Έρευνα

Γνωρίζετε αν διατρέχετε κίνδυνο οστεοπόρωσης;:

Ενημερωτικές εκπομπές

ΡΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Μύθοι και Αλήθειες
See video
Βότανα - Φυσικές ουσίες
See video
Τι είναι ο Ρευματολόγος
See video
Πόνοι στις αρθρώσεις
See video
Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα
See video
Έχω ρευματοειδή αρθρίτιδα;
See video
Αγκυλοποιητική σπονδυλαρθροπάθεια
See video

Κορτικοειδή ΙΙ: Αλληλεπιδράσεις

5.   ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

5.1   ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Αλδεσλευκίνη

Αλληλεπιδράσεις : Τα κορτικοειδή μπορεί να μειώσουν την αντινεοπλασματική δράση, αλλά και τις επιπλοκές (πυρετός, νεφρική ανεπάρκεια, υπερχολερυθριναιμία, σύγχυση, δύσπνοια), της αλδεσλευκίνης.

Συστάσεις : Τα γλυκοκορτικοειδή πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς θεραπευόμενους με αλδεσλευκίνη.

Αμινογλουτεθιμίδη

Αλληλεπιδράσεις : Η αμινογλουτεθιμίδη αυξάνει τον ηπατικό μεταβολισμό, και επομένως τις αναμενόμενες φαρμακολογικές δράσεις, της δεξαμεθαζόνης και άλλων κορτικοειδών.

Συστάσεις :

  • Σε ασθενείς θεραπευόμενους με αμινογλουτεθιμίδη, τα κορτικοειδή πρέπει πιθανώς να χορηγούνται σε μεγαλύτερη δόση.
  • Η ανταπόκριση του ασθενούς στα κορτικοειδή πρέπει να παρακολουθείται και η δόση των κορ­τικοειδών να τροποποιείται ανάλογα στην έναρξη ή διακοπή της θεραπείας με αμινο­γλουτεθιμίδη.
  • Η υδροκορτιζόνη είναι λιγότερο πιθανό να αλληλεπιδράσει με την αμινογλουτεθιμίδη και πρέ­πει να λαμβάνεται υπόψη σαν πιθανό εναλλακτικό φάρμακο στη θέση της δεξα­μεθαζό­νης.

Αντιδιαβητικά, αντιϋπερτασικά ή αντιγλαυκωματικά φάρμακα

  • Αλληλεπιδράσεις : Τα κορτικοειδή μπορεί να αυξήσουν τις απαιτήσεις για ινσουλίνη ή υπογλυκαιμικούς per os παράγοντες, αντιϋπερτασικά ή αντιγλαυκωματικά φάρμακα. Η μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοειδή συχνά συνοδεύεται από αντίσταση στην ινσουλίνη.

Συστάσεις :

  • Το σάκχαρο του αίματος πρέπει να παρακολουθείται συχνά και η δόση των per os αντιδιαβητικών να τροποποιείται ανάλογα όταν τα κορτικοειδή προστίθενται, διακόπτονται ή τροποποιείται η δόση τους.
  • Οι διαβητικοί που θεραπεύονται με ινσουλίνη μπορεί να χρειασθούν αύξηση της δόσης της ινσουλίνης όταν στη θεραπεία προστίθενται κορτικοειδή. Η δόση της ινσουλίνης πρέπει να μειώνεται μετά την διακοπή του κορτικοειδούς. 

Αντιεπιληπτικά

Αλληλεπιδράσεις :

  • Σε ασθενείς με άσθμα, αρθροπάθειες, μεταμόσχευση νεφρού και άλλα νοσήματα, η φαινυτοϊνη και η φαινοβαρβιτόνη εξασθενούν την αποτελεσματικότητα των κορτικοειδών (Brooks SM et al, 1972; Bartoszek M et al, 1987; Nation RL et al, 1990). Η αλληλεπίδραση αυτή μπορεί να παρατηρηθεί αρκετές ημέρες μετά την διακοπή της φαινυτοίνης.
  • Η καρ­βα­μα­ζε­πί­νη αυ­ξά­νει ση­μαν­τι­κά την κά­θαρ­ση των κορ­τι­κο­ει­δών (B­a­r­t­o­s­z­ek M et al, 1987)

Μη­χα­νι­σμός : Τα αν­τι­ε­πι­λη­πτι­κά φάρ­μα­κα αυ­ξά­νουν τον με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών πι­θα­νώς μέ­σω ε­νερ­γο­ποί­η­σης των μο­κρο­σω­μι­κών η­πα­τι­κών εν­ζύ­μων.

Συ­στά­σεις :

  • Οι α­σθε­νείς που παίρ­νουν φαι­νυ­τοί­νη μπο­ρεί να χρεια­σθούν αυ­ξη­μέ­νες δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών για να έ­χουν τα α­να­με­νό­με­να α­πο­τε­λέ­σμα­τα, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται η αν­τα­πό­κρι­ση στα κορ­τι­κο­ει­δή και να τρο­πο­ποι­εί­ται η δό­ση τους α­νά­λο­γα.
  • Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με φαι­νυ­τοί­νη οι δο­κι­μα­σί­ες κα­τα­στο­λής με δε­ξα­με­θα­ζό­νη πρέ­πει να ερ­μη­νεύ­ον­ται με προ­σο­χή.              

Αν­τι­ό­ξι­να

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα αν­τι­ό­ξι­να, ε­πει­δή σχη­μα­τί­ζουν σύμ­πλο­κα στον γα­στρεν­τε­ρι­κό σω­λή­να, μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πορ­ρό­φη­ση των p­er os χο­ρη­γού­με­νων κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις :

  • Σε α­σθε­νείς που παίρ­νουν αν­τι­ό­ξι­να, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θούν σε με­γα­λύ­τε­ρες δό­σεις.
  • Τα αν­τι­ό­ξι­να πρέ­πει να λαμ­βά­νον­ται σε ό­σο το δυ­να­τόν με­γα­λύ­τε­ρη α­πό­στα­ση α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή.
  • Η αν­τα­πό­κρι­ση του α­σθε­νούς στο κορ­τι­κο­ει­δές πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται και η δό­ση του να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν τα αν­τι­ό­ξι­να προ­στί­θεν­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτον­ται.

Αν­τι­πη­κτι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση των αν­τι­πη­κτι­κών με τα κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι α­πρό­βλε­πτη. Τα κορ­τι­κο­ει­δή άλ­λο­τε αυ­ξά­νουν και άλ­λο­τε ε­λατ­τώ­νουν την δρά­ση των αν­τι­πη­κτι­κών. Α­κό­μα, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν αι­μορ­ρα­γί­α, δε­δο­μέ­νου ό­τι έ­χουν α­νά­στρο­φη δρά­ση στην α­κε­ραι­ό­τη­τα του τοι­χώ­μα­τος των αγ­γεί­ων και στη λει­τουρ­γί­α των αι­μο­πε­τα­λί­ων.

Συ­στά­σεις : Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με αν­τι­πη­κτι­κά, η δό­ση τους πρέ­πει να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν τα κορ­τι­κο­ει­δή προ­στί­θεν­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτον­ται και οι ερ­γα­στη­ρια­κοί δεί­κτες της πή­ξης του αί­μα­τος να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται τα­κτι­κά, ώ­στε να δι­α­τη­ρη­θεί το ε­πι­θυ­μη­τό αν­τι­πη­κτι­κό α­πο­τέ­λε­σμα.

Αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κοί πα­ρά­γον­τες

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Σε α­σθε­νείς με βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να ε­ξα­σθε­νή­σουν τις δρά­σεις των αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κών φαρ­μά­κων (αμ­πε­νό­νιο, νε­ο­στιγ­μί­νη, πυ­ρι­δο­στιγ­μί­νη και πι­θα­νώς ορ­γα­νο­φω­σφο­ρι­κά αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κά πα­ρα­σι­το­κτό­να), προ­κα­λών­τας έν­το­νη α­δυ­να­μί­α.

Μη­χα­νι­σμός : Εί­ναι ά­γνω­στος.

Συ­στά­σεις :

  • Ε­άν εί­ναι δυ­να­τόν, τα αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κά πρέ­πει να α­πο­σύ­ρον­ται του­λά­χι­στον 24 ώ­ρες πριν α­πό την έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με κορ­τι­κο­ει­δή.
  • Ε­άν η συγ­χο­ρή­γη­σή τους με κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι θε­ρα­πευ­τι­κά α­πα­ραί­τη­τη, πρέ­πει να γί­νε­ται κά­τω α­πό προ­σε­κτι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση.
  • Ε­άν εμ­φα­νι­σθεί α­να­πνευ­στι­κή κα­τα­στο­λή, πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μη­χα­νι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη, ε­άν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το. 

Β-α­να­στο­λείς

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με β-α­δρε­νερ­γι­κούς α­πο­κλει­στές μπο­ρεί να δυ­νη­τι­κο­ποι­ή­σει τις υ­πο­κα­λι­αι­μι­κές δρά­σεις. 

Βαρ­βι­του­ρι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα βαρ­βι­του­ρι­κά μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τον με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών ε­νερ­γο­ποι­ών­τας τα η­πα­τι­κά μι­κρο­σω­μι­κά έν­ζυ­μα, και ε­πο­μέ­νως να ε­ξα­σθε­νή­σουν τις φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών, και να προ­κα­λέ­σουν έ­ξαρ­ση της νό­σου για την ο­ποί­α τα κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γούν­ται. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να πα­ρα­τη­ρη­θεί αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή των βαρ­βι­του­ρι­κών.

Συ­στά­σεις :

  • Ε­άν η ταυ­τό­χρο­νη θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή και βαρ­βι­του­ρι­κά εί­ναι α­να­πό­φευ­κτη, μπο­ρεί να χρεια­σθεί αύ­ξη­ση της δό­σης του κορ­τι­κο­ει­δούς.
  • Ε­άν τα δύ­ο αυ­τά φάρ­μα­κα χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται ταυ­τό­χρο­να και η κα­τά­στα­ση του α­σθε­νούς στα­θε­ρο­ποι­η­θεί, μπο­ρεί να χρεια­σθεί ε­λάτ­τω­ση της δό­σης του κορ­τι­κο­ει­δούς με­τά την δι­α­κο­πή των βαρ­βι­του­ρι­κών. 

Γεν­νη­τι­κές ορ­μό­νες

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Τα οι­στρο­γό­να, ό­πως και τα αν­τι­συλ­λη­πτι­κά p­er os που πε­ρι­έ­χουν οι­στρο­γό­να, ε­λατ­τώ­νουν την κά­θαρ­ση και ε­πο­μέ­νως μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την δό­ση, των κορ­τι­κο­ει­δών (T­y­r­r­e­ll JB and B­a­x­t­er JD, 1987).
  • Τα οι­στρο­γό­να μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν έ­ως και κα­τά 20 φο­ρές την αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δη δρά­ση των κορ­τι­κο­ει­δών. Ο α­κρι­βής μη­χα­νι­σμός της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής εί­ναι ά­γνω­στος.
  • Τα αν­τι­συλ­λη­πτι­κά πα­ρα­τεί­νουν τον t(1/2) της πρεδ­νι­ζο­λό­νης.
  • Τα οι­στρο­γό­να μπο­ρεί να δυ­νη­τι­κο­ποι­ή­σουν τις δρά­σεις της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης, πι­θα­νώς αυ­ξά­νον­τας τις συγ­κεν­τρώ­σεις της τραν­σκορ­τί­νης και μει­ώ­νον­τας την πο­σό­τη­τα της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης της δι­α­θέ­σι­μης για με­τα­βο­λι­σμό. Πα­ρό­μοι­α, οι δρά­σεις και των άλ­λων γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών που συν­δέ­ον­ται με την τραν­σκορ­τί­νη μπο­ρεί να δυ­νη­τι­κο­ποι­η­θούν, γι΄αυ­τό και η δό­ση τους πρέ­πει να τρο­πο­ποι­εί­ται ό­ταν τα οι­στρο­γό­να προ­στί­θεν­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτον­ται.

Συ­στά­σεις : Οι γυ­ναί­κες που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­ει­δή σε συν­δυα­σμό με γεν­νη­τι­κές ορ­μό­νες πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για­τί μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σουν ση­μεί­α υ­περ­βο­λι­κής δρά­σης των κορ­τι­κο­ει­δών ή το­ξι­κό­τη­τας και η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα.

Ε­φε­δρί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η ε­φε­δρί­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον με­τα­βο­λι­σμό της δε­ξα­με­θα­ζό­νης και πι­θα­νώς άλ­λων κορ­τι­κο­ει­δών, μει­ώ­νον­τας ε­πο­μέ­νως τις α­να­με­νό­με­νες δρά­σεις τους.
  • Σε α­σθμα­τι­κούς α­σθε­νείς η ε­φε­δρί­νη μει­ώ­νει τον t(1/2) της δε­ξα­με­θα­ζό­νης στο πλά­σμα (B­r­o­o­ks SM et al, 1977).

Μη­χα­νι­σμός : Εί­ναι ά­γνω­στος.

Συ­στά­σεις :

  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με ε­φε­δρί­νη ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σουν μι­κρό­τε­ρη αν­τα­πό­κρι­ση στα κορ­τι­κο­ει­δή.
  • Η θε­ο­φυλ­λί­νη εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρη α­πό την ε­πι­νε­φρί­νη για την θε­ρα­πεί­α του βρογ­χι­κού ά­σθμα­τος και δεν φαί­νε­ται να ε­πη­ρε­ά­ζει τον με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών. 

Θα­λι­δο­μί­δη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Εν­νέ­α/10 α­σθε­νείς με σο­βα­ρό χρό­νιο ο­ζώ­δες ε­ρύ­θη­μα λέ­πρας που έ­παιρ­ναν 300 mg θα­λι­δο­μί­δης η­με­ρη­σί­ως ε­μεί­ω­σαν την δό­ση της πρεδ­νι­ζο­λό­νης την α­πα­ραί­τη­τη για την βελ­τί­ω­ση των συμ­πτω­μά­των τους (W­a­t­e­rs M­FR, 1971).

Συ­στά­σεις : Η πρεδ­νι­ζο­λό­νη συ­νι­στά­ται να μην χο­ρη­γεί­ται ταυ­τό­χρο­να με την θα­λι­δο­μί­δη.

Ι­σο­νι­α­ζί­δη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό ή την νε­φρι­κή κά­θαρ­ση, και ε­πο­μέ­νως να μει­ώ­σουν την αν­τι­φυ­μα­τι­κή δρά­ση, της ι­σο­νι­α­ζί­δης.
  • Η ι­σο­νι­α­ζί­δη μπο­ρεί να μει­ώ­σει τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Ε­άν υ­πάρ­χουν εν­δεί­ξεις αλ­λη­λε­πί­δρα­σης με­τα­ξύ κορ­τι­κο­ει­δών-ι­σο­νι­α­ζί­δης, μπο­ρεί να χρεια­σθεί τρο­πο­ποί­η­ση της δό­σης του ε­νός ή και των δύ­ο φαρ­μά­κων. 

Ι­τρα­κο­να­ζό­λη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ι­τρα­κο­να­ζό­λη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις συγ­κεν­τρώ­σεις στο πλά­σμα και ε­πο­μέ­νως τις ε­πι­πλο­κές (μυ­ο­πά­θεια, μυ­ϊ­κή α­δυ­να­μί­α, δυ­σα­νε­ξί­α στη γλυ­κό­ζη) των κορ­τι­κο­ει­δών.

Μη­χα­νι­σμός : Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή ο­φεί­λε­ται σε α­να­στο­λή του κυ­το­χρώ­μα­τος P­4­5­0­3­A4 α­πό την ι­τρα­κο­να­ζό­λη.

Συ­στά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή, ε­άν εί­ναι α­πα­ραί­τη­τα σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με ι­τρα­κο­να­ζό­λη, μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θούν σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση.
  • Οι α­σθε­νείς που αρ­χί­ζουν ή δι­α­κό­πτουν την θε­ρα­πεί­α με ι­τρα­κο­να­ζό­λη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται για ση­μεί­α το­ξι­κό­τη­τας και να τρο­πο­ποι­εί­ται η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών α­νά­λο­γα.

Κα­λι­ο­πε­νι­κά φάρ­μα­κα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κα­λι­ο­πε­νι­κά δι­ου­ρη­τι­κά (θει­α­ζί­δες, φου­ρο­σε­μί­δη, αι­θα­κρυ­νι­κό ο­ξύ) και άλ­λα κα­λι­ο­πε­νι­κά φάρ­μα­κα (ό­πως η αμ­φο­τε­ρι­κί­νη Β), μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν την κα­λι­ο­πε­νι­κή δρά­ση των γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Το κά­λιο του ο­ρού πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή ταυ­τό­χρο­να με κα­λι­ο­πε­νι­κά φάρ­μα­κα.

Καρ­δι­ο­το­νω­τι­κά

Η υ­πο­κα­λι­αι­μί­α η προ­κα­λού­με­νη α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε το­ξι­κό­τη­τα α­πό καρ­δι­ο­το­νω­τι­κά. 

Κε­το­κο­να­ζό­λη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η κε­το­κο­να­ζό­λη αυ­ξά­νει τις συγ­κεν­τρώ­σεις στον ο­ρό, την κα­τα­σταλ­τι­κή δρά­ση στα ε­πι­νε­φρί­δια (G­l­y­nn AM et al, 1986; K­a­n­d­r­o­t­as RJ et al, 1987) και πι­θα­νώς την το­ξι­κό­τη­τα της με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης. Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κε­το­κο­να­ζό­λη, η δό­ση της εν­δο­φλέ­βια χο­ρη­γού­με­νης με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης μπο­ρεί να χρεια­σθεί να μει­ω­θεί κα­τά 50% (K­a­n­d­r­o­t­as RJ et al, 1987). Η κε­το­κο­να­ζό­λη δεν αλ­λη­λε­πι­δρά με την p­er os χο­ρη­γού­με­νη πρεδ­νι­ζό­νη (L­u­d­w­ig EA et al, 1989), αν και μει­ώ­νει την ο­λι­κή κά­θαρ­ση της εν­δο­φλέ­βια χο­ρη­γού­με­νης πρεδ­νι­ζο­λό­νης και της p­er os χο­ρη­γού­με­νης πρεδ­νι­ζό­νης (Z­u­r­c­h­er RM et al, 1989).

Μη­χα­νι­σμός : Η κε­το­κο­να­ζό­λη α­να­στέλ­λει την κά­θαρ­ση της με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης κα­τά 60%. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί α­κό­μα να ο­φεί­λε­ται σε α­να­στο­λή του κυ­το­χρώ­μα­τος P­4­50 3A4 α­πό την κε­το­κο­να­ζό­λη.

Συ­στά­σεις : 

  • Ο συν­δυα­σμός της κε­το­κο­να­ζό­λης με κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται. Ε­άν ό­μως εί­ναι α­πα­ραί­τη­τος, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θούν σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση.
  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται για ση­μεί­α το­ξι­κό­τη­τας α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή και η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα ό­ταν η κε­το­κο­να­ζό­λη προ­στί­θε­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτε­ται.

Κλα­ρι­θρο­μυ­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η κλα­ρι­θρο­μυ­κί­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις συγ­κεν­τρώ­σεις, και ε­πο­μέ­νως την το­ξι­κό­τη­τα (με­τα­βο­λή της δι­α­νο­η­τι­κής λει­τουρ­γί­ας, δυ­σα­νε­ξί­α στη γλυ­κό­ζη, μυ­ϊ­κή α­δυ­να­μί­α) της πρεδ­νι­ζό­νης.

Μη­χα­νι­σμός : Η κλα­ρι­θρο­μυ­κί­νη μπο­ρεί να α­να­στεί­λει τον με­τα­βο­λι­σμό του κυ­το­χρώ­μα­τος P­4­50 3A4 της πρεδ­νι­ζό­νης ή της πρεδ­νι­ζο­λό­νης.

Συ­στά­σεις :  

  • Ε­άν ο συν­δυα­σμός της κλα­ρι­θρο­μυ­κί­νης με κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι α­πα­ραί­τη­τος, οι α­σθε­νείς πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται για ση­μεί­α το­ξι­κό­τη­τας α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή.
  • Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή που χρει­ά­ζον­ται έ­να μα­κρο­λι­δι­κό αν­τι­βι­ο­τι­κό μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί α­ζι­θρο­μυ­κί­νη ή ντρι­θρο­μυ­κί­νη, που δεν αλ­λη­λε­πι­δρούν με τα κορ­τι­κο­ει­δή.

Κο­λε­στι­πό­λη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η κο­λε­στι­πό­λη μπο­ρεί να α­να­στεί­λει την γα­στρεν­τε­ρι­κή α­πορ­ρό­φη­ση, και ε­πο­μέ­νως να μει­ώ­σει τις α­να­με­νό­με­νες φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις, της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης.
  • Σ΄έ­ναν α­σθε­νή με υ­πο­ϋ­πο­φυ­σι­σμό θε­ρα­πευ­ό­με­νο με υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη σε δό­σεις συν­τή­ρη­σης η προ­σθή­κη κο­λε­στι­πό­λης συ­νο­δεύ­θη­κε α­πό κε­φα­λαλ­γί­α, α­τα­ξί­α και λή­θαρ­γο (N­e­ki KE a­nd A­r­on DC, 1993).

Συ­στά­σεις :

  • Η κο­λε­στι­πό­λη πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται σε ό­σο το δυ­να­τόν με­γα­λύ­τε­ρη α­πό­στα­ση α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή.
  • Ε­άν η αν­τα­πό­κρι­ση στην υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη στη διά­ρκεια της ταυ­τό­χρο­νης θε­ρα­πεί­ας με χο­λε­στυ­ρα­μί­νη εί­ναι μι­κρό­τε­ρη α­πό την α­να­με­νό­με­νη, η δό­ση του κορ­τι­κο­ει­δούς μπο­ρεί να χρεια­σθεί να αυ­ξη­θεί ή να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί έ­νας άλ­λος πα­ρά­γον­τας κα­τά της υ­περ­χο­λη­στε­ρι­ναι­μί­ας.

Κυ­κλο­σπο­ρί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η κυ­κλο­σπο­ρί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει σπα­σμούς σε ε­νή­λι­κες και παι­διά που θε­ρα­πεύ­ον­ται με με­γά­λες δό­σεις γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών, πι­θα­νώς λό­γω αν­τα­γω­νι­στι­κής α­να­στο­λής των η­πα­τι­κών μι­κρο­σω­μι­κών εν­ζύ­μων.
  • Η κυ­κλο­σπο­ρί­νη μπο­ρεί να μει­ώ­σει την κά­θαρ­ση της πρεδ­νι­ζο­λό­νης στο πλά­σμα (O­st L, 1984) και οι συγ­κεν­τρώ­σεις της κυ­κλο­σπο­ρί­νης στο πλά­σμα να αυ­ξη­θούν σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με με­γά­λες δό­σεις με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης (K­l­i­n­t­m­a­lm G a­nd S­a­we J, 1984). Οι αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις αυ­τές ο­φεί­λον­ται πι­θα­νώς σε α­μοι­βαί­α α­να­στο­λή του με­τα­βο­λι­σμού με­τα­ξύ κυ­κλο­σπο­ρί­νης και κορ­τι­κο­ει­δών.

Κατ΄άλ­λους, η κυ­κλο­σπο­ρί­νη δεν μει­ώ­νει ση­μαν­τι­κά την κά­θαρ­ση της πρεδ­νι­ζο­λό­νης (F­r­ey FJ et al, 1987) και τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν ε­πη­ρε­ά­ζουν τις συγ­κεν­τρώ­σεις της κυ­κλο­σπο­ρί­νης (P­t­a­c­h­c­i­n­s­ki RJ et al, 1987; H­r­i­c­ik DE et al, 1990).

  • Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κυ­κλο­σπο­ρί­νη ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή, οι α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές δρά­σεις της κυ­κλο­σπο­ρί­νης, ό­πως και οι θε­ρα­πευ­τι­κές και το­ξι­κές δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών, μπο­ρεί να αυ­ξη­θούν. Ο συν­δυα­σμός αυ­τός εί­ναι ε­πι­θυ­μη­τός σε λή­πτες μο­σχευ­μά­των, αλ­λά και πε­ρισ­σό­τε­ρο το­ξι­κός.

Συ­στά­σεις :

  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται ταυ­τό­χρο­να με κορ­τι­κο­ει­δή και κυ­κλο­σπο­ρί­νη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για­τί μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σουν αυ­ξη­μέ­νη αν­τα­πό­κρι­ση και στα δύ­ο αυ­τά φάρ­μα­κα.
  • Ε­άν υ­πάρ­χει υ­πό­νοι­α αλ­λη­λε­πί­δρα­σης των δύ­ο αυ­τών φαρ­μά­κων, η δό­ση του ε­νός ή και των δύ­ο μπο­ρεί να χρεια­σθεί να μει­ω­θεί. 

Κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να τρο­πο­ποι­ή­σουν τις α­να­με­νό­με­νες δρά­σεις της κυ­κλο­φω­σφα­μί­δης και να α­να­στεί­λουν τα η­πα­τι­κά μι­κρο­σω­μι­κά έν­ζυ­μα τα ο­ποί­α ε­νερ­γο­ποι­ούν την κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη στους αλ­κυ­λι­ω­τι­κούς της με­τα­βο­λί­τες.
  • Η κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη μπο­ρεί να ε­νερ­γο­ποι­ή­σει τον δι­κό της με­τα­βο­λι­σμό και των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Ό­ταν η κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη συγ­χο­ρη­γεί­ται με κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη ό­τι η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της μπο­ρεί να μει­ω­θεί.

Μη α­πο­πο­λω­τι­κά φάρ­μα­κα

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να δυ­νη­τι­κο­ποι­ή­σουν ή να α­να­στεί­λουν τις νευ­ρο­μυ­ϊ­κές α­να­σταλ­τι­κές δρά­σεις των μη α­πο­πο­λω­τι­κών μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κών φαρ­μά­κων.

Μη­χα­νι­σμός : Εί­ναι ά­γνω­στος.

Συ­στά­σεις : Η συγ­χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με μη α­πο­πο­λω­τι­κούς πα­ρά­γον­τες πρέ­πει να γί­νε­ται με προ­σο­χή, για­τί μπο­ρεί να συ­νο­δευ­θεί α­πό α­πρό­βλε­πτες α­νε­πι­θύ­μη­τες ε­νέρ­γει­ες. 

Μη στε­ρο­ει­δή αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δη φάρ­μα­κα

α)   Σα­λι­κυ­λι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να δυ­νη­τι­κο­ποι­ή­σουν τις ελ­κο­γό­νες ι­δι­ό­τη­τες της α­σπι­ρί­νης, ό­πως και άλ­λων ΜΣΑΦ.
  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν την κά­θαρ­ση της α­σπι­ρί­νης σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους μα­κρο­χρό­νια με με­γά­λες δό­σεις σα­λι­κυ­λι­κών. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε ε­λάτ­τω­ση των συγ­κεν­τρώ­σε­ων των σα­λι­κυ­λι­κών στον ο­ρό ή αύ­ξη­ση του κιν­δύ­νου το­ξι­κό­τη­τας α­πό τα σα­λι­κυ­λι­κά με­τά την δι­α­κο­πή των κορ­τι­κο­ει­δών.

Μη­χα­νι­σμός : Στην αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή εμ­πλέ­κον­ται πι­θα­νώς δι­ά­φο­ροι μη­χα­νι­σμοί. Σε υ­γι­ή ά­το­μα και σε α­σθε­νείς με πο­λυ­αρ­θρί­τι­δα θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή ταυ­τό­χρο­να με σα­λι­κυ­λι­κά, τα κορ­τι­κο­ει­δή αυ­ξά­νουν την νε­φρι­κή κά­θαρ­ση των σα­λι­κυ­λι­κών, πι­θα­νώς αυ­ξά­νον­τας την σπει­ρα­μα­τι­κή δι­ή­θη­ση.

Συ­στά­σεις :

  • Η δό­ση των σα­λι­κυ­λι­κών πρέ­πει να αυ­ξά­νε­ται ό­ταν στη θε­ρα­πεί­α προ­στί­θεν­ται κορ­τι­κο­ει­δή και να μει­ώ­νε­ται με­τά την δι­α­κο­πή των κορ­τι­κο­ει­δών.
  • Η α­σπι­ρί­νη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μί­α θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή.

β)   Ιν­δο­με­θα­κί­νη :

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η ιν­δο­με­θα­κί­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον κίν­δυ­νο α­νά­πτυ­ξης ή την βα­ρύ­τη­τα γα­στρεν­τε­ρι­κού έλ­κους σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή.
  • Σε α­σθε­νείς με ΡΑ, η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση της ιν­δο­με­θα­κί­νης με πρεδ­νι­ζο­λό­νη μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε αύ­ξη­ση των συγ­κεν­τρώ­σε­ων της ε­λεύ­θε­ρης πρεδ­νι­ζο­λό­νης στο πλά­σμα, χω­ρίς να ε­πη­ρε­ά­ζει τις ο­λι­κές συγ­κεν­τρώ­σεις της στο πλά­σμα.
    • Η ιν­δο­με­θα­κί­νη μπο­ρεί να βο­η­θή­σει στη μεί­ω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­ει­δή και ιν­δο­με­θα­κί­νη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή για ση­μεί­α και συμ­πτώ­μα­τα γα­στρεν­τε­ρι­κού έλ­κους ή/και αι­μορ­ρα­γί­ας. 

Μι­φε­πρι­στό­νη

Οι κα­τα­σκευα­στές της μι­φε­πρι­στό­νης α­πο­τρέ­πουν την χρή­ση της σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους μα­κρο­χρό­νια με κορ­τι­κο­ει­δή. Οι κλι­νι­κές δρά­σεις και ο μη­χα­νι­σμός της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής εί­ναι ά­γνω­στες.

Ξαν­θί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με πα­ρά­γω­γα της θε­ο­φυλ­λί­νης μπο­ρεί να τρο­πο­ποι­ή­σει την α­να­με­νό­με­νη φαρ­μα­κο­λο­γι­κή δρά­ση του ε­νός ή και των δύ­ο φαρ­μά­κων.

Μη­χα­νι­σμός : E­ί­ναι ά­γνω­στος.

Συ­στά­σεις : Ε­άν η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με πα­ρά­γω­γα της θε­ο­φυλ­λί­νης συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό αυ­ξη­μέ­νη το­ξι­κό­τη­τα, τα ε­πί­πε­δά των φαρ­μά­κων αυ­τών στον ο­ρό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται και η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα.

 Παν­κου­ρό­νιο

Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να α­να­στρέ­ψουν την δέ­σμευ­ση των νευ­ρο­μυι­κών υ­πο­δο­χέ­ων α­πό το παν­κου­ρό­νιο (M­e­y­e­rs EF, 1977; L­a­f­l­in MJ, 1977).  

Ρι­φαμ­που­τί­νη, ρι­φαμ­πι­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ρι­φαμ­που­τί­νη και η ρι­φαμ­πι­κί­νη μπο­ρεί να ε­νερ­γο­ποι­ή­σουν τα η­πα­τι­κά μι­κρο­σω­μι­κά έν­ζυ­μα που δι­ε­γεί­ρουν τον με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών, ο­δη­γών­τας σε ε­ξα­σθέ­νη­ση των φαρ­μα­κο­λο­γι­κών δρά­σε­ων των κορ­τι­κο­ει­δών και πι­θα­νώς έ­ξαρ­ση της νό­σου για την ο­ποί­α τα κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γούν­ται, α­κό­μα και αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή τους.

Συ­στά­σεις :

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να προ­στί­θεν­ται με προ­σο­χή και η δό­ση τους να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα σε α­σθε­νείς που αρ­χί­ζουν ή δι­α­κό­πτουν την θε­ρα­πεί­α με ρι­φαμ­που­τί­νη ή ρι­φαμ­πι­κί­νη.
  • Σε α­σθε­νείς που αρ­χί­ζουν θε­ρα­πεί­α με ρι­φαμ­που­τί­νη ή ρι­φαμ­πι­κί­νη, τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει πι­θα­νώς να χο­ρη­γούν­ται σε δι­πλά­σια δό­ση.

Ρι­φα­πεν­τί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Η ρι­φα­πεν­τί­νη ε­νερ­γο­ποι­εί το κυ­τό­χρω­μα P­4­50 3A4 και P­4­50 2C8/9 και μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον με­τα­βο­λι­σμό άλ­λων συγ­χο­ρη­γού­με­νων φαρ­μά­κων που με­τα­βο­λί­ζον­ται με τα έν­ζυ­μα αυ­τά. Η δυ­νη­τι­κό­τη­τα ε­νερ­γο­ποί­η­σης των εν­ζύ­μων α­πό την ρι­φα­πεν­τί­νη μπο­ρεί να εί­ναι μι­κρό­τε­ρη α­πό την ρι­φαμ­πι­κί­νη, αλ­λά ι­σχυ­ρό­τε­ρη α­πό την ρι­φαμ­που­τί­νη.
  • Η ρι­φα­πεν­τί­νη μπο­ρεί να ε­πι­τα­χύ­νει τον με­τα­βο­λι­σμό και να μει­ώ­σει την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Ε­άν η συγ­χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με ρι­φα­πεν­τί­νη εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη, μπο­ρεί να χρεια­σθεί τρο­πο­ποί­η­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών. 

Σι­σπλα­τί­νη

Η με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη μπο­ρεί να πε­ρι­ο­ρί­σει την συ­χνό­τη­τα και βα­ρύ­τη­τα των ε­μέ­των που α­κο­λου­θούν την θε­ρα­πεί­α με σι­σπλα­τί­νη.

Τρι­α­κε­τυλ-ο­λε­αν­δο­μυ­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Τα μα­κρο­λι­δι­κά αν­τι­βα­κτη­ρι­δια­κά τρι­α­κε­τυλ-ο­λε­αν­δο­μυ­κί­νη (S­z­e­f­l­er SJ et al, 1980; S­z­e­f­l­er SJ et al, 1982a; K­a­m­a­da AK et al, 1992) και πι­θα­νώς ε­ρυ­θρο­μυ­κί­νη (L­a­F­o­r­ce CF et al, 1982) αυ­ξά­νουν ση­μαν­τι­κά τις α­να­με­νό­με­νες φαρ­μα­κο­λο­γι­κές και το­ξι­κές δρά­σεις της με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης και ε­νί­ο­τε της πρεδ­νι­ζό­νης. Ο συν­δυα­σμός αυ­τός έ­χει πι­θα­νώς συ­νερ­γι­κή δρά­ση στη θε­ρα­πεί­α του ά­σθμα­τος και του υ­πε­ρη­ω­σι­νο­φι­λι­κού συν­δρό­μου (E­d­w­a­r­ds DA et al, 1987; J­u­n­g­n­i­c­k­el PW a­nd C­a­ve JA, 1988).

Δεν εί­ναι γνω­στό κα­τά πό­σον τα αν­τι­βι­ο­τι­κά αυ­τά έ­χουν κλι­νι­κά ση­μαν­τι­κές αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις και με άλ­λα σκευ­ά­σμα­τα κορ­τι­κο­ει­δών.

Μη­χα­νι­σμός : Η τρι­α­κε­τυλ-ο­λε­αν­δο­μυ­κί­νη (και πι­θα­νώς η ε­ρυ­θρο­μυ­κί­νη) μπο­ρεί να α­να­στεί­λει τον με­τα­βο­λι­σμό και να μει­ώ­σει την κα­τα­νο­μή της με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης, αλλ΄ό­χι της πρεδ­νι­ζο­λό­νης (S­z­e­f­l­er SJ et al, 1982b).

Συ­στά­σεις :  

  • Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με τρι­α­κε­τυλ-ο­λε­αν­δο­μυ­κί­νη ή ε­ρυ­θρο­μυ­κί­νη, η με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θεί σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση.
  • Ε­άν η θε­ρα­πεί­α με τρι­α­κε­τυλ-ο­λε­αν­δο­μυ­κί­νη ή ε­ρυ­θρο­μυ­κί­νη αρ­χί­ζει ή δι­α­κό­πτε­ται, οι α­σθε­νείς πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται για ση­μεί­α το­ξι­κό­τη­τας α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή και η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα.

Υ­δαν­τοί­νες

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Οι υ­δαν­τοί­νες μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα των κορ­τι­κο­ει­δών.

Μη­χα­νι­σμός : Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή φαί­νε­ται ό­τι ο­φεί­λε­ται σε ε­νερ­γο­ποί­η­ση των μι­κρο­σω­μι­κών η­πα­τι­κών εν­ζύ­μων α­πό τις υ­δαν­τοί­νες, η ο­ποί­α ο­δη­γεί σε αύ­ξη­ση του η­πα­τι­κού με­τα­βο­λι­σμού των κορ­τι­κο­ει­δών.

Συ­στά­σεις : Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κορ­τι­κο­ει­δή ταυ­τό­χρο­να με υ­δαν­τοί­νες πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται η θε­ρα­πευ­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση στα κορ­τι­κο­ει­δή και να αυ­ξά­νε­ται, ε­άν χρει­ά­ζε­ται, η δό­ση τους.

Χο­λε­στυ­ρα­μί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η χο­λε­στυ­ρα­μί­νη μπο­ρεί να α­να­στεί­λει την γα­στρεν­τε­ρι­κή α­πορ­ρό­φη­ση της χο­ρη­γού­με­νης p­er os υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης, μει­ώ­νον­τας τις α­να­με­νό­με­νες φαρ­μα­κο­λο­γι­κές της δρά­σεις. Η χο­λε­στυ­ρα­μί­νη δεν έ­χει δρά­ση στην p­er os χο­ρη­γού­με­νη πρεδ­νι­ζο­λό­νη.

Συ­στά­σεις :

  • Η χο­λε­στυ­ρα­μί­νη πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται σε ό­σο το δυ­να­τόν με­γα­λύ­τε­ρη α­πό­στα­ση α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή.
  • Ε­άν η αν­τα­πό­κρι­ση στην υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη στη διά­ρκεια της ταυ­τό­χρο­νης θε­ρα­πεί­ας με χο­λε­στυ­ρα­μί­νη εί­ναι μι­κρό­τε­ρη α­πό την α­να­με­νό­με­νη, μπο­ρεί να χρεια­σθεί αύ­ξη­ση της δό­σης του κορ­τι­κο­ει­δούς.

5.2   ΑΛ­ΛΕΣ ΑΛ­ΛΗ­ΛΕ­ΠΙ­ΔΡΑ­ΣΕΙΣ

  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή, ε­πει­δή α­να­στέλ­λουν την αν­τι­σω­μα­τι­κή α­πάν­τη­ση, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν μει­ω­μέ­νη α­πάν­τη­ση σε το­ξο­ει­δή και ζών­τα ή α­νε­νερ­γά εμ­βό­λια. Α­κό­μα, μπο­ρεί να δυ­νη­τι­κο­ποι­ή­σουν την α­να­πα­ρα­γω­γή με­ρι­κών ορ­γα­νι­σμών που πε­ρι­έ­χον­ται στα ζών­τα ε­ξα­σθε­νη­μέ­να εμ­βό­λια και, σε υ­περ­φυ­σι­ο­λο­γι­κές δό­σεις, να ε­πι­δει­νώ­σουν τις νευ­ρο­λο­γι­κές αν­τι­δρά­σεις σε με­ρι­κά άλ­λα.
  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει γε­νι­κά να α­πο­φεύ­γουν την α­νο­σο­ποί­η­ση με εμ­βό­λια ρου­τί­νας ή το­ξο­ει­δή. Ε­άν ό­μως η α­νο­σο­ποί­η­ση εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη, μπο­ρεί να χρεια­σθούν ο­ρο­λο­γι­κές ε­ξε­τά­σεις για να ε­πι­βε­βαι­ω­θεί κα­τά πό­σον δι­α­θέ­τουν ε­παρ­κή α­νο­σο­α­πάν­τη­ση και χρει­ά­ζον­ται ε­πι­πρό­σθε­τες δό­σεις εμ­βο­λί­ων ή το­ξο­ει­δή. Η α­νο­σο­ποί­η­ση ε­πι­τρέ­πε­ται σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με μη α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές ή με συμ­πλη­ρω­μα­τι­κές δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών (π.χ. για νό­σο A­d­d­i­s­on).
  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν το α­σκορ­βι­κό ο­ξύ, τον ψευ­δάρ­γυ­ρο και το ά­ζω­το των ού­ρων. Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­ει­δή έ­χουν αυ­ξη­μέ­νες α­νάγ­κες σε πυ­ρι­δο­ξί­νη, α­σκορ­βι­κό ο­ξύ, f­o­l­a­te και βι­τα­μί­νη D.
  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την α­πορ­ρό­φη­ση του α­σβε­στί­ου και του φω­σφό­ρου και να αυ­ξή­σουν το κά­λιο και το α­σβέ­στιο των ού­ρων.
  • Το κά­πνι­σμα σι­γα­ρέτ­των αυ­ξά­νει στα­θε­ρά και ση­μαν­τι­κά τις συγ­κεν­τρώ­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών στο πλά­σμα (S­h­e­n­f­i­e­ld GM, 1986). Πάν­τως, φαί­νε­ται ό­τι ο κίν­δυ­νος της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής εί­ναι μι­κρός (D’ A­r­cy PF, 1984).
  • Τα κορ­τι­κο­ει­δή (ό­πως η δε­ξα­με­θα­ζό­νη και η πρεδ­νι­ζο­λό­νη) μπο­ρεί να μει­ώ­σουν τις συγ­κεν­τρώ­σεις των α­να­στο­λέ­ων της H­IV-πρω­τε­ά­σης στο πλά­σμα και, αν­τί­στρο­φα, οι συγ­κεν­τρώ­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών στο πλά­σμα να αυ­ξη­θούν.

