή.
  • Η ε­νέ­σι­μη βη­τα­με­θα­ζό­νη πε­ρι­έ­χει με­τα­δι­θει­ώ­δες νά­τριο (0.1% w/v) σαν συν­τη­ρη­τι­κό, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται σε α­σθε­νείς με γνω­στή υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α στα δι­θει­ϊκά ή με­τα­θει­ϊ­κά ά­λα­τα ή άλ­λα συ­στα­τι­κά του σκευ­ά­σμα­τος.
  • Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή αν­τεν­δεί­κνυν­ται σε α­σθε­νείς με γνω­στή υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α στα κορ­τι­κο­ει­δή.
  • Πριν α­πό κά­θε χει­ρουρ­γι­κή ε­πέμ­βα­ση οι α­σθε­νείς πρέ­πει να ε­νη­με­ρώ­νουν τον για­τρό και τον ο­δον­τί­α­τρό τους ή τον α­ναι­σθη­σι­ο­λό­γο ό­τι παίρ­νουν ή έ­χουν πά­ρει πρό­σφα­τα (μέ­σα σε δι­ά­στη­μα 12 μη­νών) κορ­τι­κο­ει­δή
  • Οι α­σθε­νείς που παίρ­νουν γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να α­να­φέ­ρουν στο για­τρό τους κά­θε λοί­μω­ξη ή εκ­δή­λω­ση εν­δει­κτι­κή λοί­μω­ξης ή κα­κώ­σεις που εμ­φα­νί­ζουν στη διά­ρκεια της κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­ας ή σε δι­ά­στη­μα 12 μη­νών με­τά την δι­α­κο­πή της
  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή, ό­ταν χο­ρη­γούν­ται σε με­γά­λες δό­σεις, συ­νι­στά­ται να λαμ­βά­νον­ται με­τά τα γεύ­μα­τα και ταυ­τό­χρο­να με αν­τι­ό­ξι­να στα εν­δι­ά­με­σα των γευ­μά­των, ώ­στε να προ­λη­φθεί η α­νά­πτυ­ξη πε­πτι­κού έλ­κους
  • Ο χρό­νος προ­θρομ­βί­νης πρέ­πει να ε­λέγ­χε­ται τα­κτι­κά σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή και ταυ­τό­χρο­να κου­μα­ρι­νι­κά αν­τι­πη­κτι­κά, για­τί τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να τρο­πο­ποι­ή­σουν την αν­τα­πό­κρι­ση στα φάρ­μα­κα αυ­τά.
  • Η α­σπι­ρί­νη πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μί­α θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή
  • Σε α­σθε­νείς με η­πα­τι­κή α­νε­πάρ­κεια τα ε­πί­πε­δα των κορ­τι­κο­ει­δών στο αί­μα, ό­πως και άλ­λων φαρ­μά­κων που με­τα­βο­λί­ζον­ται στο ή­παρ, μπο­ρεί να αυ­ξη­θούν.
  • Ε­πει­δή οι ε­πι­πλο­κές της κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­ας ε­ξαρ­τών­ται α­πό την δό­ση του φαρ­μά­κου και την διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας, σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση πρέ­πει να ζυ­γί­ζε­ται η σχέ­ση ό­φε­λους/ κίν­δυ­νο ό­σον α­φο­ρά την δό­ση και την διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας και την συ­χνό­τη­τα χο­ρή­γη­σης του φαρ­μά­κου (κα­θη­με­ρι­νά ή κα­τά δι­α­στή­μα­τα).
  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται στη μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τή δό­ση για τον έ­λεγ­χο του νο­σή­μα­τος στο ο­ποί­ο α­πευ­θύ­νον­ται και, ό­ταν η ε­λάτ­τω­ση της δό­σης τους εί­ναι δυ­να­τή, να γί­νε­ται βαθ­μια­ία και ό­χι α­πό­το­μα.

(ΒΛ. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΙΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ).

19.1.17   ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 

19.1.17.1   BETAMETHASONE SODIUM PHOSPHATE + BETAMETHASONE ACETATE

      Εμ­πο­ρι­κό ό­νο­μα

   Μορ­φή-πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τες

        Κα­τα­σκευα­στής 

Celestone-chronodose

Inj. Susp. 1 ml x 7 mg 

SCHERING-PLOUGH ΑΒΕΕ 

19.1.17.2  BETAMETHASONE SODIUM PHOSPHATE + BETAMETHASONE PROPIO-   NATE

      Εμ­πο­ρι­κό ό­νο­μα

   Μορ­φή-πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τες

        Κα­τα­σκευα­στής

Propiochrone

Inj. Susp. 1 ml x 7 mg

SCHERING-PLOUGH ΑΒΕΕ

19.1.17.3   BETAMETHASONE SODIUM PHOSPHATE

     Εμπορικό ό­νο­μα 

   Μορ­φή-πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τες

        Κα­τα­σκευα­στής

Betnesol

Tabl. 30 x 0,5 mg

GLAXO-WELLCOME AEBE

 

Enema 7 x 100 ml x 5 mg

 

19.1.17.4   BETAMETHASONE VALERATE

      Εμπορικό ό­νο­μα

   Μορ­φή-πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τες

        Κα­τα­σκευα­στής

Alo-haar 

Lotion 65 ml x 0.1% 

ΔΕΔΟΥΣΗ Α. ΑΕ  

Betamatic

Lotion 60 ml x 0.1% 

MEDICHROM ΑΒΕΕ 

Betnovate

Cream 25 gr x 0.1% 

GLAXO-WELLCOME AEBE 

Betnovate

Lotion 50 ml x 0.1% 

GLAXO-WELLCOME AEBE 

Betnovate

Pomm. 25 gr x 0.1% 

 

Betnovate-C

Pomm. 25gr x (0.1+3)% 

 

Betnovate-C

Cream 25 gr x (0.1+3)%

 

      Εμ­πο­ρι­κό ό­νο­μα

   Μορ­φή-πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τες

        Κα­τα­σκευα­στής

Betnovate-N 

Cream 25 gr x (0.5+0.1)%

 

Betnovate-N

Pomm. 25 gr x (0.5+0.1)%

 

BV-17

Cream 25 gr

ΔΕΔΟΥΣΗ Α. ΑΕ 

Celestoderm-V

Pomm. 15 gr x 0.1%

SCHERING-PLOUGH ΑΒΕΕ 

 

Cream 15 gr x 0.1%

 

Celestoderm-V/GA

Cream 20 gr

SCHERING-PLOUGH ΑΒΕΕ 

Flogozyme

Lotion 50 ml x 0.1%

ΝΟΡΜΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.

Fucicort

Cream 15 gr x (0.1+2)%

 ΛΕΟ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ

Galinocort

Lotion 60 ml x 0.1%

VILCO

Locason-N

Lotion 60 ml x 0.1%

PROEL

Movithiol

Cream 20 gr x 0.1%

ΦΑΡΜΑΝΙΚ

 

Lotion 50 ml x 0.1%

ΦΑΡΜΑΝΙΚ

Osmoran

Lotion 60 ml x 0.1%

RAFARM AE

Sanorvil

Lotion 70 ml x 0.1%

ΖΗΚΙΔΗΣ Ν

19.1.18   ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ

19.1.18.1   ΒΗΤΑΜΕΘΑΖΟΝΗ

Δι­σκί­α : Κά­θε δι­σκί­ο πε­ρι­έ­χει 0.6 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης.

Σι­ρό­πι : Πε­ρι­έ­χει 0.6 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης/5 ml και <1% οι­νό­πνευ­μα.

19.1.18.2    ΔΙΠΡΟΠΙΟΝΙΚΗ ΒΗΤΑΜΕΘΑΖΟΝΗ

Λο­σιόν 0.05% : Κά­θε gr πε­ρι­έ­χει 0.64 mg δι­προ­πι­ο­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης (ι­σο­δύ­να­μης με 0.5 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης), σε βά­ση α­πό ι­σο­προ­πυ­λι­κή αλ­κο­ό­λη (46.8%) και κα­θαρ­μέ­νο ύ­δωρ. Το pH προ­σεγ­γί­ζει το 4.7 με την προ­σθή­κη υ­δρο­ξει­δί­ου του να­τρί­ου.

Λο­σιόν 0.05% : Κά­θε gr Diprolene (προ­πι­ο­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης) 0.05% πε­ρι­έ­χει 0.64 mg δι­προ­πι­ο­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης (ι­σο­δύ­να­μης με 0.5 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης) σε βά­ση α­πό κα­θαρ­μέ­νο ύ­δωρ, ι­σο­προ­πυ­λι­κή αλ­κο­ό­λη (30%), υ­δρο­ξυ­προ­πυλ­κυτ­τα­ρί­νη, προ­πυ­λε­νο­γλυ­κό­λη, φω­σφο­ρι­κό νά­τριο και φω­σφο­ρι­κό ο­ξύ. Το pH προ­σεγ­γί­ζει το 4.5 με την προ­σθή­κη υ­δρο­ξει­δί­ου του να­τρί­ου.

Κρέ­μα 0.5% : Κά­θε gr Diprolene AF 0.5% πε­ρι­έ­χει 0.64 mg δι­προ­πι­ο­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης (ι­σο­δύ­να­μης με 0.5 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης) σε μα­λα­κτι­κή βά­ση α­πο­τε­λού­με­νη α­πό κα­θαρ­μέ­νο ύ­δωρ, χλω­ρο­κρε­σό­λη, προ­πυ­λε­νο­γλυ­κό­λη, λευ­κή βα­ζε­λί­νη, λευ­κό κη­ρό, κυ­κλο­με­θι­κό­νη, δι­ά­λυ­μα σορ­βι­τό­λης, γλυ­κε­ρυλ-ε­λα­ϊ­κό ά­λας, ceteareth-30, carbomer 940 και υ­δρο­ξεί­διο του να­τρί­ου.

Α­λοι­φή 0.5% : Κά­θε gr α­λοι­φής Diprolene 0.05% πε­ρι­έ­χει 0.64 mg δι­προ­πι­ο­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης (ι­σο­δύ­να­μης με 0.5 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης) σε ACTIBASE, έ­να έκ­δο­χο α­πο­τε­λού­με­νο α­πό προ­πυ­λε­νο­γλυ­κό­λη, στε­α­ρι­κή προ­πυ­λε­νο­γλυ­κό­λη, λευ­κό κη­ρό και λευ­κή βα­ζε­λί­νη.

Το­πι­κό α­ε­ρό­λυ­μα 0.1% : Πε­ρι­έ­χει 6.4 mg δι­προ­πι­ο­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης (ι­σο­δύ­να­μης με 5.0 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης) σε έκ­δο­χο α­πό ο­ρυ­κτέ­λαι­ο και κα­πρυ­λι­κό/κα­πρι­κό τρι­γλυ­κε­ρί­διο, 10% ι­σο­προ­πυ­λι­κή αλ­κο­ό­λη και α­δρα­νείς υ­δρο­γο­νάν­θρα­κες (προ­πά­νιο και ι­σο­βου­τά­νιο). Το α­ε­ρό­λυ­μα πε­ρι­έ­χει δι­προ­πι­ο­νι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη ι­σο­δύ­να­μη με 0.1% πε­ρί­που βη­τα­με­θα­ζό­νης. Ε­νας ψε­κα­σμός πα­ρέ­χει δι­προ­πι­ο­νι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη ι­σο­δύ­να­μη με 0.06 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης.

19.1.18.3   ΦΩΣΦΟΡΙΚΗ ΒΗΤΑΜΕΘΑΖΟΝΗ

Ε­ναι­ώ­ρη­μα : Εί­ναι στεί­ρο υ­δα­τι­κό δι­ά­λυ­μα να­τρι­ού­χου φω­σφο­ρι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης. Κά­θε ml πε­ρι­έ­χει 4.0 mg να­τρι­ού­χου φω­σφο­ρι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης, USP, ι­σο­δύ­να­μο με 3.0 mg αλ­κο­ο­λι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης, 10 mg δι­βα­σι­κού φω­σφο­ρι­κού να­τρί­ου, 0.1 mg δι­νά­τριου EDTA, 3.2 mg δι­θει­ϊ­κού να­τρί­ου και 5.0 mg φαι­νό­λης (σαν συν­τη­ρη­τι­κό). Το pH τρο­πο­ποι­εί­ται πε­ρί­που σε 8.5 με υ­δρο­ξεί­διο του να­τρί­ου.

19.1.18.4   ΟΞΕΙΚΗ ΒΗΤΑΜΕΘΑΖΟΝΗ

Ε­ναι­ώ­ρη­μα : Εί­ναι στεί­ρο, υ­δα­τι­κό ε­ναι­ώ­ρη­μα με pH 6.8-7.2. Κά­θε ml πε­ρι­έ­χει 3.0 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης με την μορ­φή να­τρι­ού­χου φω­σφο­ρι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης, 3.0 mg ο­ξει­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης, 7.1 mg δι­βα­σι­κού φω­σφο­ρι­κού να­τρί­ου, 3.4 mg μο­νο­βα­σι­κού φω­σφο­ρι­κού να­τρί­ου, 0.1 mg δι­νά­τριου EDTA και 0.2 mg χλω­ρι­ού­χου βεν­ζαλ­κο­νί­ου.     

19.1.18.5    ΒΑΛΕΡΙΑΝΙΚΗ ΒΗΤΑΜΕΘΑΖΟΝΗ

Κρέ­μα 0.1% : Κά­θε gr κρέ­μας πε­ρι­έ­χει 1.2 mg βα­λε­ρι­α­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης (ι­σο­δύ­να­μης με 1.0 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης) σε υ­δα­τι­κή υ­δρό­φι­λη μα­λα­κτι­κή κρέ­μα πε­ρι­έ­χου­σα ο­ρυ­κτέ­λαι­ο, λευ­κή βα­ζε­λί­νη, ceteareth-30, σε­τε­α­ρυλ-αλ­κο­ό­λη, μο­νο­βα­σι­κό φω­σφο­ρι­κό νά­τριο και φω­σφο­ρι­κό ο­ξύ, χλω­ρο­κρε­σό­λη και προ­πυ­λε­νο­γλυ­κό­λη (σαν συν­τη­ρη­τι­κά).

Κρέ­μα 0.01% : Πε­ρι­έ­χει 0.12 mg βα­λε­ρι­α­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης (ι­σο­δύ­να­μης με 0.1 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης) σε υ­δα­τι­κή υ­δρό­φι­λη μα­λα­κτι­κή κρέ­μα α­πο­τε­λού­με­νη α­πό ο­ρυ­κτέ­λαι­ο, λευ­κή βα­ζε­λί­νη, ceteareth-30, σε­τε­α­ρυλ-αλ­κο­ό­λη, μο­νο­βα­σι­κό φω­σφο­ρι­κό νά­τριο και φω­σφο­ρι­κό ο­ξύ, χλω­ρο­κρε­σό­λη και προ­πυ­λε­νο­γλυ­κό­λη σαν συν­τη­ρη­τι­κά.

Α­λοι­φή 0.1% : Κά­θε gr α­λοι­φής πε­ρι­έ­χει 1.2 mg βα­λε­ρι­α­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης (ι­σο­δύ­να­μης με 1.0 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης) σε βά­ση α­λοι­φής α­πό ο­ρυ­κτέ­λαι­ο, λευ­κή βα­ζε­λί­νη και υ­δρο­γο­νο­ποι­η­μέ­νη λα­νο­λί­νη.

Λο­σιόν 0.1% : Κά­θε gr λο­σιόν πε­ρι­έ­χει 1.2 mg βα­λε­ρι­α­νι­κής βη­τα­με­θα­ζό­νης (ι­σο­δύ­να­μης με 1.0 mg βη­τα­με­θα­ζό­νης) σε βά­ση λο­σιόν α­πό ι­σο­προ­πυ­λι­κή αλ­κο­ό­λη (47.5%) και ύ­δωρ. Το pH τρο­πο­ποι­εί­ται με υ­δρο­ξεί­διο του να­τρί­ου ώ­στε να εί­ναι πε­ρί­που 4.7.

ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΒΗΤΑΜΕΘΑΖΟΝΗΣ  

Η βη­τα­με­θα­ζό­νη δεν χρη­σι­μο­ποι­εί­ται ευ­ρέ­ως στη θε­ρα­πεί­α των ρευ­μα­τι­κών νο­ση­μά­των συ­στη­μα­τι­κά per os, αλ­λά εί­ναι έ­να α­πό τα σκευ­ά­σμα­τα ε­κλο­γής για την το­πι­κή θε­ρα­πεί­α του ε­ξω­αρ­θρι­κού ρευ­μα­τι­σμού και την εν­δαρ­θρι­κή θε­ρα­πεί­α των φλεγ­μο­νω­δών αρ­θρο­πα­θει­ών. Πάν­τως, για την εν­δαρ­θρι­κή θε­ρα­πεί­α προ­τι­μά­ται η τρι­αμ­σι­νο­λό­νη, η ο­ποί­α έ­χει με­γα­λύ­τε­ρη α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα και διά­ρκεια δρά­σης, ε­νώ η βη­τα­με­θα­ζό­νη, για το­πι­κή χο­ρή­γη­ση μέ­σα σε μα­λα­κά μό­ρια ή αλ­λοι­ώ­σεις, δε­δο­μέ­νου ό­τι συ­νο­δεύ­ε­ται λι­γό­τε­ρο συ­χνά α­πό υ­πο­δό­ρια α­τρο­φί­α και άλ­λες το­πι­κές ε­πι­πλο­κές.

19.2   ΑΔΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΟΣ ΟΡΜΟΝΗ  (ACTH - ΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΙΝΗ)

Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη εί­ναι πο­λυ­πε­πτί­διο εκ­κρι­νό­με­νο α­πό τα βα­σε­ό­φι­λα κύτ­τα­ρα του πρό­σθιου λο­βού της υ­πό­φυ­σης και πε­ρι­έ­χει 39 α­μι­νο­ξέ­α. Μό­νο τα 24 πρώ­τα α­μι­νο­ξέ­α (α­πό το Ν-τε­λι­κό ά­κρο της α­λύ­σου) α­παι­τούν­ται για πλή­ρη βι­ο­λο­γι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Η δι­α­δο­χή των 24 αυ­τών α­μι­νο­ξέ­ων εί­ναι η ί­δια στον άν­θρω­πο και τα ζώ­α (πρό­βα­τα, α­γε­λά­δες, χοί­ροι).

19.2.1   ΧΗΜΕΙΑ

Α­δε­νο­κορ­τι­κο­τρό­πος ορ­μό­νη (κορ­τι­κο­τρο­πί­νη)

Χη­μι­κός τύ­πος : H-Ser-Tyr-Ser-Met-Glu-His-Phe-Arg-Trp-Gly-Lys-Pro-Val-Gly-Lys-Lys-Arg-Arg-Pro-Val-Lys-Val-Try-Pro-Asp-Gly-Ala-Glu-Asp-Gin-Leu-Ala-Phe-Pro-Leu-Glu-Phe-Oh

Πε­ρι­γρα­φή : Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη ε­ξά­γε­ται α­πό την υ­πό­φυ­ση θη­λα­στι­κών (συ­νή­θως χοί­ρων) που χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται για την δι­α­τρο­φή του αν­θρώ­που και δι­α­τί­θε­ται στο εμ­πό­ριο σαν α­πλή και σαν βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης ε­νέ­σι­μη κορ­τι­κο­τρο­πί­νη. Έχει μο­ρια­κό βά­ρος 4.500.

Η α­πλή ε­νέ­σι­μη κορ­τι­κο­τρο­πί­νη εί­ναι λευ­κή, υ­δα­το­δι­α­λυ­τή, ά­μορ­φη ου­σί­α, η ο­ποί­α πε­ρι­έ­χει αν­τι­μι­κρο­βια­κούς πα­ρά­γον­τες, δι­α­λυ­τι­κά και ρυθ­μι­στι­κά δι­α­λύ­μα­τα. Με­τά α­πό α­να­σύ­στα­ση με στεί­ρο ε­νέ­σι­μο ύ­δωρ ή δι­ά­λυ­μα χλω­ρι­ού­χου να­τρί­ου 0.9% έ­χει pH 2.5-6.

Η βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης ε­νέ­σι­μη κορ­τι­κο­τρο­πί­νη εί­ναι δι­ά­λυ­μα με­ρι­κά υ­δρο­λυ­θεί­σας ζε­λα­τί­νης, ά­χρω­μο ή ε­λα­φρά κί­τρι­νο, αρ­κε­τά ι­ξώ­δες σε θερ­μο­κρα­σί­α δω­μα­τί­ου, τρο­πο­ποι­ού­με­νο σε pH 3-7 με υ­δρο­ξεί­διο του να­τρί­ου ή/και ο­ξει­κό ο­ξύ και μπο­ρεί να πε­ρι­έ­χει αν­τι­μι­κρο­βια­κό πα­ρά­γον­τα.

19.2.2   ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ

Η ACTH δι­ε­γεί­ρει τον φλοι­ό των ε­πι­νε­φρι­δί­ων για να εκ­κρί­νει κορ­τι­ζό­λη, κορ­τι­κο­στε­ρό­νη, αλ­δο­στε­ρό­νη και δι­ά­φο­ρες α­σθε­νείς αν­δρο­γό­νες ου­σί­ες, δηλ. έ­χει φυ­σι­ο­λο­γι­κές δρά­σεις πα­ρό­μοι­ες με της κορ­τι­ζό­νης. Χο­ρη­γού­με­νη μα­κρο­χρό­νια και σε με­γά­λες δό­σεις προ­κα­λεί υ­περ­πλα­σί­α του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων και α­δι­ά­λει­πτη έκ­κρι­ση με­γά­λων δό­σε­ων κορ­τι­ζό­λης και κορ­τι­κο­στε­ρό­νης και α­σθε­νών αν­δρο­γό­νων.

Η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της ACTH ε­πη­ρε­ά­ζε­ται α­πό το νευ­ρι­κό σύ­στη­μα μέ­σω της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης της εκ­κρι­νό­με­νης α­πό τον υ­πο­θά­λα­μο και μέ­σω αρ­νη­τι­κού μη­χα­νι­σμού α­νά­δρα­σης (feed back). Η αύ­ξη­ση των ε­πι­πέ­δων της κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα κα­τα­στέλ­λει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της ACTH. Οι τρο­φι­κές δρά­σεις της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης στο φλοι­ό των ε­πι­νε­φρι­δί­ων φαί­νε­ται ό­τι ε­ξαρ­τών­ται α­πό την cAMP.

