Έρευνα

Γνωρίζετε αν διατρέχετε κίνδυνο οστεοπόρωσης;:

Ενημερωτικές εκπομπές

ΡΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Μύθοι και Αλήθειες
See video
Βότανα - Φυσικές ουσίες
See video
Τι είναι ο Ρευματολόγος
See video
Πόνοι στις αρθρώσεις
See video
Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα
See video
Έχω ρευματοειδή αρθρίτιδα;
See video
Αγκυλοποιητική σπονδυλαρθροπάθεια
See video

Κολχικίνη (Colchicine)

Η κολ­χι­κί­νη εί­ναι φαι­ναν­θρε­νι­κό πα­ρά­γω­γο (α­κε­τυλ­τρι­με­θυ­λο­κολ­χι­κι­νι­κό ο­ξύ), προ­ερ­χό­με­νο α­πό τα φυ­τά της οι­κο­γέ­νειας Lily, Colchicum autumnale και Gloriosa superba. Εί­ναι α­σθε­νής αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δης πα­ρά­γον­τας, αλ­λά α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κός στη ΡΑ. Δεν έ­χει α­ναλ­γη­τι­κές ή αν­τι­πυ­ρε­τι­κές ι­δι­ό­τη­τες και δεν ε­πη­ρε­ά­ζει τον με­τα­βο­λι­σμό ή την α­πο­βο­λή του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος, αν και εί­ναι πο­λύ α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στην ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα.

Η κολ­χι­κί­νη έ­χει ό­ψη ω­χρο­κί­τρι­νης ά­μορ­φης σκό­νης, η ο­ποί­α σκου­ραί­νει ό­ταν ε­κτε­θεί στο φως. Δι­α­λύ­ε­ται στο ύ­δωρ, τον αι­θέ­ρα, την αλ­κο­ό­λη και το χλω­ρο­φόρ­μιο, αλ­λά υ­δρο­λύ­ε­ται στο λι­γό­τε­ρο ε­νερ­γό συ­στα­τι­κό κολ­χι­κεί­νη α­πό δι­α­λύ­μα­τα ο­ξέ­ων ή αλ­κα­λί­ων.

Η κολ­χι­κεί­νη έ­χει πο­λύ μι­κρή θε­ρα­πευ­τι­κή δρά­ση. Με­τά α­πό υ­δρό­λυ­ση α­πό ι­σχυ­ρά ο­ξέ­α με­τα­τρέ­πε­ται σε τρι­με­θυ­λο­κολ­χι­κι­νι­κό ο­ξύ. Ε­χει μο­ρια­κό βά­ρος 399.44.

ΧΗΜΕΙΑ

Χη­μι­κό ό­νο­μα : (S)-N-(5,6,7,9-tetrahydro-1,2,3,10-tetramethoxy-9-oxobenzo(a)heptalen–7-yl) acetamide

Μο­ρια­κός τύ­πος : C22H25NO6

ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ

Η ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα φλεγ­μο­νώ­δους αν­τί­δρα­σης στους κρυ­στάλ­λους του ου­ρι­κού μο­νο­να­τρί­ου, οι ο­ποί­οι ε­να­πο­τί­θεν­ται στους αρ­θρι­κούς ι­στούς α­σθε­νών με αυ­ξη­μέ­να ε­πί­πε­δα ου­ρι­κού ο­ξέ­ος στα σω­μα­τι­κά υ­γρά. Η φλεγ­μο­νώ­δης αυ­τή αν­τί­δρα­ση ο­φεί­λε­ται στη φα­γο­κυτ­τά­ρω­ση των ου­ρι­κών κρυ­στάλ­λων α­πό κοκ­κι­ο­κύτ­τα­ρα. Α­κό­μα, στους υ­με­νι­κούς ι­στούς και τα λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια τα σχε­τι­ζό­με­να με φλεγ­μο­νώ­δεις δι­α­δι­κα­σί­ες, η πα­ρα­γω­γή γα­λα­κτι­κού ο­ξέ­ος αυ­ξά­νε­ται ση­μαν­τι­κά, ευ­νο­ών­τας την το­πι­κή πτώ­ση του pH και ε­πο­μέ­νως την ε­να­πό­θε­ση του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος.

Η κύ­ρια φαρ­μα­κο­λο­γι­κή δρά­ση της κολ­χι­κί­νης α­σκεί­ται ει­δι­κά στην ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα. Ο μη­χα­νι­σμός με τον ο­ποί­ο η κολ­χι­κί­νη α­να­κου­φί­ζει α­πό τις προ­σβο­λές της ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας δεν εί­ναι πλή­ρως γνω­στός. Η κολ­χι­κί­νη έ­χει α­σθε­νή αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δη, αλλ΄ό­χι α­ναλ­γη­τι­κή, δρά­ση και δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα σε άλ­λους τύ­πους πό­νου, φλεγ­μο­νής ή αρ­θρί­τι­δας. Δεν έ­χει δι­ου­ρη­τι­κή δρά­ση και δεν ε­πη­ρε­ά­ζει την νε­φρι­κή α­πέκ­κρι­ση του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος ή τα ε­πί­πε­δά του ου­ρι­κού στο αί­μα, ό­πως και την δι­α­λυ­τό­τη­τα του ου­ρι­κού στο πλά­σμα ή την σύν­δε­ση με τις πρω­τε­ΐ­νες του πλά­σμα­τος.

ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ-ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΔΡΑΣΗΣ

  • Μει­ώ­νει ά­με­σα την πα­ρα­γω­γή γα­λα­κτι­κού ο­ξέ­ος α­πό τα πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια και έμ­με­σα ε­ξα­σθε­νών­τας την φα­γο­κυτ­τά­ρω­ση, α­να­στέλ­λον­τας τον με­τα­βο­λι­σμό, την κι­νη­τι­κό­τη­τα και την χη­μει­ο­τα­ξί­α των πο­λυ­μορ­φο­πυ­ρή­νων λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων ή/και άλ­λων λευ­κο­κυτ­τα­ρι­κών λει­τουρ­γι­ών (Valerius NH, 1978; Spilberg I et al, 1979; Schre­inier A et al, 1980).

Η δρά­ση αυ­τή δι­α­κό­πτει τον κύ­κλο της ε­να­πό­θε­σης των κρυ­στάλ­λων του ου­ρι­κού μο­νο­να­τρί­ου και την φλεγ­μο­νώ­δη αν­τί­δρα­ση η ο­ποί­α τρο­φο­δο­τεί την προ­σβο­λή της ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας. Η ο­ξεί­δω­ση της γλυ­κό­ζης στα φα­γο­κυτ­τα­ρού­με­να και μη λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια κα­τα­στέλ­λε­ται α­πό την κολ­χι­κί­νη, in vitro. Η δρά­ση αυ­τή μπο­ρεί να ε­ξη­γή­σει την μει­ω­μέ­νη πα­ρα­γω­γή γα­λα­κτι­κού ο­ξέ­ος.

Η α­να­στο­λή της χη­μει­ο­τα­ξί­ας θε­ω­ρεί­ται η κύ­ρια αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δης δρά­ση της κολ­χι­κί­νης. Α­πο­δί­δε­ται σε μεί­ω­ση της έκ­φρα­σης των μο­ρί­ων συγ­κόλ­λη­σης στη μεμ­βρά­νη των ου­δε­τε­ρο­φί­λων ή σε τρο­πο­ποί­η­ση της πα­ρα­γω­γής κυτ­τα­ρο­κι­νών α­πό τα πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να (Al­len JN et al, 1991).

Σε συγ­κεν­τρώ­σεις 8Χ10-8 Μ, 5Χ10-8 Μ, και 1Χ10-8 Μ, η κολ­χι­κί­νη κα­τα­στέλ­λει την χη­μει­ο­τα­ξί­α την προ­κα­λού­με­νη α­πό βα­κτη­ρί­δια ή ο­ρό ε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο α­πό α­νο­σο­συμ­πλέγ­μα­τα ή εν­δο­το­ξί­νη, αν­τί­στοι­χα. 

Σε υ­γι­ή ά­το­μα, χο­ρη­γού­με­νη σε δό­ση 1 mg η­με­ρη­σί­ως ε­πί 8 η­μέ­ρες, κα­τα­στέλ­λει έν­το­να την χη­μει­ο­τα­ξί­α, η ο­ποί­α α­πο­κα­θί­στα­ται στο φυ­σι­ο­λο­γι­κό 48 ώ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή του φαρ­μά­κου. Αν­τί­θε­τα, σε πά­σχον­τες α­πό οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κολ­χι­κί­νη σε δό­σεις 0.6-1.8 mg/24ωρο τα πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια με­τα­να­στεύ­ουν κα­νο­νι­κά σε α­πάν­τη­ση σε χη­μει­ο­τα­κτι­κό ε­ρέ­θι­σμα.

Οι α­σθε­νείς που παίρ­νουν κολ­χι­κί­νη έ­χουν ση­μαν­τι­κά λι­γό­τε­ρα πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια σε δερ­μα­τι­κά «πα­ρά­θυ­ρα» 24 ώ­ρες με­τά την α­πό­ξε­ση (Ehrenfeld M et al, 1980). 

Η κολ­χι­κί­νη κα­τα­στέλ­λει την φα­γο­κυτ­τά­ρω­ση των πο­λυ­μορ­φο­πυ­ρή­νων λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων, α­νά­λο­γα με τον τύ­πο των σω­μα­τι­δί­ων που προ­σφέ­ρον­ται στα κύτ­τα­ρα, in vitro. Σε συγ­κεν­τρώ­σεις 1Χ10-4 Μ, κα­τα­στέλ­λει την φα­γο­κυτ­τά­ρω­ση κόκ­κων α­μύ­λου ή ψευ­δο­μο­νά­δας aeruginosa α­πό πε­ρι­το­να­ϊ­κό ε­ξί­δρω­μα πο­λυ­μορ­φο­πυ­ρή­νων λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων κου­νε­λι­ών, αλ­λά, σε συγ­κεν­τρώ­σεις 2.5Χ10-3 Μ, δεν φα­γο­κυτ­τα­ρώ­νει τον χρυ­σί­ζον­τα στα­φυ­λό­κοκ­κο (Chang Y-H, 1968).

Σε αν­θρώ­πι­να πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια, σε συγ­κεν­τρώ­σεις 6Χ10-3Μ, έ­χει μι­κρό α­πο­τέ­λε­σμα στην κα­τα­κρά­τη­ση των φο­νευ­μέ­νων με θερ­μό­τη­τα candida albicans, αλ­λά κα­τα­στέλ­λει σχε­δόν πλή­ρως την φα­γο­κυτ­τά­ρω­ση των πλα­στι­κών μι­κρο­σφαι­ρι­δί­ων (Lehrer RI, 1973).

Η κολ­χι­κί­νη κα­τα­στέλ­λει α­κό­μα την φα­γο­κυτ­τά­ρω­ση την συν­δε­ό­με­νη με την α­πο­κοκ­κί­ω­ση των λυ­σο­σω­μά­των και τον σχη­μα­τι­σμό κε­νο­το­πί­ων, δηλ. την συ­νέ­νω­ση των λυ­σο­σω­μά­των με το κε­νο­τό­πιο που πε­ρι­έ­χει το προσ­λη­φθέν σω­μα­τί­διο, in vitro (Malawista SE and Bodel PT, 1967; Malawista SE, 1975). Κύτ­τα­ρα προ­θε­ρα­πευ­μέ­να με κολ­χι­κί­νη σε συγ­κεν­τρώ­σεις 2.5Χ10-5 Μ δι­α­τη­ρούν ση­μαν­τι­κά με­γα­λύ­τε­ρη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα α­πό μάρ­τυ­ρες (Malawista SE, 1975; Malawista BE and Bodel PT, 1967).

Σε α­σθε­νείς με ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κολ­χι­κί­νη per os ε­πί μί­αν ε­βδο­μά­δα (6 mg την 1η η­μέ­ρα, 1.8 mg/24ωρο στη συ­νέ­χεια), ο βαθ­μός της φα­γο­κυτ­τά­ρω­σης της ζύ­μης α­πό πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια προ­ερ­χό­με­να α­πό τους α­σθε­νείς αυ­τούς κα­τα­στέλ­λε­ται ση­μαν­τι­κά την 7η η­μέ­ρα της θε­ρα­πεί­ας.