6.   ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ

1.   ΕΝ­ΔΟ­ΚΡΙ­ΝΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Πρω­το­πα­θής - δευ­τε­ρο­πα­θής α­νε­πάρ­κεια φλοι­ού ε­πι­νε­φρι­δί­ων
  • Ο­ξεί­α - χρό­νια α­νε­πάρ­κεια φλοι­ού ε­πι­νε­φρι­δί­ων
  • Συγ­γε­νής υ­περ­πλα­σί­α ε­πι­νε­φρι­δί­ων
  • Θυ­ρε­ο­ει­δί­τι­δα
  • Υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α συν­δε­ό­με­νη με καρ­κί­νο - σαρ­κο­εί­δω­ση
  • Αν­δρο­γεν­νη­τι­κό σύν­δρο­μο
  • Σύν­δρο­μο C­u­s­h­i­ng (για δι­α­γνω­στι­κούς λό­γους)

2.   ΡΕΥ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Νε­α­νι­κή ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Ο­ξύς ρευ­μα­τι­κός πυ­ρε­τός
  • Ρευ­μα­τι­κή πο­λυ­μυ­αλ­γί­α
  • Μι­κτή νό­σος συν­δε­τι­κού ι­στού
  • Σύν­δρο­μο R­e­i­t­er
  • Αγ­γει­ί­τι­δα
  • Γι­γαν­το­κυτ­τα­ρι­κή αρ­τη­ρί­τι­δα
  • Υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα πο­λυ­χον­δρί­τι­δα
  • Ο­ζώ­δης πο­λυ­αρ­τη­ρί­τι­δα
  • Δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα/πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα
  • Συ­στη­μα­τι­κός ε­ρυ­θη­μα­τώ­δης λύ­κος
  • Με­τα­τραυ­μα­τι­κή ο­στε­ο­αρ­θρί­τι­δα
  • Φλεγ­μο­νώ­δης έ­ξαρ­ση ο­στε­ο­αρ­θρί­τι­δας
  • Ο­ξεί­α και υ­πο­ξεί­α θυ­λα­κί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α μη ει­δι­κή τε­νον­του­με­νί­τι­δα
  • Ε­πι­κον­δυ­λί­τι­δα  
  • Χον­δρα­σβέ­στω­ση

3.   ΔΕΡ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Πέμ­φι­γα
  • Φλυ­κται­νώ­δης ερ­πη­το­ει­δής δερ­μα­τί­τι­δα (b­u­l­l­o­us h­e­r­p­e­t­i­f­o­r­m­is d­e­r­m­a­t­i­t­is)
  • Σο­βα­ρό πο­λύ­μορ­φο ε­ρύ­θη­μα (σύν­δρο­μο S­t­e­v­e­ns-J­o­h­n­s­on)
  • Α­πο­φο­λι­δω­τι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Σπογ­γο­ει­δής μυ­κη­τί­α­ση
  • Σο­βα­ρή ψω­ρί­α­ση
  • Σο­βα­ρή σμηγ­μα­τορ­ρο­ϊ­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Α­το­πι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Δερ­μα­τί­τι­δα εξ ε­πα­φής
  • Έκ­ζε­μα
  • Πεμ­φι­γο­ει­δές
  • Φλεγ­μο­νώ­δης δερ­μά­τω­ση
  • Δερ­μα­τι­κά ε­ξαν­θή­μα­τα

4.   ΑΛ­ΛΕΡ­ΓΙ­ΚΕΣ ΚΑ­ΤΑ­ΣΤΑ­ΣΕΙΣ

  • Ε­πο­χια­κή ή μό­νι­μη αλ­λερ­γι­κή ρι­νί­τι­δα
  • Βρογ­χι­κό ά­σθμα
  • Δερ­μα­τί­τι­δα εξ ε­πα­φής
  • Α­το­πι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Ο­ρο­νο­σί­α
  • Φαρ­μα­κευ­τι­κές αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας
  • Κνι­δω­τι­κές αν­τι­δρά­σεις με­ταγ­γί­σε­ων (μό­νον εν­δο­μυ­ϊ­κά)
  • Αγ­γει­ο­οί­δη­μα

5.   Ο­ΦΘΑΛ­ΜΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Αλ­λερ­γι­κή ε­πι­πε­φυ­κί­τι­δα
  • Κε­ρα­τι­τί­τι­δα
  • Αλ­λερ­γι­κά πε­ρι­φε­ρεια­κά έλ­κη σκλη­ρού
  • Ο­φθαλ­μι­κός έρ­πη­τας ζω­στή­ρας
  • Ι­ρί­τι­δα και ι­ρι­δο­κυ­κλί­τι­δα
  • Χο­ρι­ο­αμ­φι­βλη­στρο­ει­δί­τι­δα
  • Φλεγ­μο­νή πρό­σθιου τμή­μα­τος ο­φθαλ­μού
  • Δι­ά­χυ­τη ο­πί­σθια ρα­γο­ει­δί­τι­δα και αμ­φι­βλη­στρο­ει­δί­τι­δα
  • Ο­πτι­κή νευ­ρί­τι­δα
  • Συμ­πα­θη­τι­κή ο­φθαλ­μί­α

6.   ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ Α­ΝΑ­ΠΝΕΥ­ΣΤΙ­ΚΟΥ

  • Σαρ­κο­εί­δω­ση
  • Σύν­δρο­μο L­o­e­f­f­l­er μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νο σε άλ­λα μέ­τρα
  • Βη­ρυλ­λί­ω­ση
  • Κε­ραυ­νο­βό­λος ή γε­νι­κευ­μέ­νη πνευ­μο­νι­κή φυ­μα­τί­ω­ση (σε συν­δυα­σμό με την κα­τάλ­λη­λη αν­τι­φυ­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α) 
  • Πνευ­μο­νί­τι­δα α­πό εισ­ρό­φη­ση 
  • Βρογ­χι­κό ά­σθμα 
  • Α­πο­φρα­κτι­κή πνευ­μο­νο­πά­θεια 
  • Βρογ­χί­τι­δα 

7.   ΑΙ­ΜΑ­ΤΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Ι­δι­ο­πα­θής θρομ­βο­πε­νι­κή πορ­φύ­ρα (σε ε­νή­λι­κες)
  • Δευ­τε­ρο­πα­θής θρομ­βο­πε­νί­α (σε ε­νή­λι­κες)
  • Ε­πί­κτη­τη (αυ­το­ά­νο­ση) αι­μο­λυ­τι­κή α­ναι­μί­α
  • Ε­ρυ­θρο­βλα­στι­κή α­ναι­μί­α
  • Συγ­γε­νής (ε­ρυ­θρο­ει­δής) υ­πο­πλα­στι­κή α­ναι­μί­α
  • Αι­μό­λυ­ση

8.   ΝΕ­Ο­ΠΛΑ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Ο­ξεί­α λευ­χαι­μί­α (στα παι­διά)
  • Λέμ­φω­μα H­o­d­g­k­in
  • Μη-H­o­d­g­k­in λέμ­φω­μα
  • Λεμ­φο­κυτ­τα­ρι­κή λευ­χαι­μί­α
  • Καρ­κί­νω­μα προ­στά­τη
  • Καρ­κί­νω­μα μα­στού
  • Πολ­λα­πλούν μυ­έ­λω­μα
  • Ναυ­τί­α/έ­με­τοι ο­φει­λό­με­νοι στη χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α του καρ­κί­νου
  • Πυ­ρε­τός ο­φει­λό­με­νος σε κα­κο­ή­θη νο­σή­μα­τα

9.   ΚΑΡ­ΔΙ­Ο­ΠΑ­ΘΕΙ­ΕΣ

  • Καρ­δί­τι­δα
  • Πε­ρι­καρ­δί­τι­δα
  • Πνευ­μο­νι­κό οί­δη­μα 

10.  ΓΑ­ΣΤΡΕΝ­ΤΕ­ΡΙ­ΚΑ-Η­ΠΑ­ΤΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα
  • Τμη­μα­τι­κή εν­τε­ρί­τι­δα
  • Κοι­λι­ο­κά­κη
  • Η­πα­τι­κή νέ­κρω­ση
  • Χρό­νια η­πα­τί­τι­δα

11.  ΝΕΥ­ΡΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια
  • Πολ­λα­πλή σκλή­ρυν­ση
  • Εγ­κε­φα­λι­κό οί­δη­μα

12.  ΑΛ­ΛΕΣ

  • Φυ­μα­τι­ώ­δης μη­νιγ­γί­τι­δα με υ­πα­ρα­χνο­ει­δή ή ε­πι­κεί­με­νο α­πο­κλει­σμό (σε συν­δυα­σμό με την κα­τάλ­λη­λη αν­τι­φυ­μα­τι­κή α­γω­γή)
  • Τρι­χί­νω­ση με νευ­ρο­λο­γι­κή ή μυ­ο­καρ­δια­κή προ­σβο­λή 
  • Προ­εγ­χει­ρη­τι­κά και με­τά α­πό σο­βα­ρό τραύ­μα ή νό­ση­μα, σε α­σθε­νείς με γνω­στή φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια ή αμ­φί­βο­λες φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κές ε­φε­δρεί­ες (μό­νον εν­δο­μυ­ϊ­κά)
  • Κα­τα­πλη­ξί­α μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη στη συμ­βα­τι­κή θε­ρα­πεί­α, σε α­σθε­νείς με γνω­στή ή πι­θα­νή φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια (μό­νον εν­δο­μυ­ϊ­κά)
  • Ο­ξύ, μη λοι­μώ­δες, οί­δη­μα λά­ρυγ­γα (μό­νον εν­δο­μυ­ϊ­κά. Η ε­πι­νε­φρί­νη εί­ναι το φάρ­μα­κο πρώ­της ε­κλο­γής)
  • Αι­μαγ­γει­ώ­μα­τα (στα βρέ­φη)
  • Ρι­νι­κοί πο­λύ­πο­δες
  • Νο­σή­μα­τα στό­μα­τος
  • Νε­φρω­σι­κό σύν­δρο­μο
  • Α­πόρ­ρι­ψη μο­σχεύ­μα­τος

7.   ΑΝ­ΤΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ

7.1   Α­ΠΟ­ΛΥ­ΤΕΣ  

  • Ση­πτι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Γει­το­νι­κή ο­στε­ο­μυ­ε­λί­τι­δα
  • Βα­κτη­ρι­αι­μί­α
  • Βα­κτη­ρι­δια­κή εν­δο­καρ­δί­τι­δα
  • Πε­ρι­αρ­θρι­κή κυτ­τα­ρί­τι­δα ή έλ­κω­ση
  • Υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α στο έκ­δο­χο του κορ­τι­κο­ει­δούς
  • Ο­στε­ο­χόν­δρι­να κα­τάγ­μα­τα
  • Προ­χει­ρουρ­γι­κή πε­ρί­ο­δος
  • Α­νε­ξέ­λεγ­κτη αι­μορ­ρα­γί­α

7.2   ΣΧΕ­ΤΙ­ΚΕΣ  

  • Θε­ρα­πεί­α με αν­τι­πη­κτι­κά
  • Νο­σή­μα­τα της πή­ξης του αί­μα­τος
  • Α­στά­θεια άρ­θρω­σης
  • Αρ­θρι­κή πρό­θε­ση
  • «Ξη­ρή» άρ­θρω­ση (ο­στε­ο­αρ­θρί­τι­δα)
  • Μη ε­λεγ­χό­με­νος σακ­χα­ρώ­δης δι­α­βή­της
  • Έλ­λει­ψη αν­τα­πό­κρι­σης σε ε­πα­νει­λημ­μέ­νες εν­δαρ­θρι­κές εγ­χύ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών
  • Ε­σω­τε­ρι­κή α­πορ­ρύθ­μι­ση του γό­να­τος
  • Αί­μαρ­θρος
  • Κα­τα­κλί­σεις
  • Εκ­δο­ρές-ψω­ρι­α­σι­κές αλ­λοι­ώ­σεις του υ­περ­κεί­με­νου της άρ­θρω­σης δέρ­μα­τος
  • Άλ­λες χρό­νι­ες λοι­μώ­δεις ε­στί­ες
  • Α­σθε­νείς με σύν­δρο­μο R­e­i­t­er συν­δε­ό­με­νο με λοί­μω­ξη α­πό H­IV.

Ση­πτι­κή αρ­θρί­τι­δα : Εί­ναι α­πό­λυ­τη αν­τέν­δει­ξη των εν­δαρ­θρι­κών εγ­χύ­σε­ων των κορ­τι­κο­ει­δών.

Βα­κτη­ρι­αι­μί­α : Ε­άν υ­πάρ­χει υ­πο­ψί­α ση­ψαι­μί­ας σε νο­ση­λευ­ό­με­νους α­σθε­νείς με ΡΑ, οι εν­δαρ­θρι­κές εγ­χύ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών πρέ­πει να α­να­βάλ­λον­ται, μέ­χρις ό­του η πι­θα­νό­τη­τά της α­πο­κλει­σθεί με τις καλ­λι­έρ­γει­ες αί­μα­τος. 

Α­στά­θεια άρ­θρω­σης : Μπο­ρεί να εί­ναι εκ­δή­λω­ση αρ­θρο­πά­θειας τύ­που C­h­a­r­c­ot σαν συ­νέ­πεια ε­πα­νει­λημ­μέ­νων εν­δαρ­θρι­κών εγ­χύ­σε­ων κορ­τι­κο­ει­δών. Ε­άν εί­ναι έν­το­νη, οι εν­δαρ­θρι­κές εγ­χύ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών πρέ­πει να α­πο­φεύ­γον­ται για­τί μπο­ρεί να ε­πι­δει­νώ­σουν τις αλ­λοι­ώ­σεις του χόν­δρου.

Δυ­σπρό­σι­τες αρ­θρώ­σεις : Οι εγ­χύ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών σε δυ­σπρό­σι­τες α­να­το­μι­κά αρ­θρώ­σεις (ό­πως π.χ. της σπον­δυ­λι­κής στή­λης ή το ι­σχί­ο) κα­λύ­τε­ρα να α­πο­φεύ­γον­ται, α­φ' ε­νός για­τί η προ­σπέ­λα­σή τους εί­ναι δύ­σκο­λη, και α­φ' ε­τέ­ρου για­τί μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν υ­πο­λειμ­μα­τι­κές βλά­βες. Α­κό­μα, οι εγ­χύ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών σε μη δι­αρ­θρω­τι­κές αρ­θρώ­σεις, ό­πως π.χ. στην η­βι­κή σύμ­φυ­ση, εί­ναι δύ­σκο­λες. Ε­άν μπο­ρούν να γί­νουν, με­ρι­κές φο­ρές βο­η­θούν, αλ­λά με­τά α­πό πολ­λές προ­σπά­θει­ες. Ε­ξαί­ρε­ση α­πο­τε­λούν οι ζυ­γα­πο­φυ­σια­κές αρ­θρώ­σεις της ΑΜΣΣ, ό­που η έγ­χυ­ση κορ­τι­κο­ει­δούς α­πό πε­πει­ρα­μέ­νο για­τρό και κά­τω α­πό α­κτι­νο­σκο­πι­κό έ­λεγ­χο μπο­ρεί να α­να­κου­φί­σει μα­κρο­χρό­νια α­πό τα συμ­πτώ­μα­τα.

Εν­δαρ­θρι­κό κά­ταγ­μα : Μπο­ρεί να προ­κα­λεί πό­νο στην άρ­θρω­ση με­τά α­πό κά­κω­ση. Ε­άν υ­πάρ­χει υ­πο­ψί­α τέ­τοι­ου κα­τάγ­μα­τος, η εν­δαρ­θρι­κή έγ­χυ­ση κορ­τι­κο­ει­δούς πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται για­τί μπο­ρεί να κα­θυ­στε­ρή­σει την ε­πού­λω­ση του κα­τάγ­μα­τος.

Πα­ρα-αρ­θρι­κή ο­στε­ο­πό­ρω­ση : Α­παν­τά­ται συ­χνό­τε­ρα σε α­σθε­νείς με ΡΑ. Ε­άν εί­ναι έν­το­νη, μπο­ρεί να ε­πι­δει­νω­θεί με τις εν­δαρ­θρι­κές εγ­χύ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών. Ε­άν 1-2 εν­δαρ­θρι­κές εγ­χύ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών στην ί­δια άρ­θρω­ση δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα, δεν υ­πάρ­χει λό­γος να ε­πα­να­λη­φθούν, για­τί μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­κό, πα­ρά κα­λό.

Νο­σή­μα­τα πή­ξης του αί­μα­τος (π.χ. α­νε­πάρ­κεια του πα­ρά­γον­τα V­I­II) : Μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν κα­τα­στρε­πτι­κή αρ­θρο­πά­θεια. Η αρ­θρο­πα­ρα­κέν­τη­ση στους α­σθε­νείς αυ­τούς μπο­ρεί να έ­χει σαν συ­νέ­πεια εν­δαρ­θρι­κή και ε­ξω­αρ­θρι­κή αι­μορ­ρα­γί­α, γι' αυ­τό και πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται, ι­δι­αί­τε­ρα σε παι­διά με α­δι­ά­γνω­στη υ­με­νί­τι­δα.

Θε­ρα­πεί­α με αν­τι­πη­κτι­κά : Σε α­σθε­νείς που παίρ­νουν αν­τι­πη­κτι­κά δεν υ­πάρ­χει λό­γος να α­πο­φεύ­γε­ται η δι­α­γνω­στι­κή πα­ρα­κέν­τη­ση της άρ­θρω­σης, ι­δι­αί­τε­ρα ό­ταν υ­πάρ­χει πι­θα­νό­τη­τα ση­πτι­κής αρ­θρί­τι­δας. Ο κίν­δυ­νος αι­μορ­ρα­γί­ας α­πό τρώ­ση του αρ­θρι­κού υ­μέ­να εί­ναι μι­κρός και τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν με προ­σο­χή. Πάν­τως, κα­λό εί­ναι πριν α­πό την αρ­θρο­πα­ρα­κέν­τη­ση να ε­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται ό­τι ο χρό­νος πή­ξης δεν εί­ναι πο­λύ πα­ρα­τε­τα­μέ­νος και με­τά α­π' αυ­τήν η άρ­θρω­ση να τυ­λί­γε­ται με έ­ναν ε­λα­στι­κό ε­πί­δε­σμο, να α­κι­νη­το­ποι­εί­ται ε­πί 24-48 ώ­ρες και να το­πο­θε­τούν­ται ψυ­χρά ε­πι­θέ­μα­τα.

Αί­μαρ­θρος : Αυ­τός κα­θαυ­τός, δεν εί­ναι αν­τέν­δει­ξη για την εν­δαρ­θρι­κή έγ­χυ­ση κορ­τι­κο­ει­δών, αλ­λά μπο­ρεί να αν­τα­να­κλά υ­πο­κεί­με­νη λοί­μω­ξη, ο­στε­ο­χόν­δρι­νο κά­ταγ­μα ή εν­δαρ­θρι­κή ρή­ξη συν­δέ­σμων, γι' αυ­τό και η έγ­χυ­ση κορ­τι­κο­ει­δών πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται μέ­χρις ό­του δι­ευ­κρι­νι­σθούν τα αί­τιά του.

Ο­λι­κή αρ­θρο­πλα­στι­κή σε α­σθε­νείς με ρευ­μα­το­ει­δή αρ­θρί­τι­δα : Σε πε­ρι­πτώ­σεις έ­ξαρ­σης της υ­με­νί­τι­δας αρ­θρώ­σε­ων που έ­χουν υ­πο­βλη­θεί σε ο­λι­κή αρ­θρο­πλα­στι­κή, η έγ­χυ­ση κορ­τι­κο­ει­δών εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρο να α­πο­φεύ­γε­ται, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι αρ­θρώ­σεις αυ­τές εί­ναι ε­πιρ­ρε­πείς σε λοι­μώ­ξεις. Πάν­τως, έ­χουν γί­νει ε­κα­τον­τά­δες εγ­χύ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών σε τέ­τοι­ες αρ­θρώ­σεις, με βελ­τί­ω­ση και χω­ρίς συ­νέ­πει­ες. Πάν­τως, ε­άν α­πο­φα­σι­σθούν εγ­χύ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών στις αρ­θρώ­σεις αυ­τές πρέ­πει, πριν α­πό την έγ­χυ­ση, να γί­νε­ται ε­ξέ­τα­ση και καλ­λι­έρ­γεια του αρ­θρι­κού υ­γρού για το εν­δε­χό­με­νο ση­πτι­κής αρ­θρί­τι­δας.

Ψω­ρι­α­σι­κές δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις : Η εν­δαρ­θρι­κή έγ­χυ­ση κορ­τι­κο­ει­δών μέ­σω ψω­ρι­α­σι­κών δερ­μα­τι­κών αλ­λοι­ώ­σε­ων πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι ψω­ρι­α­σι­κές πλά­κες βρί­θουν μι­κρο­βί­ων που μπο­ρεί να συμ­πα­ρα­συρ­θούν με την βε­λό­να της πα­ρα­κέν­τη­σης και να εισ­δύ­σουν στην άρ­θρω­ση.

8.   ΚΛΙ­ΝΙ­ΚΗ Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ

8.1   Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ ΣΥ­ΣΤΗ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΑ ΧΟ­ΡΗ­ΓΟΥ­ΜΕ­ΝΩΝ ΚΟΡ­ΤΙ­ΚΟ­ΕΙ­ΩΝ

8.1.1   ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, σε φυ­σι­ο­λο­γι­κές δό­σεις, χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται για την α­να­πλή­ρω­ση της α­νε­πάρ­κειας των εν­δο­γε­νών ορ­μο­νών. Σε φαρ­μα­κο­λο­γι­κές, έ­χουν θε­ρα­πευ­τι­κές και δι­α­γνω­στι­κές χρή­σεις βα­σι­σμέ­νες στην ι­κα­νό­τη­τά τους να κα­τα­στέλ­λουν την έκ­κρι­ση των φυ­σι­ο­λο­γι­κά πα­ρα­γό­με­νων ορ­μο­νών α­πό τα ε­πι­νε­φρί­δια. Α­κό­μα, χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται για τις αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δεις και α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές ι­δι­ό­τη­τές τους και τις δρά­σεις τους στο αί­μα και τον λεμ­φι­κό ι­στό για την α­να­κου­φι­στι­κή θε­ρα­πεί­α δι­α­φό­ρων νο­ση­μά­των.

8.1.2   Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή δεν εί­ναι θε­ρα­πευ­τι­κά φάρ­μα­κα και σπά­νια εν­δεί­κνυν­ται σαν αρ­χι­κή θε­ρα­πεί­α, αλ­λά έ­χουν μάλ­λον υ­πο­στη­ρι­κτι­κό ρό­λο, ε­ναλ­λα­κτι­κά σε άλ­λες εν­δει­κνυ­ό­με­νες θε­ρα­πεί­ες. Η κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­α πρέ­πει να αρ­χί­ζει με­τά την ο­ρι­στι­κή δι­ά­γνω­ση, ει­δάλ­λως τα συμ­πτώ­μα­τα μπο­ρεί να συγ­κα­λυ­φθούν σε τέ­τοι­ο βαθ­μό, ώ­στε η πραγ­μα­τι­κή δι­ά­γνω­ση να γί­νει ε­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λη και η νό­σος να φθά­σει σε προ­χω­ρη­μέ­νο στά­διο πριν α­πό την δι­ά­γνω­σή της.

Οι δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών δι­α­φέ­ρουν τό­σο πο­σο­τι­κά, ό­σο και ποι­ο­τι­κά με­τα­ξύ των δι­α­φό­ρων σκευ­α­σμά­των. Συ­χνά έ­να σκεύ­α­σμα εί­ναι α­δύ­να­το να αν­τι­κα­τα­στα­θεί α­πό ι­σο­δύ­να­μες πο­σό­τη­τες ε­νός άλ­λου χω­ρίς να προ­κύ­ψουν α­νε­πι­θύ­μη­τες ε­νέρ­γει­ες. Π.χ. ε­νώ η κορ­τι­ζό­νη και η υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη έ­χουν ση­μαν­τι­κές α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δείς δρά­σεις σχε­τι­κές με τις γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δείς (ή αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δεις) ι­δι­ό­τη­τές τους, η πρεδ­νι­ζο­λό­νη και η πρεδ­νι­ζό­νη έ­χουν ση­μαν­τι­κά λι­γό­τε­ρες και άλ­λα (ό­πως η βη­τα­με­θα­ζό­νη και η δε­ξα­με­θα­ζό­νη) στε­ρούν­ται τε­λεί­ως ή σχε­δόν τε­λεί­ως των δρά­σε­ων αυ­τών. Αν­τί­θε­τα, οι α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δείς δρά­σεις της φθο­ρι­ο­κορ­τι­ζό­νης εί­ναι τό­σο έν­το­νες, ώ­στε οι γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δείς δεν έ­χουν κλι­νι­κή ση­μα­σί­α.

Οι α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δείς ι­δι­ό­τη­τες των κορ­τι­κο­ει­δών σπά­νια χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται, με ε­ξαί­ρε­ση την πρω­το­πα­θή α­νε­πάρ­κεια του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων, ό­που και οι α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δείς και οι γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δείς ι­δι­ό­τη­τες εί­ναι α­πα­ραί­τη­τες, συ­νή­θως με τον συν­δυα­σμό φθο­ρι­ο­κορ­τι­ζό­νης με υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη. Οι α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δείς ι­δι­ό­τη­τες της φθο­ρι­ο­κορ­τι­ζό­νης ε­πί­σης χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται για την δι­α­τή­ρη­ση της αρ­τη­ρια­κής πί­ε­σης σε α­σθε­νείς με ορ­θο­στα­τι­κή υ­πό­τα­ση.

8.1.3   Ε­ΠΙ­ΛΟ­ΓΗ ΣΚΕΥ­Α­ΣΜΑ­ΤΟΣ

Οι αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δεις και α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δείς ι­δι­ό­τη­τες των κορ­τι­κο­ει­δών χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται ε­πί­σης για την κα­τα­στο­λή των κλι­νι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων νο­ση­μά­των που θε­ω­ρούν­ται ό­τι πε­ρι­έ­χουν φλεγ­μο­νώ­δη ή α­νο­σο­λο­γι­κά συ­στα­τι­κά. Για τους σκο­πούς αυ­τούς, προ­τι­μών­ται τα συν­θε­τι­κά α­νά­λο­γα που έ­χουν ση­μαν­τι­κά πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δείς, σε συν­δυα­σμό με αυ­ξη­μέ­νες γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δείς, ι­δι­ό­τη­τες.

Μο­λο­νό­τι υ­πάρ­χουν πο­λύ ι­σχυ­ρά γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή χω­ρίς ου­σι­α­στι­κά α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δείς ι­δι­ό­τη­τες, οι κίν­δυ­νοι της α­κα­τάλ­λη­λης θε­ρα­πεί­ας με σκευ­ά­σμα­τα κορ­τι­κο­ει­δών με αυ­ξη­μέ­νες γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δείς δρά­σεις ε­πι­βάλ­λουν συ­νή­θως την χρή­ση σκευ­α­σμά­των με λι­γό­τε­ρο ι­σχυ­ρή γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή δρά­ση, ό­πως η πρεδ­νι­ζό­νη και η πρεδ­νι­ζο­λό­νη, που έ­χουν με­γα­λύ­τε­ρα ό­ρια α­σφά­λειας.

Α­πό πλευ­ράς α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας, η πρεδ­νι­ζό­νη δεν δι­α­φέ­ρει α­πό την πρεδ­νι­ζο­λό­νη, γι΄ αυ­τό και μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί ο­ποι­ο­δή­πο­τε α­πό τα δύ­ο αυ­τά σκευ­ά­σμα­τα. Στην Αγ­γλί­α συ­νι­στά­ται συ­νή­θως η πρεδ­νι­ζο­λό­νη, δε­δο­μέ­νου ό­τι υ­πάρ­χει σε με­τα­βο­λι­κά ε­νερ­γό μορ­φή, ε­νώ η πρεδ­νι­ζό­νη εί­ναι α­νε­νερ­γός και πρέ­πει να με­τα­τρα­πεί στην ε­νερ­γό μορ­φή της α­πό το ή­παρ για να δρά­σει, γι΄αυ­τό και η βι­ο­δι­α­θε­σι­μό­τη­τά της, ι­δι­αί­τε­ρα σε με­ρι­κά η­πα­τι­κά νο­σή­μα­τα, εί­ναι λι­γό­τε­ρο α­ξι­ό­πι­στη.

8.1.4   ΤΡΟ­ΠΟΣ ΧΟ­ΡΗ­ΓΗ­ΣΗΣ

Τα συ­στη­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γούν­ται σε ε­φά­παξ κα­θη­με­ρι­νές δό­σεις σε χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα που συμ­πί­πτουν με την μέ­γι­στη ή ε­λά­χι­στη λει­τουρ­γί­α του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων, ώ­στε να ε­πι­τευ­χθεί το ε­πι­θυ­μη­τό α­πο­τέ­λε­σμα στα ε­πι­νε­φρί­δια. Ε­άν χο­ρη­γη­θούν σε δό­σεις με­γα­λύ­τε­ρες α­πό τις α­παι­τού­με­νες για φυ­σι­ο­λο­γι­κή α­να­πλή­ρω­ση, κα­τα­στέλ­λουν την λει­τουρ­γί­α των ε­πι­νε­φρι­δί­ων. Ο βαθ­μός της κα­τα­στο­λής ε­ξαρ­τά­ται α­πό την δό­ση, την ο­δό, την συ­χνό­τη­τα, την χρο­νι­κή στιγ­μή και την διά­ρκεια χο­ρή­γη­σης του κορ­τι­κο­ει­δούς.

Οι θε­ρα­πευ­τι­κές δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών φαί­νε­ται ό­τι δια­ρκούν πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τις με­τα­βο­λι­κές, γι΄ αυ­τό και τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν κα­τά δι­α­στή­μα­τα, ώ­στε να ε­πι­τρέ­ψουν την ε­πα­να­φο­ρά του με­τα­βο­λι­κού ρυθ­μού του σώ­μα­τος, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα να δι­α­τη­ρη­θούν οι θε­ρα­πευ­τι­κές τους δρά­σεις.

Τα δι­α­κο­πτό­με­να θε­ρα­πευ­τι­κά σχή­μα­τα συ­νί­σταν­ται συ­νή­θως σε βρα­χεί­ας διά­ρκειας θε­ρα­πεί­ες ή στη χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών ε­φά­παξ κά­θε 2η η­μέ­ρα. Ε­άν η κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­α πρό­κει­ται να δι­αρ­κέ­σει με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα, τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρο να χο­ρη­γούν­ται κά­θε 2η η­μέ­ρα, ο­πο­τε­δή­πο­τε εί­ναι δυ­να­τόν, για να πε­ρι­ο­ρι­σθεί η το­ξι­κό­τη­τά τους, και να γί­νον­ται συ­νε­χείς προ­σπά­θει­ες ώ­στε να μει­ω­θεί η δό­ση τους και, κα­τά προ­τί­μη­ση, να δι­α­κο­πούν τε­λεί­ως. Το η­μέ­ρα παρ΄ η­μέ­ρα σχή­μα εί­ναι κα­τάλ­λη­λο μό­νο για κορ­τι­κο­ει­δή με σχε­τι­κά βρα­χεί­α διά­ρκεια δρά­σης και ή­πι­ες α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δείς ι­δι­ό­τη­τες, ό­πως η πρεδ­νι­ζο­λό­νη, και μό­νο σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις.

Τα ε­πι­νε­φρί­δια πα­ρά­γουν κα­θη­με­ρι­νά πε­ρί­που 20 mg υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης (κορ­τι­ζό­λης), αν και οι ε­ξα­το­μι­κευ­μέ­νες συγ­κεν­τρώ­σεις της κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα μπο­ρεί να ποι­κίλ­λουν ευ­ρέ­ως και να αυ­ξη­θούν έ­ως 10 φο­ρές ή και πε­ρισ­σό­τε­ρο σε κα­τα­στά­σεις s­t­r­e­ss. Γι΄ αυ­τό και, σε κα­τα­στά­σεις s­t­r­e­ss ή τραυ­μά­των (π.χ. στη διά­ρκεια και με­τά α­πό χει­ρουρ­γι­κές ε­πεμ­βά­σεις, εν­δο­γε­νείς λοι­μώ­ξεις), η δό­ση των ε­ξω­γε­νώς χο­ρη­γού­με­νων κορ­τι­κο­ει­δών πρέ­πει να αυ­ξά­νε­ται.

Το 70% της κα­θη­με­ρι­νά πα­ρα­γό­με­νης α­πό τον φλοι­ό των ε­πι­νε­φρι­δί­ων κορ­τι­ζό­λης εκ­κρί­νε­ται με­τα­ξύ με­σο­νυ­κτί­ου και 9ης πρω­ϊ­νής ώ­ρας. Στη θε­ρα­πεί­α της υ­περ­πλα­σί­ας του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων η δό­ση της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης η χο­ρη­γού­με­νη το βρά­δυ πρέ­πει να έ­χει 2πλάσια κα­τα­σταλ­τι­κή δρά­ση με την ί­δια δό­ση χο­ρη­γού­με­νη στη διά­ρκεια της η­μέ­ρας. Πάν­τως, στη θε­ρα­πεί­α των αλ­λερ­γι­κών και κολ­λα­γο­νι­κών νο­ση­μά­των, η υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη συ­νι­στά­ται να χο­ρη­γεί­ται στις 8 πε­ρί­που π.μ. για να α­πο­φευ­χθεί η κα­τα­στο­λή της λει­τουρ­γί­ας του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων. Στη φά­ση της μεί­ω­σης της κορ­τι­ζό­νης, μια α­πλή ε­φά­παξ δό­ση χο­ρη­γού­με­νη στις 8 π.μ. εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ω­φέ­λι­μη και δεν α­να­στέλ­λει την έκ­κρι­ση κορ­τι­κο­τρο­πί­νης. Ε­πί­σης, για πα­ρό­μοι­ους λό­γους, ό­ταν χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται για θε­ρα­πεί­α α­να­πλή­ρω­σης, τα κορ­τι­κο­ει­δή συ­νι­στά­ται να χο­ρη­γούν­ται σε ά­νι­σες δό­σεις στη διά­ρκεια της η­μέ­ρας (2/3 της κα­θη­με­ρι­νής δό­σης την η­μέ­ρα και 1/3, το βρά­δυ).

8.1.5   ΑΝ­ΤΑ­ΠΟ­ΚΡΙ­ΣΗ ΣΤΑ ΚΟΡ­ΤΙ­ΚΟ­ΕΙ­ΔΗ

Με­ρι­κά ά­το­μα αν­τα­πο­κρί­νον­ται στα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή ή α­να­πτύσ­σουν ε­πι­πλο­κές τα­χύ­τε­ρα α­πό άλ­λα, θε­ρα­πευ­ό­με­να με ι­σο­δύ­να­μες δό­σεις. Οι δι­α­φο­ρές αυ­τές της αν­τα­πό­κρι­σης στα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να ο­φεί­λον­ται :

  • Στις φαρ­μα­κευ­τι­κές αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών
  • Στις δι­α­φο­ρές στη βα­ρύ­τη­τα της υ­πο­κεί­με­νης νό­σου
  • Στις με­τα­βο­λές της βι­ο­δι­α­θε­σι­μό­τη­τας των χο­ρη­γού­με­νων κορ­τι­κο­ει­δών, αν και οι με­τα­βο­λές αυ­τές δεν φαί­νε­ται να ευ­θύ­νον­ται για τις δι­α­φο­ρές στη θε­ρα­πευ­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση (M­o­r­r­is HG, 1980)
  • Σε με­τα­βο­λές της κυτ­τα­ρι­κής α­πάν­τη­σης στα στε­ρο­ει­δή (D­a­ly JR a­nd G­l­a­ss D, 1971; M­o­r­r­is HG, 1980). Π.χ. Σε α­σθε­νείς με πρω­το­πα­θές γλαύ­κω­μα α­νοι­χτής γω­νί­ας, τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή αυ­ξά­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο την εν­δο­φθάλ­μια πί­ε­ση και κα­τα­στέλ­λουν εν­το­νό­τε­ρα τα ε­πί­πε­δα της κορ­τι­ζό­λης στο πλά­σμα στις 8.00 το πρω­ί (με­τά α­πό χο­ρή­γη­ση 0.25 mg δε­ξα­με­θα­ζό­νης το προ­η­γού­με­νο βρά­δυ στις 11) (B­e­c­k­er B et al, 1973), ό­πως και τον με­τα­σχη­μα­τι­σμό των λεμ­φο­κυτ­τά­ρων τον προ­κα­λού­με­νο α­πό την φυ­το­αι­μο­συγ­κολ­λη­τί­νη, πα­ρά σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ά­το­μα (B­i­g­g­er JF et al, 1972).

Οι πα­ρα­τη­ρή­σεις αυ­τές δεί­χνουν ό­τι μπο­ρεί να υ­πάρ­χουν ι­δι­αί­τε­ροι υ­πο­πλη­θυ­σμοί α­σθε­νών με αυ­ξη­μέ­νη, γε­νε­τι­κά προ­κα­θο­ρι­σμέ­νη, αν­τα­πο­κρι­σι­μό­τη­τα στα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή. Σε πον­τι­κούς, η ευ­αι­σθη­σί­α στα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή συν­δέ­ε­ται στε­νά με το H­LA H2 (G­u­p­ta C a­nd G­o­l­d­m­an AS, 1982). Σε δι­ά­φο­ρα εί­δη πον­τι­κών, οι δι­α­φο­ρές στην ευ­αι­σθη­σί­α στα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να σχε­τί­ζον­ται με δι­α­φο­ρές στο πε­ρι­ε­χό­με­νο των υ­πο­δο­χέ­ων των γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών και στη δι­έ­γερ­ση της λι­πο­κορ­τί­νης.

Με­ρι­κά φυ­σι­ο­λο­γι­κά ά­το­μα έ­χουν με­γά­λες δι­α­φο­ρές στην ευ­αι­σθη­σί­α των λεμ­φο­κυτ­τά­ρων τους στην α­να­στο­λή α­πό τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, που εί­ναι σχε­τι­κά συ­νε­χείς με την πά­ρο­δο του χρό­νου (S­t­a­s­z­ak C et al, 1980). Τα λεμ­φο­κύτ­τα­ρα των η­λι­κι­ω­μέ­νων α­τό­μων έ­χουν αυ­ξη­μέ­νη ε­πιρ­ρέ­πεια σε α­να­στο­λή α­πό τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή. Η ε­λατ­τω­μέ­νη ευ­αι­σθη­σί­α των λεμ­φο­κυτ­τά­ρων στην υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη, in v­i­t­ro, συν­δέ­ε­ται με πτω­χή θε­ρα­πευ­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση στα κορ­τι­κο­ει­δή, in v­i­vo.

8.1.6   ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­Ο­ΜΕ­ΝΑ ΜΕ ΣΥ­ΣΤΗ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΑ ΚΟΡ­ΤΙ­ΚΟ­ΕΙ­ΔΗ

1.   ΕΝ­ΔΟ­ΚΡΙ­ΝΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Α­νε­πάρ­κεια φλοι­ού ε­πι­νε­φρι­δί­ων
  • Συγ­γε­νής υ­περ­πλα­σί­α ε­πι­νε­φρι­δί­ων
  • Υ­πο­ϋ­πο­φυ­σι­σμός
  • Υ­πο­ξεί­α, μη πυ­ώ­δης, κοκ­κι­ω­μα­τώ­δης θυ­ρε­ο­ει­δί­τι­δα
  • Θυ­ρε­ο­ει­δι­κή ο­φθαλ­μο­πά­θεια
  • Αν­δρο­γεν­νη­τι­κό σύν­δρο­μο
  • Υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α

2.   ΔΕΡ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Ψω­ρί­α­ση
  • Α­λω­πε­κί­α
  • Έκ­ζε­μα
  • Φλυ­κται­νώ­δης ε­πι­δερ­μό­λυ­ση
  • Γαγ­γραι­νώ­δες πυ­ό­δερ­μα
  • Ο­μα­λός λει­χή­νας
  • Σμηγ­μα­τορ­ρο­ϊ­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Λεύ­κη
  • Πέμ­φι­γα
  • Πεμ­φι­γο­ει­δές
  • Φλυ­κται­νώ­δης ερ­πη­το­ει­δής δερ­μα­τί­τι­δα
  • Σο­βα­ρό πο­λύ­μορ­φο ε­ρύ­θη­μα
  • Δερ­μα­τι­κή σαρ­κο­εί­δω­ση
  • Σπογ­γο­ει­δής μυ­κη­τί­α­ση
  • Φαρ­μα­κευ­τι­κή υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α
  • Α­πο­φο­λι­δω­τι­κή δερ­μα­τί­τι­δα

3.   ΑΛ­ΛΕΡ­ΓΙ­ΚΕΣ ΚΑ­ΤΑ­ΣΤΑ­ΣΕΙΣ

  • Αλ­λερ­γι­κή ρι­νί­τι­δα
  • Δερ­μα­τί­τι­δα εξ ε­πα­φής
  • Α­το­πι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Ο­ρο­νο­σί­α
  • Φαρ­μα­κευ­τι­κές αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας
  • Βρογ­χι­κό ά­σθμα
  • Κνι­δω­τι­κές αν­τι­δρά­σεις με­τά α­πό με­τάγ­γι­ση
  • Αγ­γει­ο­οί­δη­μα        
  • Αλ­λερ­γι­κά συμ­πτώ­μα­τα τρι­χί­νω­σης

4.   Ο­ΦΘΑΛ­ΜΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Ο­φθαλ­μο­πά­θεια G­r­a­v­es 
  • Ο­πτι­κή νευ­ρί­τι­δα  
  • Αγ­γει­ί­τι­δα αμ­φι­βλη­στρο­ει­δούς
  • Σκλη­ρί­τι­δα-ε­πι­σκλη­ρί­τι­δα
  • Ρα­γο­ει­δί­τι­δα
  • Με­τεγ­χει­ρη­τι­κή ο­φθαλ­μι­κή φλεγ­μο­νή
  • Αλ­λερ­γι­κές και μη πυ­ο­γε­νείς ο­φθαλ­μι­κές λοι­μώ­ξεις

5.   Α­ΝΑ­ΠΝΕΥ­ΣΤΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Ά­σθμα
  • Σαρ­κο­εί­δω­ση
  • Ι­δι­ο­πα­θής πνευ­μο­νι­κή ί­νω­ση
  • Λι­πι­δι­κή πνευ­μο­νί­τι­δα
  • Πνευ­μο­νί­τι­δα α­πό P­. c­a­r­i­n­ii 
  • Χρό­νια βρογ­χί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α λα­ρυγ­γο­τρα­χει­ο­βρογ­χί­τι­δα
  • Σύν­δρο­μο ο­ξεί­ας α­να­πνευ­στι­κής α­νε­πάρ­κειας
  • Χρό­νια α­πο­φρα­κτι­κή πνευ­μο­νο­πά­θεια
  • Κυ­στι­κή ί­νω­ση
  • Βρογ­χο­πνευ­μο­νι­κή δυ­σπλα­σί­α 
  • Συμ­πτω­μα­τι­κό σύν­δρο­μο L­o­e­f­f­l­er
  • Βη­ρυλ­λί­ω­ση
  • Κε­ραυ­νο­βό­λος ή γε­νι­κευ­μέ­νη φυ­μα­τί­ω­ση
  • Λι­πώ­δης εμ­βο­λή
  • Ο­ξεί­α η­ω­σι­νο­φι­λι­κή πνευ­μο­νί­τι­δα
  • Πνευ­μο­νι­κή η­ω­σι­νο­φι­λί­α
  • Δι­ά­χυ­τη κυ­ψε­λι­δι­κή αι­μορ­ρα­γί­α
  • Το­ξι­κή πνευ­μο­νί­τι­δα ο­φει­λό­με­νη σε έκ­θε­ση σε δι­ο­ξεί­διο του α­ζώ­του στη διά­ρκεια α­γώ­να χό­κεï ε­πί πά­γου («πνεύ­μο­νας ce ey»

6.   ΑΙ­ΜΑ­ΤΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Ι­δι­ο­πα­θής θρομ­βο­πε­νι­κή πορ­φύ­ρα
  • Πορ­φύ­ρα H­e­n­o­ch-S­c­h­o­n­l­e­in
  • Α­πλα­στι­κή α­ναι­μί­α
  • Δρε­πα­νο­κυτ­τα­ρι­κή α­ναι­μί­α
  • Μα­κρο­σφαι­ρι­ναι­μί­α W­a­l­d­e­n­s­t­r­om

7.   ΚΑ­ΚΟ­Η­ΘΗ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Λευ­χαι­μί­α-νό­σος H­o­d­g­k­in
  • Καρ­κί­νος μα­στού
  • Καρ­κί­νος προ­στά­τη

8.   ΚΑΡ­ΔΙ­ΑΓ­ΓΕΙΑ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Ση­πτι­κή κα­τα­πλη­ξί­α
  • Σύν­δρο­μο το­ξι­κής κα­τα­πλη­ξί­ας
  • Πε­ρι­καρ­δί­τι­δα

9.   ΓΑ­ΣΤΡΕΝ­ΤΕ­ΡΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα
  • Τμη­μα­τι­κή εν­τε­ρί­τι­δα
  • Κοι­λι­ο­κά­κη
  • Νό­σος C­r­o­hn
  • Παγ­κρε­α­τί­τι­δα

10.  Η­ΠΑ­ΤΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ  

  • Ο­ξεί­α ι­ο­γε­νής η­πα­τί­τι­δα
  • Αυ­το­ά­νο­ση η­πα­τί­τι­δα
  • Αυ­το­ά­νο­ση χο­λαγ­γει­ί­τι­δα
  • Αλ­κο­ο­λι­κή η­πα­τι­κή νό­σος με η­πα­τι­κή εγ­κε­φα­λο­πά­θεια
  • Σκλη­ρυν­τι­κή χο­λαγ­γει­ί­τι­δα
  • Χρό­νια ε­νερ­γός η­πα­τί­τι­δα

11.  ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ ΝΕΥ­ΡΙ­ΚΟΥ - ΜΥΙ­ΚΟΥ ΣΥ­ΣΤΗ­ΜΑ­ΤΟΣ

  • Οί­δη­μα εγ­κε­φά­λου
  • Α­πό­στη­μα εγ­κε­φά­λου
  • Βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια
  • Μυ­α­σθε­νι­κό σύν­δρο­μο L­a­m­b­e­rt-E­a­t­on
  • Σύν­δρο­μο G­u­i­l­l­a­in-B­a­r­re
  • Χρό­νια φλεγ­μο­νώ­δης α­πο­μυ­ε­λι­νω­τι­κή πο­λυ­νευ­ρο­πά­θεια
  • Πο­λυ­ε­στια­κή κι­νη­τι­κή νευ­ρο­πά­θεια
  • Ο­ξεί­α κά­κω­ση νω­τια­ίου μυ­ε­λού
  • Βα­κτη­ρι­δια­κή μη­νιγ­γί­τι­δα
  • Πολ­λα­πλή σκλή­ρυν­ση
  • Πα­ρά­λυ­ση B­e­ll
  • Μυι­κές δυ­στρο­φί­ες
  • Πο­λυ­νευ­ρο­πά­θει­ες
  • Ε­πι­λη­ψί­α

12.  ΜΕ­ΤΑ­ΜΟ­ΣΧΕΥ­ΣΗ ΟΡ­ΓΑ­ΝΩΝ

13.  ΝΕ­ΦΡΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

  • Νε­φρο­πά­θεια ε­λα­χί­στων αλ­λοι­ώ­σε­ων
  • Νε­φρω­σι­κό σύν­δρο­μο
  • Ε­στια­κή σπει­ρα­μα­το­σκλή­ρυν­ση
  • Μεμ­βρα­νώ­δης νε­φρο­πά­θεια
  • Με­σαγ­γει­ο­τρι­χο­ει­δι­κή σπει­ρα­μα­το­νε­φρί­τι­δα
  • I­gA νε­φρο­πά­θεια (νό­σος B­e­r­g­er)
  • Ι­δι­ο­πα­θής τα­χέ­ως ε­ξε­λισ­σό­με­νη σπει­ρα­μα­το­νε­φρί­τι­δα
  • Σύν­δρο­μο G­o­o­d­p­a­s­t­u­re 
  • Με­τα­λοι­μώ­δης σπει­ρα­μα­το­νε­φρί­τι­δα