Η ACTH ε­ξα­φα­νί­ζε­ται τα­χέ­ως α­πό την κυ­κλο­φο­ρί­α με­τά την εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­σή της. Στον άν­θρω­πο, ο μέ­σος t(1/2) της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης στο πλά­σμα εί­ναι πε­ρί­που 15’ . Σε στα­θε­ρές δό­σεις, η έκ­κρι­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης α­πό τον φλοι­ό των ε­πι­νε­φρι­δί­ων αυ­ξά­νε­ται γραμ­μι­κά ό­σο αυ­ξά­νε­ται η διά­ρκεια της έγ­χυ­σης.

Η ε­ξω­γε­νώς χο­ρη­γού­με­νη κορ­τι­κο­τρο­πί­νη δι­α­θέ­τει ό­λες τις φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις της εν­δο­γε­νούς κορ­τι­κο­τρο­πί­νης. Σε α­σθε­νείς με φυ­σι­ο­λο­γι­κή φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή λει­τουρ­γί­α, η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη δι­ε­γεί­ρει τον φλοι­ό των ε­πι­νε­φρι­δί­ων για έκ­κρι­ση κορ­τι­ζό­λης, κορ­τι­κο­στε­ρό­νης, α­σθε­νών αν­δρο­γό­νων ου­σι­ών και, σε πο­λύ μι­κρό βαθ­μό, αλ­δο­στε­ρό­νης. H κορ­τι­ζό­λη έ­χει μι­κρή α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δή δρά­ση, γι΄ αυ­τό και μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει κα­τα­κρά­τη­ση να­τρί­ου, οί­δη­μα και υ­πέρ­τα­ση.

Η ε­ξω­γε­νώς χο­ρη­γού­με­νη κορ­τι­κο­τρο­πί­νη κα­τα­στέλ­λει την εν­δο­γε­νή α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης α­πό την υ­πό­φυ­ση. Ε­άν χο­ρη­γη­θεί μα­κρο­χρό­νια μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει υ­περ­πλα­σί­α του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων και μεί­ω­ση της ι­κα­νό­τη­τας α­πάν­τη­σης του υ­πο­θα­λα­μο-υ­πο­φυ­σιο-ε­πι­νε­φρι­δια­κού ά­ξο­να σε stress λό­γω κα­τα­στο­λής της δρα­στη­ρι­ό­τη­τας του συ­στή­μα­τος υ­πο­θα­λά­μου-υ­πό­φυ­σης.

Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη, χο­ρη­γού­με­νη μα­κρο­χρό­νια, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει κα­τα­στο­λή του ά­ξο­να πα­ρό­μοι­α με την προ­κα­λού­με­νη α­πό κα­τα­σταλ­τι­κές δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών, εκ­δη­λώ­σεις τύ­που Cushing και α­πάν­τη­ση σε stress α­νά­λο­γη με την πα­ρα­τη­ρού­με­νη σε α­σθε­νείς με πρω­το­πα­θή α­νε­πάρ­κεια του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων. Σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ά­το­μα, ο βαθ­μός α­πε­λευ­θέ­ρω­σης της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης α­πό τον πρό­σθιο λο­βό της υ­πό­φυ­σης κα­θο­ρί­ζε­ται α­πό την ι­σορ­ρο­πί­α των α­να­σταλ­τι­κών δρά­σε­ων των εκ­κρί­σε­ων του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων στις υ­πο­φυ­σια­κές και δι­ε­γερ­τι­κές δρά­σεις του νευ­ρι­κού συ­στή­μα­τος.

Σε α­πάν­τη­ση σε νευ­ρο­γε­νή ε­ρε­θί­σμα­τα, ο πα­ρά­γον­τας α­πε­λευ­θέ­ρω­σης της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης (CRF) εκ­κρί­νε­ται α­πό τα νευ­ρω­νι­κά ά­κρα του υ­πο­θά­λα­μου και με­τα­φέ­ρε­ται στα πυ­λαί­α αγ­γεί­α του πρό­σθιου λο­βού της υ­πό­φυ­σης, ό­που α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη. Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη, μέ­σω της cAMP, ε­λέγ­χει το αρ­χι­κό βή­μα στη δη­μι­ουρ­γί­α των στε­ρο­ει­δών α­πό την χο­λη­στε­ρό­λη και ο­δη­γεί στη σύν­θε­ση των φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κών ορ­μο­νών και δι­ε­γεί­ρει την α­νά­πτυ­ξη του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων. Σε με­γά­λες συγ­κεν­τρώ­σεις, μπο­ρεί να δι­ε­γεί­ρει τα με­λα­νο­κύτ­τα­ρα και να ε­νερ­γο­ποι­ή­σει την ι­στι­κή λι­πά­ση.

Ό­ταν χο­ρη­γεί­ται για με­γά­λα χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα, η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί να κα­τα­στεί­λει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης α­πό την υ­πό­φυ­ση και να προ­κα­λέ­σει α­νε­πάρ­κεια του υ­πο­θα­λά­μου και της υ­πό­φυ­σης.

Σε αν­τί­θε­ση με τα κορ­τι­κο­ει­δή, η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη προ­κα­λεί υ­περ­πλα­σί­α, πα­ρά α­τρο­φί­α, του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων. Ο βαθ­μός και η διά­ρκεια της α­νε­πάρ­κειας του υ­πο­θα­λά­μου- υ­πό­φυ­σης η προ­κα­λού­με­νη α­πό την κορ­τι­κο­τρο­πί­νη ποι­κίλ­λει σε με­γά­λο βαθ­μό με­τα­ξύ των α­σθε­νών και ε­ξαρ­τά­ται α­πό την δό­ση, την συ­χνό­τη­τα και τον χρό­νο χο­ρή­γη­σης και την διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας.

ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ – ΤΡΟΠΟΣ ΔΡΑΣΗΣ ΚΟΡΤΙΖΟΛΗΣ

Αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δεις δρά­σεις

  • Προ­λα­βαί­νει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της ό­ξι­νης υ­δρο­λά­σης α­πό τα λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια
  • Α­να­στέλ­λει την συγ­κέν­τρω­ση των μα­κρο­φά­γων στις πε­ρι­ο­χές της φλεγ­μο­νής
  • Μει­ώ­νει την συγ­κόλ­λη­ση των λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων στο εν­δο­θή­λιο των τρι­χο­ει­δών
  • Μει­ώ­νει την δι­α­πε­ρα­τό­τη­τα του τοι­χώ­μα­τος των τρι­χο­ει­δών και τον σχη­μα­τι­σμό οι­δή­μα­τος
  • Μει­ώ­νει τα ε­πί­πε­δα των συ­στα­τι­κών του συμ­πλη­ρώ­μα­τος
  • Αν­τα­γω­νί­ζε­ται την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα της ι­στα­μί­νης και την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της κι­νί­νης α­πό τα υ­πο­κα­τά­στα­τα
  • Μει­ώ­νει τον πολ­λα­πλα­σια­σμό των ι­νο­βλα­στών, την ε­να­πό­θε­ση κολ­λα­γό­νου και τον σχη­μα­τι­σμό ου­λής

Α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές δρά­σεις

  • Κα­τα­στέλ­λει την α­νο­σο­α­πάν­τη­ση μει­ώ­νον­τας την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα και τον όγ­κο του λεμ­φι­κού συ­στή­μα­τος
  • Προ­κα­λεί λεμ­φο­κυτ­τα­ρο­πε­νί­α
  • Μει­ώ­νει τις συγ­κεν­τρώ­σεις του συμ­πλη­ρώ­μα­τος
  • Μει­ώ­νει την δι­έ­λευ­ση των α­νο­σο­συμ­πλεγ­μά­των μέ­σω των βα­σι­κών μεμ­βρα­νών
  • Κα­τα­στέλ­λει την αν­τι­δρα­στι­κό­τη­τα των ι­στών στις αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις αν­τι­γό­νου-αν­τι­σώ­μα­τος.

Άλ­λες

  • Δι­ε­γεί­ρει τα ε­ρυ­θρο­ει­δή κύτ­τα­ρα του μυ­ε­λού των ο­στών
  • Πα­ρα­τεί­νει την διά­ρκεια ε­πι­βί­ω­σης των ε­ρυ­θρών αι­μο­σφαι­ρί­ων και των αι­μο­πε­τα­λί­ων
  • Προ­κα­λεί ου­δε­τε­ρο­φι­λί­α και η­ω­σι­νο­πε­νί­α.

19.2.3   ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑ

Στα ζώ­α : Δεν έ­χουν γί­νει ε­παρ­κείς και κα­λά ε­λεγ­χό­με­νες με­λέ­τες.

Στον άν­θρω­πο : Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη δεν συν­δέ­ε­ται με αυ­ξη­μέ­νη συ­χνό­τη­τα κα­κο­ή­θων νο­ση­μά­των.

19.2.4   ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ

Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη, με­τά την per os χο­ρή­γη­σή της, α­δρα­νο­ποι­εί­ται α­πό τα πρω­τε­ο­λυ­τι­κά έν­ζυ­μα του γα­στρεν­τε­ρι­κού σω­λή­να. Με­τά α­πό την ενδομυϊκή χο­ρή­γη­σή της, η α­πλή κορ­τι­κο­τρο­πί­νη α­πορ­ρο­φά­ται τα­χέ­ως, ε­νώ η βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης, σε δι­ά­στη­μα 8-16 ω­ρών. Σε ε­νή­λι­κες με φυ­σι­ο­λο­γι­κή φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή λει­τουρ­γί­α, η μέ­γι­στη δι­έ­γερ­ση του φλοι­ού πα­ρα­τη­ρεί­ται συ­νή­θως με­τά α­πό την εν­δο­φλέ­βια έγ­χυ­ση 1-6 μο­νά­δων ε­νέ­σι­μης κορ­τι­κο­τρο­πί­νης σε δι­ά­στη­μα 8 ω­ρών.

Η αύ­ξη­ση της ενδομυϊκά ή εν­δο­φλέ­βια χο­ρη­γού­με­νης δό­σης της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό αύ­ξη­ση της διά­ρκειας δρά­σης. Οι ε­πα­νει­λημ­μέ­νες εν­δο­φλέ­βι­ες εγ­χύ­σεις κορ­τι­κο­τρο­πί­νης σε δι­ά­στη­μα 8 ω­ρών αυ­ξά­νουν την απαντησιμότητα του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων σε πε­ραι­τέ­ρω δι­έ­γερ­ση. Τα ά­το­μα με φυ­σι­ο­λο­γι­κή φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή λει­τουρ­γί­α, με­τά α­πό την ενδομυϊκή χο­ρή­γη­ση 100 μο­νά­δων κορ­τι­κο­τρο­πί­νης βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης, α­πεκ­κρί­νουν πε­ρί­που 100 mg κορ­τι­ζό­λης σε δι­ά­στη­μα 16 ω­ρών.

Σε ά­το­μα με φυ­σι­ο­λο­γι­κή φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή λει­τουρ­γί­α, με­τά α­πό την ενδομυϊκή ή τα­χεί­α ά­με­ση εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­ση 25 μο­νά­δων ε­νέ­σι­μης κορ­τι­κο­τρο­πί­νης, η κορ­τι­ζό­λη φθά­νει σε μέ­γι­στες συγ­κεν­τρώ­σεις στο πλά­σμα με­τά α­πό μί­αν ώ­ρα, οι ο­ποί­ες αρ­χί­ζουν να μει­ώ­νον­ται με­τά α­πό 2 ώ­ρε­ς. Σε υ­γι­ή ά­το­μα, με­τά α­πό την υ­πο­δό­ρια έ­νε­ση 80 μο­νά­δων κορ­τι­κο­τρο­πί­νης βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης, οι συγ­κεν­τρώ­σεις των 17-OHCS στο πλά­σμα φθά­νουν σε μέ­γι­στο ύ­ψος με­τά α­πό 3-12 ώ­ρες και σε βα­σι­κό ύ­ψος, με­τά α­πό 10-25 ώ­ρες.

Σε υ­γι­ή ά­το­μα, οι συγ­κεν­τρώ­σεις της εν­δο­γε­νούς κορ­τι­κο­τρο­πί­νης στο πλά­σμα εί­ναι υ­ψη­λές το πρω­ί και χα­μη­λές το α­πό­γευ­μα. Στη διά­ρκεια της α­νά­παυ­σης, οι συγ­κεν­τρώ­σεις της εν­δο­γε­νούς κορ­τι­κο­τρο­πί­νης στο πλά­σμα τις πρω­ι­νές ώ­ρες α­νέρ­χον­ται σε 5-95 pg/ml. Σε ά­το­μα με φυ­σι­ο­λο­γι­κό ά­ξο­να, οι δρα­στη­ρι­ό­τη­τες ή το stress αυ­ξά­νουν τις συγ­κεν­τρώ­σεις στο πλά­σμα σε 200-600 pg/ml.

Στην κυ­κλο­φο­ρί­α, η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη με­τα­φέ­ρε­ται με τα πρω­τε­ϊ­νι­κά κλά­σμα­τα ΙΙ και ΙΙΙ. Η α­κρι­βής κα­τα­νο­μή και με­τα­βο­λι­κή α­πο­βο­λή της δεν εί­ναι γνω­στή, αλ­λά η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη με­τα­κι­νεί­ται τα­χέ­ως α­πό το πλά­σμα α­πό πολ­λούς ι­στούς. Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη προ­φα­νώς δεν δι­έρ­χε­ται τον πλα­κούν­τα. Η κυ­κλο­φο­ρού­σα κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί να δι­α­χω­ρι­σθεί εν­ζυ­μι­κά στον δε­σμό 16-17 της αρ­γι­νί­νης α­πό το σύ­στη­μα πλα­σμί­νης-πλα­σμι­νο­γό­νου.

Ο με­τα­βο­λι­σμός της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης εί­ναι ά­γνω­στος.

19.2.5  ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ - ΤΟΞΙ­ΚΟΤΗΤΑ

Δεν έ­χει α­να­φερ­θεί.

19.2.6   ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

19.2.6.1   ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Αλ­δεσ­λευ­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την αν­τι­νε­ο­πλα­σμα­τι­κή δρά­ση, αλ­λά και τις ε­πι­πλο­κές (πυ­ρε­τός, νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια, υ­περ­χο­λε­ρυ­θρι­ναι­μί­α, σύγ­χυ­ση, δύ­σπνοι­α), της αλ­δεσ­λευ­κί­νης.

Συ­στά­σεις : Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να α­πο­φεύ­γον­ται σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με αλ­δεσ­λευ­κί­νη.

Αν­τι­δι­α­βη­τι­κά, αν­τι­ϋ­περ­τα­σι­κά ή αν­τι­γλαυ­κω­μα­τι­κά φάρ­μα­κα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τις α­παι­τή­σεις για ιν­σου­λί­νη ή υ­πο­γλυ­και­μι­κούς per os πα­ρά­γον­τες, αν­τι­ϋ­περ­τα­σι­κά ή αν­τι­γλαυ­κω­μα­τι­κά φάρ­μα­κα. Η μα­κρο­χρό­νια θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή συ­χνά συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό αν­τί­στα­ση στην ιν­σου­λί­νη.

Συ­στά­σεις :

  • Το σάκ­χα­ρο του αί­μα­τος πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται συ­χνά και η δό­ση των per os αν­τι­δι­α­βη­τι­κών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν τα κορ­τι­κο­ει­δή προ­στί­θεν­ται στη θε­ρα­πεί­α, δι­α­κό­πτον­ται ή τρο­πο­ποι­εί­ται η δό­ση τους.
  • Οι δι­α­βη­τι­κοί που θε­ρα­πεύ­ον­ται με ιν­σου­λί­νη μπο­ρεί να χρεια­σθούν αύ­ξη­ση της δό­σης της ιν­σου­λί­νης ό­ταν στη θε­ρα­πεί­α προ­στί­θεν­ται κορ­τι­κο­ει­δή. Η δό­ση της ιν­σου­λί­νης πρέ­πει να μει­ώ­νε­ται με­τά την δι­α­κο­πή του κορ­τι­κο­ει­δούς. 

Αν­τι­πη­κτι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση των αν­τι­πη­κτι­κών με τα κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι α­πρό­βλε­πτη. Τα κορ­τι­κο­ει­δή άλ­λο­τε αυ­ξά­νουν και άλ­λο­τε ε­λατ­τώ­νουν την δρά­ση τους. Α­κό­μα, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν αι­μορ­ρα­γί­α, δε­δο­μέ­νου ό­τι έ­χουν α­νά­στρο­φη δρά­ση στην α­κε­ραι­ό­τη­τα του τοι­χώ­μα­τος των αγ­γεί­ων και στη λει­τουρ­γί­α των αι­μο­πε­τα­λί­ων.

Συ­στά­σεις : Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με αν­τι­πη­κτι­κά, η δό­ση τους πρέ­πει να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν τα κορ­τι­κο­ει­δή προ­στί­θεν­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτον­ται και οι ερ­γα­στη­ρια­κοί δεί­κτες της πή­ξης του αί­μα­τος να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται τα­κτι­κά, ώ­στε να δι­α­τη­ρη­θεί το ε­πι­θυ­μη­τό αν­τι­πη­κτι­κό α­πο­τέ­λε­σμα.

Αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κοί πα­ρά­γον­τες

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Σε α­σθε­νείς με βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να ε­ξα­σθε­νή­σουν τις α­να­με­νό­με­νες δρά­σεις των αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κών φαρ­μά­κων (αμ­πε­νό­νιο, νε­ο­στιγ­μί­νη, πυ­ρι­δο­στιγ­μί­νη και πι­θα­νώς ορ­γα­νο­φω­σφο­ρι­κά αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κά πα­ρα­σι­το­κτό­να), προ­κα­λών­τας έν­το­νη α­δυ­να­μί­α. Οι δρά­σεις των αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κών φαρ­μά­κων μπο­ρεί να αυ­ξη­θούν με­τά την δι­α­κο­πή των κορ­τι­κο­ει­δών.

Μη­χα­νι­σμός : Ο μη­χα­νι­σμός της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής εί­ναι ά­γνω­στος. 

Συ­στά­σεις :

  • Ε­άν εί­ναι δυ­να­τόν, τα αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κά φάρ­μα­κα πρέ­πει να α­πο­σύ­ρον­ται του­λά­χι­στον 24 ώ­ρες πριν α­πό την έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με κορ­τι­κο­ει­δή.
  • Ε­άν η συγ­χο­ρή­γη­σή τους με κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι θε­ρα­πευ­τι­κά α­πα­ραί­τη­τη, πρέ­πει να γί­νε­ται κά­τω α­πό προ­σε­κτι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση.
  • Ε­άν εμ­φα­νι­σθεί α­να­πνευ­στι­κή κα­τα­στο­λή, πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μη­χα­νι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη, ε­άν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το. 

Βαρ­βι­του­ρι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα βαρ­βι­του­ρι­κά μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τον με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών ε­νερ­γο­ποι­ών­τας τα η­πα­τι­κά μι­κρο­σω­μι­κά έν­ζυ­μα, και ε­πο­μέ­νως να ε­ξα­σθε­νή­σουν τις φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών, και να προ­κα­λέ­σουν έ­ξαρ­ση της νό­σου για την ο­ποί­α τα κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γούν­ται. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να πα­ρα­τη­ρη­θεί αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή των βαρ­βι­του­ρι­κών.

Συ­στά­σεις :

  • Ε­άν η ταυ­τό­χρο­νη θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή και βαρ­βι­του­ρι­κά εί­ναι α­να­πό­φευ­κτη, μπο­ρεί να χρεια­σθεί αύ­ξη­ση της δό­σης του κορ­τι­κο­ει­δούς.
  • Ε­άν τα δύ­ο αυ­τά φάρ­μα­κα χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται ταυ­τό­χρο­να και η κα­τά­στα­ση του α­σθε­νούς στα­θε­ρο­ποι­η­θεί, μπο­ρεί να χρεια­σθεί ε­λάτ­τω­ση της δό­σης του κορ­τι­κο­ει­δούς με­τά την δι­α­κο­πή των βαρ­βι­του­ρι­κών.

Γεν­νη­τι­κές ορ­μό­νες

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα αν­τι­συλ­λη­πτι­κά per os και τα οι­στρο­γό­να α­να­στέλ­λουν τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό με­ρι­κών κορ­τι­κο­ει­δών, ό­πως και της εν­δο­γε­νούς κορ­τι­ζό­λης. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις θε­ρα­πευ­τι­κές, αλ­λά και τις το­ξι­κές, δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για ση­μεί­α το­ξι­κό­τη­τας α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή και να μει­ώ­νε­ται η δό­ση του κορ­τι­κο­ει­δούς, ε­άν χρει­ά­ζε­ται.

Ιν­δο­με­θα­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ιν­δο­με­θα­κί­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει την συ­χνό­τη­τα ή/και βα­ρύ­τη­τα α­νά­πτυ­ξης γα­στρεν­τε­ρι­κού έλ­κους σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για ση­μεί­α γα­στρεν­τε­ρι­κού έλ­κους και η δό­ση τους να τρο­πο­ποι­εί­ται, ε­άν χρει­ά­ζε­ται.

Ι­σο­νι­α­ζί­δη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό ή την νε­φρι­κή κά­θαρ­ση, και ε­πο­μέ­νως να μει­ώ­σουν την αν­τι­φυ­μα­τι­κή δρά­ση, της ι­σο­νι­α­ζί­δης
  • Η ι­σο­νι­α­ζί­δη μπο­ρεί να μει­ώ­σει τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Ε­άν υ­πάρ­χουν εν­δεί­ξεις αλ­λη­λε­πί­δρα­σης με­τα­ξύ κορ­τι­κο­ει­δών-ι­σο­νι­α­ζί­δης, μπο­ρεί να χρεια­σθεί τρο­πο­ποί­η­ση της δό­σης του ε­νός ή και των δύ­ο φαρ­μά­κων. 

Ι­τρα­κο­να­ζό­λη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ι­τρα­κο­να­ζό­λη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις συγ­κεν­τρώ­σεις στο πλά­σμα, και ε­πο­μέ­νως τις ε­πι­πλο­κές (μυ­ο­πά­θεια, μυϊκή α­δυ­να­μί­α, δυ­σα­νε­ξί­α στη γλυ­κό­ζη), των κορ­τι­κο­ει­δών.