Η κολ­χι­κί­νη, σε συγ­κεν­τρώ­σεις 1Χ10-7Μ, δεν ε­πη­ρε­ά­ζει την φα­γο­κυτ­τά­ρω­ση των κρυ­στάλ­λων του δι­ϋ­δρι­κού πυ­ρο­φω­σφο­ρι­κού α­σβε­στί­ου α­πό αν­θρώ­πι­να πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια (Spilberg I et al, 1977).

  • Μει­ώ­νει την συγ­κόλ­λη­ση των πο­λυ­μορ­φο­πυ­ρή­νων λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων (Penny R et al, 1966 1978). Η δρά­ση αυ­τή έ­χει πα­ρα­τη­ρη­θεί σε νά­υ­λον ί­νες (Fordham JN et al, 1981) και σε ύ­α­λο, in vitro, ό­πως και σε μη πά­σχον­τες α­πό ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα (σε δό­ση 5.5 mg) (Pen-ny R et al, 1966), και σε φυ­σι­ο­λο­γι­κούς ε­θε­λον­τές (σε δό­ση 1.8 mg).

Κατ΄άλ­λους, σε α­σθε­νείς με ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα η κολ­χι­κί­νη δεν μει­ώ­νει την συγ­κόλ­λη­ση των πο­λυ­μορ­φο­πυ­ρή­νων λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων με­τά α­πό 7 η­μέ­ρες θε­ρα­πεί­ας.

  • Κα­τα­στέλ­λει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του χη­μει­ο­τα­κτι­κού πε­πτι­δί­ου (Phelps P, 1970; Spilberg I et al, 1979) και των ρι­ζών υ­πε­ρο­ξει­δί­ου (Okamura N et al, 1980).
  • Α­να­στέλ­λει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση μιας χη­μει­ο­τα­κτι­κής ου­σί­ας (μιας γλυ­κο­πρω­τεί­νης μο­ρια­κού βά­ρους 8.400) των πο­λυ­μορ­φο­πυ­ρή­νων λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων στη διά­ρκεια της φα­γο­κυτ­τά­ρω­σης των ου­ρι­κών κρυ­στάλ­λων σε συγ­κεν­τρώ­σεις 1Χ10-6 Μ και την κα­τα­στέλ­λει με­ρι­κά σε συγ­κεν­τρώ­σεις 1Χ10-8 Μ (Spilberg I et al, 1979).
  • Κα­τα­στέλ­λει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της χη­μει­ο­τα­κτι­κής λευ­κο­τρι­έ­νης Β4 α­πό τα πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια (Serhan CN et al, 1984)

Οι δρά­σεις αυ­τές στα ου­δε­τε­ρό­φι­λα, με ε­ξαί­ρε­ση την κα­τα­στο­λή της χη­μει­ο­τα­ξί­ας και της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης του χη­μει­ο­τα­κτι­κού πε­πτι­δί­ου, α­σκούν­ται α­πό συγ­κεν­τρώ­σεις κολ­χι­κί­νης πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρες α­πό αυ­τές που ε­πι­τυγ­χά­νον­ται στο αί­μα με­τά α­πό την per os ή εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­ση του φαρ­μά­κου (Wallace SL and Ertel NH, 1973).

  • Α­πο­κα­θι­στά την α­νε­πάρ­κεια των Τ-κα­τα­σταλ­τι­κών κυτ­τά­ρων και φυ­σι­ο­λο­γι­κο­ποι­εί τις πα­θο­λο­γι­κές σχέ­σεις των βο­η­θη­τι­κών κυτ­τά­ρων/κα­τα­σταλ­τι­κά, σε α­σθε­νείς με οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό, σε δό­ση 1 mg/24ωρο (Schlesinger M et al, 1983).
  • Α­να­στέλ­λει την κυτ­τα­ρι­κή δι­αί­ρε­ση στη με­τά­φα­ση πα­ρεμ­βαί­νον­τας στην μι­τω­τι­κή ά­τρα­κτο και τον μετασχηματισμό πηκτής γέλης, ο ο­ποί­ος α­να­στέλ­λε­ται και στα μη δι­αι­ρού­με­να κύτ­τα­ρα. Η δρά­ση αυ­τή έ­χει πα­ρα­τη­ρη­θεί σε ι­στι­κές καλ­λι­έρ­γει­ες και στα κύτ­τα­ρα α­σθε­νών θε­ρα­πευ­ό­με­νων με κολ­χι­κί­νη. Κατ΄ άλ­λους, έ­χει μι­κρή ση­μα­σί­α στις θε­ρα­πευ­τι­κές δό­σεις που χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται στη θε­ρα­πεί­α της ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας.

Η αν­τι­μι­τω­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα της κολ­χι­κί­νης δεν σχε­τί­ζε­ται με την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της στην ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα, δε­δο­μέ­νου ό­τι το τρι­με­θυ­λο­κολ­χι­κι­νι­κό ο­ξύ, έ­να α­νά­λο­γο της κολ­χι­κί­νης, έ­χει αν­τι­μι­τω­τι­κή δρά­ση μό­νο σε ε­ξαι­ρε­τι­κά με­γά­λες δό­σεις.

Οι αν­τι­μι­τω­τι­κές και αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δεις δρά­σεις της κολ­χι­κί­νης μπο­ρεί να ο­φεί­λον­ται σε κοι­νό μη­χα­νι­σμό δρά­σης, ο ο­ποί­ος πι­θα­νώς σχε­τί­ζε­ται με την δι­ά­λυ­ση των μι­κρο­σω­λη­να­ρί­ων των πο­λυ­μορ­φο­πυ­ρή­νων λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων α­πό την κολ­χι­κί­νη. Η αν­τι­μι­τω­τι­κή δρά­ση της κολ­χι­κί­νης μπο­ρεί να ευ­θύ­νε­ται για την το­ξι­κό­τη­τά της στους πολ­λα­πλα­σι­α­ζό­με­νους ι­στούς, ό­πως ο μυ­ε­λός των ο­στών, το δέρ­μα και οι τρί­χες. 

ΑΛΛΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ :

  • Μει­ώ­νει την έκ­κρι­ση ιν­σου­λί­νης, θυ­ρο­ξί­νης, TSH, α­μυ­λά­σης και κα­τε­χο­λα­μι­νών (Wallace SL, 1974)
  • Μει­ώ­νει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της ι­στα­μί­νης α­πό τα μα­στο­κύτ­τα­ρα (Wallace SL, 1974)
  • Α­να­στέλ­λει την με­τα­φο­ρά του κολ­λα­γό­νου στον ε­ξω­κυτ­τά­ριο χώ­ρο (Wallace SL, 1974)
  • Α­να­στέλ­λει τον πολ­λα­πλα­σια­σμό των ι­νο­βλα­στών σε α­σθε­νείς με πρω­το­πα­θή χο­λι­κή κίρ­ρω­ση και μει­ώ­νει την πα­ρα­γω­γή IL-1 α­πό τα μο­νο­κύτ­τα­ρα (Kershenobich D et al, 1990)
  • Συγ­κεν­τρώ­νε­ται στα κοκ­κι­ο­κύτ­τα­ρα σε με­γα­λύ­τε­ρες συγ­κεν­τρώ­σεις απ΄ό, τι στα λεμ­φο­μο­νο­πύ­ρη­να κύτ­τα­ρα, με­τά α­πό ε­πα­νει­λημ­μέ­νη χο­ρή­γη­σή της (Chappey ON et al, 1993). Π.χ. σε α­σθε­νείς με οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό οι συγ­κεν­τρώ­σεις της στα κοκ­κι­ο­κύτ­τα­ρα προ­σεγ­γί­ζουν το 3πλάσιο των συγ­κεν­τρώ­σε­ων στα λεμ­φο­μο­νο­πύ­ρη­να. Οι αυ­ξη­μέ­νες συγ­κεν­τρώ­σεις της κολ­χι­κί­νης στα κοκ­κι­ο­κύτ­τα­ρα μπο­ρεί να ευ­θύ­νον­ται για την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της στον οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό. 
  • Έ­χει αν­τι-ι­νι­δι­κή δρά­ση στο ή­παρ α­ρου­ραί­ων θε­ρα­πευ­ό­με­νων με τε­τρα­χλω­ρι­ού­χο άν­θρα­κα (CCl4) και δι­α­τη­ρεί τα ε­πί­πε­δα των η­πα­τι­κών εν­ζύ­μων σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ό­ρια και την πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τα του ή­πα­τος σε γλυ­κο­γό­νο (Palmerini CA et al, 1996; Nava-Ocampo AA et al, 1997). 
  • Μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει α­να­στρέ­ψι­μο σύν­δρο­μο δυ­σα­πορ­ρό­φη­σης, δε­δο­μέ­νου ό­τι μει­ώ­νει την α­πορ­ρό­φη­ση της βι­τα­μί­νης Β12, του λί­πους, του να­τρί­ου, του κα­λί­ου, του α­ζώ­του, της ξυ­λό­ζης και άλ­λων ε­νερ­γά με­τα­φε­ρό­με­νων σακ­χά­ρων, το ο­ποί­ο ο­δη­γεί σε ε­λάτ­τω­ση των ε­πι­πέ­δων της χο­λη­στε­ρό­λης και της κα­ρο­τέ­νης στον ο­ρό. Οι δρά­σεις αυ­τές έ­χουν α­πο­δο­θεί σε με­τα­βο­λή της λει­τουρ­γι­κής ι­κα­νό­τη­τας του βλεν­νο­γό­νου του ει­λε­ού. Η κολ­χι­κί­νη μει­ώ­νει την γα­λα­κτι­κή δε­ϋ­δρο­γε­νά­ση και αυ­ξά­νει την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα των λυ­σο­σω­μι­κών εν­ζύ­μων στον εν­τε­ρι­κό βλεν­νο­γό­νο.
  • Προ­λα­βαί­νει την νε­φρο­το­ξι­κό­τη­τα της κυ­κλο­σπο­ρί­νης, πι­θα­νώς λό­γω μεί­ω­σης του α­ριθ­μού των α­πο­πτω­τι­κών κυτ­τά­ρων (Li C et al, 2002)
  • Κα­τα­στέλ­λει νό­ση­μα πα­ρό­μοι­ο με νό­σο Peyronie, ε­άν χο­ρη­γη­θεί πρώ­ι­μα, στους α­ρου­ραί­ους (el-Sakka AI et al, 1999)
  • Μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει α­να­στρέ­ψι­μη δυ­σα­πορ­ρό­φη­ση της βι­τα­μί­νης Β12, πι­θα­νώς μει­ώ­νον­τας τον α­ριθ­μό των υ­πο­δο­χέ­ων της βι­τα­μί­νης Β12 στον εν­τε­ρι­κό βλεν­νο­γό­νο, σε ιν­δό­χοι­ρους.

ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ

Η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί εί­τε per os, εί­τε εν­δο­φλέ­βια. Με­τά την per os χο­ρή­γη­σή της α­πορ­ρο­φά­ται σχε­τι­κά τα­χέ­ως, αλ­λά α­τε­λώς, α­πό τον γα­στρεν­τε­ρι­κό σω­λή­να. H α­κρι­βής πε­ρι­ο­χή της α­πορ­ρό­φη­σής της δεν εί­ναι γνω­στή, αλ­λά φαί­νε­ται ό­τι συν­τε­λεί­ται στον ει­λε­ό, δε­δο­μέ­νου ό­τι συ­χνά η πε­ρι­ο­χή αυ­τή του εν­τέ­ρου υ­πο­λει­τουρ­γεί σε πε­ρι­πτώ­σεις χρό­νιας υ­περ­δο­σο­λο­γί­ας με κολ­χι­κί­νη (Webb DI et al, 1968). Η βι­ο­δι­α­θε­σι­μό­τη­τα της κολ­χι­κί­νης κυ­μαί­νε­ται με­τα­ξύ 25-50% (Ferron GM et al, 1996).