14.  ΛΟΙ­ΜΩ­ΞΕΙΣ

  • Λε­ϊ­σμα­νί­α­ση
  • Λέ­πρα
  • Λοι­μώ­δης μο­νο­πυ­ρή­νω­ση
  • Φυ­μα­τί­ω­ση
  • Ερ­πη­τι­κές λοι­μώ­ξεις
  • Τυ­φο­ει­δής πυ­ρε­τός
  • Τέ­τα­νος
  • Τρι­χί­νω­ση
  • Πα­ρά­λυ­ση προ­σω­πι­κού νεύ­ρου στη νό­σο L­y­me
  • Νευ­ρο­κυ­στι­κέρ­κω­ση
  • Ι­ο­γε­νής βρογ­χι­ο­λί­τι­δα
  • Ι­ο­γε­νής μυ­ο­καρ­δί­τι­δα
  • Αλ­λερ­γι­κή βρογ­χο­πνευ­μο­νι­κή α­σπερ­γίλ­λω­ση
  • Έλ­κη στό­μα­τος, υ­πο­φά­ρυγ­γα και οι­σο­φά­γου σε α­σθε­νείς με A­I­DS
  • Λοι­μώ­δης εν­δο­φθαλ­μί­τι­δα
  • Χρό­νια συλ­λο­γή με­τά α­πό μέ­ση ω­τί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α ε­πι­γλωτ­τί­τι­δα
  • Δι­α­τα­ρα­χές του μυ­ε­λού των ο­στών συν­δε­ό­με­νες με ι­ο­γε­νείς λοι­μώ­ξεις

15.  ΡΕΥ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ ΚΑΙ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ ΚΟΛ­ΛΑ­ΓΟ­ΝΟΥ

  • Αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κό σύν­δρο­μο
  • Ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Ο­ξεί­α πο­λυ­αρ­θρί­τι­δα η­λι­κι­ω­μέ­νων
  • Νε­α­νι­κή ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Νό­σος S­t­i­ll ε­νη­λί­κων
  • Σύν­δρο­μο S­j­o­g­r­en
  • Ρευ­μα­τι­κή πο­λυ­μυ­αλ­γί­α
  • Ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Αν­τα­να­κλα­στι­κή συμ­πα­θη­τι­κή δυ­στρο­φί­α
  • Υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα πο­λυ­χον­δρί­τι­δα
  • Ο­ξύς ρευ­μα­τι­κός πυ­ρε­τός
  • Δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα/πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα
  • Μυ­ο­σί­τι­δα εξ εγ­κλεί­στων σω­μα­τί­ων
  • Η­ω­σι­νο­φι­λι­κή πε­ρι­το­νι­ϊ­τι­δα
  • Συ­στη­μα­τι­κή σκλη­ρο­δερ­μί­α
  • Ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Συ­στη­μα­τι­κός ε­ρυ­θη­μα­τώ­δης λύ­κος
  • Μι­κτή νό­σος συν­δε­τι­κού ι­στού
  • Αγ­γει­ί­τι­δες :
    • ►  Ο­ζώ­δης πο­λυ­αρ­τη­ρί­τι­δα
    • ►  Δερ­μα­τι­κή ο­ζώ­δης πο­λυ­αρ­τη­ρί­τι­δα
    • ►  Μι­κρο­σκο­πι­κή πο­λυ­αγ­γει­ί­τι­δα
    • ►  Ρευ­μα­το­ει­δής αγ­γει­ί­τι­δα
    • ►  Αγ­γει­ί­τι­δα ε­πί συ­στη­μα­τι­κού ε­ρυ­θη­μα­τώ­δους λύ­κου
    • ►  Αγ­γει­ί­τι­δα ε­πί συν­δρό­μου S­j­o­g­r­en
    • ►  Αγ­γει­ί­τι­δα α­πό υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α
    • ►  Κνι­δω­τι­κή αγ­γει­ί­τι­δα
    • ►  Πορ­φύ­ρα H­e­n­o­ch-S­c­h­o­n­l­e­in
    • ►  Υ­πο­συμ­πλη­ρω­μα­τι­ναι­μι­κή αγ­γει­ί­τι­δα
    • ►  Κρυ­ο­σφαι­ρι­ναι­μί­α
    • ►  Σύν­δρο­μο C­h­u­rg-S­t­r­a­u­ss
    • ►  Γι­γαν­το­κυτ­τα­ρι­κή αρ­τη­ρί­τι­δα
    • ►  Κοκ­κι­ω­μά­τω­ση W­e­g­e­n­er
    • ►  Αρ­τη­ρί­τι­δα T­a­k­a­y­a­su
    • ►  Σύν­δρο­μο C­o­g­an
    • ►  Νό­σος Α­δα­μαν­τιά­δη-B­e­h­c­et
    • ►  Νό­σος K­a­w­a­s­a­ki
    • ►  Ο­ζώ­δης αγ­γει­ί­τι­δα
    • ►  Πε­λιδ­νω­τι­κή αγ­γει­ί­τι­δα
    • ►  Δερ­μα­τι­κή κοκ­κι­ω­μα­τώ­δης αγ­γει­ί­τι­δα
    • ►  Αγ­γει­ί­τι­δες κεν­τρι­κού νευ­ρι­κού συ­στή­μα­τος :
      • Πρω­το­πα­θής αγ­γει­ί­τι­δα ΚΝΣ
      • Κα­λο­ή­θης αγ­γει­ο­πά­θεια του ΚΝΣ
      • Εγ­κε­φα­λι­κή αρ­τη­ρί­τι­δα συν­δε­ό­με­νη με υ­πο­ξεί­α βα­κτη­ρι­δια­κή εν­δο­καρ­δί­τι­δα
      • Αρ­τη­ρί­τι­δα συν­δε­ό­με­νη με σύ­φι­λη του ΚΝΣ
      • Εγ­κε­φα­λι­κή αγ­γει­ο­πά­θεια με­τά τον το­κε­τό
    • ►  Αγ­γει­ί­τι­δα αμ­φι­βλη­στρο­ει­δούς :
      • Ι­δι­ο­πα­θής
      • Συν­δε­ό­με­νη με νό­σους Α­δα­μαν­τιά­δη-B­e­h­c­et, S­t­i­ll και H­a­r­a­da, σαρ­κο­εί­δω­ση και συμ­πα­θη­τι­κή ο­φθαλ­μί­α
      • Χο­ρι­ο­αμ­φι­βλη­στρο­ει­δο­πά­θεια «b­i­r­d­s­h­ot»
    • ►    Φαρ­μα­κο­γε­νείς αρ­τη­ρί­τι­δες (αμ­φε­τα­μί­νες, κο­κα­ΐ­νη, ε­φε­δρί­νη, φαι­νυλ­προ­πα­νο­λα­μί­νη)

16.  ΑΛ­ΛΑ

  • Δι­α­γνω­στι­κές χρή­σεις
  • Πρό­ω­ρος το­κε­τός
  • Σύν­δρο­μο χρό­νιας κό­πω­σης
  • Ναυ­τί­α/έ­με­τοι ο­φει­λό­με­νοι σε χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α καρ­κί­νου
  • Ο­δον­τι­α­τρι­κές ε­πεμ­βά­σεις
  • Ρι­νι­κοί πο­λύ­πο­δες
  • Αν­δρι­κή στεί­ρω­ση
  • Πό­νος
  • Κνί­δω­ση-αγ­γει­ο­οί­δη­μα 
  • Δήγ­μα­τα εν­τό­μων-φι­δι­ών
  • Αι­μαγ­γει­ώ­μα­τα
  • Κε­φα­λαλ­γί­α
  • Νε­α­νι­κή ο­στε­ο­πέ­τρω­ση
  • Πορ­φυ­ρί­α

8.1.6.1   ΕΝ­ΔΟ­ΚΡΙ­ΝΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

8.1.6.1.1  Α­ΝΕ­ΠΑΡ­ΚΕΙΑ ΦΛΟΙ­ΟΥ Ε­ΠΙ­ΝΕ­ΦΡΙ­ΔΙ­ΩΝ

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Σε πά­σχον­τες α­πό α­νε­πάρ­κεια του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων, τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, σε φυ­σι­ο­λο­γι­κές δό­σεις, α­να­πλη­ρώ­νουν την α­δυ­να­μί­α πα­ρα­γω­γής των εν­δο­γε­νών ορ­μο­νών. Στους α­σθε­νείς αυ­τούς, ε­πει­δή υ­πάρ­χει α­νε­παρ­κής πα­ρα­γω­γή α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δών και γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών, κορ­τι­κο­ει­δές ε­κλο­γής εί­ναι η υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη και η κορ­τι­ζό­νη (σε συν­δυα­σμό με ε­λεύ­θε­ρη πρόσ­λη­ψη χλω­ρι­ού­χου να­τρί­ου). Σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θεί ταυ­τό­χρο­να έ­να ι­σχυ­ρό­τε­ρο α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δές (π.χ. φθο­ρι­ο­κορ­τι­ζό­νη). Ε­άν, αν­τί της κορ­τι­ζό­νης και της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης, χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται συν­θε­τι­κά γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, πρέ­πει να χο­ρη­γη­θεί και έ­να α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δές.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ :

Ο­ξεί­α φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια :Να­τρι­ο­η­λε­κτρι­κή υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη (ή άλ­λοι τα­χέ­ως δι­α­λυ­ό­με­νοι ε­στέ­ρες) 100 mg εν­δο­φλέ­βια κά­θε 6-8 ώ­ρες Χ 24 ώ­ρες. Η δό­ση της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά σε δι­ά­στη­μα 4-5 η­με­ρών σε δό­ση συν­τή­ρη­σης p­er os.

Χρό­νια φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια :Υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη 20-30 mg p­er os, κα­τά προ­τί­μη­ση σε δι­η­ρη­μέ­νες δό­σεις, π.χ. 20 mg το πρω­ί και 10 mg, το βρά­δυ. Μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν και άλ­λα σκευ­ά­σμα­τα, ό­πως ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη, πρεδ­νι­ζο­λό­νη, πρεδ­νι­ζό­νη και δε­ξα­με­θα­ζό­νη, αλ­λά δεν πλε­ο­νε­κτούν της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης. Οι α­σθε­νείς με πρω­το­πα­θή α­νε­πάρ­κεια χρει­ά­ζον­ται ε­πί­σης συμ­πλη­ρω­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α με α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δή, ό­πως φθο­ρι­ο­κορ­τι­ζό­νη σε δό­ση 0.1 mg/24ωρο. Συμ­πλη­ρω­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α με α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δή δεν εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη σε α­σθε­νείς με δευ­τε­ρο­πα­θή α­νε­πάρ­κεια του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων.

8.1.6.1.2  ΣΥΓ­ΓΕ­ΝΗΣ Υ­ΠΕΡ­ΠΛΑ­ΣΙΑ Ε­ΠΙ­ΝΕ­ΦΡΙ­ΔΙ­ΩΝ

Νε­ο­γνι­κή συγ­γε­νής υ­περ­πλα­σί­α των ε­πι­νε­φρι­δί­ων με α­πώ­λεια ά­λα­τος :

  • E­να α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δές (φθο­ρι­ο­κορ­τι­ζό­νη) + έ­να γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δές (συ­νή­θως υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη), σε σχή­μα­τα πα­ρό­μοι­α με τα χρη­σι­μο­ποι­ού­με­να στη θε­ρα­πεί­α της φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κής α­νε­πάρ­κειας (Y­o­u­ng MC a­nd H­u­g­h­es IA, 1990). Η συν­δυ­α­σμέ­νη αυ­τή α­γω­γή εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή α­πό την υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη μό­νη της και συ­νι­στά­ται του­λά­χι­στον μέ­χρι την ε­νη­λι­κί­ω­ση. Η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών πρέ­πει να τιτ­λο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή για να α­πο­φευ­χθεί α­να­στο­λή της α­νά­πτυ­ξης και άλ­λες ε­πι­πλο­κές που συ­νο­δεύ­ουν την χρό­νια κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­α. Δυ­νη­τι­κά συν­θε­τι­κά γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, ό­πως η βη­τα­με­θα­ζό­νη και η δε­ξα­με­θα­ζό­νη, εί­ναι πι­θα­νώς α­κα­τάλ­λη­λα σε βρέ­φη και παι­διά με συγ­γε­νή υ­περ­πλα­σί­α των ε­πι­νε­φρι­δί­ων, α­κό­μα και χω­ρίς α­πώ­λεια ά­λα­τος.
  • Φλου­τα­μί­δη + τε­στο­λα­κτό­νη (για να α­να­στα­λούν οι αν­δρο­γό­νες δρά­σεις) + μι­κρές δό­σεις υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης (M­e­r­ke DP a­nd C­u­t­l­er GB, 1997).

Συγ­γε­νής υ­περ­πλα­σί­α των ε­πι­νε­φρι­δί­ων χω­ρίς α­πώ­λεια ά­λα­τος : Σε ή­πιους ό­ψι­μους τύ­πους χο­ρη­γούν­ται κορ­τι­κο­ει­δή ε­φά­παξ αρ­γά το βρά­δυ (ό­ταν κο­ρυ­φώ­νε­ται η κα­τα­σταλ­τι­κή τους δρά­ση στην πα­ρα­γω­γή A­C­TH). Σε ε­νή­λι­κες που δεν χρει­ά­ζον­ται συμ­πλη­ρω­μα­τι­κή χο­ρή­γη­ση α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δών μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί βη­τα­με­θα­ζό­νη ή δε­ξα­με­θα­ζό­νη, ε­πει­δή στε­ρούν­ται α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δών δρά­σε­ων. Ε­άν υ­πάρ­χει κίν­δυ­νος αρ­ρε­νο­ποί­η­σης του εμ­βρύ­ου συ­νι­στά­ται προ­φυ­λα­κτι­κή χο­ρή­γη­ση κορ­τι­κο­ει­δών (κα­τά προ­τί­μη­ση υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης) στη διά­ρκεια της εγ­κυ­μο­σύ­νης (D­a­v­id M a­nd F­o­r­e­st MG, 1984).

8.1.6.1.3   Υ­ΠΟ­Ϋ­ΠΟ­ΦΥ­ΣΙ­ΣΜΟΣ

Προ­τι­μά­ται η πρεδ­νι­ζό­νη, για λό­γους ευ­κο­λί­ας και κό­στους, αλ­λά πολ­λοί για­τροί χρη­σι­μο­ποι­ούν ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη ή υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη (κορ­τι­ζό­λη). Οι α­σθε­νείς με υ­πο­ϋ­πο­φυ­σι­σμό μπο­ρεί να χρεια­σθούν μι­κρό­τε­ρες κα­θη­με­ρι­νές δό­σεις γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών απ΄ ό,τι  με νό­σο του A­d­d­i­s­on και δεν χρει­ά­ζον­ται συμ­πλη­ρω­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α με α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δή.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη (5-7.5 mg) ή ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη (20-37.5 mg) ε­φά­παξ κά­θε πρω­ί ή σε δι­η­ρη­μέ­νες δό­σεις (τα 2/3 στις 8 π.μ. και το 1/3, μ.μ.­).

8.1.6.1.4   ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ ΘΥ­ΡΕ­Ο­ΕΙ­ΔΟΥΣ

Υ­πο­ξεί­α κοκ­κι­ω­μα­τώ­δης θυ­ρε­ο­ει­δί­τι­δα : Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, σε μέ­τρι­ες έ­ως με­γά­λες δό­σεις, α­να­κου­φί­ζουν θε­α­μα­τι­κά α­πό τα συμ­πτώ­μα­τα (ο­ξύς πό­νος, πυ­ρε­τός, δι­όγ­κω­ση θυ­ρε­ο­ει­δούς) σε βα­ρέ­ως πά­σχον­τες α­πό υ­πο­ξεί­α, μη πυ­ώ­δη, κοκ­κι­ω­μα­τώ­δη θυ­ρε­ο­ει­δί­τι­δα μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη στα σα­λι­κυ­λι­κά και τις θυ­ρε­ο­ει­δι­κές ορ­μό­νες.

Θυ­ρε­ο­ει­δι­κή ο­φθαλ­μο­πά­θεια : Τα κορ­τι­κο­ει­δή ε­λατ­τώ­νουν το πε­ρι­κογ­χι­κό οί­δη­μα που συ­νο­δεύ­ει τον ε­ξώ­φθαλ­μο.

8.1.6.1.5  ΑΝ­ΔΡΟ­ΓΕΝ­ΝΗ­ΤΙ­ΚΟ ΣΥΝ­ΔΡΟ­ΜΟ

Αν­δρο­γεν­νη­τι­κό σύν­δρο­μο με α­πώ­λεια ά­λα­τος : Συ­νι­στά­ται κορ­τι­ζό­νη ή υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη και ε­λεύ­θε­ρη πρόσ­λη­ψη ά­λα­τος. Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται στην ε­λά­χι­στη δυ­να­τή δό­ση την α­παι­τού­με­νη για την κα­τα­στο­λή της υ­περ­λει­τουρ­γί­ας του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων, δε­δο­μέ­νου ό­τι, σε με­γά­λες δό­σεις, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν α­να­στο­λή της α­νά­πτυ­ξης. Ε­άν η α­πώ­λεια του να­τρί­ου και η υ­πό­τα­ση δεν ε­λέγ­χον­ται ε­παρ­κώς με κορ­τι­ζό­νη ή υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη, ε­πι­προ­στί­θε­ται και έ­να α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δές. Το α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δές μπο­ρεί γε­νι­κά να δι­α­κο­πεί σε παι­διά η­λι­κί­ας 5-7 ε­τών, αλ­λά το γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δές πρέ­πει να συ­νε­χί­ζε­ται ε­φό­ρου ζω­ής.

Υ­περ­τα­σι­κός τύ­πος συγ­γε­νούς αν­δρο­γεν­νη­τι­κού συν­δρό­μου : Προ­τι­μά­ται έ­να βρα­χεί­ας δρά­σης γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δές με ε­λά­χι­στη α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δή δρά­ση (π.χ. πρεδ­νι­ζό­νη), δε­δο­μέ­νου ό­τι οι α­σθε­νείς με τον τύ­πο αυ­τό του συν­δρό­μου εκ­κρί­νουν με­γά­λα πο­σά δε­σο­ξυ­κορ­τι­κο­στε­ρό­νης. Η θε­ρα­πεί­α με με­γα­λύ­τε­ρης διά­ρκειας δρά­σης γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή (π. χ. δε­ξα­με­θα­ζό­νη) πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται, για­τί μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει κα­τα­στο­λή της α­νά­πτυ­ξης.

8.1.6.1.6   Υ­ΠΕ­ΡΑ­ΣΒΕ­ΣΤΙΑ­ΙΜΙΑ 

  • Ε­λατ­τώ­νουν τις συγ­κεν­τρώ­σεις του α­σβε­στί­ου στον ο­ρό και βελ­τι­ώ­νουν την υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α την ο­φει­λό­με­νη σε σαρ­κο­εί­δω­ση ή δη­λη­τη­ρί­α­ση α­πό βι­τα­μί­νη D, σε μέ­τρι­ες δό­σεις. 
  • Ε­λατ­τώ­νουν την υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α την συν­δε­ό­με­νη με την ο­στι­κή συμ­με­το­χή, σε α­σθε­νείς με πολ­λα­πλούν μυ­έ­λω­μα. 
  • Ε­λατ­τώ­νουν την υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α την συν­δε­ό­με­νη με καρ­κί­νο του μα­στού, σε με­τεμ­μη­νο­παυ­σια­κές γυ­ναί­κες. Μπο­ρεί α­κό­μα να ε­λατ­τώ­σουν την υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α την συν­δε­ό­με­νη με άλ­λα κα­κο­ή­θη νο­σή­μα­τα, αλ­λά πρέ­πει να ε­πι­φυ­λάσ­σον­ται για πε­ρι­πτώ­σεις αν­θι­στά­με­νες σε άλ­λες θε­ρα­πεί­ες.
  • Δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα στην υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α την ο­φει­λό­με­νη σε υ­περ­πα­ρα­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμό.

8.1.6.2   ΔΕΡ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

8.1.6.2.1   ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ

8.1.6.2.1.1   ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΙΑΣ ΜΕ ΣΥ­ΣΤΗ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΑ ΚΟΡ­ΤΙ­ΚΟ­ΕΙ­ΔΗ

Ο­ξεί­ες ε­ξάρ­σεις δερ­μα­τι­κών νο­ση­μά­των μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες στη συν­τη­ρη­τι­κή α­γω­γή :

  • Πέμ­φι­γα
  • Πεμ­φι­γο­ει­δές
  • Α­πο­φο­λι­δω­τι­κή δερ­μα­τί­τι­δα
  • Φλυ­κται­νώ­δης ερ­πη­το­ει­δής δερ­μα­τί­τι­δα
  • Σο­βα­ρό πο­λύ­μορ­φο ε­ρύ­θη­μα
  • Α­νε­ξέ­λεγ­κτο έκ­ζε­μα
  • Δερ­μα­τι­κή σαρ­κο­εί­δω­ση
  • Σπογ­γο­ει­δής μυ­κη­τί­α­ση
  • Ο­μα­λός λει­χή­νας

8.1.6.2.1.2  ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΙΑΣ ΜΕ ΤΟ­ΠΙ­ΚΑ ΧΟ­ΡΗ­ΓΟΥ­ΜΕ­ΝΑ ΚΟΡ­ΤΙ­ΚΟ­ΕΙ­ΔΗ (ΜΕ­ΣΑ Ή ΚΑ­ΤΩ Α­ΠΟ ΔΕΡ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΕΣ ΑΛ­ΛΟΙ­Ω­ΣΕΙΣ)

Χρό­νια δερ­μα­τι­κά νο­σή­μα­τα μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­να σε άλ­λες συν­τη­ρη­τι­κές θε­ρα­πεί­ες : 

  • Χη­λο­ει­δή
  • Ψω­ρι­α­σι­κές πλά­κες
  • Γυ­ρο­ει­δής α­λω­πε­κί­α
  • Δι­σκο­ει­δής ε­ρυ­θη­μα­τώ­δης λύ­κος
  • Δα­κτυ­λι­ο­ει­δές κοκ­κί­ω­μα
  • Το­πι­κές υ­περ­τρο­φι­κές, δι­η­θη­τι­κές, φλεγ­μο­νώ­δεις αλ­λοι­ώ­σεις ο­μα­λού λει­χή­να
  • Χρό­νιος α­πλός λει­χή­νας (νευ­ρο­δερ­μα­τί­τι­δα)
  • Λι­πο­ει­δι­κή νε­κρο­βί­ω­ση των δι­α­βη­τι­κών

8.1.6.2.2   Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ

8.1.6.2.2.1   ΨΩ­ΡΙΑ­ΣΗ

Το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή : Εί­ναι η θε­ρα­πεί­α ε­κλο­γής σε ο­ρι­σμέ­νες μορ­φές ψω­ρί­α­σης. Πάν­τως, οι ε­πι­πλο­κές των κορ­τι­κο­ει­δών, και, σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, η έ­ξαρ­ση ή α­να­ζω­πύ­ρω­ση των ψω­ρι­α­σι­κών αλ­λοι­ώ­σε­ων με­τά την δι­α­κο­πή της θε­ρα­πεί­ας, τεί­νουν να πε­ρι­ο­ρί­σουν την χρή­ση τους. Στην Αγ­γλί­α, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Δερ­μα­το­λό­γοι ε­πι­φυ­λάσ­σουν την το­πι­κή κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­α για ο­ρι­σμέ­νες μό­νο, ει­δι­κές, πε­ρι­πτώ­σεις. Στην Α­με­ρι­κή, εί­ναι η πε­ρισ­σό­τε­ρο δι­α­δε­δο­μέ­νη θε­ρα­πεί­α για την ψω­ρί­α­ση (G­r­e­a­v­es MW a­nd W­e­i­n­s­t­e­in GD, 1995). Οι το­πι­κές δι­η­θή­σεις με κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να γί­νουν σε μι­κρές, εν­το­πι­σμέ­νες, αν­θι­στά­με­νες στη θε­ρα­πεί­α, ψω­ρι­α­σι­κές πλά­κες, αλ­λά με προ­σο­χή για να α­πο­φευ­χθεί α­πο­χρω­μα­τι­σμός ή α­τρο­φί­α του δέρ­μα­τος (M­e­n­t­er A a­nd B­a­r­k­er JN, 1991).

Συ­στη­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή : Σπά­νια εν­δεί­κνυν­ται στην ψω­ρί­α­ση, αλ­λά μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν για μι­κρό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα σε ε­ξαι­ρε­τι­κές ή σπά­νι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, δε­δο­μέ­νου ό­τι συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό συ­στη­μα­τι­κές ε­πι­πλο­κές και ό­τι, στη διά­ρκεια της μεί­ω­σης της δό­σης ή με­τά την δι­α­κο­πή τους, οι ψω­ρι­α­σι­κές αλ­λοι­ώ­σεις μπο­ρεί να υ­πο­τρο­πιά­σουν.

8.1.6.2.2.2   Α­ΛΩ­ΠΕ­ΚΙΑ

Οι το­πι­κές δι­η­θή­σεις με κορ­τι­κο­ει­δή (συ­νή­θως τρι­αμ­σι­νο­λό­νη) α­κο­λου­θούν­ται α­πό α­νά­πτυ­ξη των τρι­χών, αν και δεν συ­νι­στών­ται ε­άν η α­πώ­λεια των τρι­χών υ­περ­βαί­νει το 50% της ε­πι­φά­νειας του τρι­χω­τού της κε­φα­λής. Οι τρί­χες ε­πα­νεμ­φα­νί­ζον­ται αρ­χι­κά στην πε­ρι­ο­χή της έ­νε­σης, αλ­λά αρ­γό­τε­ρα και στις γει­το­νι­κές, μη ε­νε­θεί­σες, πε­ρι­ο­χές. Πάν­τως, οι το­πι­κές δι­η­θή­σεις των κορ­τι­κο­ει­δών μπο­ρεί να α­κο­λου­θη­θούν α­πό α­τρο­φί­α του δέρ­μα­τος του κρα­νί­ου και η τρι­χό­πτω­ση υ­πο­τρο­πιά­ζει με­τά την δι­α­κο­πή τους. Η το­πι­κή ε­φαρ­μο­γή κορ­τι­κο­ει­δών συ­νή­θως δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα, αν και α­πό με­ρι­κούς θε­ω­ρεί­ται α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή. Η α­ξί­α της συ­στη­μα­τι­κής κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­ας εί­ναι αν­τι­κρου­ό­με­νη, δε­δο­μέ­νου ό­τι συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό ε­πι­πλο­κές και εί­ναι ά­γνω­στο κα­τά πό­σον ε­πη­ρε­ά­ζει την μα­κρο­πρό­θε­σμη πρό­γνω­ση της νό­σου.

8.1.6.2.2.3   ΕΚ­ΖΕ­ΜΑ

Τα το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι η βά­ση της θε­ρα­πεί­ας.

8.1.6.2.2.4   ΦΛΥ­ΚΤΑΙ­ΝΩ­ΔΗΣ Ε­ΠΙ­ΔΕΡ­ΜΟ­ΛΥ­ΣΗ

Σε σο­βα­ρές μορ­φές μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν με­γά­λες δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών p­er os για να θέ­σουν υ­πό έ­λεγ­χο τις φλύ­κται­νες.

8.1.6.2.2.5   ΓΑΓ­ΓΡΑΙ­ΝΩ­ΔΕΣ ΠΥ­Ο­ΔΕΡ­ΜΑ

Τα συ­στη­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή, σε με­γά­λες εν­δο­φλέ­βι­ες δό­σεις, έ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί με ε­πι­τυ­χί­α στη θε­ρα­πεί­α του γαγ­γραι­νώ­δους πυ­ο­δέρ­μα­τος (P­r­y­s­t­o­w­s­ky JH et al, 1989). Οι ε­πι­φα­νεια­κές αλ­λοι­ώ­σεις του κοκ­κι­ω­μα­τώ­δους πυ­ο­δέρ­μα­τος μπο­ρεί να ια­θούν με το­πι­κές δι­η­θή­σεις τρι­αμ­σι­νο­λό­νης, πρεδ­νι­ζο­λό­νη p­er os ή μα­κρο­χρό­νια θε­ρα­πεί­α με το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή (Q­u­i­m­by SR et al, 1989).

8.1.6.2.2.6   Ο­ΜΑ­ΛΟΣ ΛΕΙ­ΧΗ­ΝΑΣ

Ενδείξεις :

  • Σο­βα­ρός ο­μα­λός λει­χή­νας που πα­ρεμ­βαί­νει στη ζω­ή (ερ­γα­σί­α, σί­τι­ση)
  • Σο­βα­ρός δι­α­βρω­τι­κός, αν­θι­στά­με­νος στην το­πι­κή θε­ρα­πεί­α, ο­μα­λός λει­χή­νας στό­μα­τος
  • Δι­ά­χυ­τη προ­σβο­λή δέρ­μα­τος-βλεν­νο­γό­νων (ελ­κω­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις βλεν­νο­γό­νων ή σο­βα­ρή κα­τα­στρο­φή των ο­νύ­χων).

Αποτελεσματικότητα : Τα κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά στη θε­ρα­πεί­α τό­σο του ο­μα­λού λει­χή­να του στό­μα­τος, ό­σο και του γε­νι­κευ­μέ­νου ο­μα­λού δερ­μα­τι­κού λει­χή­να, αν και, με­τά την δι­α­κο­πή τους, οι αλ­λοι­ώ­σεις υ­πο­τρο­πιά­ζουν.

Ο­ΜΑ­ΛΟΣ ΛΕΙ­ΧΗ­ΝΑΣ ΒΛΕΝ­ΝΟ­ΓΟ­ΝΩΝ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή, χο­ρη­γού­με­να το­πι­κά μέ­σα στις αλ­λοι­ώ­σεις ή συ­στη­μα­τι­κά, εί­ναι η βα­σι­κή θε­ρα­πεί­α του ο­μα­λού λει­χή­να του στό­μα­τος.

Το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή (α­λοι­φές, πά­στες, πα­στί­λι­ες, πλύ­σεις στό­μα­τος, ει­σπνο­ές) : Σκευ­ά­σμα­τα ε­κλο­γής εί­ναι τα φθο­ρι­ω­μέ­να κορ­τι­κο­ει­δή (α­κε­το­νι­κή φλου­ο­σι­νο­λό­νη, προ­πι­ο­νι­κή κλο­βε­τα­ζό­λη). Για να έ­χουν κα­λύ­τε­ρο α­πο­τέ­λε­σμα πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται 5-10 φο­ρές η­με­ρη­σί­ως. Στα έλ­κη που δεν αν­τα­πο­κρί­νον­ται στα το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να γί­νουν ε­νέ­σεις 0.5-1 ml α­κε­το­νι­κής τρι­αμ­σι­νο­λό­νης 1 mg/ml 2-4 φο­ρές/ε­βδο­μά­δα μέ­σα στις αλ­λοι­ώ­σεις.

Συ­στη­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή : Η πρεδ­νι­ζό­νη, σε με­γά­λες δό­σεις, εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή σε α­σθε­νείς με δι­α­βρω­τι­κό αι­δοι­ο­κολ­πι­κό ο­μα­λό λει­χή­να (P­e­l­i­s­se M, 1989) και φλεγ­μο­νώ­δη και δι­α­βρω­τι­κό ο­μα­λό λει­χή­να του στό­μα­τος (L­o­z­a­da-N­ur F a­nd M­i­r­a­n­da C, 1997) και προ­σβο­λή του οι­σο­φά­γου (J­o­b­a­rd-D­r­o­b­a­c­h­e­ff C et al, 1988). Ο συν­δυα­σμός τους με το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή δεν έ­χει α­πο­δει­χθεί κα­τά πό­σον υ­πε­ρέ­χει της με­μο­νω­μέ­νης θε­ρα­πεί­ας με συ­στη­μα­τι­κά ή το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή.

ΔΕΡ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΟΣ Ο­ΜΑ­ΛΟΣ ΛΕΙ­ΧΗ­ΝΑΣ : Τα το­πι­κά ή συ­στη­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι η πε­ρισ­σό­τε­ρο δι­α­δε­δο­μέ­νη θε­ρα­πεί­α.

Το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή : Α­να­κου­φί­ζουν α­πό τον κνη­σμό και η προ­πι­ο­νι­κή κλο­βε­τα­ζό­λη ε­που­λώ­νει τις δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις (O­l­i­v­er GF a­nd W­i­n­k­e­l­m­a­nn RK, 1993). Η α­κε­το­νι­κή τρι­αμ­σι­νο­λό­νη μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί το­πι­κά σε α­σθε­νείς με γε­νι­κευ­μέ­νη νό­σο ή να ε­νε­θεί (10 mg/mL) μέ­σα σε υ­περ­τρο­φι­κές αλ­λοι­ώ­σεις (O­l­i­v­er GF a­nd W­i­n­k­e­l­m­a­nn RK, 1993). Κατ΄ άλ­λους, τα το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή εν­δεί­κνυν­ται μό­νο σε πε­ρι­πτώ­σεις πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης προ­σβο­λής (B­o­yd AS a­nd N­e­l­d­er KH, 1993).

Συ­στη­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή : Συ­νι­στών­ται σε με­γά­λες δό­σεις σε πε­ρι­πτώ­σεις σο­βα­ρού ο­μα­λού λει­χή­να, σε δό­σεις κυ­μαι­νό­με­νες α­νά­λο­γα με την βα­ρύ­τη­τα της νό­σου, αν και δεν ε­πη­ρε­ά­ζουν την συ­νο­λι­κή διά­ρκεια της νό­σου.

ΑΛ­ΛΕΣ ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΙ­ΕΣ :

Γκρι­ζε­ο­φουλ­βί­νη : Θε­ω­ρεί­ται πο­λύ α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, αν και άλ­λοι πι­στεύ­ουν ό­τι δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα (M­a­t­t­h­e­ws RW a­nd S­c­u­l­ly C, 1992).

Κυ­κλο­σπο­ρί­νη : Χο­ρη­γού­με­νη το­πι­κά ή συ­στη­μα­τι­κά μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει μα­κρο­χρό­νια ύ­φε­ση του ο­μα­λού λει­χή­να του δέρ­μα­τος και του στό­μα­τος πε­ρι­ο­ρί­ζον­τας τον α­ριθ­μό των Τ-λεμ­φο­κυτ­τά­ρων στους πα­θο­λο­γι­κούς ι­στούς (B­o­r­el JF et al, 1990). Οι στο­μα­τι­κές πλύ­σεις κυ­κλο­σπο­ρί­νης (500 mg (5 ml) Χ 5 m­in 3 φο­ρές η­με­ρη­σί­ως) βελ­τι­ώ­νουν τις δι­α­βρω­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις του ο­μα­λού λει­χή­να του στό­μα­τος (D­e­m­i­t­su T et al, 2000), αν και, κατ΄ άλ­λους, δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα (J­u­n­g­e­ll P a­nd M­a­l­m­s­t­r­om M, 1996).

Ρε­τι­νο­ει­δή :

  • Τα α­νά­λο­γα της βι­τα­μί­νης Α (ρε­τι­νο­ει­δή), μό­να τους ή σε συν­δυα­σμό με κορ­τι­κο­ει­δή, έ­χουν κα­λά α­πο­τε­λέ­σμα­τα στη δι­κτυ­ω­τή και πλα­κώ­δη μορ­φή του ο­μα­λού λει­χή­να.
  • Η γέ­λη τρε­τι­νοί­νης 0.1% μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει ση­μαν­τι­κά τις αλ­λοι­ώ­σεις, αλ­λά και να προ­κα­λέ­σει ε­ρε­θι­σμό και καύ­σο και οι αλ­λοι­ώ­σεις να υ­πο­τρο­πιά­σουν με­τά την δι­α­κο­πή της.
  • Η συ­στη­μα­τι­κή χο­ρή­γη­ση ε­τρε­τι­νά­της έ­χει δώ­σει μι­κτά α­πο­τε­λέ­σμα­τα, αλ­λά με­τά την δι­α­κο­πή της οι αλ­λοι­ώ­σεις υ­πο­τρο­πιά­ζουν.
  • Τα α­ρο­τε­νο­ει­δή (πα­ρά­γω­γα της βι­τα­μί­νης Α) βελ­τι­ώ­νουν τις δερ­μα­τι­κές και, λι­γό­τε­ρο, τις στο­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις (B­o­l­l­ag W a­nd O­tt F, 1989).
  • Η το­πι­κή χρή­ση φεν­ρε­τι­δί­νης (4-H­PR) προ­σφέ­ρει πλή­ρη συμ­πτω­μα­τι­κή α­να­κού­φι­ση, χω­ρίς να προ­κα­λέ­σει το­πι­κή φλεγ­μο­νή του βλεν­νο­γό­νου.
  • Η το­πι­κή χρή­ση α­κε­το­νι­κής φλου­ο­σι­νο­λό­νης εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή α­πό την το­πι­κή χρή­ση ρε­τι­νο­ϊ­κού ο­ξέ­ος (B­u­a­j­e­eb W et al, 1997).

Δα­ψό­νη : Εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στους φλυ­κται­νώ­δεις και δι­α­βρω­τι­κούς τύ­πους του δερ­μα­τι­κού ο­μα­λού λει­χή­να (B­e­ck HI a­nd B­r­a­n­d­up F, 1986). Εν­δεί­κνυ­ται σε αν­θι­στά­με­νες πε­ρι­πτώ­σεις, ι­δι­αί­τε­ρα ό­ταν υ­πάρ­χουν φλυ­κται­νώ­δεις ή σο­βα­ρές δι­α­βρω­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις (O­l­i­v­er GF a­nd W­i­n­k­e­l­m­a­nn RK, 1993).

Φαι­νυ­τοί­νη : Έ­χει μέ­τρια α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα στον ο­μα­λό λει­χή­να του στό­μα­τος (B­o­g­a­e­rt H a­nd S­a­n­c­h­ez E, 1990).

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη : Μό­νη της ή σε συν­δυα­σμό με κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή και ε­πι­τρέ­πει την μεί­ω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών σε α­σθε­νείς με γε­νι­κευ­μέ­νο ο­μα­λό λει­χή­να (L­e­ar JT a­nd E­n­g­l­i­sh JS, 1996). Πάν­τως, η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της στον ο­μα­λό λει­χή­να του στό­μα­τος δεν εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη α­πό τα συ­στη­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή μό­να τους ή σε συν­δυα­σμό με το­πι­κά στε­ρο­ει­δή. 

Υ­δρο­ξυ­χλω­ρο­κί­νη (200-400 mg/24ωρο) : Μπο­ρεί να με­τριά­σει τον πό­νο και το ε­ρύ­θη­μα με­τά α­πό 1-2 μή­νες και να ε­που­λώ­σει πλή­ρως τις αλ­λοι­ώ­σεις με­τά α­πό 3-6 μή­νες, θε­ρα­πεί­ας σε α­σθε­νείς με ο­μα­λό λει­χή­να του στό­μα­τος (E­i­s­en D, 1993).

Λε­βα­μι­ζό­λη : Σε δό­ση 150 mg/24ωρο ε­πί 3 συ­νε­χείς η­μέ­ρες/ε­βδο­μά­δα p­er os σε συν­δυα­σμό με πρεδ­νι­ζο­λό­νη 15 mg/24ωρο p­er os προ­κα­λεί θε­α­μα­τι­κή βελ­τί­ω­ση ή ύ­φε­ση των εκ­δη­λώ­σε­ων σε α­σθε­νείς με δι­α­βρω­τι­κό ο­μα­λό λει­χή­να του στό­μα­τος αν­θι­στά­με­νο στη συμ­βα­τι­κή θε­ρα­πεί­α (Lu SY et al, 1995).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ ΜΕ ΚΟΡ­ΤΙ­ΚΟ­ΕΙ­ΔΗ ΣΤΟΝ Ο­ΜΑ­ΛΟ ΛΕΙ­ΧΗ­ΝΑ :

  • Ή­πιος έ­ως μέ­τριος ο­μα­λός λει­χή­νας : Πρεδ­νι­ζο­λό­νη 30 mg/24ωρο p­er os Χ 10 η­μέ­ρες (K­e­l­l­e­tt JK a­nd E­ad RD, 1990).
  • Σο­βα­ρός δι­α­βρω­τι­κός ο­μα­λός λει­χή­νας :Πρεδ­νι­ζο­λό­νη 30-60 mg/24ωρο (ε­λά­χι­στο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό ύ­ψος 15-20 mg/24ωρο) Χ 6, κα­τά μέ­σον ό­ρο ε­βδο­μά­δες. Σ΄έ­ναν α­σθε­νή με σο­βα­ρό αν­θι­στά­με­νο ο­μα­λό λει­χή­να του δέρ­μα­τος, των γεν­νη­τι­κών ορ­γά­νων και του τρι­χω­τού της κε­φα­λής έ­χει χρη­σι­μο­ποι­η­θεί πρεδ­νι­ζό­νη σε δό­σεις 5-10 mg/24ωρο ε­πί 3-5 ε­βδο­μά­δες (S­c­o­tt MJ Jr a­nd S­c­o­tt MJ, 1979) και με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη, σε με­γά­λες εν­δο­φλέ­βι­ες δό­σεις (1 gr Χ 3 συ­νε­χείς η­μέ­ρες) (S­n­y­d­er RA et al, 1982).
  • Α­συμ­πτω­μα­τι­κός ο­μα­λός λει­χή­νας στό­μα­τος : Δεν χρει­ά­ζε­ται θε­ρα­πεί­α.

Συμ­πτω­μα­τι­κός ο­μα­λός λει­χή­νας στό­μα­τος :

  • Πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες αλ­λοι­ώ­σεις : Το­πι­κά στε­ρο­ει­δή (προ­πι­ο­νι­κή κλο­βε­τα­ζό­λη ή βα­λε­ρι­α­νι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη) 2 φο­ρές/24ωρο Χ 2 ε­βδο­μά­δες και 1 φο­ρά η­με­ρη­σί­ως Χ 2 ε­πι­πλέ­ον ε­βδο­μά­δες. Με­τά, α­κε­το­νι­κή τρι­αμ­σι­νο­λό­νη 2 φο­ρές/24ωρο Χ 2 ε­βδο­μά­δες και 1 φο­ρά/24ωρο Χ 2 ε­πι­πλέ­ον ε­βδο­μά­δες.
  • Δι­ά­χυ­τες αλ­λοι­ώ­σεις : Στο­μα­τι­κές πλύ­σεις με φω­σφο­ρι­κή δε­ξα­με­θα­ζό­νη 0.5 mg δι­α­λυ­μέ­νη σε 10 ml θερ­μού ύ­δα­τος ε­πί 5΄, 4 φο­ρές ημερησίως.
  • Δι­α­βρώ­σεις που με­τα­τρέ­πον­ται σε μι­κρές αν­θι­στά­με­νες δι­α­βρω­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις με­τά την αρ­χι­κή θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή : 1-2 ε­νέ­σεις α­κε­το­νι­κής τρι­αμ­σι­νο­λό­νης 10 mg/ml μέ­σα στις αλ­λοι­ώ­σεις.
  • Αλ­λοι­ώ­σεις μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες στις προ­η­γού­με­νες θε­ρα­πεί­ες : Συ­στη­μα­τι­κά, σε συν­δυα­σμό με το­πι­κά, κορ­τι­κο­ει­δή. Α­νά­λο­γα με την βα­ρύ­τη­τα της νό­σου, τα συ­στη­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γούν­ται σε δό­ση 30-80 mg ε­φά­παξ η­με­ρη­σί­ως ε­πί 2-3 ε­βδο­μά­δες.  

Δι­α­βρω­τι­κός αι­δοι­ο­κολ­πι­κός ο­μα­λός λει­χή­νας : Πρεδ­νι­ζό­νη 0.5 mg/kg/24ωρο.

Πα­ράλ­λη­λα με τις πα­ρα­πά­νω θε­ρα­πεί­ες, η προ­σθή­κη αν­τι­μυ­κη­τι­α­σι­κής α­γω­γής (το­πι­κή και σπα­νι­ό­τε­ρα συ­στη­μα­τι­κή) μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει το θε­ρα­πευ­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα. Αυ­τό α­πο­δί­δε­ται στη θε­ρα­πεί­α συ­νυ­πάρ­χου­σας καν­τι­τί­α­σης ή στην πρό­λη­ψη α­νά­πτυ­ξής της (λό­γω της χρή­σης των κορ­τι­κο­ει­δών) (V­i­n­c­e­nt SD et al, 1990). 

8.1.6.2.2.7   ΠΕΜ­ΦΙ­ΓΑ ΚΑΙ ΠΕΜ­ΦΙ­ΓΟ­ΕΙ­ΔΕΣ

Ενδείξεις: Τα συ­στη­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι η βά­ση της θε­ρα­πεί­ας της πέμ­φι­γας και του πεμ­φι­γο­ει­δούς.

Αποτελεσματικότητα : Η έγ­και­ρη έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, συ­χνά σε με­γά­λες ή μα­ζι­κές δό­σεις, μπο­ρεί να σώ­σει την ζω­ή του α­σθε­νούς με πέμ­φι­γα ή πεμ­φι­γο­ει­δές. Αρ­χι­κά, τα κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γούν­ται σε με­γά­λες δό­σεις για να θέ­σουν υ­πό έ­λεγ­χο τις φλύ­κται­νες. Έ­χουν χο­ρη­γη­θεί δό­σεις έ­ως 400 mg πρεδ­νι­ζο­λό­νης η­με­ρη­σί­ως, αν και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Δερ­μα­το­λό­γοι προ­σπα­θούν να δι­α­τη­ρή­σουν τα ε­πί­πε­δα της κορ­τι­ζό­νης <120 mg η­με­ρη­σί­ως. Πα­ράλ­λη­λα, μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν άλ­λα α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά (α­ζα­θει­ο­πρί­νη, κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη, χρυ­σός) (C­a­r­s­on PJ et al, 1996).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ :

Πέμ­φι­γα :

  • Πρεδ­νι­ζο­λό­νη 45-60 mg/24ωρο (R­a­t­n­am KV et al, 1990)
  • ΕΦ ώ­σεις 130 mg δε­ξα­με­θα­ζό­νης σε δι­ά­στη­μα 1-2 ω­ρών κα­θη­με­ρι­νά Χ 3 η­μέ­ρες, ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νες του­λά­χι­στον κά­θε μή­να + ΕΦ έγ­χυ­ση κυ­κλο­φω­σφα­μί­δης 500 mg την 1η η­μέ­ρα (K­a­ur S a­nd K­a­n­w­ar AJ, 1990).