Μη­χα­νι­σμός : Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή ο­φεί­λε­ται σε α­να­στο­λή του κυ­το­χρώ­μα­τος P450 3A4 α­πό την ι­τρα­κο­να­ζό­λη.

Συ­στά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή, ε­άν εί­ναι α­πα­ραί­τη­τα σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με ι­τρα­κο­να­ζό­λη, μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θούν σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση.
  • Οι α­σθε­νείς που αρ­χί­ζουν ή δι­α­κό­πτουν την θε­ρα­πεί­α με ι­τρα­κο­να­ζό­λη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται μή­πως εμ­φα­νί­σουν εκ­δη­λώ­σεις το­ξι­κό­τη­τας και να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών

Κα­λι­ο­πε­νι­κά φάρ­μα­κα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κα­λι­ο­πε­νι­κά δι­ου­ρη­τι­κά (θει­α­ζί­δες, φου­ρο­σε­μί­δη, αι­θα­κρυ­νι­κό ο­ξύ) και άλ­λα κα­λι­ο­πε­νι­κά φάρ­μα­κα, ό­πως η αμ­φο­τε­ρι­κί­νη Β, μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν την κα­λι­ο­πε­νι­κή δρά­ση των γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Το κά­λιο του ο­ρού πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή ταυ­τό­χρο­να με κα­λι­ο­πε­νι­κά φάρ­μα­κα.

Καρ­δι­ο­το­νω­τι­κά

Η υ­πο­κα­λι­αι­μί­α η προ­κα­λού­με­νη α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε το­ξι­κό­τη­τα α­πό καρ­δι­ο­το­νω­τι­κά. 

Κε­το­κο­να­ζό­λη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η κε­το­κο­να­ζό­λη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις κα­τα­σταλ­τι­κές δρά­σεις στα ε­πι­νε­φρί­δια και πι­θα­νώς την το­ξι­κό­τη­τα των κορ­τι­κο­ει­δών.

Μη­χα­νι­σμός : Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να ο­φεί­λε­ται σε α­να­στο­λή του κυ­το­χρώ­μα­τος P450 3A4 α­πό την κε­το­κο­να­ζό­λη.

Συ­στά­σεις : 

  • Ο συν­δυα­σμός της κε­το­κο­να­ζό­λης με κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται. Ε­άν ό­μως εί­ναι α­πα­ραί­τη­τος, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θούν σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση.
  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται για ση­μεί­α το­ξι­κό­τη­τας α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή και η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν η κε­το­κο­να­ζό­λη προ­στί­θε­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτε­ται.

Κυ­κλο­σπο­ρί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η κυ­κλο­σπο­ρί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει σπα­σμούς σε ε­νή­λι­κες και παι­διά θε­ρα­πευ­ό­με­να με με­γά­λες δό­σεις γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών, πι­θα­νώς λό­γω αν­τα­γω­νι­στι­κής α­να­στο­λής των η­πα­τι­κών μι­κρο­σω­μι­κών εν­ζύ­μων.
  • Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κυ­κλο­σπο­ρί­νη ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή, οι α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές δρά­σεις της κυ­κλο­σπο­ρί­νης, ό­πως και οι θε­ρα­πευ­τι­κές και το­ξι­κές δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών, μπο­ρεί να αυ­ξη­θούν. Αν και ο συν­δυα­σμός αυ­τός μπο­ρεί να εί­ναι ω­φέ­λι­μος σε λή­πτες μο­σχευ­μά­των, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο το­ξι­κός.

Συ­στά­σεις :

  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή και κυ­κλο­σπο­ρί­νη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για­τί μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σουν αυ­ξη­μέ­νη αν­τα­πό­κρι­ση και στα δύ­ο αυ­τά φάρ­μα­κα.
  • Ε­άν υ­πάρ­χει υ­πό­νοι­α αλ­λη­λε­πί­δρα­σης των δύ­ο αυ­τών φαρ­μά­κων, η δό­ση του ε­νός ή και των δύ­ο μπο­ρεί να χρεια­σθεί να μει­ω­θεί.

Κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να τρο­πο­ποι­ή­σουν τις α­να­με­νό­με­νες δρά­σεις της κυ­κλο­φω­σφα­μί­δης και να α­να­στεί­λουν τα η­πα­τι­κά μι­κρο­σω­μι­κά έν­ζυ­μα τα ο­ποί­α ε­νερ­γο­ποι­ούν την κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη στους αλ­κυ­λι­ω­τι­κούς της με­τα­βο­λί­τες.
  • Η κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη μπο­ρεί να ε­νερ­γο­ποι­ή­σει τον δι­κό της με­τα­βο­λι­σμό και των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Ό­ταν η κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη συγ­χο­ρη­γεί­ται με κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη ό­τι η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της μπο­ρεί να μει­ω­θεί.

Μη α­πο­πο­λω­τι­κά φάρ­μα­κα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να δυ­νη­τι­κο­ποι­ή­σουν ή να α­να­στεί­λουν τις νευ­ρο­μυϊ­κές α­να­σταλ­τι­κές δρά­σεις των μη α­πο­πο­λω­τι­κών μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κών φαρ­μά­κων.

Μη­χα­νι­σμός : Εί­ναι ά­γνω­στος.

Συ­στά­σεις : Η συγ­χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με μη α­πο­πο­λω­τι­κούς πα­ρά­γον­τες πρέ­πει να γί­νε­ται με προ­σο­χή, για­τί μπο­ρεί να συ­νο­δευ­θεί α­πό α­πρό­βλε­πτες α­νε­πι­θύ­μη­τες ε­νέρ­γει­ες. 

Μι­φε­πρι­στό­νη

Οι κα­τα­σκευα­στές του φαρ­μά­κου α­πο­τρέ­πουν την χρή­ση του σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους μα­κρο­χρό­νια με κορ­τι­κο­ει­δή. Οι κλι­νι­κές δρά­σεις και ο μη­χα­νι­σμός της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής εί­ναι ά­γνω­στες.

Ξαν­θί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με πα­ρά­γω­γα της θε­ο­φυλ­λί­νης μπο­ρεί να τρο­πο­ποι­ή­σει την α­να­με­νό­με­νη φαρ­μα­κο­λο­γι­κή δρά­ση του ε­νός ή και των δύ­ο φαρ­μά­κων.

Μη­χα­νι­σμός : E­ί­ναι ά­γνω­στος.

Συ­στά­σεις : Ε­άν η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με πα­ρά­γω­γα της θε­ο­φυλ­λί­νης συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό αυ­ξη­μέ­νη το­ξι­κό­τη­τα, τα ε­πί­πε­δά των φαρ­μά­κων αυ­τών στον ο­ρό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται και η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα.

Παν­κου­ρό­νιο

Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να α­να­στρέ­ψουν την δέ­σμευ­ση των νευ­ρο­μυϊ­κών υ­πο­δο­χέ­ων α­πό το παν­κου­ρό­νιο (Meyers EF, 1977; Laflin MJ, 1977).  

Ρι­φαμ­που­τί­νη - ρι­φαμ­πι­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ρι­φαμ­που­τί­νη και η ρι­φαμ­πι­κί­νη μπο­ρεί να ε­νερ­γο­ποι­ή­σουν τα η­πα­τι­κά μι­κρο­σω­μι­κά έν­ζυ­μα που δι­ε­γεί­ρουν τον με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών, ο­δη­γών­τας σε ε­ξα­σθέ­νη­ση των φαρ­μα­κο­λο­γι­κών δρά­σε­ων των κορ­τι­κο­ει­δών και πι­θα­νώς έ­ξαρ­ση της νό­σου για την ο­ποί­α τα κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γούν­ται, α­κό­μα και αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή τους.

Συ­στά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να προ­στί­θεν­ται με προ­σο­χή και η δό­ση τους να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα σε α­σθε­νείς που αρ­χί­ζουν ή δι­α­κό­πτουν την θε­ρα­πεί­α με ρι­φαμ­που­τί­νη ή ρι­φαμ­πι­κί­νη

  • Σε α­σθε­νείς που αρ­χί­ζουν θε­ρα­πεί­α με ρι­φαμ­που­τί­νη ή ρι­φαμ­πι­κί­νη τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται σε δι­πλά­σια δό­ση.

Ρι­φα­πεν­τί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η ρι­φα­πεν­τί­νη ε­νερ­γο­ποι­εί το κυ­τό­χρω­μα P450 3A4 και P450 2C8/9 και μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον με­τα­βο­λι­σμό άλ­λων συγ­χο­ρη­γού­με­νων φαρ­μά­κων που με­τα­βο­λί­ζον­ται με τα έν­ζυ­μα αυ­τά. Η δυ­νη­τι­κό­τη­τα ε­νερ­γο­ποί­η­σης των εν­ζύ­μων α­πό την ρι­φα­πεν­τί­νη μπο­ρεί να εί­ναι μι­κρό­τε­ρη α­πό την ρι­φαμ­πι­κί­νη, αλ­λά ι­σχυ­ρό­τε­ρη α­πό την ρι­φαμ­που­τί­νη.
  • Η ρι­φα­πεν­τί­νη μπο­ρεί να ε­πι­τα­χύ­νει τον με­τα­βο­λι­σμό και να μει­ώ­σει την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Ε­άν η συγ­χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με ρι­φα­πεν­τί­νη εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη, μπο­ρεί να χρεια­σθεί τρο­πο­ποί­η­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών. 

Σα­λι­κυ­λι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να δυ­νη­τι­κο­ποι­ή­σουν τις ελ­κο­γό­νες ι­δι­ό­τη­τες της α­σπι­ρί­νης, ό­πως και άλ­λων ΜΣΑΦ.
  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν την κά­θαρ­ση της α­σπι­ρί­νης σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους μα­κρο­χρό­νια με με­γά­λες δό­σεις σα­λι­κυ­λι­κών. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε ε­λάτ­τω­ση των συγ­κεν­τρώ­σε­ων των σα­λι­κυ­λι­κών στον ο­ρό ή αύ­ξη­ση του κιν­δύ­νου το­ξι­κό­τη­τας α­πό τα σα­λι­κυ­λι­κά με­τά την δι­α­κο­πή των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις :

  • Η δό­ση των σα­λι­κυ­λι­κών πρέ­πει να αυ­ξά­νε­ται ό­ταν στη θε­ρα­πεί­α προ­στί­θεν­ται κορ­τι­κο­ει­δή και να μει­ώ­νε­ται με­τά την δι­α­κο­πή των κορ­τι­κο­ει­δών.
  • Η α­σπι­ρί­νη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μί­α θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή.

Υ­δαν­τοΐνες

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Οι υ­δαν­τοΐνες μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα των κορ­τι­κο­ει­δών. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή φαί­νε­ται ό­τι ο­φεί­λε­ται σε ε­νερ­γο­ποί­η­ση των μι­κρο­σω­μι­κών η­πα­τι­κών εν­ζύ­μων α­πό τις υ­δαν­τοΐνες, η ο­ποί­α ο­δη­γεί σε αύ­ξη­ση του η­πα­τι­κού με­τα­βο­λι­σμού των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή ταυ­τό­χρο­να με υ­δαν­τοΐνες πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται η θε­ρα­πευ­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση στα κορ­τι­κο­ει­δή και να αυ­ξά­νε­ται, ε­άν χρει­ά­ζε­ται, η δό­ση τους.

Φαι­νυ­τοΐνη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η φαι­νυ­τοΐνη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον με­τα­βο­λι­σμό των στε­ρο­ει­δών ε­νερ­γο­ποι­ών­τας τα η­πα­τι­κά έν­ζυ­μα και ε­πο­μέ­νως να μει­ώ­σει την θε­ρα­πευ­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση στα κορ­τι­κο­ει­δή. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να πα­ρα­τη­ρη­θεί αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή της φαι­νυ­τοί­νης.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που παίρ­νουν φαι­νυ­τοΐνη μπο­ρεί να χρεια­σθούν αυ­ξη­μέ­νες δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών για να έ­χουν τα α­να­με­νό­με­να α­πο­τε­λέ­σμα­τα, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται η αν­τα­πό­κρι­ση στα κορ­τι­κο­ει­δή και να τρο­πο­ποι­εί­ται η δό­ση τους α­νά­λο­γα.

19.2.6.2   ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

19.2.6.2.1   ΣΤΟΝ ΟΡΟ

α)   Ε­λάτ­τω­ση

  • Α­σβέ­στιο
  • Κα­τα­κρά­τη­ση Ι-131
  • PBI
  • Κά­λιο
  • Τ4
  • Ου­ρι­κό ο­ξύ
  • Ψευ­δάρ­γυ­ρος
  • Χο­λη­στε­ρό­λη
  • Κορ­τι­ζό­λη
  • CPK
  • Γλυ­κό­ζη
  • Νά­τριο
  • Ο­λι­κές πρωτεΐνες
  • Τρι­γλυ­κε­ρί­δια
  • 17-κε­το­στε­ρο­ει­δή
  • 17-OHCS
  • Α­σβέ­στιο
  • Γλυ­κό­ζη
  • Άζωτο
  • Κά­λιο
  • Ου­ρι­κό ο­ξύ
  • Βι­τα­μί­νη C
  • Ψευ­δάρ­γυ­ρος.

β)   Αύ­ξη­ση

19.2.6.2.2   ΣΤΑ ΟΥΡΑ

α)   Ε­λάτ­τω­ση

β)   Αύ­ξη­ση

3.  ΑΛΛΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν την α­πο­βο­λή του α­σκορ­βι­κού ο­ξέ­ος, του ψευ­δαρ­γύ­ρου και του α­ζώ­του α­πό τα ού­ρα και ε­πο­μέ­νως τις α­νάγ­κες του ορ­γα­νι­σμού σε πυ­ρι­δο­ξί­νη, α­σκορ­βι­κό ο­ξύ, φο­λι­κό και βι­τα­μί­νη D.
  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πορ­ρό­φη­ση του α­σβε­στί­ου και του φω­σφό­ρου και να αυ­ξή­σουν την α­πο­βο­λή του κα­λί­ου και του α­σβε­στί­ου α­πό τα ού­ρα.

19.2.7   ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη εν­δεί­κνυ­ται κυ­ρί­ως για τον δι­α­γνω­στι­κό έ­λεγ­χο της φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κής λει­τουρ­γί­ας. Σε κα­τα­στά­σεις αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες στα κορ­τι­κο­ει­δή, έ­χει πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη θε­ρα­πευ­τι­κή α­ξί­α. Στις πε­ρι­πτώ­σεις αυ­τές, τα κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι η θε­ρα­πεί­α ε­κλο­γής.

1.   ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΦΛΟΙΟΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΑΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

2.   ΕΝΔΟΚΡΙΝΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Μη πυ­ώ­δης θυ­ρε­ο­ει­δί­τι­δα
  • Υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α συν­δε­ό­με­νη με καρ­κί­νο

3.   ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ 

  • Ο­ξεί­ες ε­ξάρ­σεις πολ­λα­πλής σκλή­ρυν­σης

4.   ΡΕΥΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ-ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΜΑΛΑΚΩΝ ΜΟΡΙΩΝ 

  • Αγ­γει­ί­τι­δες
  • Αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα
  • Γάγ­γλια
  • Δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα/πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα
  • Ε­πι­κον­δυ­λί­τι­δα
  • Κοκ­κυ­γο­δυ­νί­α
  • Μι­κτή νό­σος συν­δε­τι­κού ι­στού
  • Μυΐτιδα
  • Νε­α­νι­κή ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α και μη ει­δι­κή τε­νον­το­ϋ­με­νί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α ρευ­μα­τι­κή καρ­δί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α-υ­πο­ξεί­α θυ­λα­κί­τι­δα
  • Ο­στε­ο­αρ­θρί­τι­δα (ι­δι­ο­πα­θής, με­τα­τραυ­μα­τι­κή)
  • Ο­σφυ­αλ­γί­α/ι­σχι­αλ­γί­α
  • Ραι­βό­κρα­νο
  • Ρευ­μα­τι­κή πο­λυ­μυ­αλ­γί­α
  • Ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Συν­δε­τι­κί­τι­δα
  • Σύν­δρο­μο Reiter
  • Συ­στη­μα­τι­κός ε­ρυ­θη­μα­τώ­δης λύ­κος
  • Υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα πο­λυ­χον­δρί­τι­δα
  • Χον­δρα­σβέ­στω­ση
  • Ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα

5.   ΔΕΡΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Πέμ­φι­γα
  • Ερ­πη­το­ει­δής φλυ­κται­νώ­δης δερ­μα­τί­τι­δα
  • Σο­βα­ρό πο­λύ­μορ­φο ε­ρύ­θη­μα (σύν­δρο­μο Stevens-Johnson)
  • Α­πο­φο­λι­δω­τι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Σο­βα­ρή ψω­ρί­α­ση
  • Σο­βα­ρή σμηγ­μα­τορ­ρο­ϊ­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Σπογ­γο­ει­δής μυ­κη­τί­α­ση

6.   ΑΛΛΕΡΓΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ 

  • Σο­βα­ρές αλ­λερ­γι­κές αν­τι­δρά­σεις αν­θι­στά­με­νες στη συμ­βα­τι­κή α­γω­γή
  • Ε­πο­χια­κή ή συ­νε­χής αλ­λερ­γι­κή ρι­νί­τι­δα
  • Βρογ­χι­κό ά­σθμα
  • Δερ­μα­τί­τι­δα εξ ε­πα­φής
  • Α­το­πι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Ο­ρο­νο­σί­α

7.   ΟΦΘΑΛΜΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Αλ­λερ­γι­κή ε­πι­πε­φυ­κί­τι­δα
  • Κε­ρα­τί­τι­δα
  • Ο­φθαλ­μι­κός έρ­πη­τας ζω­στή­ρας
  • Ι­ρί­τι­δα και ι­ρι­δο­κυ­κλί­τι­δα
  • Δι­ά­χυ­τη ο­πί­σθια ρα­γο­ει­δί­τι­δα και χο­ρι­ο­ει­δί­τι­δα
  • Ο­πτι­κή νευ­ρί­τι­δα
  • Συμ­πα­θη­τι­κή ο­φθαλ­μί­α
  • Χο­ρι­ο­αμ­φι­βλη­στρο­ει­δί­τι­δα
  • Φλεγ­μο­νή πρό­σθιου δι­α­με­ρί­σμα­τος ο­φθαλ­μού
  • Πε­ρι­φε­ρι­κά αλ­λερ­γι­κά έλ­κη κε­ρα­το­ει­δούς

8.   ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Συμ­πτω­μα­τι­κή σαρ­κο­εί­δω­ση
  • Σύν­δρο­μο Loeffler αν­θι­στά­με­νο σε άλ­λα μέ­τρα
  • Σο­βα­ρή ή δι­ά­χυ­τη πνευ­μο­νι­κή φυ­μα­τί­ω­ση (σε συν­δυα­σμό με αν­τι­φυ­μα­τι­κή α­γω­γή)
  • Πνευ­μο­νί­τι­δα α­πό εισ­ρό­φη­ση

9.   ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Ε­πί­κτη­τη αυ­το­ά­νο­ση αι­μο­λυ­τι­κή α­ναι­μί­α
  • Δευ­τε­ρο­πα­θής θρομ­βο­πε­νί­α (σε ε­νή­λι­κες)
  • Ε­ρυ­θρο­βλα­στο­πε­νί­α
  • Συγ­γε­νής ε­ρυ­θρο­ει­δής υ­πο­πλα­στι­κή α­ναι­μί­α

10.  ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Λευ­χαι­μί­α και λεμ­φώ­μα­τα (σε ε­νή­λι­κες)
  • Ο­ξεί­α λευ­χαι­μί­α (τα παι­διά)

11.  ΟΙΔΗΜΑΤΩΔΕΙΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

  • Πρό­κλη­ση δι­ού­ρη­σης ή ύ­φε­σης της πρω­τε­ϊ­νου­ρί­ας σε α­σθε­νείς με ι­δι­ο­πα­θές ή ο­φει­λό­με­νο σε συ­στη­μα­τι­κό ε­ρυ­θη­μα­τώ­δη λύ­κο νε­φρω­σι­κό σύν­δρο­μο χω­ρίς ου­ραι­μί­α

12.  ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα
  • Τμη­μα­τι­κή εν­τε­ρί­τι­δα

13.  ΔΙΑΦΟΡΑ

  • Φυ­μα­τι­ώ­δης μη­νιγ­γί­τι­δα με υ­πα­ρα­χνο­ει­δή α­πο­κλει­σμό, σε συν­δυα­σμό με αν­τι­φυ­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α
  • Τρι­χί­νω­ση με νευ­ρο­λο­γι­κή ή μυ­ο­καρ­δια­κή προ­σβο­λή

19.2.8   ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Ψυ­χώ­σεις
  • Λοι­μώ­δη νο­σή­μα­τα
  • Γα­στρο­δω­δε­κα­δα­κτυ­λι­κό έλ­κος
  • Σύν­δρο­μο Cushing
  • Φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Αν­δρο­γεν­νη­τι­κό σύν­δρο­μο
  • Α­πλός ο­φθαλ­μι­κός έρ­πη­τας
  • Γλαύ­κω­μα
  • Βα­ριά ο­στε­ο­πό­ρω­ση
  • Σακ­χα­ρώ­δης δι­α­βή­της
  • Υ­πέρ­τα­ση
  • Συμ­φο­ρη­τι­κή καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Συ­στη­μα­τι­κές μυ­κη­τι­α­σι­κές λοι­μώ­ξεις
  • Φυ­μα­τί­ω­ση
  • Βα­ριά νε­φρο­πά­θεια
  • Κύ­η­ση
  • Συ­στη­μα­τι­κή σκλη­ρο­δερ­μί­α
  • Πρό­σφα­τες χει­ρουρ­γι­κές ε­πεμ­βά­σεις
  • Υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α σε πρωτεΐνες χοί­ρειας προ­έ­λευ­σης
  • Προ­η­γη­θεί­σα αν­τί­δρα­ση υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας στην κορ­τι­κο­τρο­πί­νη  

19.2.9   ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

19.2.9.1   ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

 ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ : Κα­τα­στο­λή των συμ­πτω­μά­των της νό­σου μέ­χρις ό­του δρά­σουν τα ΒΔΑΦ (π.χ. ε­νέ­σι­μος χρυ­σός, D-πε­νι­κιλ­λα­μί­νη, σουλ­φα­σα­λα­ζί­νη, κ. ά.)