Σε υ­γι­είς ε­θε­λον­τές, η κολ­χι­κί­νη, χο­ρη­γού­με­νη εν­δο­φλέ­βια σε δό­ση 1 mg, φθά­νει σε μέ­γι­στες συγ­κεν­τρώ­σεις στο πλά­σμα 0.32+1.17 μg/100 ml (Wallace SL and Ertel NH, 1973). Πα­ρό­μοι­α, 1/2-2 ώ­ρες με­τά α­πό την ε­φά­παξ χο­ρή­γη­ση 1 mg per os, η μέ­ση μέ­γι­στη συγ­κέν­τρω­ση της κολ­χι­κί­νης στο πλά­σμα φθά­νει τα 0.32 μg/100 ml (Wallace SL and Ertel NH, 1973).

Σε α­σθε­νείς που έ­παιρ­ναν 1 mg κολ­χι­κί­νης η­με­ρη­σί­ως per os, οι συγ­κεν­τρώ­σεις του φαρ­μά­κου στον ο­ρό έ­φθα­σαν τα 0.03-0.24 μg/100 ml. Έ­νας α­σθε­νής με μι­κρή κλι­νι­κή αν­τα­πό­κρι­ση που έ­παιρ­νε 2 mg κολ­χι­κί­νης η­με­ρη­σί­ως δεν εί­χε α­νι­χνεύ­σι­μα ε­πί­πε­δα του φαρ­μά­κου στον ο­ρό, έν­δει­ξη ό­τι η έλ­λει­ψη αν­τα­πό­κρι­σης ο­φεί­λε­ται σε α­νε­παρ­κή α­πορ­ρό­φη­ση ή σε με­τα­βο­λή της δι­ά­θε­σης της κολ­χι­κί­νης (Halkin H et al, 1980). Σε α­σθε­νείς με πο­λυ­ο­ρο­γο­νί­τι­δα, οι συγ­κεν­τρώ­σεις της κολ­χι­κί­νης στο πλά­σμα φθά­νουν σε ε­πί­πε­δα 0.0-0.78 μg/100.

Με­τά την per os χο­ρή­γη­ση της κολ­χι­κί­νης, ο Tmax α­νέρ­χε­ται σε 1-3 ώ­ρες και τα δι­σκί­α α­πορ­ρο­φών­ται στον ί­διο βαθ­μό με τα ε­ναι­ώ­ρη­μα (Ben-Chetrit E et al, 1994; Achtert G et al, 1989). Έ­ξη ώ­ρες με­τά την λή­ψη της κολ­χι­κί­νης, πα­ρα­τη­ρεί­ται δεύ­τε­ρη κο­ρύ­φω­ση των ε­πι­πέ­δων της στο πλά­σμα, πι­θα­νώς σχε­τι­ζό­με­νη με δεύ­τε­ρο ση­μεί­ο α­πορ­ρό­φη­σης ή με τον εν­τε­ρο­η­πα­τι­κό κύ­κλο. Πάν­τως, ο Tmax και οι μέ­γι­στες συγ­κεν­τρώ­σεις της κολ­χι­κί­νης στο πλά­σμα δι­α­φέ­ρουν ση­μαν­τι­κά α­πό ά­το­μο σε ά­το­μο (Ferron GM et al, 1996). Οι δι­α­φο­ρές αυ­τές μπο­ρεί να ο­φεί­λον­ται στην ποι­κι­λο­μορ­φί­α του γα­στρεν­τε­ρι­κού βλεν­νο­γό­νου, στο pH που ε­πι­κρα­τεί στις πε­ρι­ο­χές της α­πορ­ρό­φη­σης ή στον βαθ­μό της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης της κολ­χι­κί­νης α­πό συ­στα­τι­κά σύν­δε­σης στο έν­τε­ρο.

Με­τά την α­πορ­ρό­φη­σή της, η κολ­χι­κί­νη κα­τα­νέ­με­ται σε δι­ά­φο­ρους ι­στούς, κυ­ρί­ως τα πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια του πε­ρι­φε­ρι­κού αί­μα­τος, τους νε­φρούς, το ή­παρ, τον σπλή­να και τον εν­τε­ρι­κό σω­λή­να, αλλ΄ό­χι την καρ­διά, τους σκε­λε­τι­κούς μυς ή τον εγ­κέ­φα­λο. Στους πον­τι­κούς, το 40% της χο­ρη­γού­με­νης δό­σης του φαρ­μά­κου συγ­κεν­τρώ­νε­ται στον σπλή­να.

Με­τά την εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­ση 2 mg κολ­χι­κί­νης, τα ε­πί­πε­δά της στο πλά­σμα μει­ώ­νον­ται τα­χέ­ως στη διά­ρκεια των πρώ­των 10’, α­κο­λου­θού­με­να α­πό λο­γα­ριθ­μι­κή πτώ­ση (Wallace SL et al, 1970). Η τα­χύ­τη­τα με την ο­ποί­α η κολ­χι­κί­νη α­πο­μα­κρύ­νε­ται α­πό το πλά­σμα και η συ­νε­χι­ζό­με­νη α­πέκ­κρι­σή της αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την λή­ψη της εί­ναι έν­δει­ξη ό­τι πα­γι­δεύ­ε­ται στους ι­στούς του σώ­μα­τος για με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα.

Σε υ­γι­ή ά­το­μα, η κολ­χι­κί­νη, χο­ρη­γού­με­νη εν­δο­φλέ­βια σε δό­ση 3 mg, με­τά α­πό 10' συγ­κεν­τρώ­νε­ται στα πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια σε ε­πί­πε­δα 43 μg/100 ml, ό­που πα­ρα­μέ­νει σε ύ­ψος 18-23 μg/100 ml ε­πί 0.5-24 ώ­ρες με­τά την χο­ρή­γη­σή της. Τα μέ­σα ε­πί­πε­δα του φαρ­μά­κου στα πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια με­τά α­πό 72 ώ­ρες διατηρούνται σε 11 μg/ 100 ml, ε­νώ αυ­ξά­νον­ται ση­μαν­τι­κά με­τά α­πό 10 η­μέ­ρες.

Η κολ­χι­κί­νη, με­τά την per os χο­ρή­γη­σή της, έ­χει φαι­νό­με­νο όγ­κο κα­τα­νο­μής 4.25+2.90 L/kg, έν­δει­ξη ι­σχυ­ρής σύν­δε­σής της με τους ι­στούς (Ben-Chetrit E et al, 1994). Με τις πρω­τε­ΐ­νες του πλά­σμα­τος συν­δέ­ε­ται μό­νο κα­τά 50% (Trnavska Z et al, 1979). Η κολ­χι­κί­νη έ­χει α­νευ­ρε­θεί και στο αί­μα του ομ­φά­λιου λώ­ρου, έν­δει­ξη ό­τι δι­έρ­χε­ται τον πλα­κούν­τα και ει­σέρ­χε­ται στο έμ­βρυ­ο. Α­κό­μα, α­νι­χνεύ­ε­ται στο μη­τρι­κό γά­λα και πι­θα­νώς συν­δέ­ε­ται με τα λι­πα­ρά ο­ξέ­α και τα συ­στα­τι­κά των πρω­τε­ϊ­νών (Ben-Chetrit E et al, 1991).

Με­τά την εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­σή της, η κολ­χι­κί­νη α­πο­μα­κρύ­νε­ται τα­χέ­ως α­πό το αί­μα. Σε α­σθε­νείς με οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό, ο μέ­σος t(1/2) α­πο­μά­κρυν­σης της κολ­χι­κί­νης α­πό τον ο­ρό α­νέρ­χε­ται σε 157', συγ­κρι­τι­κά με 65΄σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ά­το­μα. Ο t(1/2) της κολ­χι­κί­νης στο πλά­σμα α­νέρ­χε­ται πε­ρί­που σε 20’, ε­νώ στα λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια, σε 60 ώ­ρες.

Η κολ­χι­κί­νη και οι με­τα­βο­λί­τες της α­πεκ­κρί­νον­ται κυ­ρί­ως με τα κό­πρα­να και, σε μι­κρό­τε­ρα πο­σά, α­πό τα ού­ρα. Με­τά α­πό την εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­ση της κολ­χι­κί­νης, 20% της δό­σης α­πεκ­κρί­νε­ται α­πό τα ού­ρα με­τά α­πό 2 ώ­ρες και 30%, με­τά α­πό 24 ώ­ρες (Murray SS et al, 1983). Μι­κρά πο­σά του φαρ­μά­κου α­νι­χνεύ­ον­ται στα ού­ρα με­τά α­πό 7 και 10 η­μέ­ρες.

Σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ά­το­μα, το 10-20% της κολ­χι­κί­νης α­πεκ­κρί­νε­ται α­ναλ­λοί­ω­το α­πό τα ού­ρα. Σε α­σθε­νείς με σο­βα­ρή νε­φρι­κή νό­σο, η κολ­χι­κί­νη και οι με­τα­βο­λί­τες της δεν α­πο­βάλ­λον­ται α­πό τα ού­ρα ή α­πο­βάλ­λον­ται σε ε­λά­χι­στα πο­σά, ο­δη­γών­τας σε πα­ρά­τα­ση του t(1/2) της κολ­χι­κί­νης στο πλά­σμα.

Η κολ­χι­κί­νη α­πο­α­κε­τυ­λι­ώ­νε­ται και α­πο­με­θυ­λι­ώ­νε­ται με­ρι­κά στο ή­παρ και με­τα­βο­λί­ζε­ται βρα­δέ­ως σε άλ­λους ι­στούς (Leighton SA et al, 1990). Στο ή­παρ, υ­φί­στα­ται κυ­ρί­ως α­πο­με­θυ­λί­ω­ση α­πό το σύ­στη­μα του κυ­το­χρώ­μα­τος P450 και στη συ­νέ­χεια α­πεκ­κρί­νε­ται μέ­σω της χο­λής (Hunter AL and Klaasen CD, 1975).

Το 5-50% μιας εν­δο­φλέ­βιας δό­σης κολ­χι­κί­νης α­πο­μα­κρύ­νε­ται μέ­σω της χο­λής σε δι­ά­στη­μα 48 ω­ρών. Στα δι­ά­φο­ρα εί­δη των ζώ­ων, η κολ­χι­κί­νη α­νευ­ρί­σκε­ται στη χο­λή κυ­ρί­ως με την μορ­φή α­ναλ­λοί­ω­του φαρ­μά­κου και, σε μι­κρό­τε­ρο πο­σο­στό, με την μορ­φή δε­σμε­θυλ­κολ­χι­κί­νης, γλυ­κου­ρο­νί­διου της δε­σμε­θυλ­κολ­χι­κί­νης και α­προσ­δι­ό­ρι­στων με­τα­βο­λι­τών (Hunter AL and Klaasen CD, 1975). Η πα­ρου­σί­α με­γά­λων πο­σο­τή­των της μη­τρι­κής έ­νω­σης και των με­τα­βο­λι­τών της στη χο­λή και τις εν­τε­ρι­κές εκ­κρί­σεις εί­ναι έν­δει­ξη ό­τι η κολ­χι­κί­νη συμ­με­τέ­χει στον εν­τε­ρο­η­πα­τι­κό κύ­κλο (Levy M et al, 1991).

Πε­ρί­που 10% της κολ­χι­κί­νης με­τα­βο­λί­ζε­ται α­πό τα αν­θρώ­πι­να μι­κρο­σώ­μα­τα του ή­πα­τος σε 2- και 3-δε­σμε­θυλ­κολ­χι­κί­νη. Η πα­ρα­γω­γή των με­τα­βο­λι­τών αυ­τών με­τα­βι­βά­ζε­ται κυ­ρί­ως μέ­σω του ι­σό­τυ­που CYP 3A4. Ο ρό­λος των με­τα­βο­λι­τών της κολ­χι­κί­νης στις βι­ο­λο­γι­κές της δρά­σεις δεν εί­ναι γνω­στός. Μέ­σω του εν­τε­ρο­η­πα­τι­κού κύ­κλου το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του α­πορ­ρο­φη­θέν­τος φαρ­μά­κου α­πεκ­κρί­νε­ται με την μορ­φή α­νε­νερ­γών με­τα­βο­λι­τών με τα κό­πρα­να.