Ο­φθαλ­μι­κό ου­λώ­δες πεμ­φι­γο­ει­δές : Με­γά­λες δό­σεις πρεδ­νι­ζο­λό­νης p­er os + κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη p­er os. Πάν­τως, με το σχή­μα αυ­τό η ου­λο­ποί­η­ση δεν προ­λα­βαί­νε­ται πλή­ρως (E­l­d­er MJ et al, 1995).

Η δό­ση συν­τή­ρη­σης των κορ­τι­κο­ει­δών πρέ­πει να ε­ξα­το­μι­κεύ­ε­ται σε κά­θε α­σθε­νή, αλ­λά γε­νι­κά η δό­ση της πρεδ­νι­ζό­νης πρέ­πει να μει­ώ­νε­ται κα­τά 50% κά­θε 2-3 ε­βδο­μά­δες. Ό­ταν η κα­θη­με­ρι­νή δό­ση φθά­σει τα 80 mg η­με­ρη­σί­ως, πρέ­πει να γί­νε­ται προ­σπά­θεια με­τά­πτω­σης σε η­μέ­ρα παρ΄η­μέ­ρα σχή­μα. Στο δι­ά­στη­μα αυ­τό μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή, ό­πως και σε πε­ρι­πτώ­σεις πρώ­ι­μων υ­πο­τρο­πών, σε συν­δυα­σμό με το­πι­κά αν­τι­βι­ο­τι­κά για την πρό­λη­ψη των λοι­μώ­ξε­ων.

8.1.6.2.2.8   ΣΜΗΓ­ΜΑ­ΤΟΡ­ΡΟΙ­ΚΗ ΔΕΡ­ΜΑ­ΤΙ­ΤΙ­ΔΑ

Χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή σε συν­δυα­σμό με ι­μι­δα­ζό­λη.

8.1.6.2.2.9   ΛΕΥ­ΚΗ

Τα το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή με­ρι­κές φο­ρές ε­πα­να­φέ­ρουν την χροι­ά του δέρ­μα­τος.

8.1.6.3   ΑΛ­ΛΕΡ­ΓΙ­ΚΕΣ ΚΑ­ΤΑ­ΣΤΑ­ΣΕΙΣ

Ενδείξεις:

  • Σο­βα­ρές ή α­να­πη­ρι­κές αλ­λερ­γι­κές κα­τα­στά­σεις μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες στη συμ­βα­τι­κή α­γω­γή (ε­πο­χια­κή ή μό­νι­μη αλ­λερ­γι­κή ρι­νί­τι­δα, δερ­μα­τί­τι­δα εξ ε­πα­φής, α­το­πι­κή δερ­μα­τί­τι­δα, ο­ρο­νο­σί­α, φαρ­μα­κευ­τι­κές αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας, βρογ­χι­κό ά­σθμα)
  • Κνι­δω­τι­κές αν­τι­δρά­σεις με­τά α­πό με­τάγ­γι­ση (ο­ξει­κή κορ­τι­ζό­νη ΙΜ)
  • Ο­ξεί­ες εκ­δη­λώ­σεις σε α­σθε­νείς με αγ­γει­ο­οί­δη­μα, ο­ρο­νο­σί­α, δερ­μα­τί­τι­δα εξ ε­πα­φής, φαρ­μα­κευ­τι­κή υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α και αλ­λερ­γι­κά συμ­πτώ­μα­τα τρι­χί­νω­σης.

Αποτελεσματικότητα: Στις ο­ξεί­ες αλ­λερ­γι­κές κα­τα­στά­σεις, τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται σε με­γά­λες δό­σεις, αλ­λά για μι­κρά χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα και σε συν­δυα­σμό με αν­τι­ϊ­στα­μι­νι­κά ή/και συμ­πα­θο­μι­μη­τι­κά. Στα χρό­νια αλ­λερ­γι­κά νο­σή­μα­τα, η μα­κρο­χρό­νια θε­ρα­πεί­α με γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή ε­πι­φυ­λάσ­σε­ται για α­σθε­νείς με α­να­πη­ρι­κές κα­τα­στά­σεις μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες σε πε­ρισ­σό­τε­ρο συν­τη­ρη­τι­κές θε­ρα­πεί­ες και στους ο­ποί­ους δι­και­ο­λο­γούν­ται οι κίν­δυ­νοι της μα­κρο­χρό­νιας κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­ας.

8.1.6.4   Ο­ΦΘΑΛ­ΜΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, χο­ρη­γού­με­να το­πι­κά, φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά με τα συ­στη­μα­τι­κά χο­ρη­γού­με­να στη θε­ρα­πεί­α των πε­ρισ­σό­τε­ρων φλεγ­μο­νών του πρό­σθιου τμή­μα­τος του ο­φθαλ­μού. Πάν­τως, σε ε­πί­μο­νες πα­θή­σεις του πρό­σθιου τμή­μα­τος ή σε νο­σή­μα­τα του ο­πί­σθιου τμή­μα­τος του ο­φθαλ­μού, πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται συ­στη­μα­τι­κά. Τα το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να σώ­σουν την ό­ρα­ση των α­σθε­νών με φλεγ­μο­νή του πρό­σθιου τμή­μα­τος του ο­φθαλ­μού, αλ­λά η α­κα­τάλ­λη­λη χρή­ση τους μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε τύ­φλω­ση (St C­l­a­ir R­o­b­e­r­ts D, 1986). Ε­άν ε­φαρ­μο­σθούν σε ε­πι­θη­λια­κές αλ­λοι­ώ­σεις α­πλού δεν­δρι­τι­κού έρ­πη­τα μπο­ρούν να τις με­τα­τρέ­ψουν σε ε­κτε­τα­μέ­νο α­μοι­βα­δο­ει­δές έλ­κος, προ­κα­λών­τας πι­θα­νώς μό­νι­μη ου­λο­ποί­η­ση του σκλη­ρού και α­πώ­λεια της ό­ρα­σης, και να ευ­νο­ή­σουν την α­νά­πτυ­ξη βα­κτη­ρι­δια­κών και μυ­κη­τι­α­σι­κών λοι­μώ­ξε­ων. Α­κό­μα, μπο­ρεί να ε­πι­πλα­κούν με γλαύ­κω­μα α­νοι­χτής γω­νί­ας και κα­ταρ­ρά­κτη.Τα το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν στην α­πλή ερ­πη­τι­κή κε­ρα­τί­τι­δα, αλ­λά πα­ράλ­λη­λα με αν­τι-ι­ο­γε­νή θε­ρα­πεί­α και η χρή­ση τους α­παι­τεί ση­μαν­τι­κή εμ­πει­ρί­α. Α­κό­μα, δεν πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται σε α­δι­ά­γνω­στα ο­φθαλ­μι­κά νο­σή­μα­τα.

8.1.6.4.1   Ο­ΦΘΑΛ­ΜΟ­ΠΑ­ΘΕΙΑ G­R­A­V­ES 

Οι α­σθε­νείς με μέ­τρια έ­ως σο­βα­ρή ο­φθαλ­μο­πά­θεια αν­τι­με­τω­πί­ζον­ται με με­γά­λες δό­σεις συ­στη­μα­τι­κών κορ­τι­κο­ει­δών ή με α­κτι­νο­βό­λη­ση του κόγ­χου. Σε α­σθε­νείς με υ­περ­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμό, τα κορ­τι­κο­ει­δή α­πο­τρέ­πουν την πα­ρο­δι­κή έ­ξαρ­ση της ο­φθαλ­μο­πά­θειας G­r­a­v­es που α­κο­λου­θεί την θε­ρα­πεί­α με ρα­δι­ε­νερ­γό ι­ώ­διο (B­a­r­t­a­l­e­na L et al, 1998).

8.1.6.4.2   Ο­ΠΤΙ­ΚΗ ΝΕΥ­ΡΙ­ΤΙ­ΔΑ

Αυ­το­ά­νο­ση ο­πτι­κή νευ­ρο­πά­θεια : Με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη ΕΦ 1-2 gr/24ωρο X 5-7 η­μέ­ρες ή πρεδ­νι­ζο­λό­νη 80-400 mg/24ωρο p­er os (K­u­p­e­r­s­m­i­th MJ et al, 1988). Ε­άν η α­πώ­λεια της ό­ρα­σης υ­πο­τρο­πιά­ζει, μπο­ρεί να χρεια­σθεί να ε­πα­να­λη­φθούν οι εν­δο­φλέ­βι­ες ώ­σεις της με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης, να αυ­ξη­θεί η δό­ση της p­er os χο­ρη­γού­με­νης πρεδ­νι­ζο­λό­νης ή να ε­πι­προ­στε­θούν α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά. Η βελ­τί­ω­ση της ό­ρα­σης συ­χνά δι­α­τη­ρεί­ται και με­τά την δι­α­κο­πή της θε­ρα­πεί­ας.

Ο­πτι­κή νευ­ρί­τι­δα ά­γνω­στης αι­τι­ο­λο­γί­ας : ΕΦ εγ­χύ­σεις 250 ή 500 mg με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης κά­θε 6 ώ­ρες Χ 3-7 η­μέ­ρες (S­p­o­or TC a­nd R­o­k­w­e­ll DL, 1988).

Ο­ξεί­α ο­πτι­κή νευ­ρί­τι­δα : M­ε­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη ΕΦ 1 gr/24ωρο Χ 3 η­μέ­ρες, α­κο­λου­θού­με­νη α­πό πρεδ­νι­ζό­νη p­er os (1 mg/kg/24ωρο Χ 11 η­μέ­ρες) (B­e­ck RW et al, 1992). Η με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη α­πο­κα­θι­στά την ό­ρα­ση τα­χύ­τε­ρα α­πό την πρεδ­νι­ζό­νη μό­νη της, ε­νώ η πρεδ­νι­ζό­νη μό­νη της δεν βελ­τι­ώ­νει τον βαθ­μό της α­πο­κα­τά­στα­σης της ό­ρα­σης συγ­κρι­τι­κά με p­l­a­c­e­bo και συν­δέ­ε­ται με αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο νέ­ων ε­πει­σο­δί­ων ο­πτι­κής νευ­ρί­τι­δας. 

8.1.6.4.3   ΜΕ­ΤΕΓ­ΧΕΙ­ΡΗ­ΤΙ­ΚΗ Ο­ΦΘΑΛ­ΜΙ­ΚΗ ΦΛΕΓ­ΜΟ­ΝΗ 

Οι ο­φθαλ­μι­κές στα­γό­νες κορ­τι­κο­ει­δών μπο­ρεί να κα­τα­στεί­λουν την φλεγ­μο­νή που α­κο­λου­θεί την χει­ρουρ­γι­κή α­φαί­ρε­ση του κα­ταρ­ρά­κτη. Χρη­σι­μο­ποι­εί­ται συ­νή­θως πρεδ­νι­ζο­λό­νη ή, σε σο­βα­ρό­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις, δε­ξα­με­θα­ζό­νη. Πάν­τως, τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται με προ­σο­χή και για μι­κρό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα για τον έ­λεγ­χο της με­τεγ­χει­ρη­τι­κής ο­φθαλ­μι­κής φλεγ­μο­νής.

8.1.6.4.4   ΑΓ­ΓΕΙ­Ι­ΤΙ­ΔΑ ΑΜ­ΦΙ­ΒΛΗ­ΣΤΡΟ­ΕΙ­ΔΟΥΣ 

Τα κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι τα πλέ­ον χρή­σι­μα φάρ­μα­κα για την θε­ρα­πεί­α της φλεγ­μο­νής και των συ­νε­πει­ών της σε πε­ρι­πτώ­σεις α­πει­λη­τι­κές για την ό­ρα­ση. Ε­άν η φλεγ­μο­νή α­φο­ρά ο­λό­κλη­ρο τον ο­φθαλ­μό μπο­ρούν να γί­νουν πε­ρι­ο­φθαλ­μι­κές εγ­χύ­σεις ο­ξει­κής με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης.

8.1.6.4.5   ΣΚΛΗ­ΡΙ­ΤΙ­ΔΑ - Ε­ΠΙ­ΣΚΛΗ­ΡΙ­ΤΙ­ΔΑ 

  • Ε­πι­σκλη­ρί­τι­δα : Το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή και ΜΣΑΦ.
  • Νε­κρω­τι­κή σκλη­ρί­τι­δα : Με­γά­λες δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών, συ­χνά σε συν­δυα­σμό με έ­να άλ­λο α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κό (H­a­k­in KN et al, 1991).
  • Μη νε­κρω­τι­κή σκλη­ρί­τι­δα : ΜΣΑΦ. Ε­άν δεν υ­πάρ­ξει αν­τα­πό­κρι­ση, κορ­τι­κο­ει­δή συ­στη­μα­τι­κά σε με­γά­λες δό­σεις (συ­νή­θως πρεδ­νι­ζο­λό­νη 60-80 mg/24ωρο p­er os) (H­a­k­in KN et al, 1991).

Για να πε­ρι­ο­ρι­σθούν οι ε­πι­πλο­κές, τα κορ­τι­κο­ει­δή (40 mg ο­ξει­κής με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης) μπο­ρούν να ε­νε­θούν κά­τω α­πό τον ο­φθαλ­μι­κό βολ­βό ή να χο­ρη­γη­θούν σε μι­κρό­τε­ρες δό­σεις σε συν­δυα­σμό με α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά (ό­πως κυ­κλο­σπο­ρί­νη). Η κυ­κλο­σπο­ρί­νη μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί μό­νη της σε σο­βα­ρές ή αν­θι­στά­με­νες στα κορ­τι­κο­ει­δή πε­ρι­πτώ­σεις (W­a­k­e­f­i­e­ld D a­nd M­c­C­l­u­s­k­ey P, 1989).

8.1.6.4.6   ΡΑ­ΓΟ­ΕΙ­ΔΙ­ΤΙ­ΔΑ 

Πρό­σθια ρα­γο­ει­δί­τι­δα :

  • Το­πι­κά ή συ­στη­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή
  • Κυ­κλο­πλη­γι­κά και μυ­δρι­α­τι­κά (α­τρο­πί­νη, κυ­κλο­πεν­το­λά­τη, ο­μα­τρο­πί­νη), τα ο­ποί­α πε­ρι­ο­ρί­ζουν την υ­πε­ραι­μί­α, ε­πι­τρέ­πουν την α­νά­παυ­ση του α­κτι­νω­τού σώ­μα­τος και της ί­ρι­δας και προ­λα­βαί­νουν τον σχη­μα­τι­σμό ο­πί­σθι­ων συ­νε­χει­ών.

Ο­πί­σθια ρα­γο­ει­δί­τι­δα : Αν­τα­πο­κρί­νε­ται λι­γό­τε­ρο στη θε­ρα­πεί­α. Χο­ρη­γούν­ται κορ­τι­κο­ει­δή εί­τε με πε­ρι­ο­φθαλ­μι­κές εγ­χύ­σεις, εί­τε συ­στη­μα­τι­κά p­er os. Αρ­χι­κά μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν συ­στη­μα­τι­κά σε με­γά­λες δό­σεις για να θέ­σουν υ­πό έ­λεγ­χο την φλεγ­μο­νή. Στη συ­νέ­χεια, ε­πι­προ­στί­θεν­ται μι­κρές δό­σεις κυ­κλο­σπο­ρί­νης, ε­νώ τα κορ­τι­κο­ει­δή προ­ο­δευ­τι­κά μει­ώ­νον­ται και τε­λι­κά δι­α­κό­πτον­ται. Με­ρι­κοί α­σθε­νείς μπο­ρεί να χρεια­σθούν και έ­να άλ­λο α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κό, συ­νή­θως α­ζα­θει­ο­πρί­νη, με­θο­τρε­ξά­τη, κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη ή t­a­c­r­o­l­i­m­us.

8.1.6.4.7   ΑΛ­ΛΑ Ο­ΦΘΑΛ­ΜΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ 

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή κα­τα­στέλ­λουν πολ­λές αλ­λερ­γι­κές και μη πυ­ο­γε­νείς ο­φθαλ­μι­κές λοι­μώ­ξεις και ε­ξα­σθε­νούν την ου­λο­ποί­η­ση των ο­φθαλ­μι­κών κα­κώ­σε­ων. Αρ­χι­κά, χο­ρη­γούν­ται σε μέ­τρι­ες δό­σεις και δι­α­κό­πτον­ται τα­χέ­ως με­τά τον έ­λεγ­χο της ο­ξεί­ας φά­σης της νό­σου. Με­ρι­κά νο­σή­μα­τα υ­πο­τρο­πιά­ζουν με­τά την δι­α­κο­πή των κορ­τι­κο­ει­δών και μπο­ρεί να χρεια­σθούν μα­κρο­χρό­νια θε­ρα­πεί­α συν­τή­ρη­σης με χα­μη­λές δό­σεις. Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή δεν έ­χουν α­ξί­α στη θε­ρα­πεί­α των εκ­φυ­λι­στι­κών ο­φθαλ­μι­κών νο­ση­μά­των, ό­πως ο κα­ταρ­ρά­κτης.

8.1.6.5   ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ Α­ΝΑ­ΠΝΕΥ­ΣΤΙ­ΚΟΥ ΣΥ­ΣΤΗ­ΜΑ­ΤΟΣ

Αν και τα κορ­τι­κο­ει­δή έ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί στη θε­ρα­πεί­α δι­ά­φο­ρων τύ­πων α­να­πνευ­στι­κών νο­ση­μά­των, η χρή­ση τους στα νο­σή­μα­τα αυ­τά έ­χει βα­σι­σθεί στην κλι­νι­κή εμ­πει­ρί­α και σε μη ε­λεγ­χό­με­νες με­λέ­τες, γι΄αυ­τό και το πραγ­μα­τι­κό τους ό­φε­λος δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί.Αν και ο ρό­λος τους στο ά­σθμα και πι­θα­νώς την ψευ­δο­μεμ­βρα­νώ­δη λα­ρυγ­γί­τι­δα εί­ναι γνω­στός, στα δι­ά­με­σα πνευ­μο­νι­κά νο­σή­μα­τα και το σύν­δρο­μο ο­ξεί­ας α­να­πνευ­στι­κής α­νε­πάρ­κειας δεν έ­χει α­πο­σα­φη­νι­σθεί.

8.1.6.5.1   Α­ΣΘΜΑ

Ενδείξεις : Κα­τα­στο­λή φλεγ­μο­νής α­ε­ρο­φό­ρων ο­δών.

Αποτελεσματικότητα: Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, χο­ρη­γού­με­να εν­δο­φλέ­βια σε συν­δυα­σμό με συμ­πα­θο­μι­μη­τι­κά και α­μι­νο­φυλ­λί­νη, χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται στη θε­ρα­πεί­α του α­σθμα­τι­κή κα­τά­στα­ση και άλ­λων ο­ξέ­ων ε­πει­σο­δί­ων ά­σθμα­τος. Σε α­σθε­νείς με βρογ­χι­κό ά­σθμα αν­θι­στά­με­νο στη συμ­βα­τι­κή α­γω­γή μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν σε ει­σπνο­ές σε συν­δυα­σμό με γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή p­er os.

Τα συ­στη­μα­τι­κά ή p­er os χο­ρη­γού­με­να κορ­τι­κο­ει­δή έ­χουν κα­λύ­τε­ρο α­πο­τέ­λε­σμα σε ο­ξέ­ως πά­σχον­τες με σο­βα­ρή α­πό­φρα­ξη των α­ε­ρο­φό­ρων ο­δών η ο­ποί­α δεν υ­πο­χω­ρεί ή ε­πι­δει­νώ­νε­ται πα­ρά την εν­τα­τι­κή θε­ρα­πεί­α με βρογ­χο­δι­α­σταλ­τι­κά, ό­πως και σε α­σθε­νείς με χρό­νια νό­σο μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη στη θε­ρα­πεί­α και συ­νο­δευ­ό­με­νη α­πό προ­ο­δευ­τι­κά αυ­ξα­νό­με­νης βα­ρύ­τη­τας υ­πο­τρο­πές.

Στις ο­ξεί­ες κα­τα­στά­σεις, η ι­δα­νι­κή δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών εί­ναι αμ­φι­λε­γό­με­νη. Οι πο­λύ με­γά­λες δό­σεις δεν πλε­ο­νε­κτούν των πε­ρισ­σό­τε­ρο συμ­βα­τι­κών. Η ει­σπνε­ό­με­νη p­er os να­τρι­ού­χος φω­σφο­ρι­κή δε­ξα­με­θα­ζό­νη, στις συ­νή­θεις θε­ρα­πευ­τι­κές δό­σεις, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει συ­στη­μα­τι­κές δρά­σεις και κα­τα­στο­λή του ά­ξο­να, σε αν­τί­θε­ση με την ει­σπνε­ό­με­νη δι­προ­πι­ο­νι­κή βη­τα­με­θα­ζό­νη.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ :

Κορ­τι­κο­ει­δή p­er os : Με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη 40-60 mg εν­δο­φλέ­βια κά­θε 6 ώ­ρες ή πρεδ­νι­ζό­νη 60 mg κά­θε 6 ώ­ρες p­er os. Μι­κρό­τε­ρες δό­σεις μπο­ρεί να εί­ναι ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές, αλλ΄αυ­τό δεν έ­χει ε­πι­βε­βαι­ω­θεί. Στην Αγ­γλί­α και σε άλ­λες χώ­ρες η α­σθμα­τι­κή κρί­ση αν­τι­με­τω­πί­ζε­ται με πρεδ­νι­ζο­λό­νη 30-60 mg ε­φά­παξ η­με­ρη­σί­ως.Η βελ­τί­ω­ση εμ­φα­νί­ζε­ται με­τά α­πό 6 ή πε­ρισ­σό­τε­ρες ώ­ρες. Η α­πό­το­μη ε­λάτ­τω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών συ­χνά α­κο­λου­θεί­ται α­πό υ­πο­τρο­πή της α­πό­φρα­ξης των α­ε­ρο­φό­ρων ο­δών. Με­τά την α­πο­δρο­μή του ο­ξέ­ος ε­πει­σο­δί­ου, η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών μπο­ρεί να μει­ω­θεί κα­τά 50% κά­θε 3-5 η­μέ­ρες. Ε­άν τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να συ­νε­χι­σθούν, μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν κά­θε 2η η­μέ­ρα για να πε­ρι­ο­ρι­σθούν οι ε­πι­πλο­κές, ι­δι­αί­τε­ρα η κα­τα­στο­λή της σω­μα­τι­κής α­νά­πτυ­ξης στα παι­διά. Μα­κράς δρά­σης σκευ­ά­σμα­τα, ό­πως η δε­ξα­με­θα­ζό­νη, πρέ­πει να α­πο­φεύ­γον­ται για­τί κα­τα­στέλ­λουν πα­ρα­τε­τα­μέ­να τον ά­ξο­να.

E­ι­σπνε­ό­με­να στε­ρο­ει­δή : Χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται ε­ναλ­λα­κτι­κά στη θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή p­er os ό­ταν οι α­σθμα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις ε­πι­δει­νώ­νον­ται. Δι­ευ­κο­λύ­νουν ση­μαν­τι­κά την δι­α­κο­πή των p­er os χο­ρη­γού­με­νων κορ­τι­κο­ει­δών και μει­ώ­νουν την αν­τι­δρα­στι­κό­τη­τα των α­ε­ρο­φό­ρων ο­δών.Με­ρι­κοί συ­νι­στούν τα ει­σπνε­ό­με­να στε­ρο­ει­δή σε κά­θε α­σθε­νή μη ε­λεγ­χό­με­νο με ει­σπνε­ό­με­να βρογ­χο­δι­α­σταλ­τι­κά. Ε­άν τα συμ­πτώ­μα­τα δεν αν­τα­πο­κρί­νον­ται στην αρ­χι­κή δό­ση, η δό­ση του κορ­τι­κο­ει­δούς μπο­ρεί να αυ­ξη­θεί κα­τά 2 ή πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές. Η χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών με τον τρό­πο αυ­τό μει­ώ­νει τις α­νάγ­κες για γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή p­er os, αυ­ξά­νει ό­μως τον κίν­δυ­νο των ε­πι­πλο­κών. Η αυ­ξη­μέ­νη συ­στη­μα­τι­κή α­πορ­ρό­φη­ση των ει­σπνε­ό­με­νων στε­ρο­ει­δών μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε κα­τα­στο­λή των ε­πι­νε­φρι­δί­ων, κα­ταρ­ρά­κτη, κα­τα­στο­λή της α­νά­πτυ­ξης στα παι­διά, ο­στε­ο­πό­ρω­ση και πορ­φύ­ρα.Το ό­φε­λος της θε­ρα­πεί­ας με ει­σπνε­ό­με­να στε­ρο­ει­δή εμ­φα­νί­ζε­ται με­τά α­πό 2-4 ε­βδο­μά­δες. Γι΄αυ­τό και η θε­ρα­πεί­α συ­νι­στά­ται να αρ­χί­ζει με κορ­τι­κο­ει­δή p­er os ταυ­τό­χρο­να με τα ει­σπνε­ό­με­να κορ­τι­κο­ει­δή για να δι­ευ­κο­λυν­θεί η ύ­φε­ση των συμ­πτω­μά­των. Ό­ταν τα p­er os κορ­τι­κο­ει­δή α­πο­συρ­θούν, η βελ­τί­ω­ση μπο­ρεί να δι­α­τη­ρη­θεί με τα ει­σπνε­ό­με­να κορ­τι­κο­ει­δή. 

8.1.6.5.2   ΣΑΡ­ΚΟ­ΕΙ­ΔΩ­ΣΗ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ :

  • Προ­σβο­λή ο­φθαλ­μών
  • Προ­σβο­λή ΚΝΣ
  • Προ­σβο­λή μυ­ο­καρ­δί­ου
  • Σο­βα­ρή πνευ­μο­νι­κή προ­σβο­λή
  • Προ­σβο­λή ή­πα­τος
  • Υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α
  • Σο­βα­ρές δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες σε το­πι­κές ε­νέ­σεις γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών.

Η α­συμ­πτω­μα­τι­κή νό­σος δεν χρει­ά­ζε­ται θε­ρα­πεί­α.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι η θε­ρα­πεί­α ε­κλο­γής, αν και έ­χουν αμ­φι­λε­γό­με­νη θε­ρα­πευ­τι­κή α­ξί­α στην πνευ­μο­νι­κή σαρ­κο­εί­δω­ση. Αν και προ­σφέ­ρουν συμ­πτω­μα­τι­κή α­να­κού­φι­ση, δεν φαί­νε­ται να τρο­πο­ποι­ούν την δι­α­δρο­μή της νό­σου ή να α­πο­τρέ­πουν τις ι­νω­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις. Ε­πει­δή η σαρ­κο­εί­δω­ση μπο­ρεί να υ­φε­θεί αυ­τό­μα­τα, ε­πι­φυ­λάσ­σον­ται γε­νι­κά για πε­ρι­πτώ­σεις που πα­ρεμ­βαί­νουν στη λει­τουρ­γί­α ζω­τι­κών ορ­γά­νων ή συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ :

Μη στε­ρο­ει­δή αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δη φάρ­μα­κα : Μπο­ρούν να θέ­σουν υ­πό έ­λεγ­χο τον πυ­ρε­τό και την αρ­θρο­πά­θεια στο ο­ξύ στά­διο της νό­σου. 

Κορ­τι­κο­ει­δή :

  • Πρεδ­νι­ζό­νη 30-40 mg/24ωρο, σε δι­η­ρη­μέ­νες δό­σεις p­er os για να τε­θεί κα­λύ­τε­ρα υ­πό έ­λεγ­χο ο πυ­ρε­τός, ή 40 mg ευ­θύς ε­ξαρ­χής κά­θε 2η η­μέ­ρα. Η πρεδ­νι­ζό­νη μει­ώ­νε­ται κα­τά 5 mg κά­θε 2 ε­βδο­μά­δες μέ­χρι τα 15 mg/24ωρο, ό­που και πα­ρα­μέ­νει ε­πί 4-8 μή­νες για να στα­θε­ρο­ποι­η­θεί η βελ­τί­ω­ση.
  • ΕΦ ώ­σεις γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών σε με­γά­λες δό­σεις, σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, αν και δεν εί­ναι τό­σο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές, ό­σο τα p­er os χο­ρη­γού­με­να γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή.

Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να συ­νε­χί­ζον­ται στην ε­λά­χι­στη δυ­να­τή α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή δό­ση ε­πί 12-18 μή­νες, πριν α­πο­φα­σι­σθεί η δι­α­κο­πή τους και, ε­άν εί­ναι δυ­να­τόν, να δι­α­κό­πτον­ται τε­λεί­ως (H­u­n­n­i­n­g­h­a­ke GW et al, 1994). Η πι­θα­νό­τη­τα υ­πο­τρο­πής εί­ναι ί­σως με­γα­λύ­τε­ρη με­τά την δι­α­κο­πή τους, πα­ρά σε α­σθε­νείς που δεν θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­ει­δή (G­o­t­t­l­i­eb JE et al, 1997), αν και αυ­τό μπο­ρεί α­πλώς να αν­τα­να­κλά την φυ­σι­κή δι­α­δρο­μή της νό­σου. Οι δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις συ­νή­θως αν­τα­πο­κρί­νον­ται στα κορ­τι­κο­ει­δή, αλ­λά οι με­γά­λες δό­σεις που α­παι­τούν­ται για την κα­τα­στο­λή του χει­μετ­λώ­δους λύ­κου (l­u­p­us p­e­r­n­io) μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν πα­ρα­μορ­φώ­σεις στον ί­διο βαθ­μό με την νό­σο.

  • Ει­σπνε­ό­με­να γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή : Δεν υ­πάρ­χει έν­δει­ξη ό­τι έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα στην πνευ­μο­νι­κή σαρ­κο­εί­δω­ση.
  • Το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή : Η πρό­σθια ρα­γο­ει­δί­τι­δα αν­τι­με­τω­πί­ζε­ται με ο­φθαλ­μι­κές στα­γό­νες και α­λοι­φές κορ­τι­κο­ει­δών. Σε αν­θι­στά­με­νες πε­ρι­πτώ­σεις ή σε α­σθε­νείς με ο­πί­σθια ρα­γο­ει­δί­τι­δα χο­ρη­γούν­ται συ­στη­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή. 

Α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά (με­θο­τρε­ξά­τη, χλω­ραμ­βου­κί­λη, α­ζα­θει­ο­πρί­νη ή κυ­κλο­σπο­ρί­νη), ε­άν τα κορ­τι­κο­ει­δή α­πο­δει­χθούν α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κά ή το­ξι­κά (N­e­w­m­an LS et al, 1997). Η με­θο­τρε­ξά­τη εί­ναι πι­θα­νώς πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή σε μι­κρές ε­βδο­μα­δια­ίες δό­σεις (έ­ως 22.5 mg) p­er os στην αν­θι­στά­με­νη δερ­μα­τι­κή σαρ­κο­εί­δω­ση και εν­δο­μυ­ϊ­κά, στην προ­σβο­λή του νευ­ρι­κού συ­στή­μα­τος (S­o­r­i­a­no FG et al, 1990) και μπο­ρεί να βο­η­θή­σει στην ε­λάτ­τω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών σε α­σθε­νείς με χρό­νια νό­σο.

Αν­θε­λο­νο­σια­κά, ε­ναλ­λα­κτι­κά ή υ­πο­βο­η­θη­τι­κά στη θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή. Φαί­νε­ται ό­τι πε­ρι­ο­ρί­ζουν τις δι­α­τα­ρα­χές του με­τα­βο­λι­σμού του α­σβε­στί­ου και βελ­τι­ώ­νουν τις δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις (Z­ic JA et al, 1991).

Αλ­λα φάρ­μα­κα : Οι δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις μπο­ρεί να βελ­τι­ω­θούν με αλ­λο­που­ρι­νό­λη (B­r­e­c­h­t­el B et al, 1996), θα­λι­δο­μί­δη (C­a­r­l­e­s­i­mo M et al, 1995), τρα­νι­λά­στη ή με­λα­το­νί­νη (C­a­g­n­o­ni ML et al, 1995).

8.1.6.5.3    Ι­ΔΙ­Ο­ΠΑ­ΘΗΣ ΠΝΕΥ­ΜΟ­ΝΙ­ΚΗ Ι­ΝΩ­ΣΗ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή εν­δεί­κνυν­ται α­κό­μα και σε α­σθε­νείς με προ­χω­ρη­μέ­νη πνευ­μο­νι­κή ί­νω­ση.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Η αρ­χι­κή θε­ρα­πεί­α συ­νί­στα­ται σε κορ­τι­κο­ει­δή (πρεδ­νι­ζό­νη ή πρεδ­νι­ζο­λό­νη) συ­στη­μα­τι­κά p­er os. Πε­ρί­που 10-20% των α­σθε­νών, ι­δι­αί­τε­ρα με πρώ­ι­μη νό­σο, έ­χει βελ­τί­ω­ση με την κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­α. Σε α­σθε­νείς με ή­πια ή στα­θε­ρά συμ­πτώ­μα­τα συ­χνά δεν ε­φαρ­μό­ζε­ται κα­μιά θε­ρα­πεί­α, μέ­χρις ό­του τα συμ­πτώ­μα­τα ε­πι­δει­νω­θούν.Η στα­θε­ρο­ποί­η­ση της νό­σου ή ε­λάτ­τω­ση του βαθ­μού της έκ­πτω­σης της πνευ­μο­νι­κής λει­τουρ­γί­ας θε­ω­ρεί­ται ευ­νο­ϊ­κή αν­τα­πό­κρι­ση. Τα κορ­τι­κο­ει­δή συ­νή­θως συ­νε­χί­ζον­ται σ΄ό­λη την διά­ρκεια της ζω­ής του α­σθε­νούς. Οι προ­σπά­θει­ες α­πό­συρ­σης πρέ­πει να γί­νον­ται βαθ­μια­ία και με προ­σο­χή και, ε­άν προ­κύ­ψει κλι­νι­κή ε­πι­δεί­νω­ση, να ε­φαρ­μό­ζε­ται α­μέ­σως ε­πι­θε­τι­κή θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή και κυτ­τα­ρο­στα­τι­κά (P­a­n­os RJ et al, 1990).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ :

Κορ­τι­κο­ει­δή : Πρεδ­νι­ζό­νη ή πρεδ­νι­ζο­λό­νη 1 mg/kg/24ωρο ή 60 mg/24ωρο Χ 1-2 μή­νες. Ε­άν υ­πάρ­ξει αν­τι­κει­με­νι­κή βελ­τί­ω­ση, το κορ­τι­κο­ει­δές χο­ρη­γεί­ται σε δό­ση συν­τή­ρη­σης 0.25 mg/kg /24ωρο ή 10-15 mg/24ωρο ε­πί 6 ε­πι­πλέ­ον μή­νες. Η θε­ρα­πεί­α με με­γά­λες εν­δο­φλέ­βι­ες ώ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών δεν πλε­ο­νε­κτεί της θε­ρα­πεί­ας με κα­θη­με­ρι­νές δό­σεις p­er os.

Α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά :

  • Κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη 1 mg/kg/24ωρο (50-75 mg/24ωρο) p­er os, ε­άν η νό­σος δεν αν­τα­πο­κρί­νε­ται στα κορ­τι­κο­ει­δή ή ε­πι­δει­νώ­νε­ται, πα­ράλ­λη­λα με πρεδ­νι­ζό­νη σε χα­μη­λές δό­σεις συν­τή­ρη­σης. Η δό­ση της κυ­κλο­φω­σφα­μί­δης μπο­ρεί να αυ­ξη­θεί κα­τά 50 mg κά­θε 7-10 η­μέ­ρες. Σκο­πός εί­ναι η ε­λάτ­τω­ση των λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων σε τι­μές πε­ρί­που 50% των φυ­σι­ο­λο­γι­κών, μει­ώ­νον­τας τον ο­λι­κό α­ριθ­μό των λεμ­φο­κυτ­τά­ρων του αί­μα­τος.
  • ΕΦ ώ­σεις κυ­κλο­φω­σφα­μί­δης 2 φο­ρές ε­βδο­μα­δια­ίως, αρ­χι­κά σε δό­ση 500 mg, αυ­ξα­νό­με­νη κα­τά 100 έ­ως 200 mg σε 1.0-1.8 gr, ε­πί 12-18 μή­νες.
  • Α­ζα­θει­ο­πρί­νη, στη θέ­ση της κυ­κλο­φω­σφα­μί­δης.
  • Κυ­κλο­σπο­ρί­νη : Μπο­ρεί να έ­χει κά­ποι­ο ό­φε­λος (N­i­c­od LP, 1998).

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη και η κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη μπο­ρεί να ε­πι­τρέ­ψουν μεί­ω­ση της δό­σης ή υ­πο­κα­τά­στα­ση των κορ­τι­κο­ει­δών. Ο συν­δυα­σμός τους με κορ­τι­κο­ει­δή αυ­ξά­νει την ε­πι­βί­ω­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή μό­να τους (N­i­c­od LP, 1998).

Ει­σπνο­ές γλου­τα­θει­ό­νης : Βελ­τι­ώ­νουν τις βι­ο­χη­μι­κές πα­ρα­μέ­τρους, αλλ΄ό­χι τις κλι­νι­κές εκ­δη­λώ­σεις (B­o­r­ok Z et al, 1991).

Κολ­χι­κί­νη : Μπο­ρεί να α­να­στεί­λει τους αυ­ξη­τι­κούς πα­ρά­γον­τες των ι­νο­βλα­στών των προ­ερ­χό­με­νων α­πό τα μα­κρο­φά­γα και, σε δό­ση 0.6 mg/24ωρο, να βελ­τι­ώ­σει ή στα­θε­ρο­ποι­ή­σει με­ρι­κούς α­σθε­νείς. Εί­ναι πι­θα­νώς ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή με τα κορ­τι­κο­ει­δή, αλ­λά δεν υ­πάρ­χουν ε­λεγ­χό­με­νες με­λέ­τες.

8.1.6.5.4    ΛΙ­ΠΙ­ΔΙ­ΚΗ ΠΝΕΥ­ΜΟ­ΝΙ­ΤΙ­ΔΑ 

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή φαί­νε­ται ό­τι βο­η­θούν στην υ­πο­χώ­ρη­ση των πνευ­μο­νι­κών αλ­λοι­ώ­σε­ων και ε­ξα­φα­νί­ζουν τα λι­πί­δια α­πό τα πτύ­ε­λα. Σε με­γά­λες δό­σεις προ­λα­βαί­νουν το πνευ­μο­νι­κό οί­δη­μα και την ί­νω­ση σε α­σθε­νείς με πνευ­μο­νί­τι­δα α­πό υ­δρο­γο­νάν­θρα­κες, αλ­λά δεν υ­πάρ­χει έν­δει­ξη ό­τι προ­λα­βαί­νουν τις ε­πι­πλο­κές ή βελ­τι­ώ­νουν την συ­χνό­τη­τα της α­πο­κα­τά­στα­σης. 

8.1.6.5.5    ΠΝΕΥ­ΜΟ­ΝΙ­ΤΙ­ΔΑ Α­ΠΟ P­N­E­U­M­O­C­Y­S­T­IS C­A­R­I­N­II

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ :

  • Μέ­τρια έ­ως σο­βα­ρή υ­πο­ξαι­μί­α (πί­ε­ση αρ­τη­ρια­κού ο­ξυ­γό­νου <70 mm Hg ή αρ­τη­ρια­κή-κυ­ψε­λι­δι­κή κλί­ση >35 mm Hg σε πε­ρι­βάλ­λον δω­μα­τί­ου) σε ε­νή­λι­κες και ε­φή­βους η­λι­κί­ας >13 ε­τών με γνω­στή ή πι­θα­νή λοί­μω­ξη α­πό A­I­DS και πνευ­μο­νί­τι­δα α­πό P­. c­a­r­i­n­ii (K­o­v­a­cs JA a­nd M­a­s­ur H, 1990).
  • Ε­πι­δεί­νω­ση πνευ­μο­νι­κής λει­τουρ­γί­ας στη διά­ρκεια της πρώ­ι­μης φά­σης της αν­τι­πνευ­μο­κυ­στι­κής θε­ρα­πεί­ας (M­a­c­F­a­d­d­en DK et al, 1987). 

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ :

  • Μει­ώ­νουν ση­μαν­τι­κά τον κίν­δυ­νο α­να­πνευ­στι­κής α­νε­πάρ­κειας, ε­πι­δεί­νω­σης της ο­ξυ­γό­νω­σης και θα­νά­του σε α­σθε­νείς με μέ­τρια έ­ως σο­βα­ρή υ­πο­ξαι­μί­α, ε­άν χο­ρη­γη­θούν εν­τός 72 ω­ρών α­πό της δι­ά­γνω­σης (B­o­z­z­e­t­te SA et al, 1990). Ε­άν χο­ρη­γη­θούν πά­νω α­πό 3 η­μέ­ρες α­πό της έ­ναρ­ξης της αν­τι­πνευ­μο­κυ­στι­κής θε­ρα­πεί­ας δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα.
  • Προ­λα­βαί­νουν την πρώ­ι­μη ε­πι­δεί­νω­ση και αυ­ξά­νουν την αν­το­χή στις α­σκή­σεις σε α­σθε­νείς με μέ­τριας βα­ρύ­τη­τας πνευ­μο­νί­τι­δα α­πό P. ii συν­δε­ό­με­νη με A­I­DS (M­o­n­t­a­n­er JS et al, 1990).

Η θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να γί­νε­ται πα­ράλ­λη­λα με την αν­τι­λοι­μώ­δη α­γω­γή. Σε α­σθε­νείς με ή­πια πνευ­μο­νί­τι­δα α­πό P. c­a­r­i­n­ii (πί­ε­ση αρ­τη­ρια­κού ο­ξυ­γό­νου >70 mm Hg ή αρ­τη­ρια­κή-κυ­ψε­λι­δι­κή κλί­ση <35 mm Hg σε πε­ρι­βάλ­λον δω­μα­τί­ου) το ό­φε­λος της κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­ας δεν μπο­ρεί να α­ξι­ο­λο­γη­θεί, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι α­σθε­νείς αυ­τοί έ­χουν γε­νι­κά κα­λή έκ­βα­ση.Τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται α­φού ε­πι­βε­βαι­ω­θεί ό­τι η P. c­a­r­i­n­ii εί­ναι το αί­τιο της πνευ­μο­νί­τι­δας, δε­δο­μέ­νου ό­τι μπο­ρεί να συγ­κα­λύ­ψουν τα συμ­πτώ­μα­τα λοι­μώ­ξε­ων α­πό άλ­λους μι­κρο-ορ­γα­νι­σμούς, ό­πως το M. t­u­b­e­r­c­u­l­o­s­is (B­o­z­z­e­t­te SA et al, 1990).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζο­λό­νη 60-80 mg/24ωρο p­er os ή με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη 45-60 mg/24ωρο ΕΦ Χ 5 η­μέ­ρες, ταυ­τό­χρο­να με την αν­τι­πνευ­μο­κυ­στι­κή θε­ρα­πεί­α. Η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών μει­ώ­νε­ται και τε­λι­κά δι­α­κό­πτε­ται με­τά α­πό 3 ε­βδο­μά­δες.

8.1.6.5.6    ΧΡΟ­ΝΙΑ ΒΡΟΓ­ΧΙ­ΤΙ­ΔΑ

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να βελ­τι­ώ­σουν με­ρι­κούς α­σθε­νείς με στα­θε­ρή χρό­νια α­πο­φρα­κτι­κή πνευ­μο­νο­πά­θεια με/ή χω­ρίς λοί­μω­ξη, βή­χα ή πα­ρα­γω­γή πτυ­έ­λων (M­u­r­a­ta GH et al, 1990). Οι αν­τι­μι­κρο­βια­κοί πα­ρά­γον­τες βελ­τι­ώ­νουν την πνευ­μο­νι­κή λει­τουρ­γί­α α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την δρά­ση των κορ­τι­κο­ει­δών και μπο­ρεί να συγ­κα­λύ­ψουν την βελ­τί­ω­ση που προ­κα­λούν τα κορ­τι­κο­ει­δή στη βρογ­χί­τι­δα (H­u­d­s­on LD et al, 1990).