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ : Η ACTH μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει ά­με­ση και θε­α­μα­τι­κή βελ­τί­ω­ση της δρα­στη­ρι­ό­τη­τας της νό­σου, η ο­ποί­α ό­μως χά­νε­ται και η νό­σος συ­νή­θως α­να­ζω­πυ­ρώ­νε­ται με­τά την δι­α­κο­πή της θε­ρα­πεί­ας (Ben-Chetrit E et al, 1985; Taylor WJ et al, 1999). Η α­να­ζω­πύ­ρω­ση της νό­σου ο­φεί­λε­ται πι­θα­νώς σε υ­περ­κα­τα­στο­λή της ορ­μό­νης α­πε­λευ­θέ­ρω­σης της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης α­πό την ε­ξω­γε­νή φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή ορ­μό­νη σε α­σθε­νείς με προ­ϋ­πάρ­χου­σα α­νε­πάρ­κεια του υ­πο­θα­λά­μου.

19.2.9.2   ΝΕΑΝΙΚΗ ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ : Έλεγχος των εκ­δη­λώ­σε­ων της συ­στη­μα­τι­κής ΝΧΑ (στη θέ­ση της πρεδ­νι­ζό­νης).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ : Συγ­κρι­τι­κά με την πρεδ­νι­ζό­νη, η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη έ­χει το πλε­ο­νέ­κτη­μα ό­τι δεν κα­τα­στέλ­λει τον ά­ξο­να, α­κό­μα κι' αν χο­ρη­γη­θεί μα­κρο­χρό­νια, κι' έ­τσι η σω­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη συ­νή­θως συ­νε­χί­ζε­ται κα­νο­νι­κά, και μπο­ρεί να δι­α­κο­πεί εύ­κο­λα και ά­με­σα χω­ρίς ε­πι­πλο­κές εφ΄ό­σον η νό­σος τε­θεί υ­πό έ­λεγ­χο με τα άλ­λα αν­τιρ­ρευ­μα­τι­κά φάρ­μα­κα. Πάν­τως, δεν μπο­ρεί να ε­λέγ­ξει πλή­ρως τις αρ­θρι­κές εκ­δη­λώ­σεις, γι' αυ­τό και χρη­σι­μο­ποι­εί­ται προ­σω­ρι­νά μέ­χρις ό­του δρά­σουν τα ΒΔΑΦ.

Σκο­πός της θε­ρα­πεί­ας με ACTH εί­ναι η προ­σω­ρι­νή δι­έ­γερ­ση του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων για έκ­κρι­ση κορ­τι­ζό­λης, ώ­στε να δι­α­τη­ρη­θεί η πα­ρα­γω­γή της εν­δο­γε­νούς ACTH. Ο­ποι­ο­δή­πο­τε σκεύ­α­σμα κι' αν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί, η θε­ρα­πεί­α αρ­χί­ζει με κα­θη­με­ρι­νή χο­ρή­γη­ση και με­τά α­πό 3 πε­ρί­που η­μέ­ρες συ­νε­χί­ζε­ται με μι­κρό­τε­ρη συ­χνό­τη­τα έ­τσι, ώ­στε να δι­α­τη­ρεί­ται η λει­τουρ­γί­α του ά­ξο­να στα με­σο­δι­α­στή­μα­τα των ε­νέ­σε­ων.

Η αρ­χι­κή δό­ση ε­ξαρ­τά­ται α­πό την βα­ρύ­τη­τα των συ­στη­μα­τι­κών ή αρ­θρι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων. Γε­νι­κά, η δό­ση της ε­ξω­γε­νούς ACTH πρέ­πει να ε­πι­τρέ­πει την α­πρό­σκο­πτη πα­ρα­γω­γή της εν­δο­γε­νούς ACTH. Για να α­πο­φευ­χθεί ο υ­περ­κορ­τι­ζο­νι­σμός, η δό­ση των μα­κράς δρά­σης σκευ­α­σμά­των ACTH δεν πρέ­πει να υ­περ­βαί­νει τα 0.5 mg/ε­βδο­μά­δα. Ε­άν εμ­φα­νι­σθούν εκ­δη­λώ­σεις κα­τα­κρά­τη­σης ύ­δα­τος (αύ­ξη­ση σω­μα­τι­κού βά­ρους) ή με­γά­λης φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κής δρα­στη­ρι­ό­τη­τας (σύν­δρο­μο Cushing), η τε­τρα­κο­σα­κτί­δη δι­α­κό­πτε­ται ή χο­ρη­γεί­ται σε μει­ω­μέ­νη κα­τά 50% δό­ση ή σε α­ραι­ό­τε­ρα χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα, π.χ. κά­θε 5-7 η­μέ­ρες.

Αρ­χι­κά, οι συ­στη­μα­τι­κές και έν­το­νες αρ­θρι­κές εκ­δη­λώ­σεις της νό­σου συ­νή­θως ε­λέγ­χον­ται ι­κα­νο­ποι­η­τι­κά με την θε­ρα­πεί­α με ACTH. Προ­ο­δευ­τι­κά ό­μως, ό­σο η δό­ση και η συ­χνό­τη­τα χο­ρή­γη­σης της ACTH μει­ώ­νον­ται τα συμ­πτώ­μα­τα α­πό τις αρ­θρώ­σεις υ­πο­τρο­πιά­ζουν. Έτσι, αν η ACTH χο­ρη­γεί­ται κά­θε 2η η­μέ­ρα, το παι­δί δεν α­παλ­λάσ­σε­ται πλή­ρως α­πό τα συμ­πτώ­μα­τά του, βελ­τι­ώ­νε­ται ό­μως αρ­κε­τά ώ­στε να μπο­ρεί να κά­νει φυ­σι­ο­θε­ρα­πεί­α, α­σκή­σεις και τις κα­θη­με­ρι­νές του δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Το α­πό­γευ­μα της η­μέ­ρας που το παι­δί δεν παίρ­νει ACTH α­να­μέ­νε­ται να έ­χει δυ­σκαμ­ψί­α ή και πό­νο στις αρ­θρώ­σεις. Τα συμ­πτώ­μα­τα αυ­τά συ­νή­θως βελ­τι­ώ­νον­ται με την προ­σθή­κη α­ναλ­γη­τι­κών ή αν­τι­φλεγ­μο­νω­δών φαρ­μά­κων (π.χ. ιν­δο­με­θα­κί­νη ή άλ­λο ΜΣΑΦ).

H ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση κορ­τι­ζό­νης και ACTH με σκο­πό την ε­παύ­ξη­ση του θε­ρα­πευ­τι­κού α­πο­τε­λέ­σμα­τος δεν έ­χει νό­η­μα, για­τί η ε­ξω­γε­νώς χο­ρη­γού­με­νη κορ­τι­κο­τρο­πί­νη δεν μπο­ρεί να δι­ε­γεί­ρει τον ή­δη κα­τε­σταλ­μέ­νο α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή φλοι­ό των ε­πι­νε­φρι­δί­ων για πε­ραι­τέ­ρω έκ­κρι­ση κορ­τι­ζό­λης.

Σε παι­διά προ­ε­φη­βι­κής η­λι­κί­ας που παίρ­νουν κορ­τι­κο­ει­δή, η κορ­τι­ζό­νη μπο­ρεί να αν­τι­κα­τα­στα­θεί με ACTH για να μη χα­θεί η έ­ξαρ­ση της σω­μα­τι­κής α­νά­πτυ­ξης που πα­ρα­τη­ρεί­ται στην ε­φη­βι­κή η­λι­κί­α. Η χο­ρή­γη­ση ACTH σε παι­διά που παίρ­νουν μα­κρο­χρό­νια κορ­τι­κο­ει­δή α­δυ­να­τεί να δι­α­τη­ρή­σει ή να α­πο­κα­τα­στή­σει την λει­τουρ­γί­α του ά­ξο­να, για­τί στα παι­διά αυ­τά η κα­τα­στο­λή του ά­ξο­να εί­ναι συ­νή­θως μό­νι­μη. Στις πε­ρι­πτώ­σεις αυ­τές η αν­τι­κα­τά­στα­ση της κορ­τι­ζό­νης με ACTH γί­νε­ται με τα ε­ξής δι­α­δο­χι­κά βή­μα­τα :

  • Στις 9 π.μ. με­τρι­ούν­ται τα ε­πί­πε­δα της κορ­τι­ζό­λης α­νά­παυ­σης.
  • Α­μέ­σως με­τά και ε­πί 6 συ­νε­χείς η­μέ­ρες γί­νε­ται κά­θε η­μέ­ρα και την ί­δια πάν­το­τε ώ­ρα ενδομυϊκή έ­νε­ση 40 μο­νά­δων ACTH, μέ­χρις ό­του η κορ­τι­ζό­λη του ο­ρού φθά­σει σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ε­πί­πε­δα 5 ώ­ρες με­τά την χο­ρή­γη­ση της ACTH.
  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή δι­α­κό­πτον­ται εί­τε α­πό­το­μα εί­τε προ­ο­δευ­τι­κά, ε­νώ συ­νε­χί­ζε­ται η χο­ρή­γη­ση της ACTH ε­πί 6 η­μέ­ρες την ε­βδο­μά­δα, μέ­χρις ό­του ε­πι­τευ­χθεί κλι­νι­κή και ερ­γα­στη­ρια­κή βελ­τί­ω­ση.
  • Η δό­ση της ACTH μπο­ρεί να μει­ω­θεί σε 20 μον. κά­θε η­μέ­ρα ή 40 μον. κά­θε 2η η­μέ­ρα, ε­φ' ό­σον η νό­σος υ­πο­τρο­πιά­σει. Σκο­πός του θε­ρα­πευ­τι­κού αυ­τού σχή­μα­τος εί­ναι να δι­α­τη­ρη­θεί η δι­έ­γερ­ση των ε­πι­νε­φρι­δί­ων γιά δι­ά­στη­μα 12-15 ω­ρών και πα­ράλ­λη­λα να αυ­ξη­θούν τα ε­πί­πε­δα της κορ­τι­ζό­λης του ο­ρού α­πό 30, σε 50 μg/100 ml 5 ώ­ρες με­τά την χο­ρή­γη­ση της ACTH.

Στα παι­διά με ΝΡΑ που αν­τι­κα­θι­στούν τα κορ­τι­κο­ει­δή με ACTH, αρ­χι­κά η δρα­στη­ρι­ό­τη­τα της νό­σου συ­νή­θως αυ­ξά­νε­ται, προ­ο­δευ­τι­κά ό­μως βελ­τι­ώ­νε­ται ό­σο συ­νε­χί­ζε­ται η θε­ρα­πεί­α με ACTH. Στην πε­ρί­πτω­ση αυ­τή η σω­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη α­πο­κα­θί­στα­ται μό­νον ό­ταν α­πο­κα­τα­στα­θεί η πα­ρα­γω­γή της εν­δο­γε­νούς ACTH. Η δι­α­δι­κα­σί­α αυ­τή μπο­ρεί να δι­αρ­κέ­σει αρ­κε­τούς μή­νες, α­κό­μα και έ­να χρό­νο.

Σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις α­να­πτύσ­σον­ται αν­τι­σώ­μα­τα έ­ναν­τι της φυ­σι­κής ή της συν­θε­τι­κής κορ­τι­κο­τρο­πί­νης. Η πα­ρου­σί­α ή α­που­σί­α κυ­κλο­φο­ρούν­των αν­τι­σω­μά­των στη χοί­ρεια ACTH δεν σχε­τί­ζε­ται με την κλι­νι­κή αν­τα­πό­κρι­ση ή τον βαθ­μό της σω­μα­τι­κής α­νά­πτυ­ξης. Αν­τί­θε­τα, η ε­πί­κτη­τη αν­τί­στα­ση στην ACTH μπο­ρεί να ο­φεί­λε­ται στην α­νά­πτυ­ξη αν­τι­σω­μά­των.

19.2.9.3   ΟΞΕΙΑ ΟΥΡΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη κα­τα­στέλ­λει τις εκ­δη­λώ­σεις της ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας. Η θε­ρα­πεί­α πρέ­πει να δια­ρκεί λί­γες μό­νον η­μέ­ρες. Με­τά την δι­α­κο­πή της, η ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα μπο­ρεί να υ­πο­τρο­πιά­σει, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται συμ­βα­τι­κά φάρ­μα­κα κα­τά της ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας ταυ­τό­χρο­να και αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης.

19.2.9.4   ΒΑΡΙΑ ΜΥΑΣΘΕΝΕΙΑ

Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει βα­ριά μυϊκή α­δυ­να­μί­α 2-3 η­μέ­ρες με­τά την έ­ναρ­ξή της. Η μυϊκή ι­σχύς α­πο­κα­θί­στα­ται και αυ­ξά­νε­ται 2-7 η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή του φαρ­μά­κου και η βελ­τί­ω­ση δια­ρκεί 3 πε­ρί­που μή­νες.

19.2.9.5   ΦΛΟΙΟΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

Δι­ά­γνω­ση φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κής α­νε­πάρ­κειας

Σε α­σθε­νείς με δευ­τε­ρο­πα­θή α­νε­πάρ­κεια του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων ή υ­πο­ϋ­πο­φυ­σι­σμό, η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη συ­νή­θως χο­ρη­γεί­ται με εν­δο­φλέ­βια έγ­χυ­ση σε δι­ά­στη­μα 8 ω­ρών σε δό­ση 10-25 μο­νά­δες σε 500 ml γλυ­κό­ζης 5% ε­πί 4-5 συ­νε­χείς η­μέ­ρες. Σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ά­το­μα και σε α­σθε­νείς με πλή­ρη πρω­το­πα­θή α­νε­πάρ­κεια των ε­πι­νε­φρι­δί­ων μί­α ε­φά­παξ έγ­χυ­ση κορ­τι­κο­τρο­πί­νης εί­ναι αρ­κε­τή. Η δο­κι­μα­σί­α 8ωρης έγ­χυ­σης κορ­τι­κο­τρο­πί­νης εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρη α­πό άλ­λες.  

Αλ­λες δο­κι­μα­σί­ες :

  • 25 μο­νά­δες κορ­τι­κο­τρο­πί­νης ενδομυϊκά ή με τα­χεί­α εν­δο­φλέ­βια έγ­χυ­ση
  • 40 μο­νά­δες κορ­τι­κο­τρο­πί­νης με συ­νε­χή εν­δο­φλέ­βια έγ­χυ­ση κά­θε 12 ώ­ρες ε­πί 48 ώ­ρες
  • 40 μο­νά­δες κορ­τι­κο­τρο­πί­νης βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης ενδομυϊκά κά­θε 12 ώ­ρες ε­πί 1-2 η­μέ­ρες

Ο­δη­γί­ες-προ­φυ­λά­ξεις

  • Σε α­σθε­νείς με σύν­δρο­μο Cushing, η ε­πα­νει­λημ­μέ­νη χο­ρή­γη­ση κορ­τι­κο­τρο­πί­νης μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει ο­ξεί­α ε­πι­νε­φρι­δια­κή αι­μορ­ρα­γί­α, γι΄ αυ­τό και ο έ­λεγ­χος των φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κών ε­φε­δρει­ών με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται ή να δια­ρκεί μό­νο έ­να 24ωρο.   
  • Η δο­κι­μα­σί­α κο­συν­τρο­πί­νης 30΄εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρη α­πό την δο­κι­μα­σί­α κορ­τι­κο­τρο­πί­νης για την τα­χεί­α δι­ά­γνω­ση της πρω­το­πα­θούς φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κής α­νε­πάρ­κειας (νό­σος Addison), δε­δο­μέ­νου ό­τι προ­κα­λεί λι­γό­τε­ρο συ­χνά αλ­λερ­γι­κές αν­τι­δρά­σεις.

Ε­κτί­μη­ση φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κής α­νε­πάρ­κειας

α)   Συγ­κεν­τρώ­σεις κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα : Προσ­δι­ο­ρί­ζον­ται πριν και του­λά­χι­στον μί­αν ώ­ρα, με­τά την έγ­χυ­ση (πριν α­πό το τέ­λος της), ό­ταν α­κο­λου­θεί­ται η τα­χεί­α δο­κι­μα­σί­α. Όταν χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται οι άλ­λες δο­κι­μα­σί­ες, οι συγ­κεν­τρώ­σεις της κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα προσ­δι­ο­ρί­ζον­ται πριν α­πό την χο­ρή­γη­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης και σε δι­ά­φο­ρα χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα στη διά­ρκεια της δο­κι­μα­σί­ας ή/και με­τά απ΄αυ­τήν. Οι συγ­κεν­τρώ­σεις της κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα εί­ναι συ­νή­θως κα­λύ­τε­ροι δεί­κτες της ε­πι­νε­φρι­δια­κής λει­τουρ­γί­ας α­πό την έκ­κρι­ση των στε­ρο­ει­δών α­πό τα ού­ρα.

β)  Συγ­κεν­τρώ­σεις 17- OHCS και 17-κε­το­στε­ρο­ει­δών στα ού­ρα : Προσ­δι­ο­ρί­ζον­ται για δι­ά­στη­μα 24 ω­ρών πριν α­πό την 8ωρη ή συ­νε­χή 48ωρη έγ­χυ­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης ή πριν α­πό την εν­δο­μυ­ϊ­κή χο­ρή­γη­ση της ε­νέ­σι­μης κορ­τι­κο­τρο­πί­νης βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης. Οι συγ­κεν­τρώ­σεις της κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα εί­ναι συ­νή­θως κα­λύ­τε­ροι δεί­κτες της ε­πι­νε­φρι­δια­κής λει­τουρ­γί­ας α­πό την α­πέκ­κρι­ση των στε­ρο­ει­δών α­πό τα ού­ρα.

γ)   Μέ­τρη­ση κρε­α­τι­νί­νης ού­ρων, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι συγ­κεν­τρώ­σεις των 17-OHCS εί­ναι συ­νή­θως α­νά­λο­γες με το μέ­γε­θος του σώ­μα­τος. Χρη­σι­μεύ­ει στην πα­ρα­κο­λού­θη­ση της ε­πάρ­κειας της συλ­λο­γής των ού­ρων 24ώρου.

Α­ξι­ο­λό­γη­ση α­πο­τε­λε­σμά­των

Η α­πάν­τη­ση των α­σθε­νών στη δο­κι­μα­σί­α με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη ποι­κίλ­λει, δε­δο­μέ­νου ό­τι η απαντησιμότητα των ε­πι­νε­φρι­δί­ων στο φάρ­μα­κο δι­α­φέ­ρει ση­μαν­τι­κά. Οι βα­σι­κές συγ­κεν­τρώ­σεις της κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα φυ­σι­ο­λο­γι­κά α­νέρ­χον­ται σε 10-25 μg/dL στις 8.00 το πρω­ί και <10 μg/dL, το βρά­δυ. Οι α­σθε­νείς με φυ­σι­ο­λο­γι­κές ε­πι­νε­φρι­δια­κές ε­φε­δρεί­ες εμ­φα­νί­ζουν αύ­ξη­ση των συγ­κεν­τρώ­σε­ων της κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα πε­ρί­που 15-40 μg/dL την 8η ώ­ρα της 8ωρης έγ­χυ­σης της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης ή >45 μg/dL, την 8η ώ­ρα.

Τα φυ­σι­ο­λο­γι­κά ά­το­μα α­πεκ­κρί­νουν 3-7 mg 17-OHCS και 4-10 mg 17-KS/gr κρε­α­τι­νί­νης ού­ρων/24ωρο. Με­τά την έγ­χυ­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης, τα 17-OHCS των ού­ρων αυ­ξά­νον­ται σε 12-25 mg/gr κρε­α­τι­νί­νης και τα 17-KS, κα­τά 1.5-2.5 φο­ρές.

Σε α­σθε­νείς με πλή­ρη πρω­το­πα­θή α­νε­πάρ­κεια των ε­πι­νε­φρι­δί­ων, οι συγ­κεν­τρώ­σεις της κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα και η α­πέκ­κρι­ση των 17-OHCS και των 17-KS α­πό τα ού­ρα δεν δι­α­φέ­ρουν ση­μαν­τι­κά α­πό τα βα­σι­κά ε­πί­πε­δα.

Σε α­σθε­νείς με δευ­τε­ρο­πα­θή φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια ή υ­πο­ϋ­πο­φυ­σι­σμό οι συγ­κεν­τρώ­σεις της κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα και η α­πέκ­κρι­ση των 17-OHCS α­πό τα ού­ρα αυ­ξά­νον­ται σε πα­θο­λο­γι­κά ε­πί­πε­δα.

19.2.10   ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Στις συ­νή­θεις θε­ρα­πευ­τι­κές δό­σεις, η ACTH δεν έ­χει τις ε­πι­πλο­κές των κορ­τι­κο­ει­δών, α­κό­μα και σε μα­κρο­χρό­νια χο­ρή­γη­ση, π.χ. ο­στε­ο­πό­ρω­ση, σο­βα­ρή ώ­στε να προ­κα­λέ­σει συμ­πι­ε­στι­κά σπον­δυ­λι­κά κα­τάγ­μα­τα, ή α­να­στο­λή της σω­μα­τι­κής α­νά­πτυ­ξης.

Χο­ρη­γού­με­νη ό­μως μα­κρο­χρό­νια και σε με­γά­λες δό­σεις (π.χ. 40 μον. κά­θε 2η η­μέ­ρα, η φυ­σι­κή ACTH, ή >0.5 mg/ε­βδο­μά­δα, η συν­θε­τι­κή) προ­κα­λεί με­γά­λη αύ­ξη­ση της κορ­τι­ζό­λης του ο­ρού (>35-50 μg/ 100 ml, 5 ώ­ρες με­τά την ενδομυϊκή χο­ρή­γη­ση ACTH, που εί­ναι το ε­πι­θυ­μη­τό ό­ριο) και έ­τσι ό­λες τις γνω­στές ε­πι­πλο­κές των κορ­τι­κο­ει­δών.