Οι συγ­κεν­τρώ­σεις της κολ­χι­κί­νης και των με­τα­βο­λι­τών της στο πλά­σμα μει­ώ­νον­ται 1-2 ώ­ρες με­τά την α­πορ­ρό­φη­σή της και με­τά αυ­ξά­νον­ται, πι­θα­νώς σαν α­πο­τέ­λε­σμα ε­πα­ναρ­ρό­φη­σης του α­ναλ­λοί­ω­του φαρ­μά­κου. Η α­να­κύ­κλω­ση του φαρ­μά­κου πι­θα­νώς ευ­θύ­νε­ται για τις εν­τε­ρι­κές εκ­δη­λώ­σεις της δη­λη­τη­ρί­α­σης α­πό την κολ­χι­κί­νη.

ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑ

Με­ταλ­λα­ξι­ο­γό­νος/καρ­κι­νο­γό­νος/τε­ρα­το­γό­νος δρά­ση : Η κολ­χι­κί­νη εί­ναι τε­ρα­το­γό­νος σε πον­τι­κούς και χάμ­στερ. Οι το­ξι­κές δρά­σεις μιας α­πλής δό­σης εμ­φα­νί­ζον­ται με­τά α­πό αρ­κε­τές ώ­ρες και προ­έρ­χον­ται κυ­ρί­ως α­πό το νευ­ρι­κό σύ­στη­μα. Σο­βα­ρές γα­στρεν­τε­ρι­κές δι­α­τα­ρα­χές προ­η­γούν­ται του θα­νά­του α­πό α­να­πνευ­στι­κή α­νε­πάρ­κεια με­τά α­πό αρ­κε­τές ώ­ρες ή η­μέ­ρες.

Η μα­κρο­χρό­νια χο­ρή­γη­ση κολ­χι­κί­νης συν­δέ­ε­ται με χρω­μο­σω­μι­κές α­νω­μα­λί­ες (Ferreira NR and Buoni­conti A, 1968), αν και η αι­τι­ο­λο­γι­κή συ­σχέ­τι­σή τους αμ­φι­σβη­τεί­ται.

Η εν­δο­φλέ­βια LD50 της κολ­χι­κί­νης εί­ναι 1.7 mg.kg-1 στους α­ρου­ραί­ους και 0.26 mg.kg-1, στις γά­τες. Η χρό­νια χο­ρή­γη­ση κολ­χι­κί­νης προ­κα­λεί μυι­κή α­δυ­να­μί­α και α­τρο­φί­α τύ­που χρό­νιας α­πο­νεύ­ρω­σης.

Δρά­ση στη γο­νι­μό­τη­τα

Στα ζώ­α : Η κολ­χι­κί­νη, σε με­γά­λες δό­σεις, α­να­στέλ­λει την μί­τω­ση μέ­σω α­να­σταλ­τι­κής δρά­σης στα μι­κρο­σω­λη­νά­ρια, in vitro. Στα κου­νέ­λια, χο­ρη­γού­με­νη σε με­γά­λες σχε­τι­κά δό­σεις, προ­κα­λεί εκ­φυ­λι­στι­κές αλ­λοι­ώ­σεις των όρ­χε­ων, ό­πως και α­πώ­λεια της δι­α­φο­ρο­ποί­η­σης των σπερ­μα­το­γο­νί­ων σε σπερ­μα­τό­ζω­α, αλ­λά δεν βλά­πτει τα κύτ­τα­ρα του Leydig.
Στον άν­θρω­πο : Σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ά­το­μα, η κολ­χι­κί­νη, χο­ρη­γού­με­νη στις συ­νή­θεις δό­σεις ε­πί 4-6 μή­νες, δεν δι­α­τα­ράσ­σει την σπερ­μα­το­γέ­νε­ση (Bremmer WJ and Paulsen CA, 1976). Σε α­σθε­νείς με ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα, χο­ρη­γού­με­νη μα­κρο­χρό­νια, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει α­ζω­ο­σπερ­μί­α (Merlin HE, 1972).

Σε α­σθε­νείς με οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό, χο­ρη­γού­με­νη ε­πί­σης μα­κρο­χρό­νια, δεν προ­κα­λεί χρω­μο­σω­μι­κές α­νω­μα­λί­ες (Cohen MM et al, 1977) και δεν ε­πη­ρε­ά­ζει την γο­νι­μό­τη­τα (Levy M and Jaffe C, 1978), αν και μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει ο­λι­γο­σπερ­μί­α ή α­ζω­ο­σπερ­μί­α ή δι­α­τα­ρα­χές της κι­νη­τι­κό­τη­τας των σπερ­μα­το­ζω­α­ρί­ων (Ehrenfeld M et al, 1986). Σε με­ρι­κούς α­σθε­νείς με α­ζω­ο­σπερ­μί­α α­πό την κολ­χι­κί­νη έ­χουν α­νευ­ρε­θεί α­μυ­λο­ει­δι­κές αλ­λοι­ώ­σεις στη βι­ο­ψί­α των όρ­χε­ων.

Στη νό­σο Α­δα­μαν­τιά­δη-Behcet η μα­κρο­χρό­νια χο­ρή­γη­ση κολ­χι­κί­νης συ­νο­δεύ­ε­ται συ­χνά α­πό ο­λι­γο­σπερ­μί­α (37%) και, σπα­νι­ό­τε­ρα, α­ζω­ο­σπερ­μί­α (Sarica K et al, 1995). Οι δι­α­τα­ρα­χές του σπέρ­μα­τος α­πό την κολ­χι­κί­νη δι­ευ­κο­λύ­νον­ται α­πό την προ­σβο­λή των όρ­χε­ων λό­γω αγ­γει­ί­τι­δας ή ε­πι­δι­δυ­μί­τι­δας στα πλαί­σια της βα­σι­κής νό­σου (Haimov-Kochman R and Ben-Chetrit E, 1998).

Η συ­χνό­τη­τα της στεί­ρω­σης και των δι­α­τα­ρα­χών της σπερ­μα­το­γέ­νε­σης α­πό την κολ­χι­κί­νη ε­ξαρ­τά­ται πι­θα­νώς α­πό το υ­πο­κεί­με­νο νό­ση­μα και το γε­νε­τι­κό υ­πό­βα­θρο του α­σθε­νούς.

ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ – ΤΟ-ΞΙ­ΚΟΤΗΤΑ

Δεν υ­πάρ­χουν πλη­ρο­φο­ρί­ες.

ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Ε­ρυ­θρο­μυ­κί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ε­ρυ­θρο­μυ­κί­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις συγ­κεν­τρώ­σεις στον ο­ρό και την το­ξι­κό­τη­τα, της κολ­χι­κί­νης. Αρ­χι­κά ση­μεί­α και συμ­πτώ­μα­τα το­ξι­κό­τη­τας πε­ρι­λαμ­βά­νουν πυ­ρε­τό, δι­άρ­ροι­α, κοι­λια­κό πό­νο, μυ­αλ­γί­ες και α­φύ­σι­κο αί­σθη­μα στα κά­τω ά­κρα, α­κο­λου­θού­με­να α­πό σπα­σμούς και τρι­χό­πτω­ση.

Μη­χα­νι­σμός : Εί­ναι ά­γνω­στος. Η ε­ρυ­θρο­μυ­κί­νη μπο­ρεί να α­να­στεί­λει τον με­τα­βο­λι­σμό της κολ­χι­κί­νης.

Συ­στά­σεις :

  • Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με τον συν­δυα­σμό των φαρ­μά­κων αυ­τών, η κλι­νι­κή αν­τα­πό­κρι­ση και οι συγ­κεν­τρώ­σεις της κολ­χι­κί­νη στον ο­ρό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή
  • Στη διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με ε­ρυ­θρο­μυ­κί­νη η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θεί σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση.

Κυ­κλο­σπο­ρί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις :

  • Σε α­ρου­ραί­ους, η κολ­χι­κί­νη προ­στα­τεύ­ει α­πό την χρό­νια νε­φρο­το­ξι­κό­τη­τα της κυ­κλο­σπο­ρί­νης (Sobh M et al, 1998), πι­θα­νώς μει­ώ­νον­τας την α­πό­πτω­ση των νε­φρι­κών κυτ­τά­ρων (Li C et al, 2002)
  • Σε α­σθε­νείς με α­μυ­λο­εί­δω­ση ο­φει­λό­με­νη σε οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κολ­χι­κί­νη, η κυ­κλο­σπο­ρί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει γα­στρεν­τε­ρι­κές ε­πι­πλο­κές και μυ­ϊ­κή α­δυ­να­μί­α σε με­γά­λη συ­χνό­τη­τα (Cohen SL et al, 1989)
  • Σε λή­πτες μο­σχευ­μά­των νε­φρού ή καρ­διάς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κυ­κλο­σπο­ρί­νη, η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει μυ­ο­πά­θεια (Gruberg  L et al, 1999)

Μη­χα­νι­σμός : Ο μη­χα­νι­σμός της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί. Η κολ­χι­κί­νη πα­ρεμ­βαί­νει πι­θα­νώς στην φαρ­μα­κο­κι­νη­τι­κή, αυ­ξά­νον­τας τα ε­πί­πε­δα στο πλά­σμα εί­τε αυ­ξά­νον­τας την α­πορ­ρό­φη­ση, εί­τε μει­ώ­νον­τας τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό, της κυ­κλο­σπο­ρί­νης.

Συ­στά­σεις : Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με κολ­χι­κί­νη ταυ­τό­χρο­να με κυ­κλο­σπο­ρί­νη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται οι συγ­κεν­τρώ­σεις της κυ­κλο­σπο­ρί­νης στο αί­μα και η νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α. Γε­νι­κά, η κολ­χι­κί­νη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με έκ­πτω­ση της νε­φρι­κής λει­τουρ­γί­ας, για­τί μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει νευ­ρο­μυ­ϊ­κές ε­πι­πλο­κές και κα­τα­στο­λή του μυ­ε­λού.

Σι­με­τι­δί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η σι­με­τι­δί­νη αυ­ξά­νει ση­μαν­τι­κά τις συγ­κεν­τρώ­σεις της κολ­χι­κί­νης στον ο­ρό, δε­δο­μέ­νου ό­τι α­να­στέλ­λει το σύ­στη­μα του CYP-450.

Συμ­πα­θο­μι­μη­τι­κοί πα­ρά­γον­τες, κα­τα­σταλ­τι­κά ΚΝΣ

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει την δρά­ση των συμ­πα­θο­μι­μη­τι­κών πα­ρα­γόν­των και των κα­τα­σταλ­τι­κών του ΚΝΣ, σε πει­ρα­μα­τό­ζω­α.

Άλ­λες αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : 

  • Α­να­στέλ­λει την α­πο­μά­κρυν­ση της ι­σο­νι­α­ζί­δης, της κι­νι­δί­νης και της σουλ­φι­σο­ξα­ζό­λης α­πό τον αυ­λό του λε­πτού εν­τέ­ρου, χο­ρη­γού­με­νη εν­δο­πε­ρι­το­να­ϊ­κά, σε α­ρου­ραί­ους (Venho VMK et al, 1978).
  • Προ­κα­λεί δυ­σα­νε­ξί­α στη λα­κτό­ζη και υ­περ­πλα­στι­κή α­τρο­φί­α με αυ­ξη­μέ­νες μι­τώ­σεις των κρυ­πτών – λα­χνών του εν­τε­ρι­κού βλεν­νο­γό­νου, χο­ρη­γού­με­νη per os σε α­σθε­νείς με οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό (Fradkin A et al, 1995)
  • Μπο­ρεί να ε­ξα­σθε­νή­σει την δρά­ση της σου­κρά­σης, της μαλ­τά­σης και της λα­κτά­σης της νή­στι­δας κα­τά 85% και να α­να­στεί­λει την α­να­πα­ρα­γω­γή των κυτ­τά­ρων του βλεν­νο­γό­νου
  • Μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει δι­άρ­ροι­α και αύ­ξη­ση της α­πο­βο­λής του να­τρί­ου, του κα­λί­ου, του λί­πους και του α­ζώ­του α­πό τα κό­πρα­να, δυ­σα­πορ­ρό­φη­ση της D-ξυ­λό­ζης και της βι­τα­μί­νης B12 και ε­λάτ­τω­ση των ε­πι­πέ­δων της κα­ρο­τέ­νης και της χο­λη­στε­ρό­λης στον ο­ρό.