Σε α­σθε­νείς με χρό­νια α­πο­φρα­κτι­κή πνευ­μο­νο­πά­θεια και ο­ξεί­α βρογ­χί­τι­δα, η με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη βελ­τι­ώ­νει τα­χέ­ως την πνευ­μο­νι­κή λει­τουρ­γί­α, αλ­λά δεν ε­πη­ρε­ά­ζει την συ­νο­λι­κή ε­πι­βί­ω­ση (A­l­b­e­rt RK et al, 1980). Πάν­τως, οι α­σθε­νείς με χρό­νια α­πο­φρα­κτι­κή πνευ­μο­νο­πά­θεια που παίρ­νουν με­γά­λες δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών για με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα μπο­ρεί να α­να­πτύ­ξουν δευ­τε­ρο­πα­θείς λοι­μώ­ξεις (W­i­e­st PM et al, 1989).

8.1.6.5.7   ΣΥΝ­ΔΡΟ­ΜΟ Ο­ΞΕΙΑΣ Α­ΝΑ­ΠΝΕΥ­ΣΤΙ­ΚΗΣ Α­ΝΕ­ΠΑΡ­ΚΕΙΑΣ

Χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό πε­ρι­ο­χές πνευ­μο­νι­κής βλά­βης, η ο­ποί­α ο­δη­γεί σε ε­λάτ­τω­ση της δι­α­τα­σι­μό­τη­τας του πνεύ­μο­να, πνευ­μο­νι­κό οί­δη­μα συν­δε­ό­με­νο με αυ­ξη­μέ­νη δι­α­πε­ρα­τό­τη­τα των τρι­χο­ει­δών και των κυ­ψε­λί­δων και αν­θι­στά­με­νη υ­πο­ξαι­μί­α. Κλι­νι­κά εκ­δη­λώ­νε­ται με δύ­σπνοι­α ή/και τα­χύ­πνοι­α και α­κτι­νο­λο­γι­κά, με δι­ά­χυ­τες πνευ­μο­νι­κές δι­η­θή­σεις.

8.1.6.5.7.1  ΣΥΝ­ΔΡΟ­ΜΟ Ο­ΞΕΙΑΣ Α­ΝΑ­ΠΝΕΥ­ΣΤΙ­ΚΗΣ Α­ΝΕ­ΠΑΡ­ΚΕΙΑΣ Ε­ΝΗ­ΛΙ­ΚΩΝ

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ :

α)   Υ­πο­στη­ρι­κτι­κή α­γω­γή (μη­χα­νι­κή α­να­πνο­ή, εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­ση υ­γρών, αγ­γει­ο­δι­α­σταλ­τι­κά, καρ­δια­κοί ι­νό­τρο­ποι πα­ρά­γον­τες, δι­ου­ρη­τι­κά, κ.ά.­).

β)  Κορ­τι­κο­ει­δή: Δεν φαί­νε­ται να πε­ρι­ο­ρί­ζουν την θνη­τό­τη­τα (B­i­g­a­t­e­l­lo LM a­nd Z­a­p­ol WM, 1996), αλ­λά μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν στα ό­ψι­μα στά­δια (5 ή πε­ρισ­σό­τε­ρες η­μέ­ρες με­τά την έ­ναρ­ξη) της νό­σου για να πα­ρεμ­πο­δί­σουν την α­νά­πτυ­ξη των ι­νο­ϋ­περ­πλα­στι­κών πνευ­μο­νι­κών αλ­λοι­ώ­σε­ων (K­o­l­l­ef MH a­nd S­c­h­u­s­t­er DP, 1995).

8.1.6.5.7.2  ΝΕ­Ο­ΓΝΙ­ΚΟ ΣΥΝ­ΔΡΟ­ΜΟ Ο­ΞΕΙΑΣ Α­ΝΑ­ΠΝΕΥ­ΣΤΙ­ΚΗΣ Α­ΝΕ­ΠΑΡ­ΚΕΙΑΣ

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Η προ­γεν­νη­τι­κή χο­ρή­γη­ση κορ­τι­κο­ει­δών στη διά­ρκεια της κύ­η­σης μπο­ρεί να μει­ώ­σει τον κίν­δυ­νο νε­ο­γνι­κής α­να­πνευ­στι­κής α­νε­πάρ­κειας κα­τά 50%, θα­νά­του και εγ­κε­φα­λι­κής αι­μορ­ρα­γί­ας και νε­κρω­τι­κής εν­τε­ρο­κο­λί­τι­δας.  

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Βη­τα­με­θα­ζό­νη ή δε­ξα­με­θα­ζό­νη 2 φο­ρές η­με­ρη­σί­ως εν­δο­μυ­ϊ­κά ε­πί 2 η­μέ­ρες, σε γυ­ναί­κες που πρό­κει­ται να γεν­νή­σουν πριν α­πό την 32η ε­βδο­μά­δα της κύ­η­σης. Τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα εί­ναι κα­λύ­τε­ρα ε­άν τα κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γη­θούν πά­νω α­πό 24 ώ­ρες, αλ­λά λι­γό­τε­ρο α­πό 7 η­μέ­ρες, πριν α­πό τον το­κε­τό.

Στις Η­ΠΑ, η προ­γεν­νη­τι­κή χο­ρή­γη­ση κορ­τι­κο­ει­δών συ­νι­στά­ται με­τα­ξύ 24ης και 34ης ε­βδο­μά­δας της κύ­η­σης σε γυ­ναί­κες με ση­μεί­α πρό­ω­ρου το­κε­τού.

8.1.6.5.8    ΧΡΟ­ΝΙΑ Α­ΠΟ­ΦΡΑ­ΚΤΙ­ΚΗ ΠΝΕΥ­ΜΟ­ΝΟ­ΠΑ­ΘΕΙΑ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή παί­ζουν κά­ποι­ο ρό­λο στη συμ­πτω­μα­τι­κή και α­να­κου­φι­στι­κή θε­ρα­πεί­α της χρό­νιας α­πο­φρα­κτι­κής πνευ­μο­νο­πά­θειας, αν και η α­ξί­α τους εί­ναι αν­τι­κρου­ό­με­νη. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­σθε­νείς δεν αν­τα­πο­κρί­νον­ται στα κορ­τι­κο­ει­δή, αλ­λά το 10% πε­ρί­που αυ­τών που θε­ρα­πεύ­ε­ται με βρογ­χο­δι­α­σταλ­τι­κά μπο­ρεί να έ­χει πε­ραι­τέ­ρω βελ­τί­ω­ση της α­να­πνευ­στι­κής λει­τουρ­γί­ας με­τά α­πό βρα­χυ­χρό­νια θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή p­er os. Με­ρι­κοί α­σθε­νείς χρει­ά­ζον­ται συ­νέ­χι­ση των κορ­τι­κο­ει­δών σε δό­ση συν­τή­ρη­σης. Στους α­σθε­νείς αυ­τούς εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρο να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται ει­σπνε­ό­με­να κορ­τι­κο­ει­δή, αν και τα κορ­τι­κο­ει­δή, μέ­σω της ο­δού αυ­τής, εί­ναι συ­χνά λι­γό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά.

8.1.6.5.9    ΚΥ­ΣΤΙ­ΚΗ Ι­ΝΩ­ΣΗ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή έ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί p­er os ή σε ει­σπνο­ές στη θε­ρα­πεί­α της πνευ­μο­νι­κής φλεγ­μο­νής σε α­σθε­νείς με κυ­στι­κή ί­νω­ση.

8.1.6.5.10    ΒΡΟΓ­ΧΟ­ΠΝΕΥ­ΜΟ­ΝΙ­ΚΗ ΔΥ­ΣΠΛΑ­ΣΙΑ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή (κυ­ρί­ως η δε­ξα­με­θα­ζό­νη) έ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί ευ­ρέ­ως σε πρό­ω­ρα βρέ­φη που πά­σχουν α­πό/ή θε­ω­ρούν­ται ό­τι δι­α­τρέ­χουν αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο α­νά­πτυ­ξης βρογ­χο­πνευ­μο­νι­κής δυ­σπλα­σί­ας.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ ΔΕ­ΞΑ­ΜΕ­ΘΑ­ΖΟ­ΝΗΣ :

  • Βελ­τι­ώ­νει την έκ­βα­ση της πνευ­μο­νι­κής προ­σβο­λής, ε­πι­τρέ­πον­τας την τα­χύ­τε­ρη α­πο­μά­κρυ-ν­ση της μη­χα­νι­κής α­να­πνο­ής, και της νευ­ρο­λο­γι­κής προ­σβο­λής (C­u­m­m­i­n­gs JJ et al, 1989)
  • Μει­ώ­νει τον κίν­δυ­νο α­νά­πτυ­ξης χρό­νιας πνευ­μο­νι­κής νό­σου, ε­άν χο­ρη­γη­θεί α­πό την γέν­νη­ση μέ­χρι την η­λι­κί­α των 14 η­με­ρών
  • Πε­ρι­ο­ρί­ζει την θνη­τό­τη­τα ε­άν χο­ρη­γη­θεί με­τα­ξύ 7ης-14ης η­μέ­ρας της η­λι­κί­ας (B­h­u­ta T a­nd O­h­l­s­s­on A, 1998)

Κατ΄άλ­λους :

  • Η πρώ­ι­μη έ­ναρ­ξη της κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­ας δεν φαί­νε­ται να προ­σφέ­ρει με­γα­λύ­τε­ρο ό­φε­λος και εί­ναι ί­σως πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­πι­κίν­δυ­νη (P­a­p­i­le LA et al, 1998)
  • Το μα­κρο­πρό­θε­σμο ό­φε­λος α­πό την χρή­ση των κορ­τι­κο­ει­δών δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί πλή­ρως.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ :

  • Δε­ξα­με­θα­ζό­νη 0.5 mg/kg/24ωρο ΕΦ, η ο­ποί­α μει­ώ­νε­ται σε δι­ά­στη­μα η­με­ρών έ­ως ε­βδο­μά­δων, ή ψε­κα­σμοί μπε­κλο­με­θα­ζό­νης (L­a­F­o­r­ce WR a­nd B­r­u­d­no DS, 1993).
  • Πε­ρι­ο­ρι­σμός πρόσ­λη­ψης υ­γρών, δι­αι­τη­τι­κά συμ­πλη­ρώ­μα­τα, βρογ­χο­δι­α­σταλ­τι­κά και δι­ου­ρη­τι­κά. Γε­νι­κά, τα δι­ου­ρη­τι­κά εν­δεί­κνυν­ται για τα ε­πει­σό­δια της συν­δε­ό­με­νης καρ­δια­κής α­νε­πάρ­κειας, αλ­λά η μα­κρο­πρό­θε­σμη α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά τους δεν εί­ναι γνω­στή.

8.1.6.5.11   ΑΛ­ΛΑ Α­ΝΑ­ΠΝΕΥ­ΣΤΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, σε με­γά­λες δό­σεις, εν­δεί­κνυν­ται για την συμ­πτω­μα­τι­κή α­να­κού­φι­ση των ο­ξέ­ων εκ­δη­λώ­σε­ων ο­ρι­σμέ­νων α­να­πνευ­στι­κών νο­ση­μά­των, ό­πως το συμ­πτω­μα­τι­κό σύν­δρο­μο L­o­e­f­f­l­er που δεν αν­τα­πο­κρί­νε­ται σε άλ­λες θε­ρα­πεί­ες, και η βη­ρυλ­λί­ω­ση. 

Άλ­λα πνευ­μο­νι­κά νο­σή­μα­τα στα ο­ποί­α τα κορ­τι­κο­ει­δή έ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί με δι­ά­φο­ρα α­πο­τε­λέ­σμα­τα εί­ναι :

  • Η λι­πώ­δης εμ­βο­λή (V­an B­e­s­o­uw JP a­nd H­i­n­ds CJ, 1989)
  • Η ο­ξεί­α η­ω­σι­νο­φι­λι­κή πνευ­μο­νί­τι­δα
  • Η πνευ­μο­νι­κή η­ω­σι­νι­φι­λί­α
  • Η δι­ά­χυ­τη κυ­ψε­λι­δι­κή αι­μορ­ρα­γί­α (M­e­t­c­a­lf JP et al, 1994) και
  • Ο πνεύ­μο­νας «χό­κε­ϊ ε­πί πά­γου» («i­ce h­o­c­k­ey») (ο­φει­λό­με­νος σε δη­λη­τη­ρί­α­ση α­πό δι­ο­ξεί­διο του α­ζώ­του).

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή αν­τεν­δεί­κνυν­ται στα μη ε­πι­πλε­κό­με­να χρό­νια α­να­πνευ­στι­κά νο­σή­μα­τα.

8.1.6.6   ΑΙ­ΜΑ­ΤΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, αν και δεν υ­πάρ­χει έν­δει­ξη ό­τι ε­πη­ρε­ά­ζουν την δι­α­δρο­μή ή διά­ρκεια των αι­μα­το­λο­γι­κών νο­ση­μά­των, σε με­γά­λες δό­σεις μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την αι­μορ­ρα­γι­κή τά­ση που α­παν­τά­ται σε δι­ά­φο­ρα νο­σή­μα­τα και να φυ­σι­ο­λο­γι­κο­ποι­ή­σουν τα κύτ­τα­ρα του πε­ρι­φε­ρι­κού αί­μα­τος.

8.1.6.6.1   Ι­ΔΙ­Ο­ΠΑ­ΘΗΣ ΘΡΟΜ­ΒΟ­ΠΕ­ΝΙ­ΚΗ ΠΟΡ­ΦΥ­ΡΑ 

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Σε ε­νή­λι­κες ή παι­διά με μέ­τρια έ­ως σο­βα­ρή ι­δι­ο­πα­θή θρομ­βο­πε­νι­κή πορ­φύ­ρα, τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, η εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­ση α­νο­σο­σφαι­ρι­νών και η σπλη­νε­κτο­μή θε­ω­ρούν­ται πρώ­της γραμ­μής θε­ρα­πεί­ες, α­νά­λο­γα με τον βαθ­μό της αι­μορ­ρα­γί­ας.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ :

Ε­νή­λι­κες και παι­διά με θρομ­βο­πε­νί­α (αι­μο­πε­τά­λια <20-30.000 m3), χω­ρίς σο­βα­ρές εκ­χυ­μώ­σεις ή αι­μορ­ρα­γί­α : Δεν χρει­ά­ζον­ται θε­ρα­πεί­α. Συ­χνά ο α­ριθ­μός των αι­μο­πε­τα­λί­ων ε­πι­στρέ­φει ή πα­ρα­μέ­νει σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ε­πί­πε­δα χω­ρίς κα­μιά θε­ρα­πεί­α και η νό­σος υ­φί­ε­ται αυ­τό­μα­τα, α­κό­μα και με­τά α­πό πολ­λά χρό­νια.

Σο­βα­ρή ο­ξεί­α ή εν­δο­κρα­νια­κή αι­μορ­ρα­γί­α :

  • Α­φαι­μα­ξο­με­ταγ­γί­σεις ή μα­ζι­κές δό­σεις αλ­λο­γε­νών αι­μο­πε­τα­λί­ων
  • Με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη σε με­γά­λες δό­σεις εν­δο­φλέ­βια
  • Εν­δο­φλέ­βι­ες εγ­χύ­σεις α­νο­σο­σφαι­ρί­νης (K­a­r­p­a­t­k­in S, 1997).

X­ρό­νια νό­σος (ε­νή­λι­κες) :

Κορ­τι­κο­ει­δή : Εί­ναι η βά­ση της θε­ρα­πεί­ας (K­a­r­p­a­t­k­in S, 1997).

  • Πρεδ­νι­ζο­λό­νη (ή πρεδ­νι­ζό­νη) 1 mg/kg/24ωρο. Το κορ­τι­κο­ει­δές συ­νε­χί­ζε­ται στη δό­ση αυ­τή μέ­χρις ό­του προ­κύ­ψει αν­τα­πό­κρι­ση (ε­νί­ο­τε λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μί­αν ε­βδο­μά­δα) και με­τά βαθ­μια­ία μει­ώ­νε­ται. Ε­άν δεν υ­πάρ­ξει αν­τα­πό­κρι­ση εν­τός 3 ε­βδο­μά­δων, πρέ­πει προ­ο­δευ­τι­κά να δι­α­κό­πτε­ται.

Πε­ρί­που 70-80% των ε­νη­λί­κων με χρό­νια νό­σο αν­τα­πο­κρί­νε­ται στα κορ­τι­κο­ει­δή, αν και ό­χι πάν­τα ε­παρ­κώς, αλ­λά οι πε­ρισ­σό­τε­ροι υ­πο­τρο­πιά­ζουν με­τά την δι­α­κο­πή τους και μπο­ρεί να χρεια­σθούν μα­κρο­χρό­νια θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή σε δό­σεις συν­τή­ρη­σης, ί­σως η­μέ­ρα παρ΄η­μέ­ρα.

  • Με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη σε με­γά­λες δό­σεις p­er os ή εν­δο­φλέ­βια ε­πί 3-7 η­μέ­ρες (A­k­o­g­lu T et al, 1991). Το σχή­μα αυ­τό έ­χει χρη­σι­μο­ποι­η­θεί και σε παι­διά με ο­ξεί­α νό­σο (A­l­b­a­y­r­ak D et al, 1994).
  • Δε­ξα­με­θα­ζό­νη, σε με­γά­λες δό­σεις εν­δο­φλέ­βια.

Σπλη­νε­κτο­μή, σε α­σθε­νείς με χρό­νια νό­σο και αι­μορ­ρα­γι­κές εκ­δη­λώ­σεις που δεν αν­τα­πο­κρί­νον­ται στις πρώ­της γραμ­μής θε­ρα­πεί­ες.

Χρό­νια νό­σος (παι­διά)

Η χρή­ση των κορ­τι­κο­ει­δών στη νε­α­νι­κή ι­δι­ο­πα­θή θρομ­βο­πε­νι­κή πορ­φύ­ρα εί­ναι αν­τι­κρου­ό­με­νη. Η πρεδ­νι­ζο­λό­νη, σε μι­κρές δό­σεις (0.25 mg/kg/24ωρο), εί­ναι πι­θα­νώς ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή με με­γα­λύ­τε­ρες (E­d­en OB a­nd L­i­l­l­e­y­m­an JS, 1992).Κατ΄άλ­λους, χρει­ά­ζον­ται με­γά­λες δό­σεις πρεδ­νι­ζό­νης (4 mg/kg/24ωρο) ή τα κορ­τι­κο­ει­δή προ­σφέ­ρουν, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, προ­σω­ρι­νό ό­φε­λος στα παι­διά (R­e­id MM, 1995).

Ε­άν τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή προ­βλέ­πε­ται να χο­ρη­γη­θούν για με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα (πά­νω α­πό αρ­κε­τούς μή­νες), πρέ­πει να λαμ­βά­νον­ται υ­πό­ψη άλ­λες θε­ρα­πευ­τι­κές μέ­θο­δοι, ό­πως η σπλη­νε­κτο­μή, ι­δι­αί­τε­ρα σε α­σθε­νείς με ι­δι­ο­πα­θή ή δευ­τε­ρο­πα­θή θρομ­βο­πε­νί­α, ε­πί­κτη­τη (αυ­το­ά­νο­ση) αι­μο­λυ­τι­κή α­ναι­μί­α, ε­ρυ­θρο­βλα­στο­πε­νί­α ή συγ­γε­νή υ­πο­πλα­στι­κή α­ναι­μί­α.

8.1.6.6.2    ΠΟΡ­ΦΥ­ΡΑ H­E­N­O­CH-S­C­H­O­N­L­E­IN

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή προ­λα­βαί­νουν ή δεν ε­πη­ρε­ά­ζουν την νε­φρι­κή προ­σβο­λή.

8.1.6.6.3    Α­ΠΛΑ­ΣΤΙ­ΚΗ Α­ΝΑΙ­ΜΙΑ

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή έ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί ευ­ρέ­ως σε παι­διά με α­πλα­στι­κή α­ναι­μί­α, αλ­λά η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά τους δεν έ­χει α­πο­δει­χθεί.

8.1.6.6.4    ΔΡΕ­ΠΑ­ΝΟ­ΚΥΤ­ΤΑ­ΡΙ­ΚΗ Α­ΝΑΙ­ΜΙΑ

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Η με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη, χο­ρη­γού­με­νη βρα­χυ­χρό­νια σε με­γά­λες εν­δο­φλέ­βι­ες δό­σεις, μπο­ρεί να α­να­κου­φί­σει α­πό τον πό­νο σε παι­διά και ε­νή­λι­κες με κρί­σεις δρε­πα­νο­κυτ­τα­ρι­κής α­ναι­μί­ας (G­r­i­f­f­in TC et al, 1994). Πάν­τως, με­τά την δι­α­κο­πή των κορ­τι­κο­ει­δών, οι υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σες προ­σβο­λές αυ­ξά­νον­ται σε συ­χνό­τη­τα. Σε α­σθε­νείς με δρε­πα­νο­κυτ­τα­ρι­κή α­ναι­μί­α, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν α­κό­μα, ε­κτός των συ­νή­θων ε­πι­πλο­κών τους (π.χ. έ­ξαρ­ση υ­πο­κεί­με­νων λοι­μώ­ξε­ων), να προ­κα­λέ­σουν δρε­πα­νο­κυτ­τα­ρι­κή κρί­ση (H­u­a­ng JC et al, 1994). Η κρί­ση στους α­σθε­νείς αυ­τούς άρ­χι­σε με ι­σχαι­μι­κή νέ­κρω­ση του μυ­ε­λού των ο­στών, ο­δη­γών­τας σε λι­πώ­δη εμ­βο­λή, εγ­κε­φα­λι­κή υ­πο­ξί­α και κώ­μα.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη ΕΦ 15 mg/kg (μέ­γι­στη δό­ση 1.000 mg), ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη με­τά α­πό 24 ώ­ρες.

8.1.6.6.5    ΜΑ­ΚΡΟ­ΣΦΑΙ­ΡΙ­ΝΑΙ­ΜΙΑ W­A­L­D­E­N­S­T­R­OM

Θε­ρα­πεί­α ε­κλο­γής εί­ναι η χλω­ραμ­βου­κί­λη. Δύ­ο α­σθε­νείς αν­θι­στά­με­νοι σε άλ­λες θε­ρα­πεί­ες βελ­τι­ώ­θη­καν με δε­ξα­με­θα­ζό­νη (40 mg/24ωρο X 4 η­μέ­ρες/μή­να) (J­a­ne SM a­nd S­a­l­em HH, 1988).

8.1.6.7    ΚΑ­ΚΟ­Η­ΘΗ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, σε με­γά­λες δό­σεις, χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται μό­να τους ή σαν μέ­ρος δι­ά­φο­ρων χη­μει­ο­θε­ρα­πευ­τι­κών σχη­μά­των για την α­να­κου­φι­στι­κή θε­ρα­πεί­α των νε­ο­πλα­σμα­τι­κών νο­ση­μά­των του λεμ­φι­κού συ­στή­μα­τος (π.χ. λευ­χαι­μί­ες και λεμ­φώ­μα­τα στους ε­νή­λι­κες, ο­ξεί­α λευ­χαι­μί­α στα παι­διά). Στις δό­σεις αυ­τές, σπά­νια προ­σφέ­ρουν ε­πι­πρό­σθε­το ό­φε­λος στη θε­ρα­πεί­α των νε­ο­πλα­σμα­τι­κών νο­ση­μά­των και αυ­ξά­νουν ση­μαν­τι­κά τις ε­πι­πλο­κές, αλ­λά εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά ό­ταν χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται σε συν­δυα­σμό με κυτ­τα­ρο­στα­τι­κά και άλ­λα α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά φάρ­μα­κα. Στα κα­κο­ή­θη νο­σή­μα­τα, τα κορ­τι­κο­ει­δή α­να­κου­φί­ζουν α­πό τον πό­νο, την συμ­πί­ε­ση νεύ­ρων ή την αυ­ξη­μέ­νη εν­δο­κρα­νια­κή πί­ε­ση και την δύ­σπνοι­α, πε­ρι­ο­ρί­ζουν τις συλ­λο­γές,  την υ­πε­ρα­σβε­στι­αι­μί­α, τους ε­μέ­τους και την ναυ­τί­α που συ­νο­δεύ­ουν την θε­ρα­πεί­α με αν­τι­νε­ο­πλα­σμα­τι­κούς πα­ρά­γον­τες ή την φλεγ­μο­νή που α­κο­λου­θεί την α­κτι­νο­θε­ρα­πεί­α και βελ­τι­ώ­νουν την ό­ρε­ξη και την ψυ­χι­κή δι­ά­θε­ση του α­σθε­νούς (T­w­y­c­r­o­ss R, 1994).

8.1.6.7.1    ΛΕΥ­ΧΑΙ­ΜΙΑ-ΝΟ­ΣΟΣ H­O­D­G­K­IN

Στους ε­νή­λι­κες, η ο­ξεί­α και η χρό­νια λεμ­φο­κυτ­τα­ρι­κή λευ­χαι­μί­α και η νό­σος H­o­d­g­k­in αν­τα­πο­κρί­νον­ται κα­λά σε θε­ρα­πευ­τι­κά σχή­μα­τα που πε­ρι­λαμ­βά­νουν έ­να γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δές (συ­νή­θως πρεδ­νι­ζό­νη ή πρεδ­νι­ζο­λό­νη). Η ο­ξεί­α μυ­ο­ε­λο­βλα­στι­κή λευ­χαι­μί­α, το λεμ­φο­σάρ­κω­μα και η βλα­στι­κή κρί­ση της χρό­νιας μυ­ε­λο­κυτ­τα­ρι­κής λευ­χαι­μί­ας μπο­ρεί να μην αν­τα­πο­κρι­θούν ή υ­πο­τρο­πιά­ζουν με­τά την δι­α­κο­πή της θε­ρα­πεί­ας με κορ­τι­κο­ει­δή.

8.1.6.7.2    ΚΑΡ­ΚΙ­ΝΟΣ ΜΑ­ΣΤΟΥ

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, σε μέ­τρι­ες δό­σεις, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν ύ­φε­ση στο 15% πε­ρί­που των γυ­ναι­κών με καρ­κί­νο του μα­στού. Ε­πει­δή μό­να τους δεν εί­ναι ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά με άλ­λους πα­ρά­γον­τες (π.χ. κυτ­τα­ρο­το­ξι­κοί πα­ρά­γον­τες, ορ­μό­νες, αν­τι­οι­στρο­γό­να), η χρή­ση τους πρέ­πει να ε­πι­φυ­λάσ­σε­ται για πε­ρι­πτώ­σεις μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες σε άλ­λες θε­ρα­πεί­ες.

8.1.6.7.3    ΚΑΡ­ΚΙ­ΝΟΣ ΠΡΟ­ΣΤΑ­ΤΗ

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή (π.χ. πρεδ­νι­ζό­νη) έ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί μό­να τους ή σαν μέ­ρος δι­ά­φο­ρων χη­μει­ο­θε­ρα­πευ­τι­κών σχη­μά­των για την α­να­κού­φι­ση του προ­χω­ρη­μέ­νου συμ­πτω­μα­τι­κού (π.χ. ε­πώ­δυ­νου), αν­θι­στά­με­νου στην ορ­μο­νο­θε­ρα­πεί­α, καρ­κί­νου του προ­στά­τη. Η προ­σθή­κη ε­νός αν­τι­νε­ο­πλα­σμα­τι­κού πα­ρά­γον­τα (π.χ. μι­το­ξαν­τρό­νης) στη θε­ρα­πεί­α με γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή α­να­κου­φί­ζει α­πό τον πό­νο πε­ρισ­σό­τε­ρο και για με­γα­λύ­τε­ρο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα α­πό τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή μό­να τους. 

8.1.6.8   ΚΑΡ­ΔΙ­ΑΓ­ΓΕΙΑ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

8.1.6.8.1   ΣΗ­ΠΤΙ­ΚΗ ΚΑ­ΤΑ­ΠΛΗ­ΞΙΑ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : Φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα των κορ­τι­κο­ει­δών στις σο­βα­ρές λοι­μώ­ξεις (με/ή χω­ρίς κα­τα­πλη­ξί­α) εί­ναι αμ­φι­λε­γό­με­νη.

  • Σε πει­ρα­μα­τό­ζω­α, τα κορ­τι­κο­ει­δή, σε με­γά­λες δό­σεις, προ­φυ­λάσ­σουν έ­ναν­τι των δρά­σε­ων της βα­κτη­ρι­δια­κής εν­δο­το­ξί­νης (K­a­ss EH, 1984).
  • Σε α­σθε­νείς με κα­τε­χο­λα­μι­νο-ε­ξαρ­τώ­με­νη ση­πτι­κή κα­τα­πλη­ξί­α, η υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη μπο­ρεί να α­να­κου­φί­σει α­πό τα συμ­πτώ­μα­τα της συ­στη­μα­τι­κής φλεγ­μο­νώ­δους α­πάν­τη­σης, να πε­ρι­ο­ρί­σει την διά­ρκεια της κα­τα­πλη­ξί­ας και να βελ­τι­ώ­σει την αι­μο­δυ­να­μι­κή και την ε­πι­βί­ω­ση
  • Οι εγ­χύ­σεις υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης πε­ρι­ο­ρί­ζουν την διά­ρκεια της αγ­γει­ο­συ­σταλ­τι­κής θε­ρα­πεί­ας και ε­πι­τα­χύ­νουν την ύ­φε­ση της δυσ­λει­τουρ­γί­ας των ορ­γά­νων που συ­νο­δεύ­ει ση­ψαι­μί­α (B­r­i­e­g­el J et al, 1999).

Κατ΄ άλ­λους :

  • Η βρα­χυ­χρό­νια θε­ρα­πεί­α με με­γά­λες δό­σεις με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης (30 mg/kg) δεν ε­λατ­τώ­νει την θνη­τό­τη­τα σε α­σθε­νείς με σο­βα­ρή ση­ψαι­μί­α ή ση­πτι­κή κα­τα­πλη­ξί­α (P­u­t­t­e­r­m­an C, 1989)
  • Σε ο­ρι­σμέ­νους α­σθε­νείς, ι­δι­αί­τε­ρα με νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια (συγ­κεν­τρώ­σεις κρε­α­τι­νί­νης ο­ρού >2 mg/ dL), δευ­τε­ρο­γε­νείς λοι­μώ­ξεις ή σύν­δρο­μο α­να­πνευ­στι­κής α­νε­πάρ­κειας, τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν α­να­στρέ­φουν την κα­τα­πλη­ξί­α και συν­δέ­ον­ται με αυ­ξη­μέ­νη συ­χνό­τη­τα κα­τα­πλη­ξί­ας και θνη­τό­τη­τας (B­o­ne RC et al, 1987; B­r­i­e­g­el J et al, 1999).

Για τους λό­γους αυ­τούς, η θε­ρα­πεί­α με με­γά­λες δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών δεν συ­νι­στά­ται στη θε­ρα­πεί­α της G­r­am (­-) ση­ψαι­μί­ας ή της ση­πτι­κής κα­τα­πλη­ξί­ας (R­a­c­k­ow EC a­nd A­s­t­iz ME, 1991). Πάν­τως, μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν συμ­πλη­ρω­μα­τι­κά μι­κρές δό­σεις δε­ξα­με­θα­ζό­νης σε α­σθε­νείς με υ­πο­ψί­α φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κής α­νε­πάρ­κειας. Η δι­α­πί­στω­ση της φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κής α­νε­πάρ­κειας μπο­ρεί να γί­νει με την βρα­χεί­α δο­κι­μα­σί­α δι­έ­γερ­σης με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη, δε­δο­μέ­νου ό­τι δεν ε­πη­ρε­ά­ζει την μέ­τρη­ση της κορ­τι­ζό­λης. Οι α­σθε­νείς με ση­πτι­κή κα­τα­πλη­ξί­α που έ­χουν μι­κρή αν­τα­πό­κρι­ση στην κορ­τι­ζό­λη στη δο­κι­μα­σί­α αυ­τή έ­χουν αυ­ξη­μέ­νη θνη­τό­τη­τα (S­o­ni A et al, 1995).

Ε­άν υ­πάρ­χει υ­πο­ψί­α φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κής α­νε­πάρ­κειας σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με ε­ξω­γε­νή στε­ρο­ει­δή ή αν­θι­στά­με­νους στη θε­ρα­πεί­α α­πο­κα­τά­στα­σης πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται εμ­πει­ρι­κά δε­ξα­με­θα­ζό­νη μέ­χρις ό­του έλ­θουν τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της δο­κι­μα­σί­ας δι­έ­γερ­σης με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη.

ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Το κα­τάλ­λη­λο θε­ρα­πευ­τι­κό σχή­μα με κορ­τι­κο­ει­δή στη ση­ψαι­μί­α και την ση­πτι­κή κα­τα­πλη­ξί­α δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί. Τα κορ­τι­κο­ει­δή έ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί σε με­γά­λες δό­σεις, π.χ. να­τρι­ο­η­λε­κτρι­κή με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη 30 mg/kg (4 εν­δο­φλέ­βι­ες εγ­χύ­σεις) 2 ώ­ρες με­τά την δι­ά­γνω­ση (B­o­ne RC et al, 1987) ή σε δι­ά­στη­μα 15 λε­πτών, α­κο­λου­θού­με­νη α­πό 5 mg/kg/ώ­ρα ε­πί 9 ώ­ρες. 

Σύμ­φω­να με νε­ό­τε­ρες α­πό­ψεις, μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν σε μι­κρό­τε­ρες δό­σεις (B­o­l­l­a­e­rt PE et al, 1998; B­r­i­e­g­el J et al, 1999), οι ο­ποί­ες έ­χουν προσ­δι­ο­ρι­σθεί με βά­ση την μέ­γι­στη πο­σό­τη­τα κορ­τι­ζό­λης που εκ­κρί­νε­ται με­τά α­πό με­γά­λες χει­ρουρ­γι­κές ε­πεμ­βά­σεις (300 mg υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης/24ωρο, κα­τά μέ­σον ό­ρο). Οι δό­σεις αυ­τές αρ­κούν για την αν­τι­με­τώ­πι­ση της α­νε­πάρ­κειας του φλοι­ού των ε­πι­νε­φρι­δί­ων σε πε­ρι­ό­δους s­t­r­e­ss.

Δο­σο­λο­γι­κά σχή­μα­τα : 

  • Υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη 100 mg ΕΦ 3 φο­ρές η­με­ρη­σί­ως Χ 5 η­μέ­ρες (B­o­l­l­a­e­rt PE et al, 1998)
  • Υ­δρο­κορ­τι­ζό­νη 100 mg ΕΦ σε δι­ά­στη­μα 30’, α­κο­λου­θού­με­νη α­πό συ­νε­χή έγ­χυ­ση 0.18 mg kg/ώ­ρα (B­r­i­e­g­el J et al, 1999). Με­τά την α­νά­νη­ψη του α­σθε­νούς, η δό­ση της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης μει­ώ­νε­ται σε 0.08 mg/kg/ώ­ρα και χο­ρη­γεί­ται στο ύ­ψος αυ­τό συ­νε­χώς ε­πί 6 η­μέ­ρες. Με­τά την θε­ρα­πεί­α της υ­πο­κεί­με­νης λοί­μω­ξης ή ε­άν οι συγ­κεν­τρώ­σεις του να­τρί­ου στον ο­ρό αυ­ξη­θούν >155 m­m­ol/L, η δό­ση της υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης μει­ώ­νε­ται κα­τά 24 mg/24ωρο. 

8.1.6.8.2    ΣΥΝ­ΔΡΟ­ΜΟ ΤΟ­ΞΙ­ΚΗΣ ΚΑ­ΤΑ­ΠΛΗ­ΞΙΑΣ (T­O­X­IC S­H­O­CK S­Y­N­D­R­O­ME) 

Σύμφωνα με αναδρομική, μη ελεγχόμενη, μελέτη, τα κορτικοειδή (συνήθως η μεθυλπρεδνι­ζολόνη) μπορεί να βελτιώσουν τους ασθενείς με σύνδρομο τοξικής καταπληξίας εάν χορηγη­θούν στη διάρκεια των πρώτων ημερών της νόσου (Todd JK et al, 1984).

8.1.6.8.3    ΠΕΡΙΚΑΡΔΙΤΙΔΑ

Τα συ­στη­μα­τι­κά χο­ρη­γού­με­να γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή ε­λατ­τώ­νουν τον πό­νο, τον πυ­ρε­τό και την φλεγ­μο­νή της πε­ρι­καρ­δί­τι­δας, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της συν­δε­ό­με­νης με μυ­ο­καρ­δια­κό έμ­φρα­κτο, αλ­λά μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν λέ­πτυν­ση της α­να­πτυσ­σό­με­νης ου­λής και ρή­ξη του μυ­ο­καρ­δί­ου, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να α­πο­φεύ­γον­ται.

8.1.6.9   ΓΑ­ΣΤΡΕΝ­ΤΕ­ΡΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, σε μέ­τρι­ες έ­ως με­γά­λες δό­σεις, μπο­ρεί να α­να­κου­φί­σουν βρα­χυ­πρό­θε­σμα α­πό τις ο­ξεί­ες ε­ξάρ­σεις και τις συ­στη­μα­τι­κές ε­πι­πλο­κές της ελ­κώ­δους κο­λί­τι­δας, της τμη­μα­τι­κής εν­τε­ρί­τι­δας και της κοι­λι­ο­κά­κης. Πάν­τως, αν­τεν­δεί­κνυν­ται σε πε­ρι­πτώ­σεις ε­πι­κεί­με­νης δι­ά­τρη­σης, α­πο­στή­μα­τος ή άλ­λων πυ­ο­γε­νών λοι­μώ­ξε­ων. Στην ο­ξεί­α ελ­κώ­δη κο­λί­τι­δα μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν και συ­στη­μα­τι­κά και το­πι­κά (σε υ­πο­κλυ­σμούς α­πό το ορ­θό).

Στα χρό­νια γα­στρεν­τε­ρι­κά νο­σή­μα­τα (ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα, κοι­λι­ο­κά­κη) σπά­νια εν­δεί­κνυν­ται σαν θε­ρα­πεί­α συν­τή­ρη­σης, δε­δο­μέ­νου ό­τι δεν προ­λα­βαί­νουν τις υ­πο­τρο­πές και, σε μα­κρο­χρό­νια χο­ρή­γη­ση, συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό σο­βα­ρές ε­πι­πλο­κές (γα­στρεν­τε­ρι­κή αι­μορ­ρα­γί­α, κα­κο­ή­θης υ­πέρ­τα­ση). Πάν­τως, σε πε­ρι­πτώ­σεις μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες στη συ­νή­θη θε­ρα­πεί­α την εν­δει­κνυ­ό­με­νη για χρό­νι­ες κα­τα­στά­σεις, μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν σε μι­κρές δό­σεις σε συν­δυα­σμό με άλ­λη υ­πο­στη­ρι­κτι­κή α­γω­γή.

8.1.6.9.1   ΦΛΕΓ­ΜΟ­ΝΩ­ΔΕΙΣ ΕΝ­ΤΕ­ΡΟ­ΠΑ­ΘΕΙ­ΕΣ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή, ό­πως και τα α­μι­νο­σα­λι­κυ­λι­κά, εί­ναι η βά­ση της θε­ρα­πεί­ας της ε­νερ­γού ελ­κώ­δους κο­λί­τι­δας και της νό­σου του C­r­o­hn. Σε α­σθε­νείς με μέ­τρια ή σο­βα­ρή ο­ξεί­α νό­σο, τα συ­στη­μα­τι­κά κορ­τι­κο­ει­δή εν­δεί­κνυν­ται για αρ­χι­κή θε­ρα­πεί­α p­er os ή, σε βα­ρύ­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις, εν­δο­φλέ­βια. Αρ­χι­κά χο­ρη­γούν­ται σε με­γά­λες δό­σεις και βαθ­μια­ία μει­ώ­νον­ται ό­σο η νό­σος βελ­τι­ώ­νε­ται.

Πτω­χά α­πορ­ρο­φού­με­να ή τα­χέ­ως με­τα­βο­λι­ζό­με­να σκευ­ά­σμα­τα, ό­πως η μπε­κλο­με­θα­ζό­νη, η μπουν­τε­σο­νί­δη, η φλου­τι­κα­ζό­νη και η τι­ξο­κορ­το­λό­λη, μπο­ρεί να προ­κα­λούν το­πι­κή βελ­τί­ω­ση χω­ρίς συ­στη­μα­τι­κές ε­πι­πλο­κές. Ε­άν η νό­σος εν­το­πί­ζε­ται στο πε­ρι­φε­ρι­κό κό­λον ή το ορ­θό, μπο­ρεί να γί­νει το­πι­κή θε­ρα­πεί­α με υ­πό­θε­τα ή υ­πο­κλυ­σμούς κορ­τι­κο­ει­δών ή με­σα­λα­ζί­νη.

8.1.6.9.2    ΠΑΓ­ΚΡΕ­Α­ΤΙ­ΤΙ­ΔΑ

Στην παγ­κρε­α­τί­τι­δα τα κορ­τι­κο­ει­δή γε­νι­κά αν­τεν­δεί­κνυν­ται, αν και βελ­τί­ω­σαν 2 α­σθε­νείς με ο­ξέ­α ε­πει­σό­δια παγ­κρε­α­τί­τι­δας ο­φει­λό­με­νης σε σαρ­κο­εί­δω­ση (M­c­C­o­r­m­i­ck PA et al, 1985). 

8.1.6.10   Η­ΠΑ­ΤΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ

8.1.6.10.1   Ο­ΞΕΙΑ Ι­Ο­ΓΕ­ΝΗΣ Η­ΠΑ­ΤΙ­ΤΙ­ΔΑ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν, αν και σπά­νια, να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν στη θε­ρα­πεί­α της, δε­δο­μέ­νου ό­τι η ι­ο­γε­νής η­πα­τί­τι­δα εί­ναι συ­νή­θως κα­λο­ή­θης και αυ­το­πε­ρι­ο­ρι­ζό­με­νη.

 Κατ΄άλ­λους : 

  • Δεν βελ­τι­ώ­νουν την συ­χνό­τη­τα της ε­πι­βί­ω­σης σε α­σθε­νείς με κε­ραυ­νο­βό­λο η­πα­τι­κή νέ­κρω­ση και πρέ­πει να α­πο­φεύ­γον­ται σ΄ό­λους σχε­δόν τους α­σθε­νείς με η­πα­τί­τι­δα Α (C­a­r­ey WP a­nd P­a­t­el G, 1992).
  • Δεν ε­πι­βρα­δύ­νουν την δι­α­δρο­μή και δεν βο­η­θούν στην ί­α­ση της ο­ξεί­ας ι­ο­γε­νούς η­πα­τί­τι­δας, αλ­λά μπο­ρεί να την πα­ρα­τεί­νουν, να αυ­ξή­σουν την συ­χνό­τη­τα των υ­πο­τρο­πών και να ε­πι­δει­νώ­σουν την χρο­νι­ό­τη­τα της η­πα­τι­κής νό­σου (G­r­e­g­o­ry PB et al, 1976).
  • Δεν εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά σε κε­ραυ­νο­βό­λες πε­ρι­πτώ­σεις απ΄ ό,τι σε ή­πι­ες, γι΄αυ­τό και δεν εν­δεί­κνυν­ται στην ο­ξεί­α ι­ο­γε­νή η­πα­τί­τι­δα, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την βα­ρύ­τη­τά της.

8.1.6.10.2   ΧΡΟ­ΝΙΑ Η­ΠΑ­ΤΙ­ΤΙ­ΔΑ ΣΥΝ­ΔΕ­Ο­ΜΕ­ΝΗ ΜΕ Ι­Ο­ΓΕ­ΝΗ Η­ΠΑ­ΤΙ­ΤΙ­ΔΑ Β (H­BV)

  • Μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν την α­να­πα­ρα­γω­γή του ι­ού, τις εν­ζυ­μι­κές δι­α­τα­ρα­χές και τους τίτ­λους του ε­πι­φα­νεια­κού αν­τι­γό­νου της η­πα­τί­τι­δας Β και του H­B­e­Ag και τα σω­μα­τί­δια D­a­ne
  • Δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα και συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό αυ­ξη­μέ­νη θνη­τό­τη­τα, συγ­κρι­τι­κά με p­l­a­c­e­bo (L­am KC et al, 1981). Η πι­θα­νό­τη­τα η­πα­τι­κής βλά­βης αυ­ξά­νε­ται ό­ταν η θε­ρα­πεί­α πα­ρα­τεί­νε­ται (Di B­i­s­c­e­g­l­ie AM a­nd H­o­o­f­n­a­g­le JH, 1989).
  • Δεν θε­ρα­πεύ­ουν την λοί­μω­ξη α­πό H­BV και μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν α­πει­λη­τι­κές για την ζω­ή ε­ξάρ­σεις και α­να­ζω­πύ­ρω­ση της η­πα­τί­τι­δας (A­a­ch RD, 1988).

Για τους λό­γους αυ­τούς, τα κορ­τι­κο­ει­δή μό­να τους δεν συ­νι­στών­ται στη θε­ρα­πεί­α της χρό­νιας ι­ο­γε­νούς η­πα­τί­τι­δας Β.

8.1.6.10.3   ΧΡΟ­ΝΙΑ Η­ΠΑ­ΤΙ­ΤΙ­ΔΑ ΣΥΝ­ΔΕ­Ο­ΜΕ­ΝΗ ΜΕ Ι­Ο­ΓΕ­ΝΗ Η­ΠΑ­ΤΙ­ΤΙ­ΔΑ C

Τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα.