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΩΝ - ΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΙΝΗΣ

1.   ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΥΔΑΤΟΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΛΥΤΩΝ

  • Κα­τα­κρά­τη­ση να­τρί­ου
  • Κα­τα­κρά­τη­ση υ­γρών
  • Α­πώ­λεια κα­λί­ου
  • Υ­πο­κα­λι­αι­μι­κή αλ­κά­λω­ση
  • Α­πώ­λεια α­σβε­στί­ου

2.   ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Μυϊκή α­δυ­να­μί­α
  • Μυϊκοί πό­νοι
  • Στε­ρο­ει­δι­κή μυ­ο­πά­θεια
  • Α­πώ­λεια μυϊκής μά­ζας
  • Ο­στε­ο­πό­ρω­ση
  • Συμ­πι­ε­στι­κά κα­τάγ­μα­τα σπον­δύ­λων
  • Άσηπτη νέ­κρω­ση κε­φα­λής μη­ρια­ίου-βρα­χι­ο­νί­ου
  • Πα­θο­λο­γι­κά κα­τάγ­μα­τα μα­κρών ο­στών
  • Κα­θυ­στέ­ρη­ση ε­πού­λω­σης τραυ­μά­των

3.   ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Α­νά­πτυ­ξη, α­να­ζω­πύ­ρω­ση, δι­ά­τρη­ση, αι­μορ­ρα­γί­α και κα­θυ­στέ­ρη­ση ε­πού­λω­σης πε­πτι­κού έλ­κους
  • Αύ­ξη­ση α­μυ­λά­σης ο­ρού (με­τά α­πό βρα­χυ­χρό­νια θε­ρα­πεί­α) 
  • Παγ­κρε­α­τί­τι­δα (ε­νί­ο­τε θα­να­τη­φό­ρα, ι­δι­αί­τε­ρα σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μα­κρο­χρό­νια ή σε με­γά­λες δό­σεις) 
  • Με­τε­ω­ρι­σμός κοι­λιάς
  • Ελ­κω­τι­κή οι­σο­φα­γί­τι­δα
  • Δυ­σπε­ψί­α (λι­γό­τε­ρο συ­χνά α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή) 

4.   ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ-ΒΛΕΝΝΟΓΟΝΟΥΣ

  • Ε­ξα­σθέ­νη­ση ε­πού­λω­σης τραυ­μά­των
  • Λέ­πτυν­ση και ευ­θραυ­στό­τη­τα δέρ­μα­τος
  • Πε­τέ­χει­ες και εκ­χυ­μώ­σεις
  • Ε­ρύ­θη­μα προ­σώ­που
  • Αυ­ξη­μέ­νη ε­φί­δρω­ση
  • Κα­τα­στο­λή δερ­μα­τι­κών δο­κι­μα­σι­ών
  • Α­κμή
  • Υ­πέρ­χρω­ση
  • Πα­ρο­δι­κή το­πι­κή σκλή­ρυν­ση, πό­νος και α­πο­στή­μα­τα στην πε­ρι­ο­χή της ενδομυϊκής ή υ­πο­δό­ριας έ­νε­σης

5.   ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Αύ­ξη­ση αρ­τη­ρια­κής πί­ε­σης (πι­θα­νώς με­γα­λύ­τε­ρη με την συν­θε­τι­κή, πα­ρά την φυ­σι­κή, κορ­τι­κο­τρο­πί­νη)
  • Νε­κρω­τι­κή αγ­γει­ί­τι­δα
  • Συμ­φο­ρη­τι­κή καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια 

6.   ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΝΕΥΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Αύ­ξη­ση εν­δο­κρα­νια­κής πί­ε­σης με οί­δη­μα της ο­πτι­κής θη­λής (εγ­κε­φα­λι­κός ψευ­δο-όγ­κος) 
  • Κε­φα­λαλ­γί­α
  • Ίλιγγος
  • Ψυ­χω­σι­κές εκ­δη­λώ­σεις
  • Η­λε­κτρο­εγ­κε­φα­λο­γρα­φι­κές δι­α­τα­ρα­χές
  • Σπα­σμοί
  • Δι­α­νο­η­τι­κές δι­α­τα­ρα­χές (ευ­φο­ρί­α, με­τα­βο­λές δι­ά­θε­σης, κα­τά­θλι­ψη, Αϋπνία και δι­α­τα­ρα­χές προ­σω­πι­κό­τη­τας έ­ως πραγ­μα­τι­κή ψύ­χω­ση)
  • Ε­πι­δεί­νω­ση συγ­κι­νη­σια­κής α­στά­θειας ή ψυ­χω­σι­κών τά­σε­ων

7.   ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΔΟΚΡΙΝΕΙΣ ΑΔΕΝΕΣ

  • Αρ­ρε­νο­ποι­η­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις (υ­περ­τρί­χω­ση, δι­α­τα­ρα­χές εμμηνορρυσίας) (στα κο­ρί­τσια)
  • Ι­α­τρο­γε­νές σύν­δρο­μο Cushing
  • Α­να­στο­λή α­νά­πτυ­ξης, λό­γω πρό­ω­ρης σύγ­κλει­σης των ε­πι­φύ­σε­ων (στα παι­διά)
  • Δευ­τε­ρο­πα­θής έλ­λει­ψη απαντησιμότητας στο φλοι­ό των ε­πι­νε­φρι­δί­ων και την υ­πό­φυ­ση, ι­δι­αί­τε­ρα σε κα­τα­στά­σεις stress (π.χ. τραύ­μα, χει­ρουρ­γι­κή ε­πέμ­βα­ση ή νό­ση­μα) 
  • Δυ­σα­νε­ξί­α στους υ­δα­τάν­θρα­κες
  • Υ­περ­γλυ­και­μί­α
  • Αύ­ξη­ση α­παι­τή­σε­ων σε ιν­σου­λί­νη ή υ­πο­γλυ­και­μι­κούς per os πα­ρά­γον­τες (στους δι­α­βη­τι­κούς) 
  • Δυ­σα­νε­ξί­α στη γλυ­κό­ζη
  • Α­νά­πτυ­ξη ή ε­πι­δεί­νω­ση σακ­χα­ρώ­δη δι­α­βή­τη, ι­δι­αί­τε­ρα σε ά­το­μα ε­πιρ­ρε­πή στην α­νά­πτυ­ξη σακ­χα­ρώ­δους δι­α­βή­τη. Οι δι­α­βη­τι­κοί, ό­ταν χρει­ά­ζον­ται θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη, μπο­ρεί να χρεια­σθούν τρο­πο­ποί­η­ση της δό­σης της ιν­σου­λί­νης ή των υ­πο­γλυ­και­μι­κών per os πα­ρα­γόν­των ή δί­αι­τα.
  • Υ­πο­τρι­γλυ­κε­ρι­δαι­μί­α

8.  ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ

  • Ο­πί­σθιος υ­πο­κά­ψιος κα­ταρ­ρά­κτης (ι­δι­αί­τε­ρα στα παι­διά)
  • Αύ­ξη­ση εν­δο­φθάλ­μιας πί­ε­σης, η ο­ποί­α μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε γλαύ­κω­μα ή, ε­νί­ο­τε, βλά­βη του ο­πτι­κού νεύ­ρου
  • Εξόφθαλμος

9.   ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ

  • Αρ­νη­τι­κό ι­σο­ζύ­γιο α­ζώ­του (λό­γω κα­τα­βο­λι­σμού των πρω­τε­ϊ­νών)

10.  ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ

  • Δερ­μα­τι­κές αν­τι­δρά­σεις (κνί­δω­ση, κνη­σμός, ε­ξάν­θη­μα τύ­που ο­στρα­κιάς)
  • Ίλιγγος, ναυ­τί­α ή έ­με­τοι
  • Χα­μη­λός πυ­ρε­τός
  • Α­να­φυ­λα­κτι­κή κα­τα­πλη­ξί­α, δύ­σπνοι­α και κυ­κλο­φο­ρια­κή α­νε­πάρ­κεια, με κα­κή, ε­νί­ο­τε, κα­τά­λη­ξη.

Οι ε­πι­πλο­κές αυ­τές μπο­ρεί να ο­φεί­λον­ται στις προ­σμί­ξεις που πε­ρι­έ­χον­ται στα σκευ­ά­σμα­τα της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης ή στο φάρ­μα­κο αυ­τό κα­θαυ­τό. Η συ­χνό­τη­τά τους εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους μα­κρο­χρό­νια με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη.

Οι α­να­φυ­λα­κτι­κές αν­τι­δρά­σεις αν­τι­με­τω­πί­ζον­ται με ά­με­ση εν­δο­φλέ­βια έγ­χυ­ση ε­πι­νε­φρί­νης. Οι λι­γό­τε­ρο σο­βα­ρές αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας, με κορ­τι­κο­ει­δή εν­δο­φλέ­βια ή εν­δο­μυϊ­κά. 

12.  ΑΛΛΕΣ

  • Ε­πιρ­ρέ­πεια σε λοι­μώ­ξεις και συγ­κά­λυ­ψη φλεγ­μο­νω­δών φαι­νο­μέ­νων
  • Κα­τα­κρά­τη­ση να­τρί­ου με συ­νε­πα­κό­λου­θο οί­δη­μα
  • Α­πώ­λεια κα­λί­ου
  • Υ­πο­κα­λι­αι­μι­κή αλ­κά­λω­ση
  • Υ­πέρ­τα­ση
  • Συμ­φο­ρη­τι­κή καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Νε­κρω­τι­κή αγ­γει­ί­τι­δα
  • Αύ­ξη­ση α­πέκ­κρι­σης α­σβε­στί­ου
  • Υ­πα­σβε­στι­αι­μί­α
  • Υ­πο­φω­σφα­ται­μί­α
  • Θα­να­τη­φό­ρα φλοι­ώ­δης νέ­κρω­ση νε­φρού

19.2.11   ΥΠΕΡΔΟΣΟΛΟΓΙΑ

Δεν έ­χει α­να­φερ­θεί.

19.2.12   ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΕ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ

Σε α­σθε­νείς με αυ­ξη­μέ­νες συγ­κεν­τρώ­σεις χο­λε­ρυ­θρί­νης ή ε­λεύ­θε­ρη αι­μο­σφαι­ρί­νη στο πλά­σμα, η θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί δώ­σει ψευ­δώς αυ­ξη­μέ­νες τι­μές.

Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­ζό­νη ή υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη, την η­μέ­ρα της δο­κι­μα­σί­ας μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σουν πα­θο­λο­γι­κά αυ­ξη­μέ­νες βα­σι­κές συγ­κεν­τρώ­σεις κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα και πα­ρά­δο­ξη μεί­ω­ση των συγ­κεν­τρώ­σε­ων της κορ­τι­ζό­λης του πλά­σμα­τος με­τά την χο­ρή­γη­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης.

Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με οι­στρο­γό­να μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σουν πα­θο­λο­γι­κά αυ­ξη­μέ­νες συγ­κεν­τρώ­σεις κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα πριν και με­τά την χο­ρή­γη­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης, αν και πα­ρα­μέ­νει φυ­σι­ο­λο­γι­κή τμη­μα­τι­κή α­πάν­τη­ση στην κορ­τι­κο­τρο­πί­νη.

19.2.13   ΚΥΗΣΗ

Στα ζώ­α, η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει εμβρυϊκές α­νω­μα­λί­ες.

Στον άν­θρω­πο, η α­σφά­λεια της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης στη διά­ρκεια της κύ­η­σης δεν έ­χει δι­α­πι­στω­θεί με κα­λά ε­λεγ­χό­με­νες με­λέ­τες. Σε γυ­ναί­κες θε­ρα­πευ­ό­με­νες με κορ­τι­κο­ει­δή στη διά­ρκεια της κύ­η­σης έ­χουν α­να­φερ­θεί εμ­βρυϊ­κές α­νω­μα­λί­ες (π.χ. σχι­σμή της υ­πε­ρώ­ας), οι ο­ποί­ες ό­μως μπο­ρεί να ο­φεί­λον­ταν στην υ­πο­κεί­με­νη νό­σο.

Οι γυ­ναί­κες που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη πρέ­πει να ε­νη­με­ρώ­νουν τον για­τρό τους ε­άν ε­πι­θυ­μούν να α­πο­κτή­σουν παι­διά ή εί­ναι ή­δη σε κα­τά­στα­ση εγ­κυ­μο­σύ­νης. Σε γυ­ναί­κες που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη στη διά­ρκεια της κύ­η­σης ή συλ­λαμ­βά­νουν ε­νώ θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη πρέ­πει να λαμ­βά­νον­ται σο­βα­ρά υ­πό­ψη οι πι­θα­νοί κίν­δυ­νοι της θε­ρα­πεί­ας για το έμ­βρυ­ο. Τα βρέ­φη που έ­χουν γεν­νη­θεί α­πό μη­τέ­ρες που θε­ρα­πεύ­ον­ταν με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη στη διά­ρκεια της κύ­η­σης πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για­τί μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σουν εκ­δη­λώ­σεις ε­πι­νε­φρι­δια­κής α­νε­πάρ­κειας.

19.2.14   ΓΑΛΟΥΧΙΑ

Δεν εί­ναι γνω­στό κα­τά πό­σον η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη α­πεκ­κρί­νε­ται στο μη­τρι­κό γά­λα. Ε­πει­δή πολ­λά φάρ­μα­κα α­πεκ­κρί­νον­ται στο μη­τρι­κό γά­λα και λό­γω των δυ­νη­τι­κά σο­βα­ρών ε­πι­πλο­κών της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης στα θη­λά­ζον­τα βρέ­φη, πρέ­πει να α­πο­φα­σί­ζε­ται κα­τά πό­σον πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται ο θη­λα­σμός ή το φάρ­μα­κο, λαμ­βά­νον­τας υ­πό­ψη την ση­μα­σί­α του τε­λευ­ταί­ου για την μη­τέ­ρα.

19.2.15   ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ - ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Νε­ο­γνά-παι­διά : Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη, χο­ρη­γού­με­νη μα­κρο­χρό­νια, κα­τα­στέλ­λει την σω­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη ε­ξί­σου με τα κα­θη­με­ρι­νά χο­ρη­γού­με­να per os κορ­τι­κο­ει­δή. Ε­άν εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη, πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται κα­τά δι­α­στή­μα­τα και το παι­δί να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται με προ­σο­χή.

Στα παι­διά, μπο­ρεί α­κό­μα να προ­κα­λέ­σει αύ­ξη­ση της εν­δο­κρα­νια­κής πί­ε­σης (εγ­κε­φα­λι­κός ψευ­δο-όγ­κος), συ­νο­δευ­ό­με­νη α­πό οί­δη­μα της ο­πτι­κής θη­λής, πα­ρά­λυ­ση ο­φθαλ­μο­κι­νη­τι­κών νεύ­ρων, α­πώ­λεια της ό­ρα­σης και κε­φα­λαλ­γί­ες.

Η­λι­κι­ω­μέ­νοι : Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται με προ­σο­χή στους η­λι­κι­ω­μέ­νους, για­τί μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν κα­τα­κρά­τη­ση να­τρί­ου, υ­πέρ­τα­ση και οί­δη­μα και να ε­νερ­γο­ποι­ή­σουν λαν­θά­νου­σα φυ­μα­τι­ώ­δη ε­στί­α.

Κύ­η­ση : Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί στη διά­ρκεια της κύ­η­σης μό­νον ό­ταν το δυ­νη­τι­κό ό­φε­λος δι­και­ο­λο­γεί τον δυ­νη­τι­κό κίν­δυ­νο για το έμ­βρυ­ο ή/και την μη­τέ­ρα.

Γα­λου­χί­α : Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται στη διά­ρκεια της γα­λου­χί­ας, δε­δο­μέ­νου ό­τι δεν εί­ναι γνω­στό κα­τά πό­σον α­πεκ­κρί­νε­ται στο μη­τρι­κό γά­λα.

Εμ­βο­λια­σμοί : Λό­γω του ό­τι τα κορ­τι­κο­ει­δή α­να­στέλ­λουν την α­νο­σο­α­πάν­τη­ση, η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει μει­ω­μέ­νη α­πάν­τη­ση στις α­να­το­ξί­νες και στα εμ­βό­λια που πε­ρι­έ­χουν ζών­τες ή α­δρα­νο­ποι­η­μέ­νους μι­κρο­ορ­γα­νι­σμούς. Α­κό­μα, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να δυ­νη­τι­κο­ποι­ή­σουν την α­να­πα­ρα­γω­γή ο­ρι­σμέ­νων ζών­των μι­κρο-ορ­γα­νι­σμών που πε­ρι­έ­χον­ται στα ζών­τα ε­ξα­σθε­νη­μέ­να εμ­βό­λια και, σε υ­περ­φυ­σι­ο­λο­γι­κές δό­σεις, να ε­πι­δει­νώ­σουν τις νευ­ρο­λο­γι­κές αν­τι­δρά­σεις ο­ρι­σμέ­νων εμ­βο­λί­ων.

Η α­νο­σο­ποί­η­ση ε­πι­τρέ­πε­ται σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με μη α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές ή με συμ­πλη­ρω­μα­τι­κές δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών (π.χ. για νό­σο Addison).

Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών, οι εμ­βο­λια­σμοί με ζών­τες ή ζών­τες, αλ­λά ε­ξα­σθε­νη­μέ­νους, ι­ούς αν­τεν­δεί­κνυν­ται, γι΄αυ­τό και δεν πρέ­πει να εμ­βο­λι­ά­ζον­ται κα­τά της ευ­λο­γιάς. Η συ­νή­θης χρή­ση εμ­βο­λί­ων ή α­να­το­ξι­νών πρέ­πει γε­νι­κά να α­να­βάλ­λε­ται μέ­χρις ό­του δι­α­κο­πεί η χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών. Εφ΄ό­σον εί­ναι α­πα­ραί­τη­τος ο εμ­βο­λια­σμός σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή, μπο­ρεί να χρεια­σθεί να γί­νουν ο­ρο­λο­γι­κές δο­κι­μα­σί­ες για να ε­πι­βε­βαι­ω­θεί η ε­πάρ­κεια της α­νο­σο­α­πάν­τη­σης του α­σθε­νούς και να χο­ρη­γη­θούν ε­πι­πρό­σθε­τες δό­σεις εμ­βο­λί­ων ή α­να­το­ξι­νών.

ΠΡΟΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΙΝΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΜΕ  ΠΡΟΣΟΧΗ

  • Μη ει­δι­κή ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα
  • Εκ­κολ­πω­μα­τί­τι­δα
  • Πρό­σφα­τη εν­τε­ρι­κή α­να­στό­μω­ση
  • Ε­νερ­γό ή α­συμ­πτω­μα­τι­κό πε­πτι­κό έλ­κος
  • Νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Υ­πέρ­τα­ση
  • Σπα­σμοί
  • Ο­στε­ο­πό­ρω­ση
  • Βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια
  • ΄Εμ­φρα­κτο μυ­ο­καρ­δί­ου
  • Υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μί­α
  • Κίρ­ρω­ση
  • Υ­πο­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμός
  • Λοι­μώ­ξεις
  • Α­πλός ο­φθαλ­μι­κός έρ­πη­τας
  • Ψυ­χι­α­τρι­κές δι­α­τα­ρα­χές  

Λοι­μώ­ξεις : Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί να μει­ώ­σει την αν­τί­στα­ση και να ευ­νο­ή­σει την εγ­κα­τά­στα­ση και να συγ­κα­λύ­ψει τις κλι­νι­κές εκ­δη­λώ­σεις των βα­κτη­ρι­δια­κών, ι­ο­γε­νών ή μυ­κη­τι­α­σι­κών λοι­μώ­ξε­ων και την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα των αν­τι­βι­ο­τι­κών. Γι΄αυ­τό και δεν πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται σε πά­σχον­τες α­πό ι­ο­γε­νείς λοι­μώ­ξεις ή βα­κτη­ρι­δια­κές λοι­μώ­ξεις μη ε­λεγ­χό­με­νες με αν­τι­βι­ο­τι­κά, ε­κτός ε­άν εί­ναι α­πει­λη­τι­κές για την ζω­ή.

Σύμ­φω­να με τους κα­τα­σκευα­στές του φαρ­μά­κου, η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη αν­τεν­δεί­κνυ­ται σε α­σθε­νείς με συ­στη­μα­τι­κές μυ­κη­τι­α­σι­κές λοι­μώ­ξεις, αν και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι κλι­νι­κοί για­τροί πι­στεύ­ουν ό­τι μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί σε α­σθε­νείς με γνω­στές λοι­μώ­ξεις ταυ­τό­χρο­να με ει­δι­κή χη­μει­ο­θε­ρα­πευ­τι­κή α­γω­γή.

Οι α­σθε­νείς με λαν­θά­νου­σα φυ­μα­τί­ω­ση ή θε­τι­κή Mantoux πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή στη διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη. Οι κα­τα­σκευα­στές του φαρ­μά­κου συ­νι­στούν προ­φυ­λα­κτι­κή αν­τι­φυ­μα­τι­κή α­γω­γή σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους μα­κρο­χρό­νια με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη, αν και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι κλι­νι­κοί για­τροί δεν την θε­ω­ρούν α­πα­ραί­τη­τη. 

Υ­πο­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμός και κίρ­ρω­ση του ή­πα­τος : M­πο­ρεί να ε­παυ­ξή­σουν την δρά­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης

Μη ει­δι­κή ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα (ε­άν υ­πάρ­χει πι­θα­νό­τη­τα ε­πι­κεί­με­νης δι­ά­τρη­σης ή πρό­σφα­τη εν­τε­ρι­κή α­να­στό­μω­ση)

Βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια : Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με ε­ξαι­ρε­τι­κή προ­σο­χή, δε­δο­μέ­νου ό­τι ε­άν χο­ρη­γη­θεί σε δό­ση 100 μο­νά­δες κα­θη­με­ρι­νά εν­δο­μυ­ϊ­κά ή εν­δο­φλέ­βια ε­πί 10 η­μέ­ρες αρ­χι­κά προ­κα­λεί ση­μαν­τι­κή έκ­πτω­ση της μυϊκής ι­σχύ­ος και ε­πι­βάλ­λει α­να­πνευ­στι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη.