Η δυ­σα­πορ­ρό­φη­ση της βι­τα­μί­νης Β12 ο­φεί­λε­ται σε βλά­βη του εν­τε­ρι­κού τοι­χώ­μα­τος και των εν­ζύ­μων που ευ­νο­ούν την α­πορ­ρό­φη­ση.

Η πτώ­ση των ε­πι­πέ­δων της χο­λη­στε­ρό­λης συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό αύ­ξη­ση των στε­ρο­λών και των χο­λι­κών ο­ξέ­ων α­πό τα κό­πρα­να, πι­θα­νώς λό­γω ε­λάτ­τω­σης της ε­πα­ναρ­ρό­φη­σής τους α­πό το πε­ρι­φε­ρι­κό τμή­μα του ει­λε­ού. Ι­στο­λο­γι­κά, ο βλεν­νο­γό­νος της νή­στι­δας μπο­ρεί να δεί­ξει οί­δη­μα και δι­ή­θη­ση α­πό λεμ­φο­κύτ­τα­ρα. Η πα­ρεν­τε­ρι­κή χο­ρή­γη­ση της κολ­χι­κί­νης δεν ε­πη­ρε­ά­ζει τα ε­πί­πε­δα της χο­λη­στε­ρό­λης του ο­ρού και την α­πο­βο­λή του λί­πους α­πό τα κό­πρα­να.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Στον ο­ρό : 

  • Αλ­κα­λι­κή φω­σφα­τά­ση                     →  αύ­ξη­ση
  • Χο­λη­στε­ρό­λη                                     →  ε­λάτ­τω­ση
  • SGOT                                                   →  αύ­ξη­ση
  • SGPT                                                    →  αύ­ξη­ση
  • Βι­τα­μί­νη Α                                          →  ε­λάτ­τω­ση                
  • Βι­τα­μί­νη Β12                                         →  ε­λάτ­τω­ση

Στα ού­ρα :

  • 17-υ­δρο­ξυ­κε­το­στε­ρο­ει­δή                 →  αύ­ξη­ση

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Νό­σος Α­δα­μαν­τιά­δη-Behcet
  • Κίρ­ρω­ση ή­πα­τος
  • Πρω­το­πα­θής χο­λι­κή κίρ­ρω­ση
  • Οι­κο­γε­νής με­σο­γεια­κός πυ­ρε­τός
  • Πε­ρι­καρ­δί­τι­δα
  • Α­μυ­λο­εί­δω­ση
  • Σαρ­κο­ει­δι­κή αρ­θρο­πά­θεια
  • Ψευ­δου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Συ­στη­μα­τι­κή σκλη­ρο­δερ­μί­α
  • Δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα
  • Δερ­μα­τι­κή νε­κρω­τι­κή αγ­γει­ί­τι­δα
  • Σύν­δρο­μο Sweet
  • Λευ­κο­κυτ­τα­ρο­κλα­στι­κή αγ­γει­ί­τι­δα
  • Ψω­ρί­α­ση-ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Φλυ­κταί­νω­ση πα­λα­μών-πελ­μά­των
  • Ρευ­μα­τι­κά ο­ζί­δια ο­φει­λό­με­να στη με­θο­τρε­ξά­τη
  • Μι­κτή κρυ­ο­σφαι­ρι­ναι­μί­α

ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Αι­μα­το­λο­γι­κά νο­σή­μα­τα
  • Σο­βα­ρές καρ­δι­ο­πά­θει­ες
  • Γα­στρεν­τε­ρι­κά νο­σή­μα­τα
  • Σο­βα­ρή η­πα­τι­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Νε­φρι­κά/η­πα­τι­κά νο­σή­μα­τα
  • Ι­στο­ρι­κό υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας στην κολ­χι­κί­νη
  • Κύ­η­ση
  • Γα­λου­χί­α
  • Φλεγ­μο­νώ­δεις εν­τε­ρο­πά­θει­ες

ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

ΟΥΡΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ : 

  • Πε­ρι­ο­ρί­ζει την φλεγ­μο­νή και α­να­κου­φί­ζει α­πό τον πό­νο της ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας, ι­δι­αί­τε­ρα ε­άν χο­ρη­γη­θεί στην έ­ναρ­ξη των συμ­πτω­μά­των και σε ε­παρ­κείς δό­σεις, γι΄ αυ­τό και εί­ναι το φάρ­μα­κο ε­κλο­γής στην ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα. Ο πό­νος υ­φί­ε­ται εν­τός 48 ω­ρών στο 80% των πε­ρι­πτώ­σε­ων (Gutman AB, 1965).
  • Προ­λα­βαί­νει τις προ­σβο­λές της ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας
  • Δεν έ­χει δρά­ση στην μη ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα ή στον με­τα­βο­λι­σμό του ου­ρι­κού ο­ξέ­ος.

Η ιν­δο­με­θα­κί­νη και η φαι­νυ­λο­βου­τα­ζό­νη έ­χουν ι­σο­δύ­να­μη α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα, αλ­λά κα­λύ­τε­ρη α­νο­χή, α­πό την κολ­χι­κί­νη στη βρα­χυ­πρό­θε­σμη α­να­κού­φι­ση α­πό τον πό­νο της ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας.

Η θε­ρα­πευ­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση στην κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να χρη­σι­μεύ­σει σαν δι­α­γνω­στι­κό ση­μεί­ο ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας, ό­ταν το αρ­θρι­κό υ­γρό δεν ε­παρ­κεί για α­να­ζή­τη­ση κρυ­στάλ­λων ου­ρι­κού μο­νο­να­τρί­ου, ό­πως συ­χνά συμ­βαί­νει σε α­σθε­νείς με προ­σβο­λή μι­κρών αρ­θρώ­σε­ων. Η θε­α­μα­τι­κή βελ­τί­ω­ση της αρ­θρι­κής φλεγ­μο­νής εν­τός 48 ω­ρών α­πό της χο­ρή­γη­σης της κολ­χι­κί­νης και η α­που­σί­α υ­πο­τρο­πής της μέ­σα σε 7 η­μέ­ρες εί­ναι εν­δει­κτι­κή, αλλ΄ό­χι α­πα­ραί­τη­τα δι­α­γνω­στι­κή, ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας.

Η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί εν­δο­φλέ­βια ό­ταν εί­ναι ε­πι­θυ­μη­τή η τα­χεί­α βελ­τί­ω­ση της φλεγ­μο­νής, ό­πως και σε α­σθε­νείς με ε­νερ­γό γα­στρι­κό έλ­κος, γα­στρεν­τε­ρι­κές δι­α­τα­ρα­χές ή άλ­λες σο­βα­ρές αν­τι­δρά­σεις στην per os χο­ρη­γού­με­νη κολ­χι­κί­νη ή με­τεγ­χει­ρη­τι­κά. Αν­τεν­δεί­κνυ­ται ό­μως στις σπει­ρα­μα­το­πά­θει­ες (κά­θαρ­ση κρε­α­τι­νί­νης <10 ml/min), την ε­ξω­η­πα­τι­κή χο­λι­κή α­πό­φρα­ξη και τα η­πα­το­νε­φρι­κά νο­σή­μα­τα. Με­τά την ύ­φε­ση της ο­ξεί­ας προ­σβο­λής, μπο­ρεί να συ­νε­χι­σθεί per os.

ΝΟΣΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΑΔΗ - BEHCET 

Στην Ι­α­πω­νί­α, η κολ­χι­κί­νη χρη­σι­μο­ποι­εί­ται ευ­ρέ­ως και εί­ναι πο­λύ α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στη νό­σο Α­δα­μαν­τιά­δη-Behcet (Akman-Demir G et al, 1996; Mochizuki M, 1997), πι­θα­νώς λό­γω των δι­α­φο­ρε­τι­κών πλη­θυ­σμών που έ­χουν με­λε­τη­θεί (Mochizuki M, 1997). Ε­χει χρη­σι­μο­ποι­η­θεί σε συν­δυα­σμό με συ­στη­μα­τι­κά και το­πι­κά κορ­τι­κο­ει­δή στις ο­ξεί­ες ε­ξάρ­σεις της νό­σου και, στη συ­νέ­χεια, σε δό­σεις συν­τή­ρη­σης (Rakover Y et al, 1989).

Η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη σε γυ­ναί­κες με ε­ξω-ο­φθαλ­μι­κές εκ­δη­λώ­σεις, συγ­κρι­τι­κά με placebo, πι­θα­νώς ε­πει­δή έ­χουν η­πι­ό­τε­ρη νό­σο (Yurdakul S et al, 2001).  

Ο μη­χα­νι­σμός δρά­σης της α­πο­δί­δε­ται στη δρά­ση της κολ­χι­κί­νης στα πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια και σε άλ­λες κυτ­τα­ρι­κές δρά­σεις (Schattner A, 1991).

EΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΝΟΣΟΥ ΑΔΑΜΑΝΤΙΑΔΗ-BEHCET ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΘΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΛΧΙ­ΚΙΝΗ :

  • Προ­σβο­λή ΚΝΣ
  • Βλεν­νο­γο­νο­δερ­μα­τι­κές αν­τι­δρά­σεις (αλ­λοι­ώ­σεις τύ­που ο­ζώ­δους ε­ρυ­θή­μα­τος, ε­ξάν­θη­μα, έλ­κη στό­μα­τος - γεν­νη­τι­κών ορ­γά­νων) (Miyachi T et al, 1981)
  • Αρ­θραλ­γί­ες-αρ­θρί­τι­δα
  • Φλυ­κται­νώ­δης αγ­γει­ί­τι­δα
  • Θρομ­βο­φλε­βί­τι­δα
  • Βρογ­χο­πνευ­μο­νι­κό αρ­τη­ρια­κό συ­ρίγ­γιο (σύν­δρο­μο Hughes-Stovin)
  • Θρόμ­βω­ση εγ­κάρ­σιου κόλ­που
  • Ο­φθαλ­μι­κή προ­σβο­λή (Mizushima Y et al, 1977; Benezra D and Cohen E, 1986). Κατ΄ άλ­λους, η κολ­χι­κί­νη δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα στην ο­φθαλ­μι­κή προ­σβο­λή (Hayasaka S et al, 1994)

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Κυ­κλο­σπο­ρί­νη : Εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή α­πό την κολ­χι­κί­νη στις δερ­μα­τι­κές και ο­φθαλ­μι­κές εκ­δη­λώ­σεις της νό­σου (Masuda K et al,1989).

Κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη : Δεν δι­α­φέ­ρει α­πό την κολ­χι­κί­νη στην ο­φθαλ­μι­κή προ­σβο­λή (Kazokoglu H et al, 1991).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Κολ­χι­κί­νη + κορ­τι­κο­ει­δή : Η κολ­χι­κί­νη, σε συν­δυα­σμό με κορ­τι­κο­ει­δή και στη συ­νέ­χεια σε δό­σεις συν­τή­ρη­σης, μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει τις ο­ξεί­ες ε­ξάρ­σεις της νό­σου σε παι­διά με νό­σο Α­δα­μαν­τιά­δη-Behcet.

Κολ­χι­κί­νη + α­σπι­ρί­νη : Μπο­ρεί να προ­λά­βει τις ο­ξεί­ες ε­ξάρ­σεις της νό­σου (Wechsler B and Piette JC, 1992).