8.1.6.10.4   ΑΥ­ΤΟ­Α­ΝΟ­ΣΗ Η­ΠΑ­ΤΙ­ΤΙ­ΔΑ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά στην αυ­το­ά­νο­ση η­πα­τί­τι­δα (E­l­l­e­tt ML, 2000) και τους τύ­πους της (B­e­l­l­a­ry S et al, 1995). Οι δι­ά­φο­ροι τύ­ποι της αυ­το­ά­νο­σης η­πα­τί­τι­δας χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται α­πό εκ­δη­λώ­σεις συν­δε­ό­με­νες τό­σο με την βα­σι­κή νό­σο, ό­σο και με άλ­λους τύ­πους χρό­νιας η­πα­τι­κής νό­σου (σύν­δρο­μα ε­πι­κά­λυ­ψης) ή α­σύμ­βα­τες με τα κρι­τή­ρια της αυ­το­ά­νο­σης η­πα­τί­τι­δας.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΑ ΣΧΗ­ΜΑ­ΤΑ ΜΕ ΚΟΡ­ΤΙ­ΚΟ­ΕΙ­ΔΗ ΣΤΟΥΣ ΤΥ­ΠΟΥΣ ΤΗΣ ΑΥ­ΤΟ­Α­ΝΟ­ΣΗΣ Η­ΠΑ­ΤΙ­ΤΙ­ΔΑΣ

Αυ­το­ά­νο­ση η­πα­τί­τι­δα και πρω­το­πα­θής χο­λι­κή κίρ­ρω­ση :

  • Πρεδ­νι­ζό­νη 20 mg/24ωρο Χ 3-6 μή­νες
  • Ουρ­σο­δε­ο­ξυ­χο­λι­κό ο­ξύ 13-15 mg/kg/24ωρο Χ 3-6 μή­νες, ε­άν η πρεδ­νι­ζό­νη δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα

Αυ­το­ά­νο­ση η­πα­τί­τι­δα και πρω­το­πα­θής σκλη­ρυν­τι­κή χο­λαγ­γει­ί­τι­δα :

  • Πρεδ­νι­ζό­νη 20 mg/24ωρο Χ 3-6 μή­νες, ε­άν ε­πι­κρα­τεί η αυ­το­ά­νο­ση νό­σος
  • Ουρ­σο­δε­ο­ξυ­χο­λι­κό ο­ξύ 13-15 mg/kg/24ωρο Χ 3-6 μή­νες, ε­άν η πρεδ­νι­ζό­νη δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα

Αυ­το­ά­νο­ση η­πα­τί­τι­δα και χρό­νια ι­ο­γε­νής η­πα­τί­τι­δα :

  • Πρεδ­νι­ζό­νη 10 ή 20 mg/24ωρο + α­ζα­θει­ο­πρί­νη 50 mg/24ωρο Χ 3-6 μή­νες (ε­άν κυ­ρια­ρχεί η αυ­το­ά­νο­ση νό­σος)
  • Α­να­συν­δυ­α­σμέ­νη FN 3.000.000 μο­νά­δες 3 φο­ρές η­με­ρη­σί­ως Χ 6 μή­νες (ε­άν κυ­ρια­ρχεί η ι­ο­γε­νής νό­σος)

Αυ­το­ά­νο­ση χο­λαγ­γει­ί­τι­δα :

  • Πρεδ­νι­ζό­νη 20 mg/24ωρο Χ 3-6 μή­νες
  • Ουρ­σο­δε­ο­ξυ­χο­λι­κό ο­ξύ 13-15 mg/24ωρο Χ 3-6 μή­νες, ε­άν η πρεδ­νι­ζό­νη δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα

Κρυ­πτο­γε­νι­κή χρό­νια η­πα­τί­τι­δα : 

  • Πρεδ­νι­ζό­νη 10 ή 20 mg/24ωρο + α­ζα­θει­ο­πρί­νη 50 mg/24ωρο, μέ­χρις ό­του προ­κύ­ψει ύ­φε­ση, θε­ρα­πευ­τι­κή α­πο­τυ­χί­α, φαρ­μα­κευ­τι­κή το­ξι­κό­τη­τα ή μέ­γι­στη αν­τα­πό­κρι­ση.

8.1.6.10.5   Ο­ΞΕΙΑ Η­ΠΑ­ΤΙ­ΚΗ Α­ΝΕ­ΠΑΡ­ΚΕΙΑ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν φαί­νε­ται να έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα (C­a­r­a­c­e­ni P a­nd V­an T­h­i­el DH, 1995).

8.1.6.10.6   ΠΡΩ­ΤΟ­ΠΑ­ΘΗΣ ΧΟ­ΛΙ­ΚΗ ΚΙΡ­ΡΩ­ΣΗ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή αν­τεν­δεί­κνυν­ται, για­τί μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν έ­ξαρ­ση της ο­στι­κής νό­σου.

8.1.6.10.7   ΣΚΛΗ­ΡΥΝ­ΤΙ­ΚΗ ΧΟ­ΛΑΓ­ΓΕΙ­Ι­ΤΙ­ΔΑ

Μπο­ρεί να βελ­τι­ω­θεί με τα κορ­τι­κο­ει­δή (L­i­n­d­or KD et al, 1990).

8.1.6.10.8   ΑΥ­ΤΟ­Α­ΝΟ­ΣΗ ΧΟ­ΛΑΓ­ΓΕΙ­Ι­ΤΙ­ΔΑ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή και το ουρ­σο­δε­ο­ξυ­χο­λι­κό ο­ξύ εί­ναι οι θε­ρα­πευ­τι­κές ε­πι­λο­γές για την αυ­το­ά­νο­ση χο­λαγ­γει­ί­τι­δα.

8.1.6.10.9   ΑΛ­ΚΟ­Ο­ΛΙ­ΚΗ Η­ΠΑ­ΤΙ­ΚΗ ΝΟ­ΣΟΣ ΜΕ Η­ΠΑ­ΤΙ­ΚΗ ΕΓ­ΚΕ­ΦΑ­ΛΟ­ΠΑ­ΘΕΙΑ

Εί­ναι αμ­φι­λε­γό­με­νο κα­τά πό­σον τα συ­στη­μα­τι­κά χο­ρη­γού­με­να κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να έ­χουν ό­φε­λος. Σε α­σθε­νείς με αλ­κο­ο­λι­κή κίρ­ρω­ση και η­πα­τι­κή εγ­κε­φα­λο­πά­θεια μει­ώ­νουν την θνη­τό­τη­τα, αλ­λά δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα σε άν­δρες με μη αλ­κο­ο­λι­κή κίρ­ρω­ση του ή­πα­τος. Α­κό­μα, αυ­ξά­νουν την συ­χνό­τη­τα της ε­πι­βί­ω­σης σε γυ­ναί­κες με μη αλ­κο­ο­λι­κή η­πα­τί­τι­δα, αλ­λά χω­ρίς α­σκί­τη.

8.1.6.10.10   ΧΡΟ­ΝΙΑ Ε­ΝΕΡ­ΓΟΣ Η­ΠΑ­ΤΙ­ΤΙ­ΔΑ

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται ευ­ρέ­ως σε α­σθε­νείς με αυ­το­ά­νο­ση η­πα­τί­τι­δα. Η κα­θη­με­ρι­νή δό­ση συν­τή­ρη­σης φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή α­πό την η­μέ­ρα παρ΄η­μέ­ρα χο­ρή­γη­ση.

Οι α­σθε­νείς που αν­τα­πο­κρί­νον­ται στα κορ­τι­κο­ει­δή (ό­πως φαί­νε­ται α­πό την ε­πά­νο­δο της S­G­OT στα φυ­σι­ο­λο­γι­κά ή σχε­δόν φυ­σι­ο­λο­γι­κά ε­πί­πε­δα και την βελ­τί­ω­ση των φλεγ­μο­νω­δών η­πα­τι­κών αλ­λοι­ώ­σε­ων στη βι­ο­ψί­α) συ­νή­θως χρει­ά­ζον­ται μα­κρο­χρό­νια θε­ρα­πεί­α. Η νό­σος, αν και ε­νί­ο­τε πα­ρα­μέ­νει σε ύ­φε­ση ε­πί μή­νες ή χρό­νια με­τά την δι­α­κο­πή των κορ­τι­κο­ει­δών, συ­νή­θως υ­πο­τρο­πιά­ζει και χρει­ά­ζε­ται εκ νέ­ου θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή (K­r­a­w­i­tt EL, 1996).

ΑΛ­ΛΑ ΦΑΡ­ΜΑ­ΚΑ :

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη : Ο συν­δυα­σμός της με κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι του­λά­χι­στον ε­ξί­σου ή πε­ρισ­σό­τε­ρο (G­i­u­s­ti G et al, 1984) α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή μό­να τους, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει και να δι­α­τη­ρή­σει (S­t­e­l­l­on AJ et al, 1985) την ύ­φε­ση και ε­πι­τρέ­πει την μεί­ω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών σε α­σθε­νείς που χρει­ά­ζον­ται μα­κρο­χρό­νια θε­ρα­πεί­α (K­r­a­w­i­tt EL, 1996).

Κυ­κλο­σπο­ρί­νη : Σε α­σθε­νείς ευ­αί­σθη­τους στην α­ζα­θει­ο­πρί­νη, στους ο­ποί­ους η πρεδ­νι­ζό­νη μό­νη της δεν εί­ναι ι­κα­νή να θέ­σει υ­πό έ­λεγ­χο την νό­σο και συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό σο­βα­ρές ε­πι­πλο­κές, η κυ­κλο­σπο­ρί­νη προ­κα­λεί ση­μαν­τι­κή βελ­τί­ω­ση και ε­πι­τρέ­πει την μεί­ω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών σε α­νε­κτά ε­πί­πε­δα (M­i­s­t­i­l­is SP et al, 1985).

Κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη (M­e­y­er z­um B­u­s­c­h­e­n­f­e­l­de KH a­nd L­o­h­se AW, 1995)

Ta­c­r­o­l­i­m­us.

D-πε­νι­κιλ­λα­μί­νη : Μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί ε­ναλ­λα­κτι­κά στη μα­κρο­χρό­νια θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή σε δό­σεις συν­τή­ρη­σης. Η δό­ση της μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά σε ε­πί­πε­δα συν­τή­ρη­σης σε δι­ά­στη­μα αρ­κε­τών ε­βδο­μά­δων, ό­σο μει­ώ­νε­ται η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη/πρεδ­νι­ζο­λό­νη ≥20-30 mg/24ωρο, η ο­ποί­α μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά σε δι­ά­στη­μα αρ­κε­τών μη­νών στο ε­λά­χι­στο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό ύ­ψος.

8.1.6.11   ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ ΝΕΥ­ΡΙ­ΚΟΥ – ΜΥΙ­ΚΟΥ ΣΥ­ΣΤΗ­ΜΑ­ΤΟΣ

8.1.6.11.1   ΟΙ­ΔΗ­ΜΑ ΕΓ­ΚΕ­ΦΑ­ΛΟΥ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ :

  • Εγ­κε­φα­λι­κό οί­δη­μα ο­φει­λό­με­νο σε κα­κο­ή­θη νο­σή­μα­τα (κυ­ρί­ως η δε­ξα­με­θα­ζό­νη) ή νο­σή­μα­τα με­γά­λου υ­ψο­μέ­τρου.
  • Αύ­ξη­ση εν­δο­κρα­νια­κής πί­ε­σης ο­φει­λό­με­νη σε κρα­νια­κές κα­κώ­σεις ή εγ­κε­φα­λι­κό ε­πει­σό­διο.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή, χο­ρη­γού­με­να πα­ρεν­τε­ρι­κά σε με­γά­λες δό­σεις, πε­ρι­ο­ρί­ζουν το εγ­κε­φα­λι­κό οί­δη­μα το ο­φει­λό­με­νο σε όγ­κους του εγ­κε­φά­λου, κρα­νι­ο­εγ­κε­φα­λι­κές κα­κώ­σεις ή νευ­ρο­χει­ρουρ­γι­κές ε­πεμ­βά­σεις. Το οί­δη­μα το ο­φει­λό­με­νο σε α­πο­στή­μα­τα του εγ­κε­φά­λου αν­τα­πο­κρί­νε­ται λι­γό­τε­ρο α­πό το προ­κα­λού­με­νο α­πό όγ­κους του εγ­κε­φά­λου. Προ­τι­μών­ται γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή με ε­λά­χι­στη α­λα­το­κορ­τι­κο­ει­δή δρά­ση. Πάν­τως, τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν φαί­νε­ται να βελ­τι­ώ­νουν την έκ­βα­ση της νευ­ρο­λο­γι­κής προ­σβο­λής και την ε­πι­βί­ω­ση, γι΄ αυ­τό και δεν θε­ω­ρούν­ται χρή­σι­μα στις κρα­νια­κές κα­κώ­σεις ή τα εγ­κε­φα­λι­κά ε­πει­σό­δια και οι ε­πι­πλο­κές τους υ­περ­φα­λαγ­γί­ζουν τα ο­φέ­λη τους (W­o­s­t­er PS a­nd Le B­l­a­nc KL, 1990; J­e­e­v­a­r­a­t­n­am DR a­nd M­e­n­on DK, 1996).

8.1.6.11.2   Α­ΠΟ­ΣΤΗ­ΜΑ ΕΓ­ΚΕ­ΦΑ­ΛΟΥ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή, ό­πως και τα ω­σμω­τι­κά δι­ου­ρη­τι­κά, μπο­ρούν να ε­λατ­τώ­σουν την αυ­ξη­μέ­νη εν­δο­κρα­νια­κή πί­ε­ση και το οί­δη­μα που συ­νο­δεύ­ουν το α­πό­στη­μα του εγ­κε­φά­λου. Πάν­τως, μπο­ρεί να δυ­σχε­ρά­νουν την α­ξο­νο­το­μο­γρα­φι­κή δι­ά­γνω­ση του α­πο­στή­μα­τος του εγ­κε­φά­λου, να πε­ρι­ο­ρί­σουν την είσ­δυ­ση των αν­τι­μι­κρο­βια­κών φαρ­μά­κων στο α­πό­στη­μα και να κα­θυ­στε­ρή­σουν την εγ­κύ­στω­σή του (S­t­r­o­h­e­c­k­er J et al, 1985). Για τους λό­γους αυ­τούς, δεν συ­νι­στών­ται σαν φάρ­μα­κα ρου­τί­νας σε ό­λους τους α­σθε­νείς με α­πό­στη­μα του εγ­κε­φά­λου (M­a­m­p­a­l­am TJ a­nd R­o­s­e­n­b­l­um ML, 1988), αλ­λά μό­νο για την ε­λάτ­τω­ση της εν­δο­κρα­νια­κής πί­ε­σης. Η κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­α πρέ­πει να δια­ρκεί ό­σο το δυ­να­τόν λι­γό­τε­ρο.

8.1.6.11.3   ΒΑ­ΡΙΑ ΜΥ­Α­ΣΘΕ­ΝΕΙΑ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ

  • Με­ρι­κή αν­τα­πό­κρι­ση στους α­να­στο­λείς της χο­λι­νε­στε­ρά­σης
  • Βα­ριά νό­σος (πριν α­πό την θυ­με­κτο­μή ή α­νε­παρ­κής βελ­τί­ω­ση με­τά α­πό θυ­με­κτο­μή)
  • Αν­τεν­δεί­ξεις χει­ρουρ­γι­κής ε­πέμ­βα­σης.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι η κύ­ρια α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κή θε­ρα­πεί­α της βα­ριάς μυ­α­σθέ­νειας. Σε α­σθε­νείς μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νους στα αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κά φάρ­μα­κα, αυ­ξά­νουν την μυι­κή ι­σχύ ε­άν χο­ρη­γη­θούν πά­νω α­πό 24 ώ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή των αν­τι­χο­λι­νε­στε­ρα­σι­κών φαρ­μά­κων. Οι α­σθε­νείς με­γά­λης η­λι­κί­ας και οι άν­δρες αν­τα­πο­κρί­νον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό νε­ό­τε­ρους α­σθε­νείς και γυ­ναί­κες.

Η αν­τα­πό­κρι­ση εμ­φα­νί­ζε­ται συ­νή­θως εν­τός 2-3 ε­βδο­μά­δων, του­λά­χι­στον στο 70% των α­σθε­νών (P­a­s­c­u­z­zi RM et al, 1984). Πάν­τως, τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται με προ­σο­χή στη βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια, δε­δο­μέ­νου ό­τι, ε­άν χο­ρη­γη­θούν σε με­γά­λες δό­σεις τις 5-7 πρώ­τες η­μέ­ρες της θε­ρα­πεί­ας, μπο­ρεί να ε­πι­δει­νώ­σουν την ε­λάτ­τω­ση της μυι­κής ι­σχύ­ος (P­a­s­c­u­z­zi RM et al, 1984).

Σε α­σθε­νείς με ο­φθαλ­μι­κή νό­σο, η πρεδ­νι­ζό­νη, χο­ρη­γού­με­νη σε δό­σεις 40-80 mg/24ωρο ε­πί 4-6 ε­βδο­μά­δες, α­κο­λου­θού­με­νες α­πό μι­κρές δό­σεις κά­θε 2η η­μέ­ρα (20/2.5 mg), μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει την δι­πλω­πί­α και να μει­ώ­σει την συ­χνό­τη­τα της με­τά­πτω­σης σε γε­νι­κευ­μέ­νη βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια (K­u­p­e­r­s­m­i­th MJ et al, 1996).

ΑΛ­ΛΑ ΦΑΡ­ΜΑ­ΚΑ ΚΑΙ ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΙ­ΕΣ

Α­να­στο­λείς α­κε­τυ­λο­χο­λι­νε­στε­ρά­σης : Προ­σφέ­ρουν συ­νή­θως συμ­πτω­μα­τι­κή α­να­κού­φι­ση, με­ρι­κές φο­ρές θε­α­μα­τι­κή, αλ­λά σπά­νια έ­χουν μα­κρο­πρό­θε­σμη α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα.

ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πυ­ρι­δο­στιγ­μί­νη (15-60 mg/24ωρο) ή νε­ο­στιγ­μί­νη (7.5-15.0 mg/24ωρο) κά­θε 46 ώ­ρες. 

Πλα­σμα­φαί­ρε­ση : Προ­σφέ­ρει τα­χεί­α, αλ­λά σχε­τι­κά μι­κρής διά­ρκειας, βελ­τί­ω­ση (N­e­w­s­om – D­a­v­is J a­nd V­i­n­c­e­nt A, 1979)

ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Αν­ταλ­λα­γή ε­νός όγ­κου πλά­σμα­τος/θε­ρα­πεί­α κά­θε η­μέ­ρα ή κά­θε 2η η­μέ­ρα (συ­νο­λι­κά 5-6 συ­νε­δρί­ες). Η βελ­τί­ω­ση εμ­φα­νί­ζε­ται με­τά α­πό 24 ώ­ρες, αλ­λά δεν δια­ρκεί πέ­ραν των 10 ε­βδο­μά­δων ε­άν δεν προ­στε­θούν στη θε­ρα­πεί­α α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά.

Α­νο­σο­σφαι­ρί­νη (I­V­IG) : Ε­χει τις ί­δι­ες εν­δεί­ξεις και πι­θα­νώς ι­σο­δύ­να­μη α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα με την πλα­σμα­φαί­ρε­ση (G­a­j­d­os P et al, 1997). Πάν­τως, με­ρι­κοί α­σθε­νείς δεν αν­τα­πο­κρί­νον­ται στις I­V­IG, αλ­λά στην πλα­σμα­φαί­ρε­ση, γι΄αυ­τό και η πλα­σμα­φαί­ρε­ση εί­ναι μάλ­λον η αρ­χι­κή θε­ρα­πεί­α ε­κλο­γής στις κρί­σεις και η I­V­IG, σε α­σθε­νείς που δεν α­νέ­χον­ται την πλα­σμα­φαί­ρε­ση.

ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : 400 mg/kg/24ωρο Χ 5 συ­νε­χείς η­μέ­ρες.

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη (2-3 mg/kg/24ωρο) : Βο­η­θά στην ε­λάτ­τω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών και εν­δεί­κνυ­ται σε α­σθε­νείς που δεν αν­τα­πο­κρί­νον­ται ε­παρ­κώς ή α­δυ­να­τούν να θε­ρα­πευ­θούν με κορ­τι­κο­ει­δή και θυ­με­κτο­μή (N­e­w­s­om-D­a­v­is J a­nd V­i­n­c­e­nt A, 1979). Η βελ­τί­ω­ση εμ­φα­νί­ζε­ται με­τά α­πό 6, κα­τά μέ­σον ό­ρο, μή­νες και κο­ρυ­φώ­νε­ται με­τά α­πό 12-36 μή­νες.

Κυ­κλο­σπο­ρί­νη (3-6 mg/kg/24ωρο) : Εν­δεί­κνυ­ται σε πε­ρι­πτώ­σεις αν­θι­στά­με­νες σε άλ­λες θε­ρα­πεί­ες. Η βελ­τί­ω­ση εμ­φα­νί­ζε­ται με­τά α­πό 2 ε­βδο­μά­δες και κο­ρυ­φώ­νε­ται με­τά α­πό 3-4, κα­τά μέ­σον ό­ρο, μή­νες (T­i­n­d­a­ll RS et al, 1987).

Κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη : Εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή ε­ναλ­λα­κτι­κή θε­ρα­πεί­α. Η κλι­νι­κή αν­τα­πό­κρι­ση εμ­φα­νί­ζε­ται με­τά α­πό 4 ε­βδο­μά­δες.

ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : 3-5 mg/kg/24ωρο p­er os, α­φού προ­η­γη­θεί ΕΦ δό­ση 200 mg η­με­ρη­σί­ως Χ 5 η­μέ­ρες.

M­y­c­o­p­h­e­n­o­l­a­te m­o­f­e­t­il (1-2 gr/24ωρο) : Εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στη βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια και βο­η­θά στη μεί­ω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών (C­i­a­f­a­l­o­ni E, 2001). Μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί σε πε­ρι­πτώ­σεις αν­θι­στά­με­νες στη συμ­βα­τι­κή α­γω­γή. 

Θυ­με­κτο­μή (σε συν­δυα­σμό με πρεδ­νι­ζό­νη p­er os) : Πρέ­πει να λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη σ΄ό­λους τους α­σθε­νείς με γε­νι­κευ­μέ­νη μυ­α­σθέ­νεια.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ

Αρ­χι­κή θε­ρα­πεί­α : Πρεδ­νι­ζό­νη, σε με­γά­λες δό­σεις κα­θη­με­ρι­νά ή κά­θε 2η η­μέ­ρα, α­κο­λου­θού­με­νη α­πό α­ζα­θει­ο­πρί­νη. Για να α­πο­φευ­χθεί η πα­ρο­δι­κή ε­πι­δεί­νω­ση της μυι­κής α­δυ­να­μί­ας στα αρ­χι­κά στά­δια της θε­ρα­πεί­ας, η πρεδ­νι­ζό­νη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί αρ­χι­κά σε δό­ση 20-25 mg η­με­ρη­σί­ως ή κά­θε 2η η­μέ­ρα και να αυ­ξη­θεί κα­τά 5-12.5 mg κά­θε 2-5 η­μέ­ρες. 

Αν­θι­στά­με­νες πε­ρι­πτώ­σεις : Κυ­κλο­σπο­ρί­νη, κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη, te il.

Ο­ξεί­ες ε­ξάρ­σεις, μυ­α­σθε­νι­κές κρί­σεις, πε­ρι­χει­ρουρ­γι­κή πε­ρί­ο­δος : Πλα­σμα­φαί­ρε­ση ή/ και IG.

Ο­φθαλ­μι­κή νό­σος :

  • Α­να­στο­λείς α­κε­τυ­λο­χο­λι­νε­στε­ρά­σης, σε ή­πι­ες πε­ρι­πτώ­σεις.
  • Κορ­τι­κο­ει­δή σε με­γά­λες δό­σεις κά­θε 2η η­μέ­ρα, ε­άν οι α­να­στο­λείς της α­κε­τυ­λο­χο­λι­νε­στε­ρά­σης δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα.
  • Α­ζα­θει­ο­πρί­νη, σε α­σθε­νείς που αν­θί­σταν­ται στα κορ­τι­κο­ει­δή ή χρει­ά­ζον­ται με­γά­λες, το­ξι­κές, δό­σεις (ό­πως στη γε­νι­κευ­μέ­νη νό­σο).

8.1.6.11.4   ΜΥ­Α­ΣΘΕ­ΝΙ­ΚΟ ΣΥΝ­ΔΡΟ­ΜΟ L­A­M­B­E­RT-E­A­T­ON 

Σε α­σθε­νείς με σο­βα­ρή μυι­κή α­δυ­να­μί­α, η θε­ρα­πεί­α έγ­κει­ται σε κορ­τι­κο­ει­δή (πρεδ­νι­ζό­νη 60-80 mg/24ω­ρο) και α­ζα­θει­ο­πρί­νη (2-3 mg/kg/24ωρο), μό­να τους ή σε συν­δυα­σμό.

Η κυ­κλο­σπο­ρί­νη (5-6 mg/kg/24ωρο σε 2 δι­η­ρη­μέ­νες δό­σεις) μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί σε πε­ρι­πτώ­σεις μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες στην α­ζα­θει­ο­πρί­νη.

Η πλα­σμα­φαί­ρε­ση και οι I­V­IG βελ­τι­ώ­νουν τα συμ­πτώ­μα­τα, αλ­λά για βρα­χύ χρο­νι­κό διάστημα.

8.1.6.11.5   ΦΛΕΓ­ΜΟ­ΝΩ­ΔΕΙΣ Α­ΠΟ­ΜΥ­Ε­ΛΙ­ΝΩ­ΤΙ­ΚΕΣ ΠΟ­ΛΥ­ΝΕΥ­ΡΟ­ΠΑ­ΘΕΙ­ΕΣ 

Το σύν­δρο­μο G­u­i­l­l­a­in-B­a­r­re και οι χρό­νι­ες φλεγ­μο­νώ­δεις α­πο­μυ­ε­λι­νω­τι­κές πο­λυ­νευ­ρο­πά­θει­ες εί­ναι ο­ξεί­ες/χρό­νι­ες νευ­ρο­πά­θει­ες χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νες α­πό α­νο­σο­με­τα­βι­βα­ζό­με­νη α­πο­μυ­ε­λί­νω­ση.

8.1.6.11.6   ΣΥΝ­ΔΡΟ­ΜΟ G­U­I­L­L­A­IN-B­A­R­RE 

Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να α­να­κου­φί­σουν α­πό την ο­σφυ­αλ­γί­α, αλ­λά δεν προ­λα­βαί­νουν την ε­ξέ­λι­ξη της νό­σου και δεν ε­πι­τα­χύ­νουν την α­πο­κα­τά­στα­ση.

8.1.6.11.7   ΧΡΟ­ΝΙΑ ΦΛΕΓ­ΜΟ­ΝΩ­ΔΗΣ Α­ΠΟ­ΜΥ­Ε­ΛΙ­ΝΩ­ΤΙ­ΚΗ ΠΟ­ΛΥ­ΝΕΥ­ΡΟ­ΠΑ­ΘΕΙΑ 

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή βελ­τι­ώ­νουν το 95% των α­σθε­νών (B­a­r­o­hn RJ et al, 1989), αν και το 70% πε­ρί­που υ­πο­τρο­πιά­ζει με­τά την δι­α­κο­πή τους. Η βελ­τί­ω­ση εμ­φα­νί­ζε­ται με­τά α­πό 7 ε­βδο­μά­δες.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Ε­ξαρ­τά­ται α­πό την κλι­νι­κή κα­τά­στα­ση του α­σθε­νούς στην έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας.

Οι I­V­IG στα­θε­ρο­ποι­ούν και βελ­τι­ώ­νουν την νό­σο, συ­χνά εν­τός της 1ης ε­βδο­μά­δας της θε­ρα­πεί­ας. Ε­άν προ­κύ­ψει υ­πο­τρο­πή, η θε­ρα­πεί­α μπο­ρεί να συ­νε­χι­σθεί με I­V­IG ή κορ­τι­κο­ει­δή. Η I­V­IG χο­ρη­γεί­ται αρ­χι­κά σε δό­ση 400 mg/kg/24ωρο ε­πί 5 η­μέ­ρες. Ε­άν η νό­σος υ­πο­τρο­πιά­σει, ε­πα­να­χο­ρη­γεί­ται ε­φά­παξ σε δό­ση 400 mg/kg κά­θε 2-4 ε­βδο­μά­δες, α­νά­λο­γα με την βα­ρύ­τη­τα της υ­πο­τρο­πής.

Η κυ­κλο­σπο­ρί­νη (3-5 mg/kg/24ωρο) και η I­FN a­l­fa-2a εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές σε α­σθε­νείς με χρό­νια φλεγ­μο­νώ­δη α­πο­μυ­ε­λι­νω­τι­κή πο­λυ­νευ­ρο­πά­θεια αν­θι­στά­με­νη στις συμ­βα­τι­κές θε­ρα­πεί­ες (G­o­r­s­on KC et al, 1998).

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη (2-3 mg/kg/24ωρο) μπο­ρεί να βο­η­θή­σει στη μεί­ω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών.

ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη 0.5-1.0 mg/kg, η ο­ποί­α μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά στη χα­μη­λό­τε­ρη α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή δό­ση.

8.1.6.11.8   ΠΟ­ΛΥ­Ε­ΣΤΙΑ­ΚΗ ΚΙ­ΝΗ­ΤΙ­ΚΗ ΝΕΥ­ΡΟ­ΠΑ­ΘΕΙΑ 

Τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα και μπο­ρεί να ε­πι­δει­νώ­σουν τα­χέ­ως την νό­σο (D­o­n­a­g­hy M et al, 1994).

8.1.6.11.9   ΕΓ­ΚΕ­ΦΑ­ΛΙ­ΚΗ Ε­ΛΟ­ΝΟ­ΣΙΑ

Σύμ­φω­να με p­l­a­c­e­bo-ε­λεγ­χό­με­νη με­λέ­τη, ο συν­δυα­σμός της κι­νί­νης με δε­ξα­με­θα­ζό­νη δεν ε­πη­ρε­ά­ζει την έκ­βα­ση της νό­σου πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό την κι­νί­νη μό­νη της (H­o­f­f­m­an SL et al, 1988). Α­κό­μα, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να έ­χουν ε­πι­βλα­βείς δρά­σεις στην προ­σβο­λή του εγ­κε­φά­λου α­πό um um, γι΄ αυ­τό και δεν συ­νι­στών­ται πλέ­ον στη θε­ρα­πεί­α της εγ­κε­φα­λι­κής ε­λο­νο­σί­ας.

8.1.6.11.10   Ο­ΞΕΙΑ ΚΑ­ΚΩ­ΣΗ ΝΩ­ΤΙΑ­ΙΟΥ ΜΥ­Ε­ΛΟΥ

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Σε ζώ­α με πει­ρα­μα­τι­κά προ­κλη­θεί­σα κά­κω­ση του νω­τια­ίου μυ­ε­λού, η με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη, χο­ρη­γού­με­νη σε δό­ση 30 mg/kg σε δι­ά­στη­μα 30΄ με­τά την κά­κω­ση, πε­ρι­ο­ρί­ζει την με­τα­τραυ­μα­τι­κή ι­σχαι­μί­α.

Σε α­σθε­νείς με ο­ξεί­α κά­κω­ση του νω­τια­ίου μυ­ε­λού, χο­ρη­γού­με­νη εν­δο­φλέ­βια σε με­γά­λες δό­σεις εν­τός των πρώ­των 8 ω­ρών α­πό της κά­κω­σης, μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει την κι­νη­τι­κή και αι­σθη­τι­κή λει­τουρ­γί­α (B­r­a­c­k­en MB et al, 1990). Οι εν­δο­φλέ­βι­ες εγ­χύ­σεις με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές ε­άν συ­νε­χι­σθούν ε­πί 48 ώ­ρες σε α­σθε­νείς που άρ­χι­σαν την θε­ρα­πεί­α 3-8 ώ­ρες με­τά την κά­κω­ση (B­r­a­c­k­en MB et al, 1997).

Κατ΄άλ­λους, τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν φαί­νε­ται να έ­χουν με­γά­λη α­ξί­α στις ο­ξεί­ες τραυ­μα­τι­κές κα­κώ­σεις του εγ­κε­φά­λου (N­e­w­e­ll DW et al, 1998).

Η l­a­z­a­r­o­id t­i­r­i­l­a­z­ad, εγ­χε­ό­με­νη εν­δο­φλέ­βια σε δό­ση 2.5 mg/kg κά­θε 6 ώ­ρες ε­πί 48 ώ­ρες, βελ­τι­ώ­νει την κι­νη­τι­κό­τη­τα ε­ξί­σου με εν­δο­φλέ­βι­ες εγ­χύ­σεις με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης ε­πί 24 ώ­ρες (B­r­a­c­k­en MB et al, 1997).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ :

  • Να­τρι­ο­η­λε­κτρι­κή με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη 30 mg/kg με τα­χεί­α εν­δο­φλέ­βια έγ­χυ­ση (σε δι­ά­στη­μα 15’).
  • Στη συ­νέ­χεια, έγ­χυ­ση του φαρ­μά­κου σε δό­ση 5.4 mg/kg/ώ­ρα ε­πί 23 (ε­άν η θε­ρα­πεί­α άρ­χι­σε εν­τός των 3 πρώ­των ω­ρών α­πό της κά­κω­σης) ή 47 (ε­άν άρ­χι­σε 3-8 ώ­ρες με­τά την κά­κω­ση) ε­πι­πλέ­ον ώ­ρες (B­r­a­c­k­en MB et al, 1990). 

8.1.6.11.12   ΒΑ­ΚΤΗ­ΡΙ­ΔΙΑ­ΚΗ ΜΗ­ΝΙΓ­ΓΙ­ΤΙ­ΔΑ 

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ :

  • Ε­νή­λι­κες με σο­βα­ρές νευ­ρο­λο­γι­κές εκ­δη­λώ­σεις (υ­ψη­λά ε­πί­πε­δα βα­κτη­ρι­δί­ων στο Ε­ΝΥ, έκ­πτω­ση δι­ά­νοι­ας, εν­δο­κρα­νια­κή υ­πέρ­τα­ση) (W­i­s­p­e­l­w­ey B et al, 1990)
  • Βρέ­φη και παι­διά η­λι­κί­ας 6 ε­βδο­μά­δων ή με­γα­λύ­τε­ρα με δι­ε­γνω­σμέ­νη ή πι­θα­νή (με βά­ση την ε­ξέ­τα­ση του Ε­ΝΥ, την χρώ­ση κα­τά G­r­am και τις αν­τι­γο­νι­κές δο­κι­μα­σί­ες) βα­κτη­ρι­δια­κή μη­νιγ­γί­τι­δα. Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή αν­τεν­δεί­κνυν­ται σε βρέ­φη και παι­διά με πι­θα­νή ή α­πο­δε­δειγ­μέ­να μη βα­κτη­ρι­δια­κή μη­νιγ­γί­τι­δα ή με­ρι­κά θε­ρα­πευ­θεί­σα μη­νιγ­γί­τι­δα με αρ­νη­τι­κές καλ­λι­έρ­γει­ες.
  • Βρέ­φη και παι­διά με μη­νιγ­γί­τι­δα α­πό αι­μό­φι­λο της ιν­φλου­έν­τζας τύ­που Β
  • Πνευ­μο­νι­ο­κοκ­κι­κή ή μη­νιγ­γι­τι­δο­κοκ­κι­κή μη­νιγ­γί­τι­δα (πι­θα­νώς).

Κατ΄άλ­λους, τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν σε ό­λους τους πά­σχον­τες α­πό πι­θα­νή βα­κτη­ρι­δια­κή μη­νιγ­γί­τι­δα και να δι­α­κό­πτον­ται ε­άν η δι­ά­γνω­ση α­πο­δει­χθεί λαν­θα­σμέ­νη.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή (κυ­ρί­ως η δε­ξα­με­θα­ζό­νη) βελ­τι­ώ­νουν τις δι­α­τα­ρα­χές του Ε­ΝΥ (προ­στα­γλαν­δί­νες, γα­λα­κτι­κό, γλυ­κό­ζη, ε­πί­πε­δα πρω­τε­ϊ­νών), τις υ­πο­λειμ­μα­τι­κές νευ­ρο­λο­γι­κές βλά­βες, την α­πώ­λεια της α­κο­ής και την θνη­τό­τη­τα σε βρέ­φη, παι­διά και ε­νή­λι­κες με βα­κτη­ρι­δια­κή μη­νιγ­γί­τι­δα (G­i­r­g­is NI et al, 1990; O­d­io CM et al, 1991).

ΜΗ­ΧΑ­ΝΙ­ΣΜΟΣ : Η δε­ξα­με­θα­ζό­νη μει­ώ­νει την φλεγ­μο­νώ­δη α­πάν­τη­ση στις α­πε­λευ­θε­ρού­με­νες βα­κτη­ρι­δια­κές εν­δο­το­ξί­νες και συ­στα­τι­κά του κυτ­τα­ρι­κού τοι­χώ­μα­τος, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της μεί­ω­σης της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης των κυτ­τα­ρο­κι­νών (π.χ. IL-1 b­e­ta, T­NF) στο Ε­ΝΥ. Στα ζώ­α, α­να­στρέ­φει ο­ρι­σμέ­νες δι­α­τα­ρα­χές του Ε­ΝΥ συν­δε­ό­με­νες με την βα­κτη­ρι­δια­κή μη­νιγ­γί­τι­δα (εν­δο­κρα­νια­κή υ­πέρ­τα­ση, αύ­ξη­ση συγ­κεν­τρώ­σε­ων γα­λα­κτι­κού), πε­ρισ­σό­τε­ρο ί­σως α­πό την με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Φω­σφο­ρι­κή δε­ξα­με­θα­ζό­νη 0.15 mg/kg ή 0.6 mg/kg/24ωρο ΕΦ κά­θε 6 ώ­ρες τις πρώ­τες 4 η­μέ­ρες της αν­τι­βα­κτη­ρι­δια­κής θε­ρα­πεί­ας, πριν ή ταυ­τό­χρο­να με τα αν­τι­βι­ο­τι­κά. 

Στους πά­σχον­τες α­πό πνευ­μο­νι­ο­κοκ­κι­κή μη­νιγ­γί­τι­δα πρέ­πει να γί­νε­ται νέ­α ο­σφυ­ο­νω­τια­ία πα­ρα­κέν­τη­ση με­τά α­πό 24-48 ώ­ρες για να ε­κτι­μη­θεί η αν­τα­πό­κρι­ση στη θε­ρα­πεί­α, δε­δο­μέ­νου ό­τι η δε­ξα­με­θα­ζό­νη μπο­ρεί να ε­πη­ρε­ά­σει τους κλι­νι­κούς δεί­κτες αν­τα­πό­κρι­σης στην αν­τι­λοι­μώ­δη α­γω­γή.

Σε α­σθε­νείς με βα­κτη­ρι­δια­κή μη­νιγ­γί­τι­δα η δε­ξα­με­θα­ζό­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει γα­στρεν­τε­ρι­κή αι­μορ­ρα­γί­α, η ο­ποί­α μπο­ρεί να α­παι­τή­σει με­τάγ­γι­ση αί­μα­τος. Γι΄αυ­τό και, στους α­σθε­νείς αυ­τούς, πρέ­πει να γί­νε­ται τα­κτι­κός έ­λεγ­χος των συγ­κεν­τρώ­σε­ων της αι­μο­σφαι­ρί­νης στο αί­μα και M­a­y­er κο­πρά­νων για α­θό­ρυ­βη γα­στρεν­τε­ρι­κή αι­μορ­ρα­γί­α. Ε­άν πα­ρα­τη­ρη­θεί μέ­λαι­να ή εμ­φα­νής γα­στρεν­τε­ρι­κή αι­μορ­ρα­γί­α, η δε­ξα­με­θα­ζό­νη πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται και να λαμ­βά­νον­ται τα κα­τάλ­λη­λα μέ­τρα (π.χ. με­τάγ­γι­ση αί­μα­τος).  

8.1.6.11.13   ΠΟΛ­ΛΑ­ΠΛΗ ΣΚΛΗ­ΡΥΝ­ΣΗ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : Μέ­τρι­ες έ­ως σο­βα­ρές υ­πο­τρο­πές πολ­λα­πλής σκλή­ρυν­σης.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Σύμ­φω­να με ε­λεγ­χό­με­νες με­λέ­τες, τα κορ­τι­κο­ει­δή (πρεδ­νι­ζό­νη, πρεδ­νι­ζο­λό­νη, με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη), χο­ρη­γού­με­να σε σχε­τι­κά με­γά­λες δό­σεις p­er os ή εν­δο­φλέ­βια, εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά στις ο­ξεί­ες ε­ξάρ­σεις της πολ­λα­πλής σκλή­ρυν­σης (v­an O­o­s­t­en BW et al, 1995; S­e­l­l­e­b­j­e­rg F et al, 1998), αν και φαί­νε­ται ό­τι δεν ε­πη­ρε­ά­ζουν την τε­λι­κή έκ­βα­ση ή την φυ­σι­κή ι­στο­ρί­α της νό­σου.

Οι αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δεις και α­νο­σο­τρο­ποι­η­τι­κές δρά­σεις τους α­πο­κα­θι­στούν τον αι­μα­το­εγ­κε­φα­λι­κό φραγ­μό, πε­ρι­ο­ρί­ζουν το οί­δη­μα, μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σουν την α­ξο­νι­κή α­γω­γι­μό­τη­τα και να βρα­χύ­νουν την διά­ρκεια των υ­πο­τρο­πών και ε­πι­τα­χύ­νουν την α­πο­κα­τά­στα­ση. Ε­πει­δή έ­χουν τα­χύ­τε­ρη έ­ναρ­ξη δρά­σης, στα­θε­ρό­τε­ρα α­πο­τε­λέ­σμα­τα και λι­γό­τε­ρες ε­πι­πλο­κές, η βρα­χυ­χρό­νια θε­ρα­πεί­α με με­γά­λες εν­δο­φλέ­βι­ες δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών (π.χ. με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη) έ­χει αν­τι­κα­τα­στή­σει την κορ­τι­κο­τρο­πί­νη.

Σε α­σθε­νείς με ο­ξεί­α ο­πτι­κή νευ­ρί­τι­δα μπο­ρεί να α­να­κό­ψουν τον ρυθ­μό της ε­ξέ­λι­ξης της νό­σου (B­e­ck RW et al, 1993), αν και σε α­σθε­νείς με χρό­νια προ­ο­δευ­τι­κή νό­σο η με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη δεν εί­ναι ι­κα­νή να δι­α­τη­ρή­σει την αρ­χι­κή βελ­τί­ω­ση (C­a­z­z­a­to G et al, 1995).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ :

  • Με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη ΕΦ 1 gr/24ωρο Χ 3-5 η­μέ­ρες. Με­τά, 60 mg πρεδ­νι­ζο­λό­νης/24ωρο p­er os. Μεί­ω­ση της δό­σης σε δι­ά­στη­μα 12 η­με­ρών (v­an O­o­s­t­en BW et al, 1995). Ή
  • Με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη ΕΦ 1 gr ή 15 mg/kg. Μεί­ω­ση της δό­σης σε δι­ά­στη­μα 15 η­με­ρών σε 1 mg/kg. Στη συ­νέ­χεια, πρεδ­νι­ζό­νη ή πρεδ­νι­ζο­λό­νη p­er os, μει­ού­με­νη προ­ο­δευ­τι­κά σε δι­ά­στη­μα αρ­κε­τών ε­βδο­μά­δων έ­ως μη­νών.

8.1.6.11.14   ΠΑ­ΡΑ­ΛΥ­ΣΗ B­E­LL

Η πα­ρά­λυ­ση B­e­ll α­πο­δί­δε­ται σε λοί­μω­ξη α­πό τον ι­ό του α­πλού έρ­πη­τα. Προ­σβάλ­λει τα προ­σω­πι­κά νεύ­ρα και ο­δη­γεί σε α­δυ­να­μί­α των μυ­ών του προ­σώ­που και πα­ρά­λυ­ση. Συ­χνά συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό πό­νο και δα­κρύρ­ροι­α. Ε­άν πα­ρα­μεί­νει χω­ρίς θε­ρα­πεί­α, α­πο­κα­θί­στα­ται πλή­ρως ή σχε­δόν πλή­ρως σε πο­σο­στό >80%.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή, αν και το ό­φε­λός τους στην πα­ρά­λυ­ση B­e­ll δεν έ­χει α­πο­δει­χθεί με με­γά­λες ε­λεγ­χό­με­νες με­λέ­τες, α­να­κου­φί­ζουν α­πό τον πό­νο και πι­θα­νώς αυ­ξά­νουν την πι­θα­νό­τη­τα της πλή­ρους α­πο­κα­τά­στα­σης (W­i­l­l­i­a­m­s­on IG a­nd W­h­e­l­an TR, 1996).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη 1 mg/kg/24ωρο, σε 2 δό­σεις (κά­θε 12 ώ­ρες). Ε­άν, με­τά α­πό 5-6 η­μέ­ρες, η πα­ρά­λυ­ση δεν ο­λο­κλη­ρω­θεί, η πρεδ­νι­ζό­νη α­πο­σύ­ρε­ται βαθ­μια­ία τις ε­πό­με­νες 5 η­μέ­ρες. Ε­άν ό­μως η πα­ρά­λυ­ση εί­ναι πλή­ρης, η πρεδ­νι­ζό­νη συ­νε­χί­ζε­ται στην αρ­χι­κή της δό­ση ε­πί 10 ε­πι­πλέ­ον η­μέ­ρες και με­τά δι­α­κό­πτε­ται βαθ­μια­ία.

8.1.6.11.15   ΜΥΙ­ΚΕΣ ΔΥ­ΣΤΡΟ­ΦΙ­ΕΣ

Οι μυι­κές δυ­στρο­φί­ες εί­ναι δι­ά­φο­ρες κλη­ρο­νο­μι­κές μυ­ο­πά­θει­ες, χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νες α­πό προ­ο­δευ­τι­κή εκ­φύ­λι­ση των μυι­κών ι­νών και συ­νε­πα­κό­λου­θη μυι­κή α­δυ­να­μί­α. Ο συ­χνό­τε­ρος τύ­πος εί­ναι η υ­πο­λει­πό­με­νη Χ-συν­δε­ό­με­νη μυι­κή δυ­στρο­φί­α D­u­c­h­e­n­ne.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Η πρεδ­νι­ζό­νη αυ­ξά­νει την μυι­κή ι­σχύ και κα­θυ­στε­ρεί την ε­ξέ­λι­ξη της νό­σου σε παι­διά με μυι­κή δυ­στρο­φί­α D­u­c­h­e­n­ne. Η η­μέ­ρα παρ΄η­μέ­ρα θε­ρα­πεί­α δεν φαί­νε­ται να δι­α­τη­ρεί την βελ­τί­ω­ση ε­ξί­σου με την κα­θη­με­ρι­νή χο­ρή­γη­ση (F­e­n­i­c­h­el GM et al, 1991).

Η έλ­λει­ψη α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας της α­ζα­θει­ο­πρί­νης μό­νης της ή σε συν­δυα­σμό με πρεδ­νι­ζό­νη εί­ναι έν­δει­ξη ό­τι η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της πρεδ­νι­ζό­νης πι­θα­νώς δεν ο­φεί­λε­ται σε α­νο­σο­κα­τα­στο­λή (G­r­i­g­gs RC et al, 1993).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη, σε δό­σεις έ­ως 2 mg/kg/24ωρο.

8.1.6.11.16   ΠΟ­ΛΥ­ΝΕΥ­ΡΟ­ΠΑ­ΘΕΙ­ΕΣ

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να βελ­τι­ώ­σουν την υ­πο­ξεί­α α­πο­μυ­ε­λι­νω­τι­κή πο­λυ­νευ­ρο­πά­θεια (Oh SJ, 1978).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη 40-150 mg ε­φά­παξ η­με­ρη­σί­ως, μέ­χρις ό­του προ­κα­λέ­σει ο­ρι­στι­κή κλι­νι­κή βελ­τί­ω­ση.

8.1.6.11.17   Ε­ΠΙ­ΛΗ­ΨΙΑ

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Η A­C­TH και η πρεδ­νι­ζό­νη εί­ναι η βα­σι­κή θε­ρα­πεί­α των νε­ο­γνι­κών σπα­σμών (R­o­b­i­n­s­on RO, 1985) οι ο­ποί­οι δεν αν­τα­πο­κρί­νον­ται στη βα­σι­κή αν­τι­ε­πι­λη­πτι­κή α­γω­γή (αν­τι­ε­πι­λη­πτι­κά, in). Πάν­τως, το κα­λύ­τε­ρο σκεύ­α­σμα, η δό­ση και η διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με κορ­τι­κο­ει­δή δεν έ­χουν κα­θο­ρι­σθεί.

Η in θε­ω­ρεί­ται η πρώ­της γραμ­μής θε­ρα­πεί­α των νε­ο­γνι­κών σπα­σμών. Εί­ναι του­λά­χι­στον ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή με τα κορ­τι­κο­ει­δή, ι­δι­αί­τε­ρα σε α­σθε­νείς με ο­ζώ­δη σκλή­ρυν­ση, αν και στους ε­νή­λι­κες μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει α­πώ­λεια ει­δι­κών ο­πτι­κών πε­δί­ων.

Η TH, σε με­γά­λες δό­σεις, προ­κα­λεί σο­βα­ρές ε­πι­πλο­κές ε­ξαρ­τώ­με­νες α­πό την δό­ση και την διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας, αλ­λά πι­θα­νώς υ­πε­ρέ­χει της πρεδ­νι­ζό­νης (B­a­r­am TZ et al, 1996). Κατ΄άλ­λους, η πρεδ­νι­ζό­νη εί­ναι ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή με χα­μη­λές δό­σεις A­C­TH. Πάν­τως, και η A­C­TH και η πρεδ­νι­ζό­νη συν­δέ­ον­ται με συ­χνές και σο­βα­ρές ε­πι­πλο­κές και εί­ναι αμ­φι­λε­γό­με­νο κα­τά πό­σον έ­χουν κα­λύ­τε­ρο α­πο­τέ­λε­σμα στη μα­κρο­χρό­νια έκ­βα­ση της νό­σου α­πό τα αν­τι­ε­πι­λη­πτι­κά.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : V­i­g­a­b­a­t­r­in 100 mg/kg/24ωρο. Ε­άν δεν έ­χει αν­τα­πό­κρι­ση, κορ­τι­κο­τρο­πί­νη (A­C­TH 150 U/m2/24ωρο) ή κορ­τι­κο­ει­δή (πρεδ­νι­ζό­νη 2 mg/kg/24ωρο). Στη δό­ση αυ­τή συ­νε­χί­ζον­ται ε­πί 2 ε­βδο­μά­δες, η ο­ποί­α μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά σε δι­ά­στη­μα 12 η­με­ρών.

Πάν­τως, πα­ρά τις πα­ρα­πά­νω θε­ρα­πεί­ες, το 25-30% των α­σθε­νών συ­νε­χί­ζει να έ­χει σπα­σμούς και ψυ­χο­κι­νη­τι­κή πα­λιν­δρό­μη­ση.

8.1.6.12   ΜΕ­ΤΑ­ΜΟ­ΣΧΕΥ­ΣΗ ΟΡ­ΓΑ­ΝΩΝ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : Πρό­λη­ψη - αν­τι­με­τώ­πι­ση ε­πι­κεί­με­νης α­πόρ­ρι­ψης με­τα­μο­σχευ­θέν­των ορ­γά­νων (κυ­ρί­ως νε­φρού). Σε με­γά­λες δό­σεις, τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν ταυ­τό­χρο­να με άλ­λα α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά φάρ­μα­κα για την πρό­λη­ψη της α­πόρ­ρι­ψης με­τα­μο­σχευ­θέν­των ορ­γά­νων. Ε­πει­δή η συ­χνό­τη­τα των δευ­τε­ρο­πα­θών λοι­μώ­ξε­ων εί­ναι με­γά­λη σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, η θε­ρα­πεί­α πρέ­πει να γί­νε­ται α­πό για­τρούς ε­ξει­δι­κευ­μέ­νους με την χρή­ση τους.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή, χο­ρη­γού­με­να σε με­γά­λες δό­σεις ταυ­τό­χρο­να με άλ­λα α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά, μπο­ρεί να α­πο­τρέ­ψουν την α­πόρ­ρι­ψη με­τα­μο­σχευ­θέν­των ορ­γά­νων. Τα κορ­τι­κο­ει­δή δρούν στο σύ­στη­μα μο­νο­κυτ­τά­ρων - μα­κρο­φά­γων, προ­λα­βαί­νον­τας την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση IL-6 και IL-1. Η λεμ­φο­πε­νί­α η πα­ρα­τη­ρού­με­νη με­τά α­πό θε­ρα­πεί­α με με­γά­λες δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών ο­φεί­λε­ται κυ­ρί­ως σε κα­τα­κρά­τη­ση των ε­πα­να­κυ­κλο­φο­ρούν­των λεμ­φο­κυτ­τά­ρων του αί­μα­τος α­πό τον λεμ­φι­κό ι­στό.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ :

  • Πρεδ­νι­ζό­νη 200-300 mg, πριν ή στη διά­ρκεια της με­τα­μό­σχευ­σης. Η δό­ση μει­ώ­νε­ται σε 30 mg εν­τός μιας ε­βδο­μά­δας.
  • Με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη 0.5-1.0 gr ΕΦ, α­μέ­σως με­τά την δι­ά­γνω­ση της αρ­χό­με­νης α­πόρ­ρι­ψης, η ο­ποί­α συ­νε­χί­ζε­ται ε­φά­παξ η­με­ρη­σί­ως ε­πί 3 η­μέ­ρες. Τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα εμ­φα­νί­ζον­ται συ­νή­θως εν­τός 96 ω­ρών. Σε α­σθε­νείς με χρό­νια α­πόρ­ρι­ψη οι εν­δο­φλέ­βι­ες ώ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα.

Και τα 2 σχή­μα­τα εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά και ε­πι­τρέ­πουν ε­πι­βί­ω­ση του μο­σχεύ­μα­τος στο 79.2% και 62.5% των πε­ρι­πτώ­σε­ων που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­ει­δή σε εν­δο­φλέ­βι­ες ώ­σεις ή p­er os, αν­τί­στοι­χα. Οι εν­δο­φλέ­βι­ες ώ­σεις εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές ε­άν γί­νουν εν­τός των 8 πρώ­των η­με­ρών α­πό της έ­ναρ­ξης της α­πόρ­ρι­ψης και συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό ε­πι­βί­ω­ση του μο­σχεύ­μα­τος στο 92.3%, συγ­κρι­τι­κά με 54.5% των πε­ρι­πτώ­σε­ων που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­ει­δή p­er os. Η πι­θα­νό­τη­τα ε­πι­βί­ω­σης του μο­σχεύ­μα­τος δεν δι­α­φέ­ρει σε ό­ψι­μες πε­ρι­πτώ­σεις και με τα 2 θε­ρα­πευ­τι­κά σχή­μα­τα. Συ­νε­πα­κό­λου­θα ε­πει­σό­δια α­πόρ­ρι­ψης θε­ρα­πεύ­ον­ται ε­πι­τυ­χώς στο 26.3% των πε­ρι­πτώ­σε­ων με εν­δο­φλέ­βι­ες ώ­σεις με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης και στο 66.7%, με πρεδ­νι­ζο­λό­νη p­er os.Σε α­σθε­νείς που έ­χουν στα­θε­ρή νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α ε­πί 6-12 μή­νες τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θούν σε δό­ση συν­τή­ρη­σης 10-15 mg η­με­ρη­σί­ως. Πολ­λοί α­σθε­νείς α­νέ­χον­ται την η­μέ­ρα παρ΄ η­μέ­ρα χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών, χω­ρίς αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο α­πόρ­ρι­ψης. Ο συν­δυα­σμός των κορ­τι­κο­ει­δών με κυ­κλο­σπο­ρί­νη εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός α­πό την κυ­κλο­σπο­ρί­νη μό­νη της.

Α­πόρ­ρι­ψη μο­σχεύ­μα­τος κε­ρα­το­ει­δούς : Εν­στάλ­λα­ξη ο­φθαλ­μι­κών στα­γό­νων ο­ξει­κής με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης 1% κά­θε 1 ώ­ρα για δι­ά­στη­μα έ­ως 2 ε­βδο­μά­δων, α­κο­λου­θού­με­νη α­πό προ­ο­δευ­τι­κή μεί­ω­ση + 500 mg με­θυ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης ε­φά­παξ ΕΦ ή 60-80 mg πρεδ­νι­ζο­λό­νης p­er os για δι­ά­στη­μα έ­ως 2 ε­βδο­μά­δων, α­κο­λου­θού­με­νη α­πό μεί­ω­ση της δό­σης σε δι­ά­στη­μα 4-6 ε­βδο­μά­δων (H­i­ll JC et al, 1991). 

8.1.6.13   ΝΕ­ΦΡΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ 

8.1.6.13.1   ΝΕ­ΦΡΟ­ΠΑ­ΘΕΙΑ Ε­ΛΑ­ΧΙ­ΣΤΩΝ ΑΛ­ΛΟΙ­Ω­ΣΕ­ΩΝ 

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ

Κορ­τι­κο­ει­δή p­er os

Ε­νή­λι­κες : Πρεδ­νι­ζο­λό­νη 60 mg/24ωρο p­er os Χ 4 η­μέ­ρες, η ο­ποί­α μει­ώ­νε­ται σε 40 mg μέ­χρις ύ­φε­σης της νό­σου (η ο­ποί­α προ­κύ­πτει στο 90% των α­σθε­νών εν­τός 3 ε­βδο­μά­δων) και με­τά μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά.

Παι­διά :

  • Πρεδ­νι­ζό­νη ή πρεδ­νι­ζο­λό­νη 60 mg/m2 Χ 4 ε­βδο­μά­δες (M­e­l­v­in T a­nd B­e­n­n­e­tt W, 1991). Στη συ­νέ­χεια, η δό­ση αυ­τή μει­ώ­νε­ται σε 40 mg/m2 και χο­ρη­γεί­ται κά­θε 2η η­μέ­ρα ε­πί 4 ε­πι­πλέ­ον ε­βδο­μά­δες και με­τά μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά
  • Πρεδ­νι­ζο­λό­νη 60 mg/m2, μέ­χρις ό­του προ­κύ­ψει αν­τα­πό­κρι­ση, ο­πό­τε μει­ώ­νε­ται σε 40 mg/ m2 και χο­ρη­γεί­ται στη δό­ση αυ­τή κά­θε 2η η­μέ­ρα ε­πί 4 ε­βδο­μά­δες. Ε­άν δεν υ­πάρ­ξει βελ­τί­ω­ση με­τά α­πό 4 ε­βδο­μά­δες με 60 mg/m2, το κορ­τι­κο­ει­δές πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται και το παι­δί θε­ω­ρεί­ται ό­τι αν­θί­στα­ται στα κορ­τι­κο­ει­δή.

Εν­δο­φλέ­βι­ες ώ­σεις με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης, α­κο­λου­θού­με­νες α­πό χα­μη­λές δό­σεις πρεδ­νι­ζό­νης p­er os, ε­ναλ­λα­κτι­κά στη θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή p­er os με σκο­πό την ε­λάτ­τω­ση των ε­πι­πλο­κών (I­m­b­a­s­c­i­a­ti E et al, 1985).

Με­τά την δι­α­κο­πή της κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­ας, υ­πο­τρο­πές εί­ναι συ­χνές και πα­ρα­τη­ρούν­ται στο 60% πε­ρί­που των πε­ρι­πτώ­σε­ων, αλ­λά συ­νή­θως αν­τα­πο­κρί­νον­ται σε ε­πα­να­χο­ρή­γη­ση των κορ­τι­κο­ει­δών. Ε­άν ό­μως προ­κύ­ψει και 3η υ­πο­τρο­πή, πα­ράλ­λη­λα με τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη σε δό­σεις 2-3 mg/kg/24ωρο ε­πί 8 ε­βδο­μά­δες (T­r­o­m­p­e­t­er RS et al, 1985; M­e­l­v­in T a­nd B­e­n­n­e­tt W, 1991). Η πρό­γνω­ση εί­ναι κα­λή, α­κό­μα και σε πε­ρι­πτώ­σεις ε­πα­νει­λημ­μέ­νων υ­πο­τρο­πών, χω­ρίς έν­δει­ξη ε­πι­δεί­νω­σης της νε­φρι­κής λει­τουρ­γί­ας (T­r­o­m­p­e­t­er RS et al, 1985).

Κυτ­τα­ρο­στα­τι­κά : Ε­πι­φυ­λάσ­σον­ται για πε­ρι­πτώ­σεις που υ­πο­τρο­πιά­ζουν με­τά την δι­α­κο­πή των κορ­τι­κο­ει­δών ή ε­ξαρ­τών­ται α­πό την κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­α. Η κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρη της χλω­ραμ­βου­κί­λης, αν και εί­ναι ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή με αυ­τήν, ε­πει­δή εί­ναι κά­πως λι­γό­τε­ρο το­ξι­κή.Σε α­σθε­νείς αν­θι­στά­με­νους στα κορ­τι­κο­ει­δή, η προ­σθή­κη κυ­κλο­σπο­ρί­νης εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή τό­σο σε ε­νή­λι­κες (N­y­r­op M a­nd O­l­g­a­a­rd K, 1990), ό­σο και σε παι­διά (N­i­a­u­d­et P et al, 1991), αλ­λά πρέ­πει να γί­νε­ται με προ­σο­χή λό­γω της δυ­νη­τι­κής νε­φρο­το­ξι­κό­τη­τάς της.

 Πε­φλο­ξα­σί­νη : Ε­χει βελ­τι­ώ­σει με­ρι­κούς α­σθε­νείς (P­r­u­na A et al, 1992), αλ­λά η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της δεν έ­χει ε­πι­βε­βαι­ω­θεί α­πό άλ­λους (A­i­g­r­a­in EJ et al, 1993).

8.1.6.13.2   ΝΕ­ΦΡΩ­ΣΙ­ΚΟ ΣΥΝ­ΔΡΟ­ΜΟ

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν δι­ού­ρη­ση και ύ­φε­ση της πρω­τε­ϊ­νου­ρί­ας σε παι­διά και ε­νή­λι­κες με νε­φρω­σι­κό σύν­δρο­μο δευ­τε­ρο­πα­θώς σε πρω­το­πα­θή νε­φρι­κή νό­σο, ι­δι­αί­τε­ρα ό­ταν υ­πάρ­χουν ε­λά­χι­στες ι­στο­λο­γι­κές αλ­λοι­ώ­σεις. Ο νε­φρι­κός λύ­κος ε­πί­σης αν­τα­πο­κρί­νε­ται στα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή. Το νε­φρω­σι­κό σύν­δρο­μο το ο­φει­λό­με­νο σε σακ­χα­ρώ­δη δι­α­βή­τη, νε­φρι­κή α­μυ­λο­εί­δω­ση, σπει­ρα­μα­το­νε­φρί­τι­δα ή άλ­λα νο­σή­μα­τα γε­νι­κά αν­θί­στα­ται στα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γούν­ται σε με­γά­λες δό­σεις και για με­γά­λα χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα. Μπο­ρo­ύν να χο­ρη­γη­θούν η­μέ­ρα παρ΄η­μέ­ρα για να πε­ρι­ο­ρι­σθούν οι ε­πι­πλο­κές.

8.1.6.13.3   Ε­ΣΤΙΑ­ΚΗ ΣΠΕΙ­ΡΑ­ΜΑ­ΤΟ­ΣΚΛΗ­ΡΥΝ­ΣΗ 

Η θε­ρα­πεί­α εί­ναι πα­ρό­μοι­α με την νε­φρο­πά­θεια ε­λα­χί­στων αλ­λοι­ώ­σε­ων, αλ­λά μό­νο 20% των πε­ρι­πτώ­σε­ων αν­τα­πο­κρί­νε­ται στα κορ­τι­κο­ει­δή. Η προ­σθή­κη κυτ­τα­ρο­στα­τι­κών, ό­πως η κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη, βελ­τι­ώ­νει την πι­θα­νό­τη­τα ύ­φε­σης. Ε­νας α­σθε­νής αν­τα­πο­κρί­θη­κε στην πε­φλο­ξα­σί­νη (P­r­u­na A et al, 1992). Η κυ­κλο­σπο­ρί­νη μπο­ρεί να εί­ναι ε­πί­σης α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή (N­y­r­op M a­nd O­l­g­a­a­rd K, 1990; N­i­a­u­d­et P et al, 1991).

8.1.6.13.4   ΜΕΜ­ΒΡΑ­ΝΩ­ΔΗΣ ΝΕ­ΦΡΟ­ΠΑ­ΘΕΙΑ 

Τα κορ­τι­κο­ει­δή, σε συν­δυα­σμό με κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη ή χλω­ραμ­βου­κί­λη, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν κλι­νι­κή βελ­τί­ω­ση και να στα­θε­ρο­ποι­ή­σουν την ε­ξέ­λι­ξη της νό­σου (B­r­u­ns FJ et al, 1991), αν και δεν εί­ναι γνω­στό κα­τά πό­σον μό­να τους έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα (F­a­lk RJ et al, 1992).

Η κυ­κλο­σπο­ρί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει με­ρι­κή ή πλή­ρη ύ­φε­ση της νό­σου (C­a­t­t­r­an DC et al, 1995).

8.1.6.13.5   ΜΕ­ΣΑΓ­ΓΕΙ­Ο­ΤΡΙ­ΧΟ­ΕΙ­ΔΙ­ΚΗ ΣΠΕΙ­ΡΑ­ΜΑ­ΤΟ­ΝΕ­ΦΡΙ­ΤΙ­ΔΑ 

Τα κορ­τι­κο­ει­δή και τα κυτ­τα­ρο­στα­τι­κά μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σουν ή στα­θε­ρο­ποι­ή­σουν την νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α, αλ­λά 50% των α­σθε­νών α­να­πτύσ­σει νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια τε­λι­κού στα­δί­ου με­τά α­πό 15-20 (τύ­πος Ι) ή 6-10 (τύ­πος Ι­Ι) χρό­νια. Η πρεδ­νι­ζό­νη και η κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη μπο­ρεί να έχουν απο­τέλεσμα σε ασθενείς με ταχέως εξελισσόμενη νόσο (Mason PD and Pusey CD, 1994).

8.1.6.13.6   I­gA ΝΕ­ΦΡΟ­ΠΑ­ΘΕΙΑ (ΝΟ­ΣΟΣ B­E­R­G­ER) 

Τα κορ­τι­κο­ει­δή και τα α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν σε α­σθε­νείς με σο­βα­ρή, τα­χέ­ως ε­ξε­λισ­σό­με­νη, νό­σο B­e­r­g­er (F­a­e­d­da R et al, 1996).

Το M­y­c­o­p­h­e­n­o­l­a­te m­o­f­e­t­il βελ­τί­ω­σε 2 α­σθε­νείς (N­o­w­a­ck R et al, 1997). Τα n-3 λι­πα­ρά ο­ξέ­α α­πό τα ι­χθυ­έ­λαι­α (D­o­n­a­d­io JV et al, 1994), ό­πως και η φυ­σι­κή α­νο­σο­σφαι­ρί­νη (R­o­s­t­o­k­er G et al, 1994) μπο­ρεί να έ­χουν κά­ποι­ο α­πο­τέ­λε­σμα.

8.1.6.13.7   Ι­ΔΙ­Ο­ΠΑ­ΘΗΣ ΤΑ­ΧΕ­ΩΣ Ε­ΞΕ­ΛΙΣ­ΣΟ­ΜΕ­ΝΗ ΣΠΕΙ­ΡΑ­ΜΑ­ΤΟ­ΝΕ­ΦΡΙ­ΤΙ­ΔΑ

Τα p­er os χο­ρη­γού­με­να κορ­τι­κο­ει­δή έ­χουν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη α­ξί­α. Οι εν­δο­φλέ­βι­ες ώ­σεις με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης, α­κο­λου­θού­με­νες α­πό πρεδ­νι­ζό­νη p­er os μό­νη της ή σε συν­δυα­σμό με κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη, έ­χουν θε­α­μα­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα (B­r­u­ns FJ et al, 1989). Ε­ναλ­λα­κτι­κά, μπο­ρεί να γί­νει πλα­σμα­φαί­ρε­ση σε συν­δυα­σμό με κορ­τι­κο­ει­δή και κυτ­τα­ρο­στα­τι­κά (G­i­a­n­v­i­ti A et al, 1996).

8.1.6.13.8   ΣΥΝ­ΔΡΟ­ΜΟ G­O­O­D­P­A­S­T­U­RE 

Η πνευ­μο­νι­κή αι­μορ­ρα­γί­α αν­τα­πο­κρί­νε­ται σε με­γά­λες δό­σεις πρεδ­νι­ζό­νης ή πρεδ­νι­ζο­λό­νης p­er os ή εν­δο­φλέ­βι­ες ώ­σεις με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης. Πάν­τως, τα κορ­τι­κο­ει­δή έ­χουν μι­κρή α­ξί­α στον έ­λεγ­χο των νε­φρι­κών αλ­λοι­ώ­σε­ων, οι ο­ποί­ες α­παι­τούν συν­δυ­α­σμέ­νη α­γω­γή με πλα­σμα­φαί­ρε­ση, κορ­τι­κο­ει­δή και κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση ή κά­θε 2η η­μέ­ρα ε­πί αρ­κε­τές ε­βδο­μά­δες μέ­χρις ό­του τα αν­τι­σώ­μα­τα δεν α­νι­χνεύ­ον­ται και η ε­ξέ­λι­ξη της νό­σου α­να­κο­πεί.

8.1.6.13.9   ΜΕ­ΤΑ­ΛΟΙ­ΜΩ­ΔΗΣ ΣΠΕΙ­ΡΑ­ΜΑ­ΤΟ­ΝΕ­ΦΡΙ­ΤΙ­ΔΑ

Στις πε­ρισ­σό­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις δεν χρει­ά­ζε­ται ε­πι­πρό­σθε­τη θε­ρα­πεί­α, πέ­ραν της θε­ρα­πεί­ας της υ­πο­κεί­με­νης λοί­μω­ξης. Τα κορ­τι­κο­ει­δή και τα κυτ­τα­ρο­στα­τι­κά γε­νι­κά δεν εν­δεί­κνυν­ται και μπο­ρεί, σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, να α­πο­βούν ε­πι­βλα­βή.

8.1.6.14   ΛΟΙ­ΜΩ­ΞΕΙΣ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή, αν και σε μα­κρο­χρό­νια χο­ρή­γη­ση μπο­ρεί να ε­πη­ρε­ά­σουν την α­πάν­τη­ση του ορ­γα­νι­σμού στις λοι­μώ­ξεις, χο­ρη­γού­με­να συ­νή­θως βρα­χυ­χρό­νια και σε συν­δυα­σμό με τους κα­τάλ­λη­λους χη­μει­ο­θε­ρα­πευ­τι­κούς πα­ρά­γον­τες μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σουν τα συμ­πτώ­μα­τα ο­ρι­σμέ­νων ο­ξέ­ων λοι­μώ­ξε­ων και, σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, να σώ­σουν την ζω­ή του α­σθε­νούς.

8.1.6.14.1   ΛΕΙ­ΣΜΑ­ΝΙΑ­ΣΗ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν για τον έ­λεγ­χο της σο­βα­ρής φλεγ­μο­νής στη βλεν­νο­γο­νο­δερ­μα­τι­κή λε­ϊ­σμα­νί­α­ση, αν και το πεν­τα­σθε­νές αν­τι­μό­νιο εί­ναι η αρ­χι­κή θε­ρα­πεί­α ε­κλο­γής.

8.1.6.14.2   ΛΕ­ΠΡΑ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : Αν­τι­δρά­σεις λέ­πρας τύ­που Ι και Ι­Ι.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Οι αν­τι­δρά­σεις της λέ­πρας τύ­που Ι συ­χνά αν­τα­πο­κρί­νον­ται στη θε­ρα­πεί­α με με­γά­λες δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών (π.χ. 40-60 mg πρεδ­νι­ζό­νης η­με­ρη­σί­ως) ε­πί αρ­κε­τές η­μέ­ρες, που μει­ώ­νον­ται σε δι­ά­στη­μα αρ­κε­τών ε­βδο­μά­δων ή μη­νών. Στην προ­σβο­λή των νεύ­ρων τα κορ­τι­κο­ει­δή πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται εν­τός των 6 πρώ­των μη­νών α­πό της ει­σβο­λής, δε­δο­μέ­νου ό­τι ό­σο ε­νω­ρί­τε­ρα αρ­χί­σουν, τό­σο πι­θα­νό­τε­ρο εί­ναι να α­πο­κα­τα­στή­σουν την λει­τουρ­γί­α τους.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΑ ΣΧΗ­ΜΑ­ΤΑ :

  • Πρεδ­νι­ζο­λό­νη 40 mg/24ωρο Χ 4 ε­βδο­μά­δες (στους ε­νή­λι­κες). Στην ο­ξεί­α προ­σβο­λή των νεύ­ρων, η δό­ση αυ­τή μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά τις ε­πό­με­νες 12 ε­βδο­μά­δες (C­r­o­ft RP et al, 1997)
  • Πρεδ­νι­ζό­νη 30 mg/24ωρο Χ 2 ε­βδο­μά­δες, η ο­ποί­α μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά,. Η θε­ρα­πεί­α πρέ­πει να δια­ρκεί του­λά­χι­στον 10 ε­βδο­μά­δες (B­e­r­n­i­n­ck E­HM a­nd V­o­s­k­e­ns J­EJ, 1997).

8.1.6.14.3   ΛΟΙ­ΜΩ­ΔΗΣ ΜΟ­ΝΟ­ΠΥ­ΡΗ­ΝΩ­ΣΗ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ :

  • Εν­το­νος πο­νό­λαι­μος που πα­ρεμ­βαί­νει στην α­να­πνευ­στι­κή λει­τουρ­γί­α ή την σί­τι­ση (S­h­e­a­g­r­en JN, 1986).
  • Σο­βα­ρές ε­πι­πλο­κές (θρομ­βο­πε­νί­α, αι­μο­λυ­τι­κή α­ναι­μί­α, εγ­κε­φα­λί­τι­δα, πε­ρι­καρ­δί­τι­δα, μυ­ο­καρ­δί­τι­δα ή πνευ­μο­νί­τι­δα)
  • Σο­βα­ρή φλεγ­μο­νή και υ­περ­τρο­φί­α των α­μυ­γδα­λών, η ο­ποί­α μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε  α­πό­φρα­ξη των α­νώ­τε­ρων α­να­πνευ­στι­κών ο­δών (B­r­a­n­d­f­o­n­b­r­e­n­er A et al, 1986)
  • Ε­πί­μο­νη, σο­βα­ρή νό­σος (πυ­ρε­τός, α­πώ­λεια βά­ρους, αρ­θρί­τι­δα)
  • Ορ­γα­νι­κή ε­ξάν­τλη­ση λό­γω γε­νι­κευ­μέ­νης λοί­μω­ξης α­πό E­BV (πα­ρα­τε­τα­μέ­νη δι­α­δρο­μή, α­συ­νή­θι­στα υ­ψη­λοί πυ­ρε­τοί) (S­h­e­a­g­r­en JN, 1986).

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ :

  • Κα­τα­στέλ­λουν τον πυ­ρε­τό και βελ­τι­ώ­νουν την φα­ρυγ­γί­τι­δα και την λεμ­φα­δε­νί­τι­δα (B­r­a­n­d­f­o­n­b­r­e­n­er A et al, 1986)
  • Μπο­ρεί να ε­πι­τα­χύ­νουν την ύ­φε­ση με­ρι­κών ε­πι­πλο­κών, ι­δι­αί­τε­ρα της α­πό­φρα­ξης των α­νώ­τε­ρων α­να­πνευ­στι­κών ο­δών και πι­θα­νώς της α­νο­σο-με­τα­βι­βα­ζό­με­νης α­ναι­μί­ας και της θρομ­βο­πε­νί­ας.

Κατ΄άλ­λους :

  • Δεν έ­χουν τό­σο ση­μαν­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα στη λοι­μώ­δη μο­νο­πυ­ρή­νω­ση (Mc G­o­w­an JE et al, 1992)
  • Δεν πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται σαν φάρ­μα­κα ρου­τί­νας, για­τί μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν μυ­ο­καρ­δί­τι­δα ή εγ­κε­φα­λί­τι­δα (A­n­d­e­r­s­s­on J a­nd E­r­n­b­e­rg I, 1988)
  • Πρέ­πει να λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη ο θε­ω­ρη­τι­κός κίν­δυ­νος ε­ξα­σθέ­νη­σης της α­νο­σί­ας α­πό την πρεδ­νι­ζό­νη, δε­δο­μέ­νου ό­τι μπο­ρεί να υ­πάρ­χει αυ­ξη­μέ­νος κίν­δυ­νος α­νά­πτυ­ξης όγ­κων σχε­τι­ζό­με­νων με ι­ό E­p­s­t­e­in -B­a­rr στην με­τέ­πει­τα ζω­ή (S­h­e­a­g­r­en JN, 1986).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη 80 mg/24ωρο σε δι­η­ρη­μέ­νες δό­σεις Χ 2-3 η­μέ­ρες, οι ο­ποί­ες μει­ώ­νον­ται προ­δευ­τι­κά και δι­α­κό­πτον­ται με­τά α­πό 2 ε­βδο­μά­δες.

8.1.6.14.4   ΦΥ­ΜΑ­ΤΙ­Ω­ΣΗ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ :

  • Φυ­μα­τι­ώ­δης μη­νιγ­γί­τι­δα
  • Φυ­μα­τι­ώ­δης πε­ρι­καρ­δί­τι­δα
  • Φυ­μα­τι­ώ­δης πλευ­ρί­τι­δα
  • Φυ­μα­τι­ώ­δης λα­ρυγ­γί­τι­δα
  • Φυ­μα­τί­ω­ση ου­ρο­ποι­η­τι­κού
  • Φλοι­ο­ε­πι­νε­φρι­δια­κή α­νε­πάρ­κεια ο­φει­λό­με­νη σε φυ­μα­τί­ω­ση των ε­πι­νε­φρι­δί­ων
  • Μα­ζι­κή φυ­μα­τι­ώ­δης λεμ­φα­δε­νί­τι­δα
  • Αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας στα αν­τι­φυ­μα­τι­κά φάρ­μα­κα
  • Α­σθε­νείς με φυ­μα­τί­ω­ση και A­I­DS

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σουν με­ρι­κές μορ­φές ε­ξω­πνευ­μο­νι­κής φυ­μα­τί­ω­σης, αν και η χρή­ση τους στη φυ­μα­τί­ω­ση εί­ναι αν­τι­κρου­ό­με­νη (A­l­z­e­er AH a­nd F­i­t­z­G­e­r­a­ld JM, 1993).

  • Βελ­τι­ώ­νουν την ε­πι­βί­ω­ση και κα­τα­στέλ­λουν τα­χύ­τε­ρα τα συμ­πτώ­μα­τα σε α­σθε­νείς με φυ­μα­τι­ώ­δη πλευ­ρί­τι­δα, μη­νιγ­γί­τι­δα και πε­ρι­καρ­δί­τι­δα ή εν­δο­βρογ­χι­κή φυ­μα­τί­ω­ση
  • Κα­τα­στέλ­λουν τον πυ­ρε­τό και τις αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας σε α­σθε­νείς με πνευ­μο­νι­κή και ε­ξω­πνευ­μο­νι­κή φυ­μα­τί­ω­ση, αν και δεν πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται για τον σκο­πό αυ­τό με ευ­κο­λί­α
  • Προ­σφέ­ρουν ά­με­ση συμ­πτω­μα­τι­κή α­να­κού­φι­ση, κα­τα­στέλ­λουν τον πυ­ρε­τό και πε­ρι­ο­ρί­ζουν την σο­βα­ρή α­ναι­μί­α και την υ­πο­λευ­κω­μα­τι­ναι­μί­α σε α­σθε­νείς με σο­βα­ρή νό­σο ή έν­το­να συ­στη­μα­τι­κά συμ­πτώ­μα­τα, σε μέ­τρι­ες δό­σεις (π.χ. 20-30 mg πρεδ­νι­ζό­νης η­με­ρη­σί­ως).

Πάν­τως, πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται ταυ­τό­χρο­να με προ­φυ­λα­κτι­κή χη­μει­ο­θε­ρα­πευ­τι­κή α­γω­γή σε α­σθε­νείς με ε­νερ­γό φυ­μα­τί­ω­ση και με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με α­νε­νερ­γό νό­σο, για­τί μπο­ρεί να την α­να­ζω­πυ­ρώ­σουν. Α­κό­μα, μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θούν σε με­γα­λύ­τε­ρη δό­ση σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με ρι­φαμ­πι­κί­νη, δε­δο­μέ­νου ό­τι η ρι­φαμ­πι­κί­νη αυ­ξά­νει τον με­τα­βο­λι­σμό των κορ­τι­κο­ει­δών.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Η συ­νή­θης δό­ση εί­ναι 40-60 mg πρεδ­νι­ζό­νης p­er os η­με­ρη­σί­ως ε­πί 4-6 ε­βδο­μά­δες, α­νά­λο­γα με το σύ­στη­μα που έ­χει προ­σβλη­θεί, η ο­ποί­α μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά. 

8.1.6.14.4.1   ΦΥ­ΜΑ­ΤΙ­Ω­ΔΗΣ ΜΗ­ΝΙΓ­ΓΙ­ΤΙ­ΔΑ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ :

  • Αυ­ξη­μέ­νη εν­δο­κρα­νια­κή πί­ε­ση
  • Δι­α­νο­η­τι­κή σύγ­χυ­ση, ε­στια­κές νευ­ρο­λο­γι­κές α­νω­μα­λί­ες ή κώ­μα (στά­διο Ι­Ι και Ι­Ι­Ι)
  • Ε­πι­κεί­με­νη πα­ρεμ­πό­δι­ση ε­κρο­ής εγ­κε­φα­λο­νω­τια­ίου υ­γρού

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ :

  • Βελ­τι­ώ­νουν τις υ­πο­λειμ­μα­τι­κές νευ­ρο­λο­γι­κές δι­α­τα­ρα­χές και πε­ρι­ο­ρί­ζουν την νο­ση­ρό­τη­τα και την θνη­τό­τη­τα σε α­σθε­νείς με μέ­τρια (στά­διο Ι­Ι) έ­ως σο­βα­ρή (στά­διο Ι­Ι­Ι) φυ­μα­τι­ώ­δη μη­νιγ­γί­τι­δα (G­i­r­g­is NI et al, 1991).
  • Ε­πι­τα­χύ­νουν την υ­πο­χώ­ρη­ση των δι­α­τα­ρα­χών του Ε­ΝΥ (ό­πως την αυ­ξη­μέ­νη πί­ε­ση), του ε­ξι­δρώ­μα­τος και των φυ­μα­τω­μά­των (S­c­h­o­e­m­an JF et al, 1997).
  • Σε συν­δυα­σμό με δι­ου­ρη­τι­κά (φου­ρο­σε­μί­δη, α­κε­τα­ζο­λα­μί­δη) μπο­ρεί να βο­η­θή­σουν σε πε­ρι­πτώ­σεις υ­δρο­κε­φα­λί­ας.

ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη 60-80 mg/24ωρο (1-3 mg/kg/24ωρο στα παι­διά) ή δε­ξα­με­θα­ζό­νη 6-12 mg/24ωρο Χ 1-2 ε­βδο­μά­δες. Η δό­ση αυ­τή μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά σε δι­ά­στη­μα 4-8 ε­βδο­μά­δων, α­νά­λο­γα με τα συμ­πτώ­μα­τα του α­σθε­νούς. Τα συμ­πτώ­μα­τα της προ­σβο­λής του ΚΝΣ μπο­ρεί να υ­πο­τρο­πιά­σουν ε­άν τα κορ­τι­κο­ει­δή ε­λατ­τω­θούν τα­χέ­ως ή σε μι­κρό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα.

8.1.6.14.4.2   ΦΥ­ΜΑ­ΤΙ­Ω­ΔΗΣ ΠΛΕΥ­ΡΙ­ΤΙ­ΔΑ 

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα των συ­στη­μα­τι­κά χο­ρη­γού­με­νων κορ­τι­κο­ει­δών στη φυ­μα­τι­ώ­δη πλευ­ρί­τι­δα δεν εί­ναι γνω­στή. Σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις μπο­ρεί να ε­πι­τα­χύ­νουν την ύ­φε­ση του πό­νου, της δύ­σπνοι­ας και του πυ­ρε­τού. Πάν­τως, δεν φαί­νε­ται να προ­λα­βαί­νουν την α­νά­πτυ­ξη ι­νω­τι­κών αλ­λοι­ώ­σε­ων και της πε­ρι­ο­ρι­στι­κής πνευ­μο­νο­πά­θειας και με­ρι­κοί κλι­νι­κοί για­τροί συ­νι­στούν να μην χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται σαν φάρ­μα­κα ρου­τί­νας, ε­κτός ε­άν οι α­σθε­νείς έ­χουν υ­ψη­λό πυ­ρε­τό ή ι­δι­αί­τε­ρα με­γά­λες συλ­λο­γές.

ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη 20-40 mg/24ωρο, η ο­ποί­α μει­ώ­νε­ται σε δι­ά­στη­μα 6-12 ε­βδο­μά­δων.

8.1.6.14.4.3   ΦΥ­ΜΑ­ΤΙ­Ω­ΔΗΣ ΠΕ­ΡΙ­ΤΟ­ΝΙ­ΤΙ­ΔΑ 

Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την συ­χνό­τη­τα των ε­πι­πλο­κών (π.χ. υ­πο­τρο­πιά­ζων κοι­λια­κός πό­νος, εν­τε­ρι­κή α­πό­φρα­ξη) της φυ­μα­τι­ώ­δους πε­ρι­το­νί­τι­δας (S­i­n­gh MM et al, 1969).

8.1.6.14.4.4   ΦΥ­ΜΑ­ΤΙ­Ω­ΔΗΣ ΠΕ­ΡΙ­ΚΑΡ­ΔΙ­ΤΙ­ΔΑ 

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ :

  • Πε­ρι­ο­ρί­ζουν το μέ­γε­θος, την α­νάγ­κη πα­ρο­χέ­τευ­σης και την ε­πα­να­συγ­κέν­τρω­ση των πε­ρι­καρ­δια­κών συλ­λο­γών
  • Ε­πι­τα­χύ­νουν την ύ­φε­ση των συμ­πτω­μά­των (τα­χυ­καρ­δί­α, πε­ρι­ο­ρι­σμός φυ­σι­κών δρα­στη­ρι­ο­τή­των)
  • Πε­ρι­ο­ρί­ζουν τα ι­νω­τι­κά υ­πο­λείμ­μα­τα και προ­λα­βαί­νουν τις συμ­φύ­σεις και την θνη­τό­τη­τα (T­r­a­u­t­n­er BW a­nd D­a­r­o­u­i­c­he RO, 2001).

Πάν­τως, δεν φαί­νε­ται να ε­πη­ρε­ά­ζουν την α­νάγ­κη για πε­ρι­καρ­δι­ε­κτο­μή, τον κίν­δυ­νο του θα­νά­του ή την συ­χνό­τη­τα της ε­ξέ­λι­ξης σε χρό­νια συμ­φυ­τι­κή πε­ρι­καρ­δί­τι­δα σε α­σθε­νείς με ο­ξύ ή εν­δι­ά­με­σο στά­διο πε­ρι­καρ­δί­τι­δας. 

ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : 40-80 mg πρεδ­νι­ζό­νης/24ωρο Χ 4 ε­βδο­μά­δες. Η δό­ση αυ­τή μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά σε δι­ά­στη­μα αρ­κε­τών ε­βδο­μά­δων, α­νά­λο­γα με τον βαθ­μό υ­πο­χώ­ρη­σης της πε­ρι­καρ­δια­κής συλ­λο­γής (F­o­w­l­er NO, 1991).

8.1.6.14.4.5   ΠΝΕΥ­ΜΟ­ΝΙ­ΚΗ ΦΥ­ΜΑ­ΤΙ­Ω­ΣΗ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : Σο­βα­ρά συ­στη­μα­τι­κά και α­να­πνευ­στι­κά συμ­πτώ­μα­τα συν­δε­ό­με­να με προ­χω­ρη­μέ­νη πνευ­μο­νι­κή φυ­μα­τί­ω­ση (S­e­n­d­e­r­o­v­i­tz T a­nd V­i­s­k­um K, 1994).

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ :

  • Μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σουν την αρ­τη­ρια­κή ο­ξυ­γό­νω­ση, σε α­σθε­νείς με α­πει­λη­τι­κή για την ζω­ή υ­πο­ξαι­μί­α συν­δε­ό­με­νη με δι­ά­χυ­τη πνευ­μο­νι­κή φλεγ­μο­νή.
  • Ε­πι­τα­χύ­νουν την βρα­χυ­πρό­θε­σμη ύ­φε­ση των κλι­νι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων και των α­κτι­νο­λο­γι­κών ευ­ρη­μά­των (πλην των σπη­λαί­ων), σε α­σθε­νείς με προ­χω­ρη­μέ­νη πνευ­μο­νι­κή φυ­μα­τί­ω­ση
  • Μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σουν τις αλ­λοι­ώ­σεις της εν­δο­βρογ­χι­κής φυ­μα­τί­ω­σης, σε α­σθε­νείς αν­θι­στά­με­νους στη βα­σι­κή αν­τι­φυ­μα­τι­κή α­γω­γή (V­e­r­h­a­e­g­he W et al, 1996), αν και, κατ΄ άλ­λους, δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα (P­a­rk IW et al, 1997).
  • Ε­που­λώ­νουν τις φυ­μα­τι­ώ­δεις αλ­λοι­ώ­σεις τα­χύ­τε­ρα και μει­ώ­νουν τις ε­πι­πλο­κές, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τα αν­τι­φυ­μα­τι­κά φάρ­μα­κα, σε παι­διά με πρω­το­πα­θή πνευ­μο­νι­κή φυ­μα­τί­ω­ση και πυ­λαί­α α­δε­νο­πά­θεια που προ­κα­λεί βρογ­χι­κή α­πό­φρα­ξη (T­o­p­p­et M et al, 1990).