Ψυ­χι­α­τρι­κά νο­σή­μα­τα : Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει ή να ε­πι­δει­νώ­σει προ­ϋ­πάρ­χου­σες ψυ­χω­σι­κές εκ­δη­λώ­σεις

Θρομ­βο­εμ­βο­λι­κά νο­σή­μα­τα : Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με θρομ­βο­εμ­βο­λι­κά νο­σή­μα­τα, για­τί μπο­ρεί να αυ­ξή­σει την πη­κτι­κό­τη­τα του αί­μα­τος και να προ­κα­λέ­σει εν­δαγ­γεια­κή θρόμ­βω­ση, θρομ­βο­εμ­βο­λι­κά ε­πει­σό­δια και, σπά­νια, θρομ­βο­φλε­βί­τι­δα

Υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μί­α : Η α­σπι­ρί­νη πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται με προ­σο­χή σε συν­δυα­σμό με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη σε α­σθε­νείς με υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μί­α.

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕ ΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟ-ΠΙΝΗ

  • Η­λε­κτρο­καρ­δι­ο­γρά­φη­μα
  • Μέ­τρη­ση αρ­τη­ρια­κής και εν­δο­φθάλ­μιας πί­ε­σης
  • Α­πλές α­κτι­νο­γρα­φί­ες θώ­ρα­κα και ΣΣ και α­νώ­τε­ρου γα­στρεν­τε­ρι­κού σε α­σθε­νείς ε­πιρ­ρεπείς σε γα­στρεν­τε­ρι­κά νο­σή­μα­τα
  • Δο­κι­μα­σί­ες α­νο­χής γλυ­κό­ζης
  • Ε­κτί­μη­ση της λει­τουρ­γί­ας του ά­ξο­να
  • Έλεγχος αι­μο­ποι­η­τι­κού
  • Τα­κτι­κός έ­λεγ­χος του ι­σο­ζυ­γί­ου των η­λε­κτρο­λυ­τών
  • Τα­κτι­κά υ­πε­ρη­χο­γρα­φή­μα­τα καρ­διάς, για το εν­δε­χό­με­νο α­νά­πτυ­ξης υ­περ­τρο­φί­ας του μυ-ο­καρ­δί­ου

19.2.16   ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

  • Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μό­νο σε νο­σή­μα­τα αν­θι­στά­με­να στα κορ­τι­κο­ει­δή, στη μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τή δό­ση και για το μι­κρό­τε­ρο δυ­να­τόν χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα.
  • Η μέ­γι­στη δι­έ­γερ­ση των ε­πι­νε­φρι­δί­ων α­πό την κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί να εί­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη τις πρώ­τες η­μέ­ρες της θε­ρα­πεί­ας, γι΄αυ­τό και μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν άλ­λα φάρ­μα­κα ε­άν ε­πι­βάλ­λε­ται ά­με­σο θε­ρα­πευ­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα
  • Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη, χο­ρη­γού­με­νη μα­κρο­χρό­νια, κα­τα­στέλ­λει την λει­τουρ­γί­α του υ­πο­φυ­σιο-ε­πι­νε­φρι­δια­κού ά­ξο­να, γι΄ αυ­τό και πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται συμ­πλη­ρω­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή τα­χεί­ας δρά­σης πριν, στη διά­ρκεια και με­τά α­πό ο­ποι­ον­δή­πο­τε σο­βα­ρό στρεσ­σο­γό­νο πα­ρά­γον­τα (δι­ά­φο­ρα νο­σή­μα­τα, λοι­μώ­ξεις, τραύ­μα­τα, χει­ρουρ­γι­κές ε­πεμ­βά­σεις).
  • Οι α­σθε­νείς πρέ­πει να α­να­φέ­ρουν στο για­τρό τους ο­ποι­ο­δή­πο­τε ση­μεί­ο λοί­μω­ξης (π. χ. πυ­ρε­τό, πο­νό­λαι­μο, πό­νο στην ού­ρη­ση, μυ­αλ­γί­ες) ή κα­κώ­σεις στη διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας ή στο δι­ά­στη­μα των 12 πρώ­των μη­νών με­τά την δι­α­κο­πή της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης, ώ­στε να χο­ρη­γη­θούν γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, ε­άν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το.
  • Πριν α­πό κά­θε ε­πέμ­βα­ση οι α­σθε­νείς πρέ­πει να ε­νη­με­ρώ­νουν τον για­τρό, τον ο­δον­τί­α­τρο ή τον α­ναι­σθη­σι­ο­λό­γο τους ό­τι θε­ρα­πεύ­ον­ται ή έ­χουν πρό­σφα­τα θε­ρα­πευ­θεί (μέ­σα σε 12 μή­νες) με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη.
  • Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει αύ­ξη­ση της αρ­τη­ρια­κής πί­ε­σης και κα­τα­κρά­τη­ση να­τρί­ου με συ­νε­πα­κό­λου­θη α­πώ­λεια κα­λί­ου, γι΄αυ­τό και οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί να χρεια­σθούν δι­αι­τη­τι­κό πε­ρι­ο­ρι­σμό του ά­λα­τος και συμ­πλη­ρω­μα­τι­κή χο­ρή­γη­ση κα­λί­ου.
  • Οι α­σθε­νείς με πι­θα­νή ευ­αι­σθη­σί­α στις χοί­ρει­ες πρωτεΐνες πρέ­πει να κά­νουν δερ­μα­τι­κές δο­κι­μα­σί­ες υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας πριν θε­ρα­πευ­θούν με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη. Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται εν­δο­φλέ­βια, εν­δο­μυϊ­κά ή υ­πο­δό­ρια με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας. Η μα­κρο­χρό­νια χο­ρή­γη­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει στον σχη­μα­τι­σμό αν­τι­σω­μά­των (συ­νή­θως στην 25-32 δι­α­δο­χή των α­μι­νο­ξέ­ων) και α­δυ­να­μί­α δι­έ­γερ­σης των ε­πι­νε­φρι­δί­ων.
  • Σε α­σθε­νείς με υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μί­α, η α­σπι­ρί­νη πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται με προ­σο­χή ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη.
  • Πριν α­πό την έ­ναρ­ξη και στη διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη πρέ­πει να λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη τυ­χόν ευ­αι­σθη­σί­α στις χοί­ρει­ες πρωτεΐνες
  • Η θε­ρα­πευ­τι­κή δό­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης ε­ξα­το­μι­κεύ­ε­ται α­νά­λο­γα με την δι­ά­γνω­ση, την βα­ρύ­τη­τα, την πρό­γνω­ση και την πι­θα­νή διά­ρκεια της νό­σου, τις συγ­κεν­τρώ­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών στο πλά­σμα και τα ού­ρα και την αν­τα­πό­κρι­ση και α­νο­χή του α­σθε­νούς. Ό­ταν ε­πι­τευ­χθούν οι πλή­ρεις δρά­σεις της, η δό­ση της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης πρέ­πει να τρο­πο­ποι­εί­ται βαθ­μια­ία στο χα­μη­λό­τε­ρο ε­πί­πε­δο που δι­α­τη­ρεί ε­παρ­κή κλι­νι­κή αν­τα­πό­κρι­ση και να μει­ώ­νε­ται ή, προ­τι­μό­τε­ρα, να δι­α­κό­πτε­ται τε­λεί­ως.
  • Με­τά α­πό βρα­χυ­χρό­νια θε­ρα­πεί­α, η μεί­ω­ση της δό­σης και η δι­α­κο­πή του φαρ­μά­κου μπο­ρεί να γί­νει με τα­χύ σχε­τι­κά ρυθ­μό, με­τά ό­μως α­πό μα­κρο­χρό­νια χο­ρή­γη­ση πρέ­πει να γί­νε­ται με πο­λύ αρ­γό ρυθ­μό μέ­χρις ό­του α­πο­κα­τα­στα­θεί η υ­πο­θα­λα­μο-υ­πο­φυ­σια­κή λει­τουρ­γί­α. Ο χρό­νος ο α­παι­τού­με­νος για πλή­ρη α­νά­νη­ψη της υ­πο­θα­λα­μο-υ­πο­φυ­σια­κής λει­τουρ­γί­ας με­τά την δι­α­κο­πή της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης ποι­κίλ­λει.

19.2.17   ΔΟΣΕΙΣ - ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ

19.2.17.1   ΓΕΝΙΚΟ ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΟ ΣΧΗΜΑ

α)   Ε­νή­λι­κες : 

  • Ενδομυϊκά ή υ­πο­δό­ρια : 20 μο­νά­δες/6ωρο.
  • Εν­δο­φλέ­βια έγ­χυ­ση : 10-25 μο­νά­δες υ­δα­τι­κού δι­α­λύ­μα­τος σε 500 ml δεξ­τρό­ζης, εν­τός 8 ω­ρών.
  • Βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης κορ­τι­κο­τρο­πί­νη : 40-80 μο­νά­δες ενδομυϊκά ή υ­πο­δό­ρια κά­θε 24-72 ώ­ρες. Η θε­ρα­πεί­α μπο­ρεί να αρ­χί­σει με 10-12.5 μο­νά­δες/6ωρο. Ε­άν, με­τά α­πό 72-96 ώ­ρες, δεν προ­κύ­ψει βελ­τί­ω­ση, η δό­ση αυ­ξά­νε­ται κα­τά 5 μον. κά­θε 2-3 η­μέ­ρες μέ­χρι την μέ­γι­στη δό­ση των 25 μο­νά­δων/6ωρο.

β)   Παι­διά : 

  • Κορ­τι­κο­τρο­πί­νη 1.6 μο­νά­δες/kg ή 50 μο­νά­δες/m2 ΕΦ, ΙΜ ή υ­πο­δό­ρια, κα­θη­με­ρι­νά σε 3-4 δό­σεις
  • Βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης κορ­τι­κο­τρο­πί­νη 0.8 μο­νά­δες/kg ή 25 μο­νά­δες/m2 ΙΜ, κα­θη­με­ρι­νά σε 1-2 δό­σεις.

 γ)   Ως αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δες-α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κό (στους ε­νή­λι­κες) : 

  • Κορ­τι­κο­τρο­πί­νη : 20 μο­νά­δες 4 φο­ρές η­με­ρη­σί­ως, ΙΜ ή υ­πο­δό­ρια
  • Βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης κορ­τι­κο­τρο­πί­νη : 40-80 μο­νά­δες κά­θε 24-72 ώ­ρες, ΙΜ ή υ­πο­δό­ρια

19.2.17.2   ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΟ ΣΧΗΜΑ ΑΝΑ ΝΟΣΗΜΑ

Α)   ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ:

  • Synacthen Depot 1 mg κά­θε 1-2 ε­βδο­μά­δες (Ben-Chetrit E et al, 1985).

Β)   ΝΕΑΝΙΚΗ ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Βρα­δεί­ας δρά­σης (φυ­σι­κή) κορ­τι­κο­τρο­πί­νη (Acthar gel) 20-80 μο­νά­δες ε­φά­παξ κά­θε πρω­ί, μέ­χρις ό­του οι εκ­δη­λώ­σεις της νό­σου τε­θούν υ­πό έ­λεγ­χο, ο­πό­τε και μει­ώ­νε­ται σε 40 μο­νά­δες/24ωρο και στη συ­νέ­χεια 20 μο­νά­δες/2η η­μέ­ρα. E­άν η θε­ρα­πεί­α στο­χεύ­ει μό­νο στον έ­λεγ­χο των αρ­θρι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων, η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί, ευ­θύς ε­ξαρ­χής, σε δό­ση 20-40 μον./2η η­μέ­ρα.

Η φυ­σι­κή κορ­τι­κο­τρο­πί­νη, χο­ρη­γού­με­νη κά­θε 2η η­μέ­ρα, έ­χει πα­ρό­μοι­α δρά­ση με κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γού­με­να στην ί­δια συ­χνό­τη­τα, ε­πι­τρέ­πον­τας την λει­τουρ­γί­α του ά­ξο­να στο με­σο­δι­ά­στη­μα των ε­νέ­σε­ων και ε­πο­μέ­νως την κα­νο­νι­κή συ­νέ­χι­ση της α­νά­πτυ­ξης. Α­κό­μα, ση­μαν­τι­κό πλε­ο­νέ­κτη­μα του δο­σο­λο­γι­κού αυ­τού σχή­μα­τος εί­ναι η δι­α­τή­ρη­ση της ι­κα­νό­τη­τας έκ­κρι­σης εν­δο­γε­νούς ACTH σε πε­ρί­πτω­ση stress. Αν­τί­θε­τα, τα μα­κρά δρά­σης σκευ­ά­σμα­τα ACTH μπο­ρεί να έ­χουν το ί­διο α­πο­τέ­λε­σμα στη σω­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη με τα ε­ξω­γε­νώς χο­ρη­γού­με­να κορ­τι­κο­ει­δή.

Το Acthar gel εί­ναι το κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο σκεύ­α­σμα, δε­δο­μέ­νου ό­τι δι­ε­γεί­ρει τον φλοι­ό των ε­πι­νε­φρι­δί­ων μό­νο ε­πί 12-15 ώ­ρες, ε­πι­τρέ­πον­τας την α­νά­νη­ψη του ά­ξο­να στο με­σο­δι­ά­στη­μα των ε­νέ­σε­ων. Αν­τί­θε­τα, τα μα­κράς δρά­σης σκευ­ά­σμα­τα πρέ­πει να α­πο­φεύ­γον­ται για­τί έ­χουν πα­ρα­τε­τα­μέ­νη δρά­ση στον φλοι­ό των ε­πι­νε­φρι­δί­ων.

Βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης (συν­θε­τι­κή) κορ­τι­κο­τρο­πί­νη (τε­τρα­κο­σα­κτί­δη) :

α)   B­ρέ­φη :

  •  Αρ­χι­κή δό­ση : 0.25 mg/24ωρο.
  •  Θε­ρα­πεί­α συν­τή­ρη­σης : 0.25 mg κά­θε 2-7 η­μέ­ρες.

β)   Παι­διά η­λι­κί­ας 6-12 ε­τών :

  •   Αρ­χι­κή δό­ση : 0.25-1 mg η­με­ρη­σί­ως.
  •   Θε­ρα­πεί­α συν­τή­ρη­σης : 0.25-1 mg κά­θε 2-7 η­μέ­ρες.

Γ)   ΒΑΡΙΑ ΜΥΑΣΘΕΝΕΙΑ

  • Κορ­τι­κο­τρο­πί­νη 100 μο­νά­δες ΕΦ σε δι­ά­στη­μα 8 ω­ρών Χ 10 η­μέ­ρες, ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη με­τά α­πό 5-10 η­μέ­ρες. Με την θε­ρα­πεί­α αυ­τή, η μυϊκή ι­σχύς αρ­χι­κά ε­λατ­τώ­νε­ται ση­μαν­τι­κά, αρ­γό­τε­ρα ό­μως βελ­τι­ώ­νε­ται. Η βελ­τί­ω­ση συ­νή­θως εμ­φα­νί­ζε­ται 2-7 η­μέ­ρες με­τά το πέ­ρας της 1ης ή 2ης συ­νε­δρί­ας και δια­ρκεί 6 ε­βδο­μά­δες έ­ως 6 μή­νες (συ­νή­θως 2-3 μή­νες).
  • Βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης κορ­τι­κο­τρο­πί­νη 100 μο­νά­δες ενδομυϊκά Χ 10 η­μέ­ρες, ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη με­τά α­πό 5-10 η­μέ­ρες. Σε με­ρι­κούς α­σθε­νείς, η  βελ­τί­ω­ση μπο­ρεί να δι­α­τη­ρη­θεί με 100 μο­νά­δες κορ­τι­κο­τρο­πί­νης βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης ε­φά­παξ ε­βδο­μα­δια­ίως.

Δ)   ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ

  • 80-120 μο­νά­δες α­πλής ή βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης ε­νέ­σι­μης κορ­τι­κο­τρο­πί­νης κα­θη­με­ρι­νά ΙΜ σε δι­η­ρη­μέ­νες δό­σεις ε­πί 2-3 ε­βδο­μά­δες.

Ε)   ΝΕΟΓΝΙΚΟΙ ΣΠΑΣΜΟΙ

  • Κορ­τι­κο­τρο­πί­νη 20-40 μο­νά­δες η­με­ρη­σί­ως ή 80 μον. κά­θε 48 ώ­ρες Χ 3 μή­νες (ή 1 μή­να με­τά την υ­πο­χώ­ρη­ση των σπα­σμών).

 19.2.18   ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ

    Εμ­πο­ρι­κή ο­νο­μα­σί­α

        Μορ­φές-πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τες

  Κα­τα­σκευα­στής

Acthar 

25 units (injectable) 

AVENTIS  

 

40 units (injectable) 

 

ACTH 

40 units (injectable) 

PARKE-DAVIS  

ACTH 40

Gel Repository 40 IU/ml (injectable) 

HYREX 

ACTH 80

Gel Repository 80 IU/ml (injectable) 

HYREX 

H. P. Acthar Gel

Gel Repository 40 IU/ml (injectable) 

AVENTIS 

 

Gel Repository 80 IU/ml (injectable) 

 

19.2.19   ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ 

Ε­νέ­σι­μη κορ­τι­κο­τρο­πί­νη (Corticotropin for injection) : Εί­ναι στεί­ρα λυ­ο­φι­λο­ποι­η­μέ­νη ACTH η ο­ποί­α σε ξη­ρή μορ­φή πε­ρι­έ­χει 25 ή 40 μο­νά­δες κορ­τι­κο­τρο­πί­νης U.S.P. και πε­ρί­που 9-12 mg υ­δρο­λυ­μέ­νης ζε­λα­τί­νης, αν­τί­στοι­χα. Με­τά α­πό α­να­σύ­στα­ση, χο­ρη­γεί­ται εν­δο­φλέ­βια, ενδομυϊκά ή υ­πο­δό­ρια.

Ε­νέ­σι­μη βρα­δεί­ας α­πο­δέ­σμευ­σης κορ­τι­κο­τρο­πί­νη (Repository corticotropin injection): Εί­ναι κα­θαρ­μέ­νο στεί­ρο πα­ρα­σκεύ­α­σμα φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κής ορ­μό­νης σε ζε­λα­τί­νη 16% που α­πο­δε­σμεύ­ε­ται βρα­δέ­ως με­τά α­πό ενδομυϊκή ή υ­πο­δό­ρια έ­νε­ση. Πε­ρι­έ­χει ε­πί­σης φαι­νό­λη 0.5%, κυ­στεΐνη 0.1%, υ­δρο­ξεί­διο του να­τρί­ου ή/και ο­ξει­κό ο­ξύ για την τρο­πο­ποί­η­ση του pH και ε­νέ­σι­μο ύ­δωρ.

ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΙΝΗΣ

Η κορ­τι­κο­τρο­πί­νη δεν χρη­σι­μο­ποι­εί­ται πλέ­ον στη συ­στη­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α των ρευ­μα­τι­κών νο­ση­μά­των και έ­χει αν­τι­κα­τα­στα­θεί α­πό τα per os χο­ρη­γού­με­να κορ­τι­κο­ει­δή. Πάν­τως, μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί προ­σω­ρι­νά για τον έ­λεγ­χο των συμ­πτω­μά­των των ε­ξάρ­σε­ων ο­ρι­σμέ­νων ρευ­μα­τι­κών νο­ση­μά­των (ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα, αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα, ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα, κ.ά.) ή σε πε­ρι­πτώ­σεις που αν­τεν­δεί­κνυ­ται η συ­στη­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή.

19.3   ΟΞΕΙΚΗ ΚΟΡΤΙΖΟΝΗ

Η ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη με­τα­τρέ­πε­ται τα­χύ­τα­τα στο σώ­μα σε υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη (κορ­τι­ζό­λη), μί­α α­πό τις κυ­ρι­ό­τε­ρες ορ­μό­νες των ε­πι­νε­φρι­δί­ων.

19.3.1   ΧΗΜΕΙΑ

Ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη (Cortisone acetate)

Χη­μι­κό ό­νο­μα : 21-(acetyloxy)-17-hydroxypregn-4-ene-3,11,20-trione 

Μο­ρια­κός τύ­πος : C23H30O6 

Πε­ρι­γρα­φή : Η ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη εί­ναι λευ­κή, ά­ο­σμη, κρυ­σταλ­λι­κή σκό­νη πα­ρα­σκευ­α­ζό­με­νη συν­θε­τι­κά. Εί­ναι πρα­κτι­κά α­δι­ά­λυ­τη στο ύ­δωρ, ε­λα­φρά δι­α­λυ­τή στον αι­θέ­ρα και την με­θυ­λι­κή αλ­κο­ό­λη, δι­α­λυ­τή στο χλω­ρο­φόρ­μιο (1/4), την δι­ο­ξά­νη (1/30) και την α­κε­τό­νη (1/75), ε­λεύ­θε­ρα δι­α­λυ­τή στο δι­χλω­ρο­με­θά­νιο και δυσ­δι­ά­λυ­τη στο οι­νό­πνευ­μα (1/350). Αρ­χι­κά δεν έ­χει γεύ­ση, αρ­γό­τε­ρα ό­μως α­πο­κτά μό­νι­μη πι­κρή γεύ­ση. Έχει μο­ρια­κό βά­ρος 402.49 και υ­ψη­λό συν­τε­λε­στή με­ρι­σμού n-ο­κτα­νό­λης/ύ­δωρ.

19.3.2   ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ

Η ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη με­τα­τρέ­πε­ται στο ή­παρ στην φυ­σι­κή ορ­μό­νη, την υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη.

ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ-ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΔΡΑΣΗΣ ΥΔΡΟΚΟΡΤΙΖΟΝΗΣ

  • Κα­τα­στέλ­λει ή προ­λα­βαί­νει τα ση­μεί­α της φλεγ­μο­νής (το­πι­κή θερ­μό­τη­τα, ε­ρυ­θρό­τη­τα, ευ­αι­σθη­σί­α και δι­όγ­κω­ση), α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την αι­τι­ο­λο­γί­α της.
  • Α­να­στέλ­λει τις πρώ­ι­μες μι­κρο­σκο­πι­κές αλ­λοι­ώ­σεις (δι­ά­τα­ση τρι­χο­ει­δών, οί­δη­μα, με­τα­νά­στευ­ση λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων και φα­γο­κυτ­τά­ρων) και τις ό­ψι­μες εκ­δη­λώ­σεις (πολ­λα­πλα­σια­σμός τρι­χο­ει­δών και ι­νο­βλα­στών, ε­να­πό­θε­ση κολ­λα­γό­νου) της φλεγ­μο­νής.
  • Αυ­ξά­νει τον α­ριθ­μό των ε­ρυ­θρών αι­μο­σφαι­ρί­ων και των ου­δε­τε­ρο­φί­λων λευ­κο­κυτ­τά­ρων και μει­ώ­νει τον α­ριθ­μό των η­ω­σι­νο­φί­λων και των βα­σε­ο­φί­λων λευ­κο­κυτ­τά­ρων και των λεμ­φο­κυτ­τά­ρων και την μά­ζα του λεμ­φι­κού ι­στού
  • Δρα στον με­τα­βο­λι­σμό των υ­δα­ταν­θρά­κων και των πρω­τεϊνών. Τα α­μι­νο­ξέ­α κι­νη­το­ποι­ούν­ται α­πό δι­ά­φο­ρους ι­στούς και κυ­ρί­ως τους σκε­λε­τι­κούς μυς, τα ο­στά και το δέρ­μα και με­τα­τρέ­πον­ται στο ή­παρ σε γλυ­κό­ζη και ε­να­πο­θη­κεύ­ον­ται σαν γλυ­κο­γό­νο.
  • Δι­ευ­κο­λύ­νει την κι­νη­το­ποί­η­ση του λί­πους α­πό πε­ρι­φε­ρι­κές πε­ρι­ο­χές α­πό την ε­πι­νε­φρί­νη και την νο­ρε­πι­νε­φρί­νη, αλ­λά αυ­τή κα­θαυ­τή έ­χει α­με­λη­τέ­α λι­πο­λυ­τι­κή δρά­ση
  • Δι­ε­γεί­ρει την ε­πα­ναρ­ρό­φη­ση του να­τρί­ου α­πό τα πε­ρι­φε­ρι­κά νε­φρι­κά σω­λη­νά­ρια, σε αν­ταλ­λα­γή με το κά­λιο που α­πο­βάλ­λε­ται α­πό τα ού­ρα. Σε πε­ρι­πτώ­σεις α­νε­πάρ­κειας υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης α­να­πτύσ­σε­ται υ­πο­να­τρι­αι­μί­α, υ­πό­τα­ση, α­φυ­δά­τω­ση και υ­περ­κα­λι­αι­μί­α. Αν­τί­θε­τα, η υ­περ­βο­λι­κή πα­ρα­γω­γή υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης προ­κα­λεί κα­τα­κρά­τη­ση υ­γρών, υ­πέρ­τα­ση και υ­πο­κα­λι­αι­μί­α.

19.3.3   ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑ

Στα ζώ­α : Σε πον­τι­κούς, η κορ­τι­ζό­λη προ­κα­λεί σχι­σμή της υ­πε­ρώ­ας σε με­γά­λη συ­χνό­τη­τα.

Στον άν­θρω­πο : Η κορ­τι­ζό­νη, χο­ρη­γού­με­νη στη διά­ρκεια του 1ου τρι­μή­νου της κύ­η­σης, δεν προ­κα­λεί συγ­γε­νείς α­νω­μα­λί­ες στα βρέ­φη (Heinonen OP et al, 1977). Άλλοτε ό­μως συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό αυ­ξη­μέ­νη συ­χνό­τη­τα σχι­σμής της υ­πε­ρώ­ας, στέ­νω­ση της α­ορ­τής, α­νω­μα­λί­ες του εν­δο­κοι­λια­κού δι­α­φράγ­μα­τος, στρε­βλο­πο­δί­α, κρυ­ψορ­χί­α, υ­δρο­κέ­φα­λο, κα­ταρ­ρά­κτη και κυ­κλω­πί­α (Khurd G and Olding I, 1973; Kraus AM, 1975b).

19.3.4   ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ

Η βι­ο­δι­α­θε­σι­μό­τη­τα της per os χο­ρη­γού­με­νης ο­ξει­κής κορ­τι­ζό­νης α­νέρ­χε­ται σε 21-95% και η μέ­ση βι­ο­δι­α­θε­σι­μό­τη­τά της προ­σεγ­γί­ζει το 80% της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης (Hazelwood VJ et al, 1984). Σε α­σθε­νείς με α­νε­πάρ­κεια των ε­πι­νε­φρι­δί­ων θε­ρα­πευ­ό­με­νους με ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη per os οι μέ­γι­στες συγ­κεν­τρώ­σεις της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης ε­πι­τυγ­χά­νον­ται με­τά α­πό 45-240΄ (Nickelsen T et al, 1983).

Οι τρο­φές δεν ε­πη­ρε­ά­ζουν ση­μαν­τι­κά την α­πορ­ρό­φη­ση της ο­ξει­κής κορ­τι­ζό­νης (Aanderud S and Myking OL, 1981). Η α­πορ­ρό­φη­ση α­πό το δέρ­μα και τους βλεν­νο­γό­νους ε­ξαρ­τά­ται α­πό την μορ­φή του σκευ­ά­σμα­τος, τις συγ­κεν­τρώ­σεις, την κά­λυ­ψη, την πε­ρι­ο­χή και την διά­ρκεια της ε­φαρ­μο­γής.

Η ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη και η υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη πι­θα­νώς υ­φί­σταν­ται ση­μαν­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό «πρώ­της δι­ό­δου» στο εν­τε­ρι­κό τοί­χω­μα και το ή­παρ (Levin J et al, 1981). Οι συγ­κεν­τρώ­σεις της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης στο πλά­σμα σχε­τί­ζον­ται γραμ­μι­κά με  2-25 mg ο­ξει­κής κορ­τι­ζό­νης (Colburn WA et al, 1980).

Στο αί­μα, το 95% της ε­νερ­γού μορ­φής (υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης) συν­δέ­ε­ται α­να­στρέ­ψι­μα με μί­αν ει­δι­κή α2 σφαι­ρί­νη. Η σφαι­ρί­νη αυ­τή έ­χει με­γά­λη συγ­γέ­νεια και χα­μη­λή χω­ρη­τι­κό­τη­τα και κο­ρέν­νυ­ται ό­ταν οι συγ­κεν­τρώ­σεις της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης στο πλά­σμα προ­σεγ­γί­ζουν τα 200 μg/l-1 (Sandberg AA and Slawnwhite WR, 1959). Η σύν­δε­ση με την λευ­κω­μα­τί­νη α­νέρ­χε­ται σε 70-80% και έ­χει μι­κρή συγ­γέ­νεια, αλ­λά με­γά­λη χω­ρη­τι­κό­τη­τα. Ο φαι­νό­με­νος όγ­κος κα­τα­νο­μής α­νέρ­χε­ται σε 0.3 l/kg-1 (Peterson RE, 1959). Ο t(1/2) της ε­νέ­σι­μης υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης στο πλά­σμα εί­ναι πε­ρί­που 60-90΄.

Η υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη α­πεκ­κρί­νε­ται στο μη­τρι­κό γά­λα και φαί­νε­ται ό­τι δι­έρ­χε­ται τον πλα­κούν­τα και ει­σέρ­χε­ται στην εμβρυϊκή κυ­κλο­φο­ρί­α. Η ε­λεύ­θε­ρη υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη α­πεκ­κρί­νε­ται τα­χύ­τα­τα α­πό τους νε­φρούς. Η μέ­τρη­ση της ε­λεύ­θε­ρης κορ­τι­ζό­λης στα ού­ρα μπο­ρεί να χρη­σι­μεύ­σει στη δι­ά­γνω­ση και θε­ρα­πεί­α του υ­πο- και υ­περ-α­δρε­να­λι­σμού (Bunch WM, 1982). Η υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη με­τα­βο­λί­ζε­ται ευ­ρέ­ως στο ή­παρ. Η με­τα­τρο­πή της κορ­τι­ζό­νης σε υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη μπο­ρεί να ε­ξα­σθε­νή­σει σε α­σθε­νείς με βα­ριά η­πα­τι­κή νό­σο.

Η ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη υ­δρο­λύ­ε­ται τα­χύ­τα­τα σε υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη με δι­α­χω­ρι­σμό της πλευ­ρι­κής α­κε­τυλ-α­λύ­σου και α­να­γω­γή της 11-κε­το-ο­μά­δας στο ή­παρ (Peterson RE, 1959). Η υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη με­τα­βο­λί­ζε­ται κυ­ρί­ως (>70 %) στο ή­παρ και, σε μι­κρό βαθ­μό, στους νε­φρούς, με­τα­τρε­πό­με­νη εν­ζυ­μι­κά και α­να­στρέ­ψι­μα στο α­νε­νερ­γό 11-δι­ϋ­δρο­γε­νο­ποι­η­μέ­νο πα­ρά­γω­γο, την κορ­τι­ζό­νη. Τα συ­στα­τι­κά αυ­τά υ­φί­σταν­ται πε­ραι­τέ­ρω α­να­γω­γή των 4, 5 δι­πλών δε­σμών και του υ­πο­κα­τά­στα­του της 3-κε­τό­νης, πα­ρά­γον­τας τε­τρα­ϋ­δρο­κορ­τι­ζό­λη και τε­τρα­ϋ­δρο­κορ­τι­ζό­νη. Πε­ραι­τέ­ρω σύ­ζευ­ξη με γλυ­κου­ρο­νι­κό ο­ξύ και θει­ι­κά ά­λα­τα ο­δη­γεί στο σχη­μα­τι­σμό γλυ­κου­ρο­νι­δι­κών και θει­ι­κών συμ­πλό­κων. Οι μει­ω­μέ­νοι και σύμ­πλο­κοι με­τα­βο­λί­τες α­πεκ­κρί­νον­ται α­πό τα ού­ρα με 1% της μη­τρι­κής ορ­μό­νης. Σε μι­κρά μό­νο πο­σά α­πεκ­κρί­νε­ται α­πό την χο­λή και τα κό­πρα­να.

19.3.5  ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ - ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ

Σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ά­το­μα, οι συγ­κεν­τρώ­σεις της εν­δο­γε­νούς υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης στο πλά­σμα κυ­μαί­νον­ται α­πό 100-250 μg/l-1 με­τα­ξύ 6 και 8 μ.μ., ε­νώ υ­πο­χω­ρούν <50 μg/l-1 στις 2 μ.μ. Η συ­σχέ­τι­ση της α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας με τις συγ­κεν­τρώ­σεις της ε­ξω­γε­νούς υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης, π.χ. με­τά α­πό την χο­ρή­γη­ση ο­ξει­κής κορ­τι­ζό­νης, συγ­κα­λύ­πτε­ται, δε­δο­μέ­νου ό­τι η βι­ο­λο­γι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης δι­α­τη­ρεί­ται πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα της πα­ρα­μο­νής της στο πλά­σμα.

19.3.6   ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

19.3.6.1   ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Αλ­δεσ­λευ­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την αν­τι­νε­ο­πλα­σμα­τι­κή δρά­ση και τις ε­πι­πλο­κές (πυ­ρε­τός, νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια, υ­περ­χο­λε­ρυ­θρι­ναι­μί­α, σύγ­χυ­ση και δύ­σπνοι­α) της αλ­δεσ­λευ­κί­νης.

Συ­στά­σεις : Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να α­πο­φεύ­γον­ται σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με αλ­δεσ­λευ­κί­νη.

Αν­τι­δι­α­βη­τι­κά, αν­τι­ϋ­περ­τα­σι­κά ή αν­τι­γλαυ­κω­μα­τι­κά φάρ­μα­κα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τις α­παι­τή­σεις για ιν­σου­λί­νη ή υ­πο­γλυ­και­μι­κούς per os πα­ρά­γον­τες, αν­τι­ϋ­περ­τα­σι­κά ή αν­τι­γλαυ­κω­μα­τι­κά φάρ­μα­κα. Η μα­κρο­χρό­νια θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή συ­χνά συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό αν­τί­στα­ση στην ιν­σου­λί­νη.

Συ­στά­σεις :

  • Το σάκ­χα­ρο του αί­μα­τος πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται συ­χνά και η δό­ση των per os αν­τι­δι­α­βη­τι­κών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν τα κορ­τι­κο­ει­δή προ­στί­θεν­ται στη θε­ρα­πεί­α, δι­α­κό­πτον­ται ή τρο­πο­ποι­εί­ται η δό­ση τους.
  • Οι δι­α­βη­τι­κοί που θε­ρα­πεύ­ον­ται με ιν­σου­λί­νη μπο­ρεί να χρεια­σθούν αύ­ξη­ση της δό­σης της ιν­σου­λί­νης ό­ταν στη θε­ρα­πεί­α προ­στί­θεν­ται κορ­τι­κο­ει­δή. Η δό­ση της ιν­σου­λί­νης πρέ­πει να μει­ώ­νε­ται με­τά την δι­α­κο­πή του κορ­τι­κο­ει­δούς. 

Αν­τι­ό­ξι­να

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα αν­τι­ό­ξι­να, ε­πει­δή σχη­μα­τί­ζουν σύμ­πλο­κα στον γα­στρεν­τε­ρι­κό σω­λή­να, μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πορ­ρό­φη­ση των per os χο­ρη­γού­με­νων κορ­τι­κο­ει­δών

Συ­στά­σεις :

  • Σε α­σθε­νείς που παίρ­νουν αν­τι­ό­ξι­να, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θούν σε με­γα­λύ­τε­ρη δό­ση.
  • Τα αν­τι­ό­ξι­να πρέ­πει να λαμ­βά­νον­ται σε ό­σο το δυ­να­τόν με­γα­λύ­τε­ρη α­πό­στα­ση α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή.
  • Η αν­τα­πό­κρι­ση του α­σθε­νούς στο κορ­τι­κο­ει­δές πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται και η δό­ση του να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν τα αν­τι­ό­ξι­να προ­στί­θεν­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτον­ται.

Αν­τι­πη­κτι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή άλ­λο­τε αυ­ξά­νουν και άλ­λο­τε ε­λατ­τώ­νουν την δρά­ση των per os αν­τι­πη­κτι­κών και μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν αι­μορ­ρα­γί­α, δε­δο­μέ­νου ό­τι έ­χουν α­νά­στρο­φη δρά­ση στην α­κε­ραι­ό­τη­τα του τοι­χώ­μα­τος των αγ­γεί­ων και στη λει­τουρ­γί­α των αι­μο­πε­τα­λί­ων.

Συ­στά­σεις : Η δό­ση των αν­τι­πη­κτι­κών πρέ­πει να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν τα κορ­τι­κο­ει­δή προ­στί­θεν­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτον­ται και οι ερ­γα­στη­ρια­κοί δεί­κτες της πή­ξης του αί­μα­τος να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται τα­κτι­κά, ώ­στε να δι­α­τη­ρη­θεί το ε­πι­θυ­μη­τό αν­τι­πη­κτι­κό α­πο­τέ­λε­σμα.

Αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κοί πα­ρά­γον­τες

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Σε α­σθε­νείς με βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να ε­ξα­σθε­νή­σουν τις α­να­με­νό­με­νες δρά­σεις των αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κών φαρ­μά­κων (αμ­πε­νό­νιο, νε­ο­στιγ­μί­νη, πυ­ρι­δο­στιγ­μί­νη και πι­θα­νώς ορ­γα­νο­φω­σφο­ρι­κά αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κά πα­ρα­σι­το­κτό­να), προ­κα­λών­τας έν­το­νη α­δυ­να­μί­α. Οι δρά­σεις των αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κών φαρ­μά­κων μπο­ρεί να αυ­ξη­θούν με­τά την δι­α­κο­πή των κορ­τι­κο­ει­δών.

Μη­χα­νι­σμός : Ο μη­χα­νι­σμός της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής εί­ναι ά­γνω­στος. 

Συ­στά­σεις :

  • Ε­άν εί­ναι δυ­να­τόν, τα αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κά φάρ­μα­κα πρέ­πει να α­πο­σύ­ρον­ται του­λά­χι­στον 24 ώ­ρες πριν α­πό την έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με κορ­τι­κο­ει­δή.
  • Ε­άν η συγ­χο­ρή­γη­σή τους με κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι θε­ρα­πευ­τι­κά α­πα­ραί­τη­τη, πρέ­πει να γί­νε­ται κά­τω α­πό προ­σε­κτι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση.
  • Ε­άν εμ­φα­νι­σθεί α­να­πνευ­στι­κή κα­τα­στο­λή, πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μη­χα­νι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη, ε­άν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το. 

Βαρ­βι­του­ρι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα βαρ­βι­του­ρι­κά μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τον με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών ε­νερ­γο­ποι­ών­τας τα η­πα­τι­κά μι­κρο­σω­μι­κά έν­ζυ­μα, και ε­πο­μέ­νως να ε­ξα­σθε­νή­σουν τις φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών, και να προ­κα­λέ­σουν έ­ξαρ­ση της νό­σου για την ο­ποί­α τα κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γούν­ται. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να πα­ρα­τη­ρη­θεί αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή των βαρ­βι­του­ρι­κών.

Συ­στά­σεις :

  • Ε­άν η ταυ­τό­χρο­νη θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή και βαρ­βι­του­ρι­κά εί­ναι α­να­πό­φευ­κτη, μπο­ρεί να χρεια­σθεί αύ­ξη­ση της δό­σης του κορ­τι­κο­ει­δούς.
  • Ε­άν τα δύ­ο αυ­τά φάρ­μα­κα χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται ταυ­τό­χρο­να και η κα­τά­στα­ση του α­σθε­νούς στα­θε­ρο­ποι­η­θεί, μπο­ρεί να χρεια­σθεί ε­λάτ­τω­ση της δό­σης του κορ­τι­κο­ει­δούς με­τά την δι­α­κο­πή των βαρ­βι­του­ρι­κών.

Γεν­νη­τι­κές ορ­μό­νες

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα αν­τι­συλ­λη­πτι­κά per os και τα οι­στρο­γό­να α­να­στέλ­λουν τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό με­ρι­κών κορ­τι­κο­ει­δών, ό­πως και της εν­δο­γε­νούς κορ­τι­ζό­λης. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις θε­ρα­πευ­τι­κές, αλ­λά και τις το­ξι­κές, δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για ση­μεί­α το­ξι­κό­τη­τας α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή και να μει­ώ­νε­ται η δό­ση του κορ­τι­κο­ει­δούς, ε­άν χρει­ά­ζε­ται.

Ιν­δο­με­θα­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ιν­δο­με­θα­κί­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει την συ­χνό­τη­τα ή/και βα­ρύ­τη­τα α­νά­πτυ­ξης γα­στρεν­τε­ρι­κού έλ­κους σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για ση­μεί­α γα­στρεν­τε­ρι­κού έλ­κους και η δό­ση τους να τρο­πο­ποι­εί­ται, ε­άν χρει­ά­ζε­ται.

Ι­σο­νι­α­ζί­δη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό ή την νε­φρι­κή κά­θαρ­ση, και ε­πο­μέ­νως να μει­ώ­σουν την αν­τι­φυ­μα­τι­κή δρά­ση, της ι­σο­νι­α­ζί­δης
  • Η ι­σο­νι­α­ζί­δη μπο­ρεί να μει­ώ­σει τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Ε­άν υ­πάρ­χουν εν­δεί­ξεις αλ­λη­λε­πί­δρα­σης με­τα­ξύ κορ­τι­κο­ει­δών-ι­σο­νι­α­ζί­δης, μπο­ρεί να χρεια­σθεί τρο­πο­ποί­η­ση της δό­σης του ε­νός ή και των δύ­ο φαρ­μά­κων.

Ι­τρα­κο­να­ζό­λη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ι­τρα­κο­να­ζό­λη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις συγ­κεν­τρώ­σεις στο πλά­σμα και ε­πο­μέ­νως τις ε­πι­πλο­κές (μυ­ο­πά­θεια, μυϊκή α­δυ­να­μί­α, δυ­σα­νε­ξί­α στη γλυ­κό­ζη) των κορ­τι­κο­ει­δών

Συ­στά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή, ε­άν εί­ναι α­πα­ραί­τη­τα σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με ι­τρα­κο­να­ζό­λη, μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θούν σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση.
  • Οι α­σθε­νείς που αρ­χί­ζουν ή δι­α­κό­πτουν την θε­ρα­πεί­α με ι­τρα­κο­να­ζό­λη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται για εκ­δη­λώ­σεις το­ξι­κό­τη­τας και να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών.

Κα­λι­ο­πε­νι­κά φάρ­μα­κα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κα­λι­ο­πε­νι­κά δι­ου­ρη­τι­κά (θει­α­ζί­δες, φου­ρο­σε­μί­δη, αι­θα­κρυ­νι­κό ο­ξύ) και άλ­λα κα­λι­ο­πε­νι­κά φάρ­μα­κα, ό­πως η αμ­φο­τε­ρι­κί­νη Β, μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν την κα­λι­ο­πε­νι­κή δρά­ση των γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Το κά­λιο του ο­ρού πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή ταυ­τό­χρο­να με κα­λι­ο­πε­νι­κά φάρ­μα­κα.

Κε­το­κο­να­ζό­λη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η κε­το­κο­να­ζό­λη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις κα­τα­σταλ­τι­κές δρά­σεις στα ε­πι­νε­φρί­δια και πι­θα­νώς την το­ξι­κό­τη­τα των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : 

  • Ο συν­δυα­σμός της κε­το­κο­να­ζό­λης με κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται. Ε­άν ό­μως εί­ναι α­πα­ραί­τη­τος, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θούν σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση.

  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται για ση­μεί­α το­ξι­κό­τη­τας α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή και η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν η κε­το­κο­να­ζό­λη προ­στί­θε­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτε­ται.

Κυ­κλο­σπο­ρί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η κυ­κλο­σπο­ρί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει σπα­σμούς σε ε­νή­λι­κες και παι­διά θε­ρα­πευ­ό­με­να με με­γά­λες δό­σεις γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών, πι­θα­νώς λό­γω αν­τα­γω­νι­στι­κής α­να­στο­λής των η­πα­τι­κών μι­κρο­σω­μι­κών εν­ζύ­μων.
  • Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κυ­κλο­σπο­ρί­νη ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή οι α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές δρά­σεις της κυ­κλο­σπο­ρί­νης, ό­πως και οι θε­ρα­πευ­τι­κές και το­ξι­κές δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών, μπο­ρεί να αυ­ξη­θούν. Αν και ο συν­δυα­σμός αυ­τός μπο­ρεί να εί­ναι ω­φέ­λι­μος σε λή­πτες μο­σχευ­μά­των, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο το­ξι­κός.