Κολ­χι­κί­νη + κυ­κλο­σπο­ρί­νη : Βελ­τι­ώ­νει την ρα­γο­ει­δί­τι­δα με­τά α­πό 6 μή­νες θε­ρα­πεί­ας, αλ­λά με­τά α­πό 12 μή­νες συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σες προ­σβο­λές ρα­γο­ει­δί­τι­δας.

Κολ­χι­κί­νη + κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη : Δεν φαί­νε­ται να ε­πη­ρε­ά­ζει την ο­πτι­κή ο­ξύ­τη­τα ή την συ­χνό­τη­τα των προ­σβο­λών σε α­σθε­νείς με ο­φθαλ­μι­κή προ­σβο­λή (Kazokoglu H et al, 1991).

Κολ­χι­κί­νη + βεν­ζα­θι­νι­κή πε­νι­κιλ­λί­νη : Η προ­φυ­λα­κτι­κή χο­ρή­γη­ση βεν­ζα­θι­νι­κής πε­νι­κιλ­λί­νης σε συν­δυα­σμό με κολ­χι­κί­νη εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στις βλεν­νο­γο­νο­δερ­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις α­πό την κολ­χι­κί­νη μό­νη της (Calguneri M et al, 1996).

Κολ­χι­κί­νη + IFN-α­2b + βεν­ζα­θι­νι­κή πε­νι­κιλ­λί­νη: Εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στην πρό­λη­ψη των υ­πο­τρο­πι­α­ζου­σών ο­φθαλ­μι­κών προ­σβο­λών και των ε­ξω-ο­φθαλ­μι­κών ε­πι­πλο­κών και προ­στα­τεύ­ει την ό­ρα­ση (Demiroglu H et al, 2000).

ΗΠΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

Κίρρ­ρω­ση – ί­νω­ση ή­πα­τος :

  • Βελ­τι­ώ­νει την ι­στο­λο­γι­κή ει­κό­να του ή­πα­τος και αυ­ξά­νει την ε­πι­βί­ω­ση, σε α­σθε­νείς με αλ­κο­ο­λι­κή ή με­τα­λοι­μώ­δη κίρ­ρω­ση του ή­πα­τος
  • Μπο­ρεί να προ­λά­βει την α­νά­πτυ­ξη η­πα­τι­κής κίρ­ρω­σης σε α­σθε­νείς με χρό­νια η­πα­τί­τι­δα Β, πι­θα­νώς κα­τα­στέλ­λον­τας τις ε­ξάρ­σεις της νό­σου μέ­σω της αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δους δρά­σης της (Lin DY et al, 1996). Η ω­φέ­λι­μη δρά­ση της στην κίρ­ρω­ση, ό­πως και οι ε­πι­πλο­κές της, ο­φεί­λον­ται στην α­να­στο­λή της τι­ουμ­που­λί­νης και ε­πο­μέ­νως σε δι­α­τα­ρα­χή της λει­τουρ­γί­ας των μι­κρο­σω­λη­να­ρί­ων.

Κατ΄άλ­λους, η κολ­χι­κί­νη :

  • Δεν προ­λα­βαί­νει την κίρ­ρω­ση την προ­κα­λού­με­νη α­πό τε­τρα­χλω­ράν­θρα­κα (Rhoden EL et al, 1999).
  • Δεν πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται στην η­πα­τι­κή ί­νω­ση ή κίρ­ρω­ση, α­νε­ξαρ­τή­τως αι­τι­ο­λο­γί­ας, για­τί εί­ναι πο­λύ το­ξι­κή (Rambaldi A and Gluud C, 2001)
  • Εί­ναι κα­λά α­νε­κτή, αλ­λά δεν ε­πη­ρε­ά­ζει την ε­τή­σια συ­χνό­τη­τα των ε­πι­πλο­κών ή των λει­τουρ­γι­κών η­πα­τι­κών δο­κι­μα­σι­ών σε α­σθε­νείς με αλ­κο­ο­λι­κή κίρ­ρω­ση (Cortez-Pinto H et al, 2002)

Πρω­το­πα­θής χο­λι­κή κίρ­ρω­ση :

  • Βελ­τι­ώ­νει τις συ­νή­θεις δο­κι­μα­σί­ες και α­να­στρέ­φει την α­νε­πάρ­κεια της εκ­κρι­τι­κής ι­κα­νό­τη­τας του ή­πα­τος σε α­σθε­νείς με πρω­το­πα­θή χο­λι­κή κίρ­ρω­ση, ι­δι­αί­τε­ρα μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νους στο ουρ­σο­δε­ο­ξυ­χο­λι­κό ο­ξύ (Ikeda T et al, 1996; Poupon RE et al, 1996).
  • Βελ­τι­ώ­νει τις βι­ο­χη­μι­κές ε­ξε­τά­σεις και τα συμ­πτώ­μα­τα των α­σθε­νών με πρω­το­πα­θή χο­λι­κή κίρ­ρω­ση, αλ­λά λι­γό­τε­ρο α­πό την με­θο­τρε­ξά­τη (Kaplan MM et al, 1999)

Κατ΄άλ­λους :

  • Δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα στα συμ­πτώ­μα­τα, τις κλι­νι­κές εκ­δη­λώ­σεις ή την η­πα­τι­κή ι­στο­λο­γί­α και, σε αν­τί­θε­ση με το ουρ­σο­δε­ο­ξυ­χο­λι­κό ο­ξύ, δεν μει­ώ­νει τα ε­πί­πε­δα των αν­τι­σω­μά­των έ­ναν­τι της πυ­ρου­βι­κής δε­ϋ­δρο­γε­νά­σης, αλ­λά βελ­τι­ώ­νει την ε­πι­βί­ω­ση (Warnes TW, 1991)
  • Δεν έ­χει ε­πι­πρό­σθε­το ό­φε­λος στη θε­ρα­πεί­α με ουρ­σο­δε­ο­ξυ­χο­λι­κό ο­ξύ σε κιρ­ρω­τι­κούς α­σθε­νείς με πρω­το­πα­θή χο­λι­κή κίρ­ρω­ση (Battezzati PM et al, 2001)

ΟΙΚΟΓΕΝΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ : Η κολ­χι­κί­νη εί­ναι το φάρ­μα­κο ε­κλο­γής για την πρό­λη­ψη των ε­πει­σο­δί­ων του οι­κο­γε­νούς με­σο­γεια­κού πυ­ρε­τού.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ :

  • Μπο­ρεί να προ­λά­βει ή να μει­ώ­σει την συ­χνό­τη­τα και βα­ρύ­τη­τα των ε­πει­σο­δί­ων του πυ­ρε­τού, της πα­ρο­δι­κής πε­ρι­το­νί­τι­δας, της πλευ­ρί­τι­δας και της υ­με­νί­τι­δας, σε δό­σεις 1-3 mg/24ωρο (Zemer D et al, 1976; Peters RS et al, 1983). Σε δό­σεις 1-2 mg/24ωρο μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει πλή­ρη ύ­φε­ση των εμ­πύ­ρε­των ε­πει­σο­δί­ων στο 64%, και με­ρι­κή ύ­φε­ση, στο 31% των παι­δι­ών με οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό (Zemer D et al, 1991).
  • Μπο­ρεί να προ­λά­βει την α­νά­πτυ­ξη δευ­τε­ρο­πα­θούς α­μυ­λο­εί­δω­σης και την συ­νε­πα­κό­λου­θη νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια (Herlin T et al, 1985).

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΔΡΑΣΗΣ : Η κολ­χι­κί­νη δρα πι­θα­νώς ε­πη­ρε­ά­ζον­τας την λει­τουρ­γί­α των πο­λυ­ά­ριθ­μων ου­δε­τε­ρο­φί­λων που υ­πάρ­χουν στις συλ­λο­γές των α­σθε­νών με οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό, τα ο­ποί­α παί­ζουν ση­μαν­τι­κό πα­θο­φυ­σι­ο­λο­γι­κό ρό­λο στη γέ­νε­ση της νό­σου, ή δι­ορ­θώ­νον­τας κα­τα­σταλ­τι­κή κυτ­τα­ρι­κή α­νε­πάρ­κεια (Ilfeld D et al, 1981).

ΠΕΡΙΚΑΡΔΙΤΙΔΑ

Η κολ­χι­κί­νη εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στην ι­ο­γε­νή ή υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σα ι­δι­ο­πα­θή πε­ρι­καρ­δί­τι­δα, ό­πως και στην πε­ρι­καρ­δί­τι­δα που α­κο­λου­θεί πε­ρι­καρ­δι­ο­το­μή ή έμ­φραγ­μα του μυ­ο­καρ­δί­ου και την συν­δε­ό­με­νη με ΡΑ και ΣΕΛ (Guindo J et al, 1990; Fernandez-Muixi J et al, 1994; Adler Y et al, 1998). Α­κό­μα, προ­κά­λε­σε πλή­ρη υ­πο­χω­ρη­ση της συλ­λο­γής σ΄έ­ναν α­σθε­νή με κα­κο­ή­θη πε­ρι­καρ­δί­τι­δα (Ng T et al, 2000).

Οι α­σθε­νείς που χρει­ά­ζον­ται κορ­τι­κο­ει­δή για να θέ­σουν υ­πό έ­λεγ­χο τα υ­πο­τρο­πι­ά­ζον­τα ε­πει­σό­δια της πε­ρι­καρ­δί­τι­δας μπο­ρούν να δι­α­κό­ψουν την κορ­τι­κο­ει­δο­θε­ρα­πεί­α και να μεί­νουν ε­λεύ­θε­ροι προ­σβο­λών για με­γά­λο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα (Guindo J et al, 1990). Α­κό­μα, η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί με­τά την α­πο­τυ­χί­α των κορ­τι­κο­ει­δών και των ΜΣΑΦ, δε­δο­μέ­νου ό­τι εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή και σε α­σθε­νείς που δεν έ­χουν θε­ρα­πευ­θεί με κορ­τι­κο­ει­δή (Millaire A et al, 1994).

ΑΜΥΛΟΕΙΔΩΣΗ

Στα πει­ρα­μα­τό­ζω­α :

  • Προ­λα­βαί­νει την α­μυ­λο­εί­δω­ση την προ­κα­λού­με­νη α­πό κα­ζεί­νη, σε πον­τι­κούς με πει­ρα­μα­τι­κή α­μυ­λο­εί­δω­ση (Shirahama T and Cohen AS, 1974).

Σε α­σθε­νείς με οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό :

  • Βελ­τι­ώ­νει το νε­φρω­σι­κό σύν­δρο­μο το συν­δε­ό­με­νο με την α­μυ­λο­εί­δω­ση και την εν­τε­ρι­κή δυ­σα­πορ­ρό­φη­ση (Ravid M et al, 1979; Zemer D et al, 1992; Fak AS et al, 1992). Η δρά­ση αυ­τή εί­ναι δο­σο-ε­ξαρ­τώ­με­νη και πα­ρα­τη­ρεί­ται συ­νή­θως σε α­σθε­νείς με κρε­α­τι­νί­νη ο­ρού <1.5 mg/ dl στην έ­ναρ­ξη της α­γω­γής (Livneh A et al, 1994).
  • Μει­ώ­νει την πρω­τε­ϊ­νου­ρί­α την συν­δε­ό­με­νη με ε­λάτ­τω­ση του με­γέ­θους των ε­να­πο­θέ­σε­ων του α­μυ­λο­ει­δούς, σε α­σθε­νείς με εγ­κα­τε­στη­μέ­νη α­μυ­λο­ει­δι­κή νε­φρο­πά­θεια (Ravid M e al, 1977; Zemer D et al, 1986).
  • Πα­ρεμ­πο­δί­ζει τις ε­να­πο­θέ­σεις του α­μυ­λο­ει­δούς, πι­θα­νώς α­να­στέλ­λον­τας τον σχη­μα­τι­σμό του πα­ρά­γον­τα αύ­ξη­σης του α­μυ­λο­ει­δούς (Brandwein SR et al, 1985).
  • Προ­λα­βαί­νει την α­νά­πτυ­ξη α­μυ­λο­εί­δω­σης, σε λή­πτες νε­φρι­κών μο­σχευ­μά­των (Livneh A et al, 1992)

Σε α­σθε­νείς με πρω­το­πα­θή ή δευ­τε­ρο­πα­θή α­μυ­λο­εί­δω­ση :

  • Μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει ύ­φε­ση του νε­φρω­σι­κού συν­δρό­μου (Oren R et al, 1993; Kagan A et al, 1999), προ­λα­βαί­νει την α­νά­πτυ­ξη ή α­να­στρέ­φει και α­να­κό­πτει την ε­ξέ­λι­ξη της δευ­τε­ρο­πα­θούς α­μυ­λο­εί­δω­σης και αυ­ξά­νει την διά­ρκεια της ε­πι­βί­ω­σης (Cohen AS et al, 1987).
  • Προ­κά­λε­σε ύ­φε­ση της πρω­τε­ϊ­νου­ρί­ας και των ε­να­πο­θέ­σε­ων του α­μυ­λο­ει­δούς στα ο­στά ε­νός α­σθε­νούς με αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα και νε­φρω­σι­κό σύν­δρο­μο λό­γω νε­φρι­κής α­μυ­λο­εί­δω­σης (Es­calante A et al, 1991).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Κολ­χι­κί­νη + μελ­φα­λά­νη + πρεδ­νι­ζό­νη : E­ί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός α­πό την κολ­χι­κί­νη μό­νη της στην πρω­το­πα­θή α­μυ­λο­εί­δω­ση (Kyle RA et al, 1985; Skinner M et al, 1996).

ΨΕΥΔΟΥΡΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Η κολ­χι­κί­νη, χο­ρη­γού­με­νη per os ή εν­δο­φλέ­βια, βελ­τι­ώ­νει θε­α­μα­τι­κά τις εκ­δη­λώ­σεις της ψευ­δου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας ε­άν χο­ρη­γη­θεί στα αρ­χι­κά στά­δια της νό­σου (Meed SD and Spilberg I, 1981). Πάν­τως, στη θέ­ση της χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται πλέ­ον τα ΜΣΑΦ, που εί­ναι ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά και λι­γό­τε­ρο το­ξι­κά.

Σε α­σθε­νείς με πο­λυ­αρ­θρι­κή ψευ­δου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα, ι­στο­ρι­κό πε­πτι­κού έλ­κους, θε­ρα­πευ­ό­με­νους ταυ­τό­χρο­να με αν­τι­πη­κτι­κά ή δυ­σα­νε­ξί­α στα ΜΣΑΦ, η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί εν­δο­φλέ­βια σε δό­σεις πα­ρό­μοι­ες με τις χρη­σι­μο­ποι­ού­με­νες στην ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα (Tabatai MR and Cummings NA, 1980; Meed SD and Spilberg I, 1981). Σε α­σθε­νείς με υ­πο­τρο­πι­ά­ζου­σες προ­σβο­λές ψευ­δου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί προ­φυ­λα­κτι­κά per os σε δό­ση 0.5-1.2 mg/24ωρο.

ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΣΚΛΗΡΟΔΕΡΜΙΑ

Η κολ­χι­κί­νη έ­χει χρη­σι­μο­ποι­η­θεί στη θε­ρα­πεί­α των δερ­μα­τι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων της συ­στη­μα­τι­κής σκλη­ρο­δερ­μί­ας (Alarcon-Segovia D et al, 1979), λό­γω της α­να­σταλ­τι­κής της δρά­σης στην με­τα­φο­ρά και έκ­κρι­ση του κολ­λα­γό­νου α­πό τους ι­νο­βλά­στες. Πάν­τως, η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της στο νό­ση­μα αυ­τό εί­ναι αμ­φι­λε­γό­με­νη, ι­δι­αί­τε­ρα σε α­σθε­νείς με μα­κρο­χρό­νια νό­σο.

2.9.9   ΔΕΡΜΑΤΟΜΥΟΣΙΤΙΔΑ

Η κολ­χι­κί­νη έ­χει χο­ρη­γη­θεί για την αν­τι­με­τώ­πι­ση της το­πι­κής φλεγ­μο­νής της προ­κα­λού­με­νης α­πό την ε­να­πό­θε­ση των κρυ­στάλ­λων του υ­δρο­ξυ­α­πα­τί­τη στη νε­α­νι­κή δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα (Ta-born J et al, 1978).

ΣΥΝΔΡΟΜΟ SWEET

Η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να κα­τα­στεί­λει τις εκ­δη­λώ­σεις του συν­δρό­μου Sweet (Suehisa S and Tagami H, 1981; Ritter S et al, 2002), αν και η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της δεν έ­χει ε­λεγ­χθεί με ε­λεγ­χό­με­νες με­λέ­τες. Πάν­τως, μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί ε­ναλ­λα­κτι­κά σε πε­ρι­πτώ­σεις μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες στα κορ­τι­κο­ει­δή.

ΨΩΡΙΑΣΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Η κολ­χι­κί­νη θε­ω­ρεί­ται α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στη θε­ρα­πεί­α της ψω­ρί­α­σης και της ψω­ρι­α­σι­κής αρ­θρί­τι­δας. Κατ΄άλ­λους, εί­ναι α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στην ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα (McKendry RJR et al, 1993).

ΦΛΥΚΤΑΙΝΩΣΗ ΠΑΛΑΜΩΝ - ΠΕΛΜΑΤΩΝ

Η κολ­χι­κί­νη, σε δό­ση 1-2 mg/24ωρο, μπο­ρεί να μει­ώ­σει την συ­χνό­τη­τα εμ­φά­νι­σης του φλυ­κται­νώ­δους ε­ξαν­θή­μα­τος και τον α­ριθ­μό των φλυ­κται­νών (Takigawa M et al, 1982; Wong SS et al, 2001).

ΡΕΥΜΑΤΙΚΑ ΟΖΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΘΟΤΡΕΞΑΤΗ

Η κολ­χι­κί­νη προ­κά­λε­σε ύ­φε­ση των ο­ζι­δί­ων σε μιαν α­σθε­νή με ΡΑ (Abraham Z et al, 1999).

ΜΙΚΤΗ ΚΡΥΟΣΦΑΙΡΙΝΑΙΜΙΑ

Η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει την πορ­φύ­ρα, τις αρ­θραλ­γί­ες και την λευ­κο­κυτ­τα­ρο­κλα­στι­κή αγ­γει­ί­τι­δα, μει­ώ­νει τα ε­πί­πε­δα των κρυ­ο­σφαι­ρι­νών, την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα του RF και την αι­μα­του­ρί­α και αυ­ξά­νει τα ε­πί­πε­δα του C4 και των η­πα­τι­κών εν­ζύ­μων σε α­σθε­νείς με μι­κτή κρυ­ο­σφαι­ρι­ναι­μί­α (Invernizzi F and Monti G, 1993).

ΓΑΓΓΡΑΙΝΩΔΕΣ ΠΥΟΔΕΡΜΑ

Η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει πε­ρι­πτώ­σεις συν­δε­ό­με­νες με φλεγ­μο­νώ­δεις εν­τε­ρο­πά­θει­ες (Paolini O et al, 1995; Rampal P et al, 1998) και οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό (Lugassy G and Ronnen M, 1992).

2.9.15   ΙΔΙΟΠΑΘΗΣ ΘΡΟΜΒΟΠΕΝΙΚΗ ΠΟΡΦΥΡΑ

Η κολ­χι­κί­νη, σε δό­ση 1.2 mg/24ωρο, μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει την ι­δι­ο­πα­θή θρομ­βο­πε­νι­κή πορ­φύ­ρα που δεν αν­τα­πο­κρί­νε­ται στη συμ­βα­τι­κή θε­ρα­πεί­α (Strother SV et al, 1984; Jim RTS, 1986). Η κολ­χι­κί­νη συ­νι­στά­ται σε ε­νή­λι­κες με ι­δι­ο­πα­θή θρομ­βο­πε­νι­κή πορ­φύ­ρα αν­θι­στά­με­νη στη βα­σι­κή θε­ρα­πεί­α, την δα­να­ζό­λη ή τα αλ­κα­λο­ει­δή της vinca (Strother SV et al, 1984).

ΟΣΤΕΟΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Σε α­σθε­νείς με φλεγ­μο­νώ­δη έ­ξαρ­ση ο­στε­ο­αρ­θρί­τι­δας των γο­νά­των, η κολ­χι­κί­νη, σε δό­ση 0.5 mg η­με­ρη­σί­ως, α­να­κου­φί­ζει α­πό τον πό­νο πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό την πι­ρο­ξι­κά­μη και τις εν­δαρ­θρι­κές εγ­χύ­σεις κορ­τι­κο­ει­δών (Das SK et al, 2002a).

Σύμ­φω­να με δι­πλή-τυ­φλή, placebo-ε­λεγ­χό­με­νη, με­λέ­τη α­σθε­νών με ο­στε­ο­αρ­θρί­τι­δα των γο­νά­των θε­ρα­πευ­ό­με­νων με νι­με­σου­λί­δη, η προ­σθή­κη κολ­χι­κί­νης (0.5 mg/12ωρο) εί­ναι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή α­πό την νι­με­σου­λί­δη μό­νη της (Das SK et al, 2002b).

ΑΣΒΕΣΤΩΣΗ – ΙΔΙΟΠΑΘΗΣ ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΗ ΙΝΩΣΗ

Η κολ­χι­κί­νη έ­χει ή­πια αν­τι-ι­νω­τι­κή δρά­ση, πι­θα­νώς λό­γω α­να­στο­λής του σχη­μα­τι­σμού κολ­λα­γό­νου (Addrizzo-Harris DJ et al, 2002).

ΑΛΛΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΘΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΛΧΙΚΙΝΗ

Γραμ­μι­κή IgA φλυ­κται­νώ­δης δερ­μά­τω­ση (Ang P and Tay YK, 1999)

IgA πέμ­φι­γα (Hodak E et al, 1999)

Κυ­στι­κή ί­νω­ση (Sermet-Gaudelus I et al, 1999)

Δερ­μα­τι­κή αγ­γει­ί­τι­δα (Hazen PG and Michel B, 1979; Callen JP et al, 1985)

Σαρ­κο­ει­δι­κή αρ­θρο­πά­θεια.

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ : Οι γα­στρεν­τε­ρι­κές δι­α­τα­ρα­χές εί­ναι οι συ­χνό­τε­ρες α­νε­πι­θύ­μη­τες ε­νέρ­γει­ες της κολ­χι­κί­νης. Πα­ρα­τη­ρούν­ται στο 80% των α­σθε­νών που παίρ­νουν πλή­ρεις θε­ρα­πευ­τι­κές δό­σεις του φαρ­μά­κου per os. Μπο­ρούν να εμ­φα­νι­σθούν α­κό­μα και με­τά την εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­σή της, ι­δί­ως ό­ταν η δό­ση της υ­περ­βεί την συ­νι­στώ­με­νη, και να ο­δη­γή­σουν σε α­φυ­δά­τω­ση και νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια (Wallace SL, 1974). Με­τά την δι­α­κο­πή της ε­ξα­φα­νί­ζον­ται συ­νή­θως εν­τός 24-48 ω­ρών.