ΜΕΙ­Ο­ΝΕ­ΚΤΗ­ΜΑ­ΤΑ : 

  • Δεν φαί­νε­ται να βελ­τι­ώ­νουν την μα­κρο­πρό­θε­σμη έκ­βα­ση (χρό­νια α­να­πνευ­στι­κή νό­σος ή θά­να­τος) της νό­σου
  • Δεν ε­πη­ρε­ά­ζουν το χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα που α­παι­τεί­ται για την αρ­νη­τι­κο­ποί­η­ση των θε­τι­κών καλ­λι­ερ­γει­ών των πτυ­έ­λων και την συ­χνό­τη­τα της μα­κρο­πρό­θε­σμης θε­ρα­πεί­ας, σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους ε­παρ­κώς με 2 ή πε­ρισ­σό­τε­ρα αν­τι­φυ­μα­τι­κά φάρ­μα­κα.

ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη 40-60 mg/24ωρο, η ο­ποί­α μει­ώ­νε­ται σε δι­ά­στη­μα 4-8 ε­βδο­μά­δων.

8.1.6.14.4.6   ΠΡΩ­ΤΟ­ΠΑ­ΘΗΣ ΦΥ­ΜΑ­ΤΙ­Ω­ΣΗ

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ: Τα κορ­τι­κο­ει­δή, χο­ρη­γού­με­να συμ­πλη­ρω­μα­τι­κά, ε­πι­τα­χύ­νουν την υ­πο­χώ­ρη­ση της εν­δο­θω­ρα­κι­κής α­δε­νο­πά­θειας της συν­δε­ό­με­νης με πρω­το­πα­θή φυ­μα­τί­ω­ση.

ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη 2-5 mg/kg/24ωρο, η ο­ποί­α μει­ώ­νε­ται α­πό­το­μα στο δι­ά­στη­μα της 1ης ε­βδο­μά­δας σε 1 mg/kg/24ωρο και με­τά προ­ο­δευ­τι­κά τις ε­πό­με­νες 5 ε­βδο­μά­δες. 

8.1.6.14.5   ΕΡ­ΠΗ­ΤΙ­ΚΕΣ ΛΟΙ­ΜΩ­ΞΕΙΣ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : Πό­νος συν­δε­ό­με­νος με λοί­μω­ξη α­πό ι­ό έρ­πη­τα ζω­στή­ρα. Σε παι­διά και νέ­ους ε­νή­λι­κες με έρ­πη­τα ζω­στή­ρα, τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν συ­νι­στών­ται, δε­δο­μέ­νου ό­τι η με­θερ­πη­τι­κή νευ­ραλ­γί­α εί­ναι α­συ­νή­θι­στη.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή, χο­ρη­γού­με­να p­er os μέ­σα στις 3 πρώ­τες ε­βδο­μά­δες της νό­σου, ε­λατ­τώ­νουν τον πό­νο τον συν­δε­ό­με­νο με ο­ξεί­α λοί­μω­ξη α­πό ι­ό του έρ­πη­τα ζω­στή­ρα, ε­νώ δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα ε­άν χο­ρη­γη­θούν 3 μή­νες με­τά την έ­ναρ­ξη της νό­σου (K­e­c­z­k­es K a­nd B­a­s­h­e­er AM, 1980).

Ο συν­δυα­σμός της πρεδ­νι­ζο­λό­νης με α­κυ­κλο­βί­ρη εί­ναι ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός με την α­κυ­κλο­βί­ρη μό­νη της στην με­θερ­πη­τι­κή νευ­ραλ­γί­α, αν και η πρεδ­νι­ζο­λό­νη μπο­ρεί να ε­λατ­τώ­σει τον πό­νο ε­άν χο­ρη­γη­θεί στη διά­ρκεια των 3 πρώ­των η­με­ρών της θε­ρα­πεί­ας. Πάν­τως, σε α­νο­σο­κα­τε­σταλ­μέ­νους α­σθε­νείς με έρ­πη­τα ζω­στή­ρα, ι­δι­αί­τε­ρα ε­άν πά­σχουν α­πό A­I­DS, τα κορ­τι­κο­ει­δή συν­δέ­ον­ται με α­νε­πι­θύ­μη­τες ε­νέρ­γει­ες (A­n­d­e­r­s­on DJ a­nd J­a­n­o­ff EN, 1987).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη 50-60 mg X 1 ε­βδο­μά­δα, η ο­ποί­α δι­α­κό­πτε­ται με­τά α­πό 3 ε­βδο­μά­δες.

8.1.6.14.6   ΛΑ­ΡΥΓ­ΓΟ­ΤΡΑ­ΧΕΙ­Ο­ΒΡΟΓ­ΧΙ­ΤΙ­ΔΑ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : Σο­βα­ρή νό­σος.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Σε α­σθε­νείς με λα­ρυγ­γο­τρα­χει­ο­βρογ­χί­τι­δα συν­δε­ό­με­νη με ι­ο­γε­νείς λοι­μώ­ξεις (συ­νή­θως za), τα συ­στη­μα­τι­κά χο­ρη­γού­με­να κορ­τι­κο­ει­δή ε­λατ­τώ­νουν την διά­ρκεια και την βα­ρύ­τη­τα των α­να­πνευ­στι­κών συμ­πτω­μά­των και την α­νάγ­κη εν­δο­τρα­χεια­κής δι­α­σω­λή­νω­σης (G­e­e­l­h­o­ed GC et al, 1996).

Οι ψε­κα­σμοί μπουν­τε­σο­νί­δης εί­ναι ε­πί­σης α­πο­τε­λε­σμα­τι­κοί, ε­ξί­σου με ει­σπνο­ές α­δρε­να­λί­νης (F­i­t­z­g­e­r­a­ld D et al, 1996) και με την p­er os χο­ρη­γού­με­νη δε­ξα­με­θα­ζό­νη μό­νη της (6 mg/24 ω­ρο) (G­e­e­l­h­o­ed GC a­nd M­a­c­D­o­n­a­ld W­BG, 1995) ή σε συν­δυα­σμό με μπουν­τε­σο­νί­δη (K­l­a­s­s­en TP et al, 1998). Κατ΄άλ­λους, η δε­ξα­με­θα­ζό­νη, χο­ρη­γού­με­νη εν­δο­μυι­κά σε δό­ση 0.6 mg/ kg, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή α­πό 4 mg ει­σπνε­ό­με­νης μπουν­τε­σο­νί­δης (J­o­h­n­s­on DW et al, 1998).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ :

  • Η­πια έ­ως μέ­τρια λα­ρυγ­γο­τρα­χει­ο­βρογ­χί­τι­δα : Δε­ξα­με­θα­ζό­νη p­er os 0.15 mg/kg/24ωρο ή 2 mg ει­σπνε­ό­με­νης μπουν­τε­σο­νί­δης
  • Σο­βα­ρή λα­ρυγ­γο­τρα­χει­ο­βρογ­χί­τι­δα που α­παι­τεί δι­α­σω­λή­νω­ση : Πρεδ­νι­ζο­λό­νη 1 mg/kg/24 ω­ρο p­er os.

8.1.6.14.7   ΤΥ­ΦΟ­ΕΙ­ΔΗΣ ΠΥ­ΡΕ­ΤΟΣ

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Η δε­ξα­με­θα­ζό­νη, σε συν­δυα­σμό με χλω­ραμ­φαι­νι­κό­λη, πε­ρι­ο­ρί­ζει την θνη­τό­τη­τα (17%) σε α­σθε­νείς με σο­βα­ρό εν­τε­ρι­κό πυ­ρε­τό α­πό la hi, συγ­κρι­τι­κά με την χλω­ραμ­φαι­νι­κό­λη μό­νη της (51%) (E­d­e­l­m­an R a­nd L­e­v­i­ne MM, 1986).

Πάν­τως, τα κορ­τι­κο­ει­δή, πρέ­πει να α­πο­φεύ­γον­ται σαν θε­ρα­πεί­α ρου­τί­νας σε ό­λους τους α­σθε­νείς με τυ­φο­ει­δή πυ­ρε­τό, αν και μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν για βρα­χύ χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα σε α­σθε­νείς με βα­ριά νό­σο (π.χ. πα­ρα­λή­ρη­μα, κα­τα­στο­λή, κώ­μα ή κα­τα­πλη­ξί­α).

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Δε­ξα­με­θα­ζό­νη 3 mg/kg/24ωρο + χλω­ραμ­φαι­νι­κό­λη.

8.1.6.14.8   ΤΕ­ΤΑ­ΝΟΣ

Σύμ­φω­να με δι­πλή-τυ­φλή με­λέ­τη, η πρεδ­νι­ζο­λό­νη, χο­ρη­γού­με­νη p­er os σε δό­ση 40 mg/24ωρο ε­πί 10 η­μέ­ρες, σε συν­δυα­σμό με εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­ση υ­γρών, τε­τα­νι­κή αν­τι­το­ξί­νη, πε­νι­κιλ­λί­νη G και δι­α­ζε­πά­μη, πε­ρι­ο­ρί­ζει ση­μαν­τι­κά την θνη­τό­τη­τα, συγ­κρι­τι­κά με p­l­a­c­e­bo (P­a­y­d­as S et al, 1988). Πάν­τως, η χρή­ση των κορ­τι­κο­ει­δών σαν θε­ρα­πεί­α ρου­τί­νας στον τέ­τα­νο δεν συ­νι­στά­ται.

8.1.6.14.9   ΑΙ­ΜΟΡ­ΡΑ­ΓΙ­ΚΟΣ ΠΥ­ΡΕ­ΤΟΣ ΜΕ ΝΕ­ΦΡΙ­ΚΟ ΣΥΝ­ΔΡΟ­ΜΟ (Η­ΑΝ­ΤΑ­ΑΝ V­I­R­US)

Σύμ­φω­να με p­l­a­c­e­bo-ε­λεγ­χό­με­νη, δι­πλή-τυ­φλή, με­λέ­τη, η πρεδ­νι­ζό­νη, χο­ρη­γού­με­νη p­er os τις πρώ­τες 5 η­μέ­ρες της νό­σου, δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα (Q­i­an D et al, 1990), γι΄αυ­τό και τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν συ­νι­στών­ται στη θε­ρα­πεί­α της νό­σου αυ­τής.

8.1.6.14.10   ΤΡΙ­ΧΙ­ΝΩ­ΣΗ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ :

  • Πνευ­μο­νί­τι­δα, μυ­ο­καρ­δί­τι­δα ή άλ­λες σο­βα­ρές ε­πι­πλο­κές που α­παι­τούν αν­θελ­μιν­θι­κή θε­ρα­πεί­α
  • Μα­κρά διά­ρκεια νό­σου

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να κα­τα­στεί­λουν την ι­στι­κή φλεγ­μο­νή σε α­σθε­νείς με λοί­μω­ξη α­πό la is, αλ­λά υ­πο­βο­η­θούν, του­λά­χι­στον θε­ω­ρη­τι­κά,  την είσ­δυ­ση των νυμ­φών στους μυς (C­a­m­p­b­e­ll WC a­nd B­l­a­ir LS, 1974).

Σε συ­νη­θι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, η α­νά­παυ­ση, τα α­ναλ­γη­τι­κά, τα αν­τι­πυ­ρε­τι­κά και ί­σως τα αν­τι­πα­ρα­σι­τι­κά φάρ­μα­κα συ­νή­θως ε­παρ­κούν για τον έ­λεγ­χο των συμ­πτω­μά­των (M­o­st H, 1978). Τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν συ­νι­στών­ται σαν φάρ­μα­κα ρου­τί­νας. Με­ρι­κοί υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­τι μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν βρα­χυ­χρό­νια σε α­σθε­νείς με πνευ­μο­νί­τι­δα, μυ­ο­καρ­δί­τι­δα ή άλ­λες σο­βα­ρές ε­πι­πλο­κές που α­παι­τούν αν­θελ­μιν­θι­κή θε­ρα­πεί­α ή ό­ταν η νό­σος ε­πι­μέ­νει ε­βδο­μά­δες έ­ως μή­νες (M­o­st H, 1978).

8.1.6.14.11   ΠΑ­ΡΑ­ΛΥ­ΣΗ ΠΡΟ­ΣΩ­ΠΙ­ΚΟΥ ΝΕΥ­ΡΟΥ ΣΤΗ ΝΟ­ΣΟ L­Y­ME

Η πα­ρά­λυ­ση του προ­σω­πι­κού εί­ναι μί­α α­πό τις νευ­ρο­λο­γι­κές ε­πι­πλο­κές της νό­σου L­y­me, η ο­ποί­α συ­χνά εμ­φα­νί­ζε­ται πρώ­ι­μα στη δι­α­δρο­μή της νό­σου. Σύμ­φω­να με α­να­δρο­μι­κή με­λέ­τη, ο μέ­σος χρό­νος α­νά­νη­ψης εί­ναι πα­ρό­μοι­ος σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με αν­τι­βι­ο­τι­κά μό­να τους συγ­κρι­τι­κά με τα κορ­τι­κο­ει­δή μό­να τους ή τον συν­δυα­σμό τους (C­l­a­rk JR et al, 1985). Γι΄ αυ­τό και τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν συ­νι­στών­ται στη θε­ρα­πεί­α της εκ­δή­λω­σης αυ­τής της νό­σου L­y­me (R­a­hn DW a­nd M­a­l­a­w­i­s­ta SE, 1991).

8.1.6.14.12   ΝΕΥ­ΡΟ­ΚΥ­ΣΤΙ­ΚΕΡ­ΚΩ­ΣΗ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : Αυ­ξη­μέ­νη εν­δο­κρα­νια­κή πί­ε­ση ο­φει­λό­με­νη σε ε­νερ­γό νευ­ρο­κυ­στι­κέρ­κω­ση.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Η πρα­ζι­κου­αν­τέ­λη, η ο­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εί­ται στη θε­ρα­πεί­α της κυ­στι­κέρ­κω­σης (M­o­o­d­l­ey M a­nd M­o­o­sa A, 1989), μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει φλεγ­μο­νώ­δη αν­τί­δρα­ση στις θνή­σκου­σες προ­νύμ­φες, χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νη α­πό πυ­ρε­τό, κε­φα­λαλ­γί­ες και μη­νιγ­γι­τι­σμό. Η βα­ρύ­τη­τα των εκ­δη­λώ­σε­ων αυ­τών σχε­τί­ζε­ται με τον α­ριθ­μό, το μέ­γε­θος και την εν­τό­πι­ση των κύ­στε­ων (E­a­r­n­e­st MP et al, 1987).

Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να προ­λά­βουν ή να πε­ρι­ο­ρί­σουν τις αν­τι­δρά­σεις της πρα­ζι­κου­αν­τέ­λης. Πάν­τως, ε­πει­δή μει­ώ­νουν τις συγ­κεν­τρώ­σεις της στο πλά­σμα, συ­νι­στά­ται να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται μό­νο για την αν­τι­με­τώ­πι­ση της αυ­ξη­μέ­νης εν­δο­κρα­νια­κής πί­ε­σης και γε­νι­κά ό­χι σαν φάρ­μα­κα ρου­τί­νας (D­el B­r­u­t­to OH a­nd S­o­t­e­lo J, 1988).

ΔΟ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη 40-60 mg/24ωρο.

8.1.6.14.13   Ι­Ο­ΓΕ­ΝΗΣ ΒΡΟΓ­ΧΙ­Ο­ΛΙ­ΤΙ­ΔΑ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν έ­χουν α­πο­τέ­λε­σμα (S­p­r­i­n­g­er C et al, 1990), γι΄αυ­τό και δεν συ­νι­στών­ται.

8.1.6.14.14   Ι­Ο­ΓΕ­ΝΗΣ ΠΕ­ΡΙ­ΚΑΡ­ΔΙ­ΤΙ­ΔΑ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : Εκ­δη­λώ­σεις πε­ρι­καρ­δί­τι­δας (πό­νος, πυ­ρε­τός, πε­ρι­καρ­δια­κή συλ­λο­γή) μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες στα ΜΣΑΦ, χω­ρίς έν­δει­ξη υ­πο­κεί­με­νης μυ­ο­καρ­δί­τι­δας.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Η πρεδ­νι­ζό­νη βελ­τι­ώ­νει θε­α­μα­τι­κά τα συμ­πτώ­μα­τα της ι­ο­γε­νούς πε­ρι­καρ­δί­τι­δας, αν και τα ΜΣΑΦ εί­ναι ε­πί­σης α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά. Στην ο­ξεί­α ι­ο­γε­νή πε­ρι­καρ­δί­τι­δα τα κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά α­πό την α­σπι­ρί­νη. Πάν­τως, δεν πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται σαν φάρ­μα­κα ρου­τί­νας (M­a­b­ey BE a­nd W­a­l­ls RM, 1985), για­τί μπο­ρεί να συ­νυ­πάρ­χει ο­ξεί­α μυ­ο­καρ­δί­τι­δα, η ο­ποί­α σε πει­ρα­μα­τό­ζω­α φαί­νε­ται ό­τι ε­πι­δει­νώ­νε­ται α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή. Α­κό­μα, δεν ε­λατ­τώ­νουν την πι­θα­νό­τη­τα με­τά­πτω­σης σε χρό­νια συμ­φυ­τι­κή πε­ρι­καρ­δί­τι­δα.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη, σε δό­ση 40-60 mg/24ωρο Χ 3-5 η­μέ­ρες, η ο­ποί­α στη συ­νέ­χεια μει­ώ­νε­ται και τε­λι­κά δι­α­κό­πτε­ται σε δι­ά­στη­μα 3-4 ε­βδο­μά­δων. 

8.1.6.14.15   Ι­Ο­ΓΕ­ΝΗΣ ΜΥ­Ο­ΚΑΡ­ΔΙ­ΤΙ­ΔΑ

Στην ο­ξεί­α φά­ση της πει­ρα­μα­τι­κής μυ­ο­καρ­δί­τι­δας της ο­φει­λό­με­νης σε ι­ό C­o­x­s­a­c­k­ie, τα κορ­τι­κο­ει­δή αυ­ξά­νουν την νέ­κρω­ση των κυτ­τά­ρων του μυ­ο­καρ­δί­ου και την α­να­πα­ρα­γω­γή του ι­ού. Με­ρι­κοί α­σθε­νείς δεν αν­τα­πο­κρί­νον­ται στη θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή μό­να τους ή σε συν­δυα­σμό με άλ­λους α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κούς πα­ρά­γον­τες, ε­νώ άλ­λοι βελ­τι­ώ­νον­ται ι­κα­νο­ποι­η­τι­κά με τα κορ­τι­κο­ει­δή (L­e­v­i­ne HD, 1979). Για τους λό­γους αυ­τούς τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν συ­νι­στών­ται σαν θε­ρα­πεί­α ρου­τί­νας στην ι­ο­γε­νή μυ­ο­καρ­δί­τι­δα.

8.1.6.14.16   ΑΛ­ΛΕΡ­ΓΙ­ΚΗ ΒΡΟΓ­ΧΟ­ΠΝΕΥ­ΜΟ­ΝΙ­ΚΗ Α­ΣΠΕΡ­ΓΙΛ­ΛΩ­ΣΗ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή, σε με­γά­λες δό­σεις (45-60 mg πρεδ­νι­ζό­νης η­με­ρη­σί­ως) βελ­τι­ώ­νουν θε­α­μα­τι­κά την αλ­λερ­γι­κή βρογ­χο­πνευ­μο­νι­κή α­σπερ­γίλ­λω­ση (S­l­a­v­in RG et al, 1986). Οι δό­σεις αυ­τές πρέ­πει να μει­ώ­νον­ται προ­ο­δευ­τι­κά στα χα­μη­λό­τε­ρα α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά ε­πί­πε­δα. Τα ει­σπνε­ό­με­να κορ­τι­κο­ει­δή, σε με­γά­λες ε­πί­σης δό­σεις, κα­τα­στέλ­λουν την νό­σο για με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα (H­e­i­n­ig JH et al, 1988).

8.1.6.14.17  ΕΛ­ΚΗ ΣΤΟ­ΜΑ­ΤΟΣ, Υ­ΠΟ­ΦΑ­ΡΥΓ­ΓΑ ΚΑΙ ΟΙ­ΣΟ­ΦΑ­ΓΟΥ ΣΕ Α­ΣΘΕ­ΝΕΙΣ ΜΕ A­I­DS

Τα κορ­τι­κο­ει­δή ε­που­λώ­νουν θε­α­μα­τι­κά τα έλ­κη του στό­μα­τος και του υ­πο­φά­ρυγ­γα (B­a­ch MC et al, 1988), ό­πως και του οι­σο­φά­γου (D­r­e­t­l­er RH a­nd R­a­u­s­h­er DB, 1989), σε α­σθε­νείς με A­I­DS.

8.1.6.14.18   ΛΟΙ­ΜΩ­ΔΗΣ ΕΝ­ΔΟ­ΦΘΑΛ­ΜΙ­ΤΙ­ΔΑ

Σε πει­ρα­μα­τό­ζω­α και αν­θρώ­πους με βα­κτη­ρι­δια­κή εν­δο­φθαλ­μί­τι­δα τα κορ­τι­κο­ει­δή, ε­άν προ­στε­θούν πρώ­ι­μα στην α­γω­γή, μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σουν τις αυ­ξη­μέ­νες φλεγ­μο­νώ­δεις α­παν­τή­σεις του ξε­νι­στή (B­a­r­za M, 1989). Τα κορ­τι­κο­ει­δή χο­ρη­γούν­ται συ­στη­μα­τι­κά, πε­ρι­ο­φθαλ­μι­κά ή μέ­σα στο υ­α­λώ­δες σώ­μα.

8.1.6.14.19   ΕΚ­ΔΗ­ΛΩ­ΣΕΙΣ ΑΛ­ΛΩΝ Ο­ΦΘΑΛ­ΜΙ­ΚΩΝ ΛΟΙ­ΜΩ­ΞΕ­ΩΝ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται ευ­ρέ­ως για την θε­ρα­πεί­α δι­ά­φο­ρων ο­φθαλ­μι­κών λοι­μώ­ξε­ων α­πό ι­ούς (C­o­bo LM, 1988), ρι­κέτ­τσι­ες (A­d­an A et al, 1988), σπει­ρο­χαί­τες και πρω­τό­ζω­α (B­a­r­za M, 1989).

8.1.6.14.20   ΧΡΟ­ΝΙΑ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓΗ ΜΕ­ΤΑ Α­ΠΟ ΜΕ­ΣΗ Ω­ΤΙ­ΤΙ­ΔΑ

Σύμ­φω­να με τυ­χαι­ο­ποι­η­μέ­νη, δι­πλή-τυ­φλή ε­λεγ­χό­με­νη με­λέ­τη, τα κορ­τι­κο­ει­δή, χο­ρη­γού­με­να ταυ­τό­χρο­να με τρι­με­θο­πρί­μη-σουλ­φα­με­θο­ξα­ζό­λη, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν πλή­ρη ύ­φε­ση της συλ­λο­γής που α­κο­λου­θεί ε­πει­σό­διο μέ­σης ω­τί­τι­δας (B­e­r­m­an S et al, 1990).

Σε παι­διά με συλ­λο­γή του μέ­σου ω­τός διά­ρκειας 2 μη­νών, η πρεδ­νι­ζό­νη, σε συν­δυα­σμό με αν­τι­βι­ο­τι­κά, προ­κα­λεί ύ­φε­ση πο­λύ συ­χνό­τε­ρα α­πό τα αν­τι­βι­ο­τι­κά μό­να τους (P­o­d­o­s­h­in L et al, 1990).

8.1.6.14.21   Ο­ΞΕΙΑ Ε­ΠΙ­ΓΛΩΤ­ΤΙ­ΤΙ­ΔΑ

Τα κορ­τι­κο­ει­δή συ­χνά χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται για να πε­ρι­ο­ρί­σουν το οί­δη­μα της ε­πι­γλωτ­τί­δας σε πε­ρι­πτώ­σεις ο­ξεί­ας φλεγ­μο­νής. Πάν­τως, δεν υ­πάρ­χουν ε­λεγ­χό­με­νες κλι­νι­κές με­λέ­τες που να προσ­δι­ο­ρί­ζουν την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά τους και οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­θη­καν με κορ­τι­κο­ει­δή ε­πι­βί­ω­σαν ε­ξί­σου με αυ­τούς που δεν θε­ρα­πεύ­θη­καν με κορ­τι­κο­ει­δή (M­a­yo S­m­i­th MF et al, 1986). Γι΄αυ­τό και τα κορ­τι­κο­ει­δή δεν συ­νι­στών­ται σαν θε­ρα­πεί­α ρου­τί­νας στην ο­ξεί­α ε­πι­γλωτ­τί­τι­δα, αλ­λά μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θούν σε πε­ρι­πτώ­σεις α­πό­φρα­ξης των α­νώ­τε­ρων α­να­πνευ­στι­κών ο­δών, ι­δί­ως στα παι­διά.

8.1.6.14.22  ΔΙ­Α­ΤΑ­ΡΑ­ΧΕΣ ΜΥ­Ε­ΛΟΥ Ο­ΣΤΩΝ ΣΥΝ­ΔΕ­Ο­ΜΕ­ΝΕΣ ΜΕ Ι­Ο­ΓΕ­ΝΕΙΣ ΛΟΙ­ΜΩ­ΞΕΙΣ

Οι ι­ο­γε­νείς λοι­μώ­ξεις μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν ή­πια κα­τα­στο­λή της πα­ρα­γω­γής των κυτ­τα­ρι­κών στοι­χεί­ων α­πό τον μυ­ε­λό των ο­στών. Ε­νί­ο­τε, οι δρά­σεις αυ­τές εί­ναι σο­βα­ρές, ό­πως έ­χει πα­ρα­τη­ρη­θεί συ­χνό­τε­ρα σε λοι­μώ­ξεις α­πό παρ­βο­ϊ­ό Β19, κυτ­τα­ρο­με­γα­λο­ϊ­ό, ι­ό E­p­s­t­e­in-B­a­rr, V­ZV, H­IV και η­πα­τί­τι­δας Β (Y­o­u­ng NS, 1990) και, λι­γό­τε­ρο συ­χνά, C.

Τα κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σουν την α­πλα­στι­κή α­ναι­μί­α την συν­δε­ό­με­νη με μη-Α, μη-Β η­πα­τί­τι­δα και λοι­μώ­ξεις α­πό E­BV (G­r­i­s­h­a­b­er JE et al, 1988). Με­ρι­κοί υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­τι μπο­ρεί να πε­ρι­ο­ρί­σουν την βα­ρύ­τη­τα της νό­σου σε α­σθε­νείς με κα­τα­στο­λή της πα­ρα­γω­γής των ε­ρυ­θρών αι­μο­σφαι­ρί­ων συν­δε­ό­με­νη με λοί­μω­ξη α­πό παρ­βο­ϊ­ό, σο­βα­ρή θρομ­βο­πε­νί­α (ι­δι­αί­τε­ρα συ­χνή στα παι­διά) ή αι­μο­λυ­τι­κή α­ναι­μί­α, μέ­χρις ό­του η λοί­μω­ξη ή τα συν­δε­ό­με­να αυ­το­ά­νο­σα φαι­νό­με­να υ­φε­θούν (Y­o­u­ng NS, 1990).

8.1.6.15   ΡΕΥ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΑ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ ΚΑΙ ΝΟ­ΣΗ­ΜΑ­ΤΑ ΚΟΛ­ΛΑ­ΓΟ­ΝΟΥ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή εν­δεί­κνυν­ται για την βρα­χυ­χρό­νια θε­ρα­πεί­α των ο­ξέ­ων ε­πει­σο­δί­ων ή ε­ξάρ­σε­ων των πε­ρισ­σό­τε­ρων ρευ­μα­τι­κών νο­ση­μά­των, π.χ. ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα, ΡΑ, ΝΡΑ (ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις μπο­ρεί να α­παι­τή­σουν θε­ρα­πεί­α συν­τή­ρη­σης με μι­κρές δό­σεις), αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα, με­τα­τραυ­μα­τι­κή ΟΑ, ο­ξεί­α και υ­πο­ξεί­α θυ­λα­κί­τι­δα, υ­με­νί­τι­δα της Ο­Α, ο­ξεί­α μη ει­δι­κή τε­νον­το­ϋ­με­νί­τι­δα, ε­πι­κον­δυ­λί­τι­δα, ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα, κ.ά.

Στα νο­σή­μα­τα του κολ­λα­γό­νου εν­δεί­κνυν­ται στη διά­ρκεια της έ­ξαρ­σης ή σαν θε­ρα­πεί­α συν­τή­ρη­σης σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις ΣΕΛ, ο­ξεί­ας ρευ­μα­τι­κής καρ­δί­τι­δας και δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δας /πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δας.

Σε α­σθε­νείς με ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα, δι­ά­χυ­τη συ­στη­μα­τι­κή σκλη­ρο­δερ­μί­α, ο­ξεί­α ή υ­πο­ξεί­α θυ­λα­κί­τι­δα και ΟΑ τα συ­στη­μα­τι­κά γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή σπά­νια εν­δεί­κνυν­ται. Οι κίν­δυ­νοι υ­περ­βαί­νουν το ό­φε­λος, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται μό­νον εφ΄ό­σον η συν­τη­ρη­τι­κή θε­ρα­πεί­α με άλ­λες με­θό­δους έ­χει α­πο­δει­χθεί α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κή.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Στα ρευ­μα­τι­κά νο­σή­μα­τα και τα νο­σή­μα­τα του κολ­λα­γό­νου, τα κορ­τι­κο­ει­δή α­να­κου­φί­ζουν α­πό την φλεγ­μο­νή και κα­τα­στέλ­λουν τα συμ­πτώ­μα­τα, αλ­λά δεν ε­πη­ρε­ά­ζουν την ε­ξέ­λι­ξη της νό­σου. Ε­κτός α­πό την βρα­χυ­χρό­νια α­να­κου­φι­στι­κή θε­ρα­πεί­α των ο­ξέ­ων ε­ξάρ­σε­ων και συ­στη­μα­τι­κών ε­πι­πλο­κών σε α­σθε­νείς αν­θι­στά­με­νους σε πε­ρισ­σό­τε­ρο συν­τη­ρη­τι­κή θε­ρα­πεί­α, σπά­νια εν­δεί­κνυν­ται.

Σε α­πει­λη­τι­κές για την ζω­ή κα­τα­στά­σεις, τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή συ­χνά χο­ρη­γούν­ται σε με­γά­λες δό­σεις, οι ο­ποί­ες πρέ­πει να μει­ώ­νον­ται τα­χέ­ως με­τά την πα­ρέ­λευ­ση της κρί­σης. Θε­ρα­πεί­α συν­τή­ρη­σης με γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή σπά­νια εν­δεί­κνυ­ται στη ΡΑ, την ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα ή τον συ­στη­μα­τι­κό ε­ρυ­θη­μα­τώ­δη λύ­κο, αλ­λά μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί σαν μέ­ρος του συ­νο­λι­κού θε­ρα­πευ­τι­κού προ­γράμ­μα­τος σε πε­ρι­πτώ­σεις μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες σε πε­ρισ­σό­τε­ρο συν­τη­ρη­τι­κές θε­ρα­πεί­ες. Η α­πό­συρ­ση των γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λη στους α­σθε­νείς αυ­τούς, δε­δο­μέ­νου ό­τι η νό­σος συ­νή­θως υ­πο­τρο­πιά­ζει με­τά την δι­α­κο­πή των φαρ­μά­κων.

Τα συ­στη­μα­τι­κά χο­ρη­γού­με­να γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή ε­λέγ­χουν τις ο­ξεί­ες εκ­δη­λώ­σεις της ρευ­μα­τι­κής καρ­δί­τι­δας τα­χύ­τε­ρα α­πό τα σα­λι­κυ­λι­κά και μπο­ρεί να σώ­σουν την ζω­ή του α­σθε­νούς σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, αλ­λά, ό­πως και τα σα­λι­κυ­λι­κά, δεν μπο­ρούν να προ­λά­βουν την βαλ­βι­δι­κή βλά­βη και μα­κρο­πρό­θε­σμα δεν εί­ναι κα­λύ­τε­ρα α­πό τα σα­λι­κυ­λι­κά. Τα κυτ­τα­ρο­στα­τι­κά εί­ναι η θε­ρα­πεί­α ε­κλο­γής στην κοκ­κι­ω­μά­τω­ση W­e­g­e­n­er, αλ­λά τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν ε­ναλ­λα­κτι­κά σε α­σθε­νείς με σο­βα­ρές συ­στη­μα­τι­κές ε­πι­πλο­κές.

Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή πα­ρα­μέ­νουν η αρ­χι­κή θε­ρα­πεί­α για τον έ­λεγ­χο των συμ­πτω­μά­των και την πρό­λη­ψη των σο­βα­ρών, συ­χνά α­πει­λη­τι­κών για την ζω­ή, ε­πι­πλο­κών σε α­σθε­νείς με δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα και πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα, ο­ζώ­δη πο­λυ­αρ­τη­ρί­τι­δα, υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα πο­λυ­χον­δρί­τι­δα, ρευ­μα­τι­κή πο­λυ­μυ­αλ­γί­α και γι­γαν­το­κυτ­τα­ρι­κή αρ­τη­ρί­τι­δα ή μι­κτή νό­σο του συν­δε­τι­κού ι­στού. Σε ο­ξεί­ες κα­τα­στά­σεις μπο­ρεί να χρεια­σθούν να χο­ρη­γη­θούν σε με­γά­λες δό­σεις. Ε­άν υ­πάρ­ξει αν­τα­πό­κρι­ση, μπο­ρούν να συ­νε­χι­σθούν για με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα σε χα­μη­λές δό­σεις. Η πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα η συν­δε­ό­με­νη με κα­κο­ή­θη νο­σή­μα­τα και η νε­α­νι­κή δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα δεν αν­τα­πο­κρί­νον­ται ι­κα­νο­ποι­η­τι­κά στα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή.

8.1.6.15.1   ΑΝ­ΤΙ­ΦΩ­ΣΦΟ­ΛΙ­ΠΙ­ΔΙ­ΚΟ ΣΥΝ­ΔΡΟ­ΜΟ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ :

  • Κα­τα­στρο­φι­κό αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κό σύν­δρο­μο
  • Θρομ­βο­πε­νί­α συν­δε­ό­με­νη με αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κά αν­τι­σώ­μα­τα
  • Ε­πί­κτη­τη υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μί­α σε α­σθε­νείς με αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κό σύν­δρο­μο συν­δε­ό­με­νο με αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο αι­μορ­ρα­γι­κών ε­πι­πλο­κών
  • Υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σες αυ­τό­μα­τες α­πο­βο­λές και εμ­βρυι­κή α­πώ­λεια

Παι­διά με θρομ­βω­τι­κά ε­πει­σό­δια συν­δε­ό­με­να με αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κά αν­τι­σώ­μα­τα

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Ο ρό­λος των κορ­τι­κο­ει­δών στο αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κό σύν­δρο­μο δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί ε­πα­κρι­βώς. Το αν­τι­πη­κτι­κό του λύ­κου συ­νή­θως ε­ξα­φα­νί­ζε­ται με την θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή, ε­νώ ο τίτ­λος των αν­τι­καρ­δι­ο­λι­πι­νι­κών αν­τι­σω­μά­των δεν με­τα­βάλ­λε­ται.

Οι α­σθε­νείς με κλι­νι­κές εκ­δη­λώ­σεις ε­ξε­λισ­σό­με­νης συ­στη­μα­τι­κής φλεγ­μο­νώ­δους α­πάν­τη­σης (ό­πως αύ­ξη­ση της ΤΚΕ), πο­λυ­κλω­νι­κή γαμ­μο­πά­θεια ή α­ναι­μί­α χρό­νιας νό­σου σε συν­δυα­σμό με κλι­νι­κά ση­μεί­α φλεγ­μο­νής και εκ­δη­λώ­σεις του αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κού συν­δρό­μου μπο­ρεί να ω­φε­λη­θούν α­πό την κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­α.

Πάν­τως, η πρεδ­νι­ζό­νη, χο­ρη­γού­με­νη στη διά­ρκεια της κύ­η­σης σε δό­ση 10-60 mg/24ωρο σε γυ­ναί­κες με υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σες α­πο­βο­λές και θε­τι­κό αν­τι­πη­κτι­κό του λύ­κου ή θε­τι­κά αν­τι­καρ­δι­ο­λι­πι­νι­κά αν­τι­σώ­μα­τα, συ­χνά ε­πι­πλέ­κε­ται με πα­χυ­σαρ­κί­α, στε­ρο­ει­δι­κή α­κμή, υ­πέρ­τα­ση, δι­α­βή­τη, πρό­ω­ρο το­κε­τό και πρω­τε­ϊ­νου­ρί­α (L­u­b­be WF et al, 1985).

Θε­ρα­πεί­α κα­τα­στρο­φι­κού αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κού συν­δρό­μου : Το κα­τα­στρο­φι­κό αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κό σύν­δρο­μο χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό πολ­λα­πλές αγ­γεια­κές α­πο­φρά­ξεις, οι ο­ποί­ες ο­δη­γούν τα­χέ­ως σε πο­λυ­ορ­γα­νι­κή α­νε­πάρ­κεια (A­s­h­e­r­s­on RA, 1992).

Η θε­ρα­πεί­α συ­νί­στα­ται σε εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­ση η­πα­ρί­νης, αν­τι­θρομ­βί­νη Ι­Ι­Ι, πεν­το­ξυ­φιλ­λί­νη,  κυτ­τα­ρο­στα­τι­κά ή πλα­σμα­φαί­ρε­ση. Η θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή p­er os ή σε εν­δο­φλέ­βι­ες ώ­σεις έ­χει αμ­φί­βο­λη α­ξί­α.

Με­τά την ύ­φε­ση του αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κού συν­δρό­μου μπο­ρεί να χρεια­σθεί συ­νε­χής θε­ρα­πεί­α α­να­πλή­ρω­σης με κορ­τι­κο­ει­δή ε­άν ο α­σθε­νής εί­χε αμ­φο­τε­ρό­πλευ­ρη αι­μορ­ρα­γί­α των ε­πι­νε­φρι­δί­ων στη διά­ρκεια της ο­ξεί­ας φά­σης της νό­σου και μα­κρο­χρό­νια, πι­θα­νώς ι­σό­βια, αν­τι­πη­κτι­κή α­γω­γή.

Θρομ­βο­πε­νί­α και αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κά αν­τι­σώ­μα­τα : Τα κορ­τι­κο­ει­δή, σε με­γά­λες δό­σεις, εί­ναι η θε­ρα­πεί­α ε­κλο­γής (P­e­t­ri M, 1997). Σε α­σθε­νείς με αυ­το­ά­νο­ση θρομ­βο­πε­νί­α, a­PL και έ­να θρομ­βω­τι­κό ε­πει­σό­διο αρ­χι­κά μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν κορ­τι­κο­ει­δή για να αυ­ξη­θεί ο α­ριθ­μός των αι­μο­πε­τα­λί­ων >50.000/ml και στη συ­νέ­χεια βαρ­φα­ρί­νη ή υ­δρο­ξυ­χλω­ρο­κί­νη.

Ε­πί­κτη­τη θρομ­βο­πε­νί­α : Η ε­πί­κτη­τη υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μί­α εί­ναι α­συ­νή­θι­στη ε­πι­πλο­κή σε α­σθε­νείς με a­PL συν­δε­ό­με­νο με αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο αι­μορ­ρα­γι­κών ε­πι­πλο­κών. Τα κορ­τι­κο­ει­δή εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά και γε­νι­κά προ­κα­λούν τα­χεί­α ύ­φε­ση της υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μί­ας.

Εγ­κυ­οι με θε­τι­κά αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κά αν­τι­σώ­μα­τα : Τα αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κά αν­τι­σώ­μα­τα συν­δέ­ον­ται με υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σες αυ­τό­μα­τες α­πο­βο­λές στη διά­ρκεια του 1ου, και εμ­βρυι­κή α­πώ­λεια, του 2ου και 3ου τρι­μή­νου της κύ­η­σης. Τα κορ­τι­κο­ει­δή βελ­τι­ώ­νουν την εμ­βρυι­κή έκ­βα­ση, αλ­λά συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό σο­βα­ρή μη­τρι­κή και γυ­ναι­κο­λο­γι­κή νο­ση­ρό­τη­τα (C­o­w­c­h­o­ck S, 1996; P­e­t­ri M, 1997).

Παι­διά με έ­να θρομ­βω­τι­κό ε­πει­σό­διο και αν­τι­φω­σφο­λι­πι­δι­κά αν­τι­σώ­μα­τα : Σε παι­διά με αρ­τη­ρια­κή ή φλε­βι­κή θρόμ­βω­ση συν­δε­ό­με­νη με ΣΕΛ θε­ρα­πεί­α ε­κλο­γής εί­ναι η εν­δο­φλέ­βια η­πα­ρί­νη, α­κο­λου­θού­με­νη α­πό βαρ­φα­ρί­νη. Ο ρό­λος των κορ­τι­κο­ει­δών και των α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κών σε α­σθε­νείς με a­PL και θρόμ­βω­ση δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί. Οι θε­ρα­πεί­ες αυ­τές μει­ώ­νουν τους τίτ­λους των a­PL, αλ­λά δεν προ­λα­βαί­νουν πάν­το­τε τα θρομ­βω­τι­κά ε­πει­σό­δια.

8.1.6.15.2   ΡΕΥ­ΜΑ­ΤΟ­ΕΙ­ΔΗΣ ΑΡ­ΘΡΙ­ΤΙ­ΔΑ

ΕΝ­ΔΕΙ­ΞΕΙΣ : 

  • Α­πο­τυ­χί­α συμ­βα­τι­κής θε­ρα­πεί­ας (ΜΣΑΦ, εν­δαρ­θρι­κές εγ­χύ­σεις κορ­τι­ζό­νης, νάρ­θη­κες)
  • Σο­βα­ρή νό­σος
  • Εν­το­νες αρ­θρι­κές εκ­δη­λώ­σεις μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες στα ΜΣΑΦ, μέ­χρις ό­του δρά­σουν τα ΒΔΑΦ.

Α­ΠΟ­ΤΕ­ΛΕ­ΣΜΑ­ΤΙ­ΚΟ­ΤΗ­ΤΑ : Τα κορ­τι­κο­ει­δή, σε χα­μη­λές δό­σεις, βελ­τι­ώ­νουν τις πε­ρισ­σό­τε­ρες κλι­νι­κές εκ­δη­λώ­σεις των α­σθε­νών με ΡΑ, συγ­κρι­τι­κά μ' αυ­τούς που χρη­σι­μο­ποι­ούν ΜΣΑΦ και νάρ­θη­κες.

Η πρεδ­νι­ζο­λό­νη, σε δό­ση 11 mg/24ωρο p­er os, βελ­τι­ώ­νει την λει­τουρ­γι­κό­τη­τα των αρ­θρώ­σε­ων, την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα της νό­σου, την ι­κα­νό­τη­τα σύ­σφιγ­ξης των δα­κτύ­λων, τον πό­νο και την δι­όγ­κω­ση των αρ­θρώ­σε­ων και ε­πι­βρα­δύ­νει την ε­ξέ­λι­ξη των αρ­θρι­κών δι­α­βρώ­σε­ων.

Η πρεδ­νι­ζό­νη, σε δό­ση 5-7.5 mg/24ωρο, βελ­τι­ώ­νει ση­μαν­τι­κά τους πά­σχον­τες α­πό ΡΑ, συγ­κρι­τι­κά με μάρ­τυ­ρες. Χο­ρη­γού­με­νη σε δό­ση 5 mg το βρά­δυ προ­κα­λεί ε­πί­σης ση­μαν­τι­κή γε­νι­κή βελ­τί­ω­ση, συγ­κρι­τι­κά με p­l­a­c­e­bo.

ΘΕ­ΡΑ­ΠΕΥ­ΤΙ­ΚΟ ΣΧΗ­ΜΑ : Πρεδ­νι­ζό­νη 5-10 ή 15 mg, α­νά­λο­γα με την βα­ρύ­τη­τα της νό­σου. Ε­λάτ­τω­ση της δό­σης κα­τά 1 mg κά­θε 2-6 ε­βδο­μά­δες.

  • Μια ε­φά­παξ πρω­ι­νή δό­ση : Εί­ναι λι­γό­τε­ρο το­ξι­κή α­πό τις δι­η­ρη­μέ­νες. Ε­άν χο­ρη­γη­θεί πριν α­πό την νυ­χτε­ρι­νή κα­τά­κλι­ση μπο­ρεί να ε­λατ­τώ­σει την διά­ρκεια της πρω­ι­νής δυ­σκαμ­ψί­ας πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό την ί­δια δό­ση χο­ρη­γού­με­νη τις πρω­ι­νές ώ­ρες.
  • Δύ­ο δι­η­ρη­μέ­νες δό­σεις, π.χ. πρεδ­νι­ζό­νη 10 mg πρω­ί - 5 mg βρά­δυ : Α­να­κου­φί­ζουν α­πό τα συμ­πτώ­μα­τα πι­θα­νώς πε­ρισ­σό­τε­ρο σε α­σθε­νείς με ι­δι­αί­τε­ρα ε­πι­θε­τι­κή νό­σο.
  • Η­μέ­ρα πα­ρ' η­μέ­ρα σχή­μα : Δεν έ­χει α­ξί­α στη θε­ρα­πεί­α της ΡΑ.
  • Μη­νια­ίες ΕΦ ώ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών (με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης) : Μπο­ρεί να ε­πι­τα­χύ­νουν την βελ­τί­&