Συ­στά­σεις :

  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή και κυ­κλο­σπο­ρί­νη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για­τί μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σουν αυ­ξη­μέ­νη αν­τα­πό­κρι­ση και στα δύ­ο αυ­τά φάρ­μα­κα.
  • Ε­άν υ­πάρ­χει υ­πό­νοι­α αλ­λη­λε­πί­δρα­σης των δύ­ο αυ­τών φαρ­μά­κων, η δό­ση του ε­νός ή και των δύ­ο μπο­ρεί να χρεια­σθεί να μει­ω­θεί.

Κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να τρο­πο­ποι­ή­σουν τις α­να­με­νό­με­νες δρά­σεις της κυ­κλο­φω­σφα­μί­δης και να α­να­στεί­λουν τα η­πα­τι­κά μι­κρο­σω­μι­κά έν­ζυ­μα τα ο­ποί­α ε­νερ­γο­ποι­ούν την κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη στους αλ­κυ­λι­ω­τι­κούς της με­τα­βο­λί­τες.
  • Η κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη μπο­ρεί να ε­νερ­γο­ποι­ή­σει τον δι­κό της με­τα­βο­λι­σμό και των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Ό­ταν η κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη συγ­χο­ρη­γεί­ται με κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη ό­τι η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της μπο­ρεί να μει­ω­θεί.

Μα­κρο­λι­δι­κά αν­τι­βι­ο­τι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ε­ρυ­θρο­μυ­κί­νη και η τρο­λε­αν­δο­μυ­κί­νη μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πο­βο­λή, και ε­πο­μέ­νως να αυ­ξή­σουν τις δρά­σεις, των κορ­τι­κο­ει­δών. 

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται για κλι­νι­κά ση­μεί­α αυ­ξη­μέ­νης δρά­σης των κορ­τι­κο­ει­δών και η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών να τρο­πο­ποι­εί­ται, ε­άν χρει­ά­ζε­ται.

Μη α­πο­πο­λω­τι­κά φάρ­μα­κα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να δυ­νη­τι­κο­ποι­ή­σουν ή να α­να­στεί­λουν τις νευ­ρο­μυϊ­κές α­να­σταλ­τι­κές δρά­σεις των μη α­πο­πο­λω­τι­κών μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κών φαρ­μά­κων.

Συ­στά­σεις : Η συγ­χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με μη α­πο­πο­λω­τι­κούς πα­ρά­γον­τες πρέ­πει να γί­νε­ται με προ­σο­χή, για­τί μπο­ρεί να συ­νο­δευ­θεί α­πό α­πρό­βλε­πτες α­νε­πι­θύ­μη­τες ε­νέρ­γει­ες. 

Μι­φε­πρι­στό­νη

Οι κα­τα­σκευα­στές της μι­φε­πρι­στό­νης α­πο­τρέ­πουν την χρή­ση της σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους μα­κρο­χρό­νια με κορ­τι­κο­ει­δή. Οι κλι­νι­κές δρά­σεις και ο μη­χα­νι­σμός της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής εί­ναι ά­γνω­στες.

Ξαν­θί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με πα­ρά­γω­γα της θε­ο­φυλ­λί­νης μπο­ρεί να τρο­πο­ποι­ή­σει την α­να­με­νό­με­νη φαρ­μα­κο­λο­γι­κή δρά­ση του ε­νός ή και των δύ­ο φαρ­μά­κων.

Συ­στά­σεις : Ε­άν η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με πα­ρά­γω­γα της θε­ο­φυλ­λί­νης συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό αυ­ξη­μέ­νη το­ξι­κό­τη­τα, τα ε­πί­πε­δά των φαρ­μά­κων αυ­τών στον ο­ρό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται και η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα.

Παν­κου­ρό­νιο

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να α­να­στρέ­ψουν την δέ­σμευ­ση των νευ­ρο­μυϊ­κών υ­πο­δο­χέ­ων α­πό το παν­κου­ρό­νιο (Meyers EF, 1977; Laflin MJ, 1977).

Ρι­φαμ­που­τί­νη - ρι­φαμ­πι­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ρι­φαμ­που­τί­νη και η ρι­φαμ­πι­κί­νη μπο­ρεί να ε­νερ­γο­ποι­ή­σουν τα η­πα­τι­κά μι­κρο­σω­μι­κά έν­ζυ­μα που δι­ε­γεί­ρουν τον με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών, ο­δη­γών­τας σε ε­ξα­σθέ­νη­ση των φαρ­μα­κο­λο­γι­κών δρά­σε­ων των κορ­τι­κο­ει­δών και πι­θα­νώς έ­ξαρ­ση της νό­σου για την ο­ποί­α τα κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γούν­ται, α­κό­μα και αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή τους.

Συ­στά­σεις :

  • Η ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη πρέ­πει να προ­στί­θε­ται με προ­σο­χή και η δό­ση της να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα σε α­σθε­νείς που αρ­χί­ζουν ή δι­α­κό­πτουν την θε­ρα­πεί­α με ρι­φαμ­που­τί­νη ή ρι­φαμ­πι­κί­νη.
  • Σε α­σθε­νείς που αρ­χί­ζουν θε­ρα­πεί­α με ρι­φαμ­που­τί­νη ή ρι­φαμ­πι­κί­νη, η ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη πρέ­πει πι­θα­νώς να χο­ρη­γεί­ται σε δι­πλά­σια δό­ση.

Ρι­φα­πεν­τί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η ρι­φα­πεν­τί­νη ε­νερ­γο­ποι­εί το κυ­τό­χρω­μα P450 3A4 και P450 2C8/9 και μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον με­τα­βο­λι­σμό άλ­λων συγ­χο­ρη­γού­με­νων φαρ­μά­κων που με­τα­βο­λί­ζον­ται α­πό τα έν­ζυ­μα αυ­τά. Η δυ­νη­τι­κό­τη­τα ε­νερ­γο­ποί­η­σης των εν­ζύ­μων α­πό την ρι­φα­πεν­τί­νη μπο­ρεί να εί­ναι μι­κρό­τε­ρη α­πό την ρι­φαμ­πι­κί­νη, αλ­λά ι­σχυ­ρό­τε­ρη α­πό την ρι­φαμ­που­τί­νη.
  • Η ρι­φα­πεν­τί­νη μπο­ρεί να ε­πι­τα­χύ­νει τον με­τα­βο­λι­σμό και να μει­ώ­σει την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Ε­άν η συγ­χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με ρι­φα­πεν­τί­νη εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη, μπο­ρεί να χρεια­σθεί τρο­πο­ποί­η­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών. 

Σα­λι­κυ­λι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τα ε­πί­πε­δα των σα­λι­κυ­λι­κών στον ο­ρό και να μει­ώ­σουν την θε­ρα­πευ­τι­κή τους αν­τα­πό­κρι­ση. Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με με­γά­λες δό­σεις σα­λι­κυ­λι­κών ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σουν δη­λη­τη­ρί­α­ση α­πό σα­λι­κυ­λι­κά ό­ταν μει­ώ­σουν την δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών και αυ­ξη­μέ­νη πι­θα­νό­τη­τα α­νά­πτυ­ξης γα­στρεν­τε­ρι­κού έλ­κους.

Συ­στά­σεις : Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με σα­λι­κυ­λι­κά ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή, η δό­ση των σα­λι­κυ­λι­κών πρέ­πει να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα με τα ε­πί­πε­δά τους στο πλά­σμα και την αν­τα­πό­κρι­ση. Στους α­σθε­νείς αυ­τούς, τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να δι­α­κό­πτον­ται με προ­σο­χή, για­τί η δό­ση των σα­λι­κυ­λι­κών μπο­ρεί να χρεια­σθεί να μει­ω­θεί για να α­πο­φευ­χθεί δη­λη­τη­ρί­α­ση α­πό σα­λι­κυ­λι­κά.

Υ­δαν­τοΐνες

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Οι υ­δαν­τοΐνες μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα των κορ­τι­κο­ει­δών.

Μη­χα­νι­σμός : Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή φαί­νε­ται ό­τι ο­φεί­λε­ται σε ε­νερ­γο­ποί­η­ση των μι­κρο­σω­μι­κών η­πα­τι­κών εν­ζύ­μων α­πό την υ­δαν­τοΐνη, η ο­ποί­α ο­δη­γεί σε αύ­ξη­ση του η­πα­τι­κού με­τα­βο­λι­σμού των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή ταυ­τό­χρο­να με υ­δαν­τοΐνες πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται η θε­ρα­πευ­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση στα κορ­τι­κο­ει­δή και να αυ­ξά­νε­ται, ε­άν χρει­ά­ζε­ται, η δό­ση τους.

Φαι­νυ­τοΐνη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η φαι­νυ­τοΐνη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον με­τα­βο­λι­σμό των στε­ρο­ει­δών ε­νερ­γο­ποι­ών­τας τα η­πα­τι­κά έν­ζυ­μα και ε­πο­μέ­νως να μει­ώ­σει την θε­ρα­πευ­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση στα κορ­τι­κο­ει­δή. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να πα­ρα­τη­ρη­θεί αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή της φαι­νυ­τοί­νης.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που παίρ­νουν φαι­νυ­τοΐνη μπο­ρεί να χρεια­σθούν αυ­ξη­μέ­νες δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών για να έ­χουν τα α­να­με­νό­με­να α­πο­τε­λέ­σμα­τα, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται η αν­τα­πό­κρι­ση στα κορ­τι­κο­ει­δή και να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα η δό­ση τους.

19.3.6.2   ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

19.3.6.2.1   ΣΤΟΝ ΟΡΟ

α)   Ε­λάτ­τω­ση :

  • Α­σβέ­στιο
  • Κα­τα­κρά­τη­ση Ι-131
  • PBI
  • Κά­λιο
  • Τ4
  • Ου­ρι­κό ο­ξύ
  • Ψευ­δάρ­γυ­ρος
  • Χο­λη­στε­ρό­λη
  • Κορ­τι­ζό­λη
  • CPK
  • Γλυ­κό­ζη
  • Νά­τριο
  • Ο­λι­κές πρωτεΐνες
  • Τρι­γλυ­κε­ρί­δια

β)   Αύ­ξη­ση :

19.3.6.2.2   ΣΤΑ ΟΥΡΑ

α)    Ε­λάτ­τω­ση :

  • 17-κε­το­στε­ρο­ει­δή
  • 17-OHCS
  • Α­σβέ­στιο
  • Γλυ­κό­ζη
  • Άζωτο
  • Κά­λιο
  • Ου­ρι­κό ο­ξύ
  • Βι­τα­μί­νη C
  • Ψευ­δάρ­γυ­ρος.

β)   Αύ­ξη­ση :

19.3.6.2.3   ΑΛΛΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν την α­πο­βο­λή του α­σκορ­βι­κού ο­ξέ­ος, του ψευ­δαρ­γύ­ρου και του α­ζώ­του α­πό τα ού­ρα και ε­πο­μέ­νως τις α­νάγ­κες του ορ­γα­νι­σμού σε πυ­ρι­δοξί­νη, α­σκορ­βι­κό ο­ξύ, φο­λι­κό και βι­τα­μί­νη D.
  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πορ­ρό­φη­ση του α­σβε­στί­ου και του φω­σφό­ρου και να αυ­ξή­σουν την α­πο­βο­λή του κα­λί­ου και του α­σβε­στί­ου α­πό τα ού­ρα.

19.3.7   ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

1.   ΡΕΥΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ-ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΚΟΛΛΑΓΟΝΟΥ-ΜΑΛΑΚΩΝ ΜΟΡΙΩΝ

  • Αγ­γει­ί­τι­δες
  • Αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα
  • Γάγ­γλια
  • Δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα/πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα
  • Ε­πι­κον­δυ­λί­τι­δα
  • Κοκ­κυ­γο­δυ­νί­α
  • Μι­κτή νό­σος συν­δε­τι­κού ι­στού
  • Μυΐ­τι­δα
  • Νε­α­νι­κή ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α και μη ει­δι­κή τε­νον­το­ϋ­με­νί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α ρευ­μα­τι­κή καρ­δί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α-υ­πο­ξεί­α θυ­λα­κί­τι­δα
  • Ο­στε­ο­αρ­θρί­τι­δα (ι­δι­ο­πα­θής, με­τα­τραυ­μα­τι­κή)
  • Ο­σφυ­αλ­γί­α/ι­σχι­αλ­γί­α
  • Ραι­βό­κρα­νο
  • Ρευ­μα­τι­κή πο­λυ­μυ­αλ­γί­α
  • Ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Συν­δε­τι­κί­τι­δα
  • Σύν­δρο­μο Reiter
  • Συ­στη­μα­τι­κός ε­ρυ­θη­μα­τώ­δης λύ­κος
  • Υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα πο­λυ­χον­δρί­τι­δα
  • Χον­δρα­σβέ­στω­ση
  • Ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα

2.   ΕΝΔΟΚΡΙΝΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Πρω­το­πα­θής - δευ­τε­ρο­πα­θής α­νε­πάρ­κεια φλοι­ού ε­πι­νε­φρι­δί­ων
  • Ο­ξεί­α - χρό­νια α­νε­πάρ­κεια φλοι­ού ε­πι­νε­φρι­δί­ων
  • Συγ­γε­νής υ­περ­πλα­σί­α ε­πι­νε­φρι­δί­ων
  • Θυ­ρε­ο­ει­δί­τι­δα
  • Υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α συν­δε­ό­με­νη με καρ­κί­νο - σαρ­κο­εί­δω­ση
  • Αν­δρο­γεν­νη­τι­κό σύν­δρο­μο
  • Σύν­δρο­μο Cushing (για δι­α­γνω­στι­κούς λό­γους)

3.   ΔΕΡΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Πέμ­φι­γα
  • Πομ­φο­λυ­γώ­δης ερ­πη­το­ει­δής δερ­μα­τί­τι­δα
  • Σο­βα­ρό πο­λύ­μορ­φο ε­ρύ­θη­μα (σύν­δρο­μο Stevens-Johnson)
  • Α­πο­φο­λι­δω­τι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Σπογ­γο­ει­δής μυ­κη­τί­α­ση
  • Σο­βα­ρή ψω­ρί­α­ση
  • Σο­βα­ρή σμηγ­μα­τορ­ρο­ϊ­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Α­το­πι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Δερ­μα­τί­τι­δα εξ ε­πα­φής
  • Έκζεμα
  • Πεμ­φι­γο­ει­δές
  • Φλεγ­μο­νώ­δης δερ­μά­τω­ση
  • Δερ­μα­τι­κά ε­ξαν­θή­μα­τα

4.   ΑΛΛΕΡΓΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

  • Ε­πο­χια­κή ή ε­τή­σια αλ­λερ­γι­κή ρι­νί­τι­δα
  • Βρογ­χι­κό ά­σθμα
  • Δερ­μα­τί­τι­δα εξ ε­πα­φής
  • Α­το­πι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Ο­ρο­νο­σί­α
  • Φαρ­μα­κευ­τι­κές αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας
  • Κνι­δω­τι­κές αν­τι­δρά­σεις με­τάγ­γι­σης (μό­νον εν­δο­μυϊ­κά)
  • Αγ­γει­ο­οί­δη­μα

5.   ΟΦΘΑΛΜΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Αλ­λερ­γι­κή ε­πι­πε­φυ­κί­τι­δα
  • Κε­ρα­τι­τί­τι­δα
  • Αλ­λερ­γι­κά πε­ρι­φε­ρεια­κά έλ­κη σκλη­ρού
  • Ο­φθαλ­μι­κός έρ­πη­τας ζω­στή­ρας
  • Ι­ρί­τι­δα και ι­ρι­δο­κυ­κλί­τι­δα
  • Χο­ρι­ο­αμ­φι­βλη­στρο­ει­δί­τι­δα
  • Φλεγ­μο­νή πρό­σθιου τμή­μα­τος ο­φθαλ­μού
  • Δι­ά­χυ­τη ο­πί­σθια ρα­γο­ει­δί­τι­δα και αμ­φι­βλη­στρο­ει­δί­τι­δα
  • Ο­πτι­κή νευ­ρί­τι­δα
  • Συμ­πα­θη­τι­κή ο­φθαλ­μί­α

6.   ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ

  • Σαρ­κο­εί­δω­ση
  • Σύν­δρο­μο Loeffler μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νο σε άλ­λα μέ­τρα
  • Βη­ρυλ­λί­ω­ση
  • Κε­ραυ­νο­βό­λος ή γε­νι­κευ­μέ­νη πνευ­μο­νι­κή φυ­μα­τί­ω­ση (σε συν­δυα­σμό με την κα­τάλ­λη­λη αν­τι­φυ­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α) 
  • Πνευ­μο­νί­τι­δα α­πό εισ­ρό­φη­ση 
  • Βρογ­χι­κό ά­σθμα 
  • Α­πο­φρα­κτι­κή πνευ­μο­νο­πά­θεια 
  • Βρογ­χί­τι­δα 

7.   ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Ι­δι­ο­πα­θής θρομ­βο­πε­νι­κή πορ­φύ­ρα (σε ε­νή­λι­κες)
  • Δευ­τε­ρο­πα­θής θρομ­βο­πε­νί­α (σε ε­νή­λι­κες)
  • Ε­πί­κτη­τη (αυ­το­ά­νο­ση) αι­μο­λυ­τι­κή α­ναι­μί­α
  • Ε­ρυ­θρο­βλα­στι­κή α­ναι­μί­α
  • Συγ­γε­νής (ε­ρυ­θρο­ει­δής) υ­πο­πλα­στι­κή α­ναι­μί­α
  • Αι­μό­λυ­ση

8.   ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Ο­ξεί­α λευ­χαι­μί­α (στα παι­διά)
  • Λέμ­φω­μα Hodgkin
  • Μη-Hodgkin λέμ­φω­μα
  • Λεμ­φο­κυτ­τα­ρι­κή λευ­χαι­μί­α
  • Καρ­κί­νω­μα προ­στά­τη
  • Καρ­κί­νω­μα μα­στού
  • Πολ­λα­πλούν μυ­έ­λω­μα
  • Ναυ­τί­α/έ­με­τοι ο­φει­λό­με­νοι στη χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α του καρ­κί­νου
  • Πυ­ρε­τός ο­φει­λό­με­νος σε κα­κο­ή­θη νο­σή­μα­τα

9.   ΚΑΡΔΙΟΠΑΘΕΙΕΣ

  • Καρ­δί­τι­δα
  • Πε­ρι­καρ­δί­τι­δα
  • Πνευ­μο­νι­κό οί­δη­μα 

10.  ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΑ-ΗΠΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα
  • Τμη­μα­τι­κή εν­τε­ρί­τι­δα
  • Κοι­λια­κά νο­σή­μα­τα
  • Η­πα­τι­κή νέ­κρω­ση
  • Χρό­νια η­πα­τί­τι­δα

11.  ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια
  • Πολ­λα­πλή σκλή­ρυν­ση
  • Εγ­κε­φα­λι­κό οί­δη­μα

12.  ΑΛΛΕΣ

  • Φυ­μα­τι­ώ­δης μη­νιγ­γί­τι­δα με υ­πα­ρα­χνο­ει­δή ή ε­πι­κεί­με­νο α­πο­κλει­σμό (σε συν­δυα­σμό με την κα­τάλ­λη­λη αν­τι­φυ­μα­τι­κή α­γω­γή)
  • Τρι­χί­νω­ση με νευ­ρο­λο­γι­κή ή μυ­ο­καρ­δια­κή προ­σβο­λή 
  • Προ­εγ­χει­ρη­τι­κά και με­τά α­πό σο­βα­ρό τραύ­μα ή νό­ση­μα, σε α­σθε­νείς με γνω­στή φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια ή αμ­φί­βο­λες φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κές ε­φε­δρεί­ες (μό­νον ενδομυϊκά)
  • Κα­τα­πλη­ξί­α μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη στη συμ­βα­τι­κή θε­ρα­πεί­α, σε α­σθε­νείς με γνω­στή ή πι­θα­νή φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια (μό­νον ενδομυϊκά)
  • Ο­ξύ, μη λοι­μώ­δες, οί­δη­μα λά­ρυγ­γα (μό­νον ενδομυϊκά) (η ε­πι­νε­φρί­νη εί­ναι το φάρ­μα­κο πρώ­της ε­κλο­γής)
  • Αι­μαγ­γει­ώ­μα­τα (στα βρέ­φη)
  • Ρι­νι­κοί πο­λύ­πο­δες
  • Νο­σή­μα­τα στό­μα­τος
  • Νε­φρω­σι­κό σύν­δρο­μο
  • Α­πόρ­ρι­ψη μο­σχεύ­μα­τος

19.3.8   ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α στο φάρ­μα­κο ή στα συ­στα­τι­κά του
  • Ιν­σου­λι­νο-ε­ξαρ­τώ­με­νος και μη σακ­χα­ρώ­δης δι­α­βή­της
  • Μυ­ο­πά­θεια
  • Γα­στρί­τι­δα
  • Οι­σο­φα­γί­τι­δα
  • Γα­στρι­κό-12δακτυλικό έλ­κος
  • Ψυ­χώ­σεις
  • Βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια
  • Α­πλός ο­φθαλ­μι­κός έρ­πη­τας
  • Ε­νερ­γός λοί­μω­ξη
  • Συ­στη­μα­τι­κές μυ­κη­τι­α­σι­κές λοι­μώ­ξεις
  • Λοί­μω­ξη α­πό HIV
  • Ε­νερ­γός φυ­μα­τί­ω­ση
  • Ε­πού­λω­ση τραυ­μά­των
  • Καρ­δια­κά νο­σή­μα­τα
  • Συμ­φο­ρη­τι­κή καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Πρό­σφα­τη εν­τε­ρι­κή α­να­στό­μω­ση
  • Νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Εκ­κολ­πω­μα­τί­τι­δα
  • Η­πα­τι­κή κίρ­ρω­ση
  • Υ­περ­λι­πι­δαι­μί­α
  • Υ­πέρ­τα­ση
  • Υ­περ­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμός
  • Υ­πο­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμός
  • Υ­πο­λευ­κω­μα­τι­ναι­μί­α
  • Γλαύ­κω­μα α­νοι­χτής γω­νί­ας
  • Στο­μα­τι­κές ερ­πη­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις
  • Ο­στε­ο­πό­ρω­ση
  • Συ­στη­μα­τι­κός ε­ρυ­θη­μα­τώ­δης λύ­κος
  • Ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα

19.3.9   ΚΛΙ&N