ΤΥΠΟΙ :

  • Δι­άρ­ροι­α (ε­νί­ο­τε σο­βα­ρή)
  • Ναυ­τί­α
  • Ε­με­τοι
  • Ε­πι­γα­στρι­κός πό­νος
  • Πα­ρα­λυ­τι­κός ει­λε­ός
  • Στο­μα­τί­τι­δα

ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Α­κοκ­κι­ο­κυτ­τά­ρω­ση
  • Α­πλα­στι­κή α­ναι­μί­α
  • Θρομ­βο­πε­νί­α
  • Κα­τα­στο­λή μυ­ε­λού (α­κοκ­κι­ο­κυτ­τά­ρω­ση, θρομ­βο­πε­νί­α, λευ­κο­πε­νί­α και α­πλα­στι­κή α­ναι­μί­α), σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους μα­κρο­χρό­νια με κολ­χι­κί­νη. Έ­νας α­σθε­νής με φυ­σι­ο­λο­γι­κή νε­φρι­κή και η­πα­τι­κή λει­τουρ­γί­α που θε­ρα­πεύ­θη­κε με 10 mg κολ­χι­κί­νης εν­δο­φλέ­βια ε­πί 5 η­μέ­ρες κα­τέ­λη­ξε κα­κώς λό­γω παγ­κυτ­τα­ρο­πε­νί­ας και κα­τα­στο­λής του μυ­ε­λού.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΟ - ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΝΕΥΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Μυοπάθεια - νευροπάθεια

Η μα­κρο­χρό­νια χο­ρή­γη­ση της κολ­χι­κί­νης για την πρό­λη­ψη των προ­σβο­λών ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας συν­δέ­ε­ται με υ­πο­ξεί­α, συ­χνά σο­βα­ρή, μυ­ο­πά­θεια σε συν­δυα­σμό με σχε­τι­κά ή­πια πο­λυ­νευ­ρο­πά­θεια (Riggs, JE et al, 1986; Kuncl RW et al, 1987; Fernandez C et al, 2002). Η ε­πι­πλο­κή αυ­τή συ­νή­θως εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα πα­ρα­τε­τα­μέ­νης χο­ρή­γη­σης α­συ­νή­θι­στα με­γά­λων δό­σε­ων του φαρ­μά­κου ή έκ­πτω­σης της νε­φρι­κής λει­τουρ­γί­ας.

ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ : Πα­ραι­σθη­σί­ες κά­τω ά­κρων, συ­νή­θως κεν­τρι­κή ή γε­νι­κευ­μέ­νη μυι­κή α­δυ­να­μί­α και, ε­νί­ο­τε, α­δυ­να­μί­α των μυ­ών του κρα­νί­ου, χρό­νια α­ξο­νι­κή νευ­ρο­πά­θεια (Schiff D and Drislane FW, 1992; De Deyn PP et al, 1995). Ερ­γα­στη­ρια­κά μπο­ρεί να υ­πάρ­χει αύ­ξη­ση της CPK στον ο­ρό.

Οι εκ­δη­λώ­σεις αυ­τές υ­φί­εν­ται 3-4 ε­βδο­μά­δες με­τά την δι­α­κο­πή του φαρ­μά­κου (Kuncl RW et al, 1987). Η συ­νο­δός α­ξο­νι­κή πο­λυ­νευ­ρο­πά­θεια εί­ναι συ­νή­θως ή­πια και υ­φί­ε­ται βρα­δέ­ως.

ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ : Νευ­ρο­γε­νείς και μυ­ο­πα­θη­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις, με α­πο­δι­ορ­γά­νω­ση των μυι­κών ι­νι­δί­ων και ά­θροι­ση λυ­σο­σω­μά­των και αυ­το­φα­γι­κών κε­νο­το­πί­ων στις μυι­κές ί­νες (De Deyn PP et al, 1995). Οι μορ­φο­λο­γι­κές αυ­τές αλ­λοι­ώ­σεις εί­ναι έν­δει­ξη δι­ά­σπα­σης του μυ­ο­σκε­λε­τι­κού δι­κτύ­ου του ε­ξαρ­τώ­με­νου α­πό τα μι­κρο­σω­λη­νά­ρια το ο­ποί­ο αλ­λη­λε­πι­δρά με τα λυ­σο­σώ­μα­τα.

Σ΄έ­ναν α­σθε­νή, η βι­ο­ψί­α έ­δει­ξε κυ­ρί­ως αυ­το­φα­γι­κά κε­νο­τό­πια πε­ρι­έ­χον­τα ε­τε­ρο­γε­νές ο­μοι­ο­φι­λι­κό υ­λι­κό και πλει­ό­μορ­φα σω­μά­τια, και κυτ­τα­ρο­πλα­σμα­τι­κές ε­να­πο­θέ­σεις α­πό λε­πτό κοκ­κι­ώ­δες υ­λι­κό, το ο­ποί­ο ή­ταν α­νο­σο­δρα­στι­κό για αν­τι­σώ­μα­τα στην τι­ουμ­που­λί­νη και την α- και β- τι­ουμ­που­λί­νη (Himmelman F and Schroder JMl, 1992).

ΗΛΕΚΤΡΟΜΥΟΓΡΑΦΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ : M­υ­ο­πά­θεια, χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νη α­πό α­νώ­μα­λη αυ­τό­μα­τη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ : Η δι­ά­γνω­ση της μυ­ο­πά­θειας α­πό την κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να εί­ναι δύ­σκο­λη, αν και, σε δύ­σκο­λες πε­ρι­πτώ­σεις, οι λυ­σο­σω­μι­κές κε­νο­το­πι­ώ­δεις αλ­λοι­ώ­σεις, χω­ρίς προ­ε­ξάρ­χου­σα νέ­κρω­ση των μυι­κών ι­νών, χρη­σι­μεύ­ουν στη δι­ά­κρι­ση της μυ­ο­πά­θειας α­πό την κολ­χι­κί­νη α­πό φλεγ­μο­νώ­δεις μυ­ο­πά­θει­ες, ό­πως η πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα, ή α­πό την ου­ραι­μι­κή νευ­ρο­πά­θεια.

Ραβδομυόλυση (Dawson TM and Starkebaum G, 1997; Boomershine KH, 2002).

ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ - ΒΛΕΝΝΟΓΟΝΟΥΣ

  • Δερ­μα­τι­κά ε­ξαν­θή­μα­τα
  • Φυ­σα­λι­δώ­δης δερ­μα­τί­τι­δα
  • Μη θρομ­βο­πε­νι­κή πορ­φύ­ρα
  • Α­πώ­λεια τρι­χών σώ­μα­τος και κε­φα­λής
  • Αλ­λερ­γι­κή δερ­μα­τί­τι­δα

ΑΠΟ ΤΟ ΟΥΡΟΠΟΙΟΓΕΝΝΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Ο­λι­γο­σπερ­μί­α ή α­ζω­ο­σπερ­μί­α
  • Δι­α­τα­ρα­χές έμ­μη­νης ρύ­σης (α­μη­νόρ­ροι­α, δυ­σμη­νόρ­ροι­α)
  • Α­νου­ρί­α
  • Νε­φρι­κή βλά­βη
  • Αι­μα­του­ρί­α
  • Σπα­σμός ου­ρο­δό­χου κύ­στης

ΑΛΛΕΣ

  • Α­νο­ρε­ξί­α
  • Αλ­λερ­γι­κές αν­τι­δρά­σεις
  • Αγ­γει­ο­οί­δη­μα
  • Έν­το­νος το­πι­κός ε­ρε­θι­σμός (με­τά α­πό ε­ξαγ­γεί­ω­ση της έ­νε­σης της κολ­χι­κί­νης)
  • Θρομ­βο­φλε­βί­τι­δα στο ση­μεί­ο της έ­νε­σης (σπά­νια)
  • Κό­πω­ση
  • Υ­πο­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμός
  • Αύ­ξη­ση αλ­κα­λι­κής φω­σφα­τά­σης ο­ρού

ΥΠΕΡΔΟΣΟΛΟΓΙΑ

Εκ­δη­λώ­σεις : Μπο­ρεί να προ­κύ­ψουν με­τά α­πό την ε­πα­νει­λημ­μέ­νη χο­ρή­γη­ση με­γά­λων δό­σε­ων ή με­τά α­πό την χο­ρή­γη­ση μιας ε­φά­παξ το­ξι­κής δό­σης, κολ­χι­κί­νης. Α­θροι­στι­κές εν­δο­φλέ­βι­ες δό­σεις κολ­χι­κί­νης πά­νω α­πό 4 mg μπο­ρεί να ο­δη­γή­σουν σε μη α­να­στρέ­ψι­μη πολ­λα­πλή ορ­γα­νι­κή α­νε­πάρ­κεια και θά­να­το. Στον άν­θρω­πο, η θα­να­τη­φό­ρα δό­ση της κολ­χι­κί­νης υ­πο­λο­γί­ζε­ται σε 65 mg, ε­νώ στους α­ρου­ραί­ους, σε 1.7 mg/kg.

Η κολ­χι­κί­νη, σε με­γά­λες, το­ξι­κές δό­σεις, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει σύν­δρο­μο πα­ρό­μοι­ο με χο­λέ­ρα (ναυ­τί­α, α­νο­ρε­ξί­α, κοι­λια­κό πό­νο, ε­μέ­τους, πα­ρα­λυ­τι­κό ει­λε­ό και δι­άρ­ροι­α, ε­νί­ο­τε αι­μα­τη­ρή λό­γω αι­μορ­ρα­γι­κής γα­στρεν­τε­ρί­τι­δας). Οι εκ­δη­λώ­σεις αυ­τές μπο­ρεί να ο­δη­γή­σουν σε α­φυ­δά­τω­ση, κα­τα­πλη­ξί­α και ο­ξεί­α νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια, α­λω­πε­κί­α, α­νε­πάρ­κεια του μυ­ε­λού, η­πα­το­κυτ­τα­ρι­κή βλά­βη, δι­ά­χυ­τη εν­δαγ­γεια­κή πή­ξη, νευ­ρο­μυ­ϊ­κές δι­α­τα­ρα­χές, προ­σβο­λή του μυ­ο­καρ­δί­ου, κώ­μα και θά­να­το (Putterman C et al, 1991). Ο θά­να­τος συ­νή­θως εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα α­να­πνευ­στι­κής κα­τα­στο­λής ή καρ­δι­αγ­γεια­κής α­νε­πάρ­κειας.

Οι νευ­ρο­μυ­ϊ­κές δι­α­τα­ρα­χές χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται α­πό σύγ­χυ­ση, πα­ρα­λή­ρη­μα, σπα­σμούς, α­πώ­λεια των εν τω βά­θει αν­τα­να­κλα­στι­κών και του α­χίλ­λει­ου τέ­νον­τα και θε­τι­κό ση­μεί­ο Babinski, μυ­ϊ­κή α­δυ­να­μί­α και α­νι­ού­σα πα­ρά­λυ­ση, συ­νή­θως χω­ρίς α­πώ­λεια των αι­σθή­σε­ων.

Οι αι­μα­το­λο­γι­κές δι­α­τα­ρα­χές συ­νί­σταν­ται σε λευ­κο­πε­νί­α, η ο­ποί­α μπο­ρεί να ε­πι­μεί­νει αρ­κε­τές η­μέ­ρες α­κο­λου­θού­με­νη α­πό λευ­κο­κυτ­τά­ρω­ση με ο­ρι­σμέ­να με­τα­μυ­ε­λο­κύτ­τα­ρα και μυ­ε­λο­κύτ­τα­ρα, κα­τα­στο­λή του μυ­ε­λού, θρομ­βο­πε­νί­α, κοκ­κι­ο­κυτ­τα­ρο­πε­νί­α, α­νώ­ρι­μα λευ­κο­κύτ­τα­ρα, παγ­κυτ­τα­ρο­πε­νί­α, α­ναι­μί­α με α­νι­σο­κυτ­τά­ρω­ση και πο­λυ­χρω­μα­σί­α.

Η α­φυ­δά­τω­ση μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε ο­λι­γου­ρί­α, η αγ­γεια­κή βλά­βη ή ε­ξαγ­γεί­ω­ση υ­γρών, σε κα­τα­πλη­ξί­α και καρ­δι­αγ­γεια­κή α­νε­πάρ­κεια και η μυι­κή α­δυ­να­μί­α ή πα­ρά­λυ­ση, σε α­να­πνευ­στι­κή α­νε­πάρ­κεια. Η μυ­ο­καρ­δια­κή βλά­βη μπο­ρεί να συ­νο­δευ­θεί α­πό α­νύ­ψω­ση του S-T δι­α­στή­μα­τος στο ΗΚΓ, ε­λάτ­τω­ση της συ­σπα­στι­κής ι­κα­νό­τη­τας του μυ­ο­καρ­δί­ου και βα­ρύ­τα­τη κα­τα­πλη­ξί­α.

Α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την ο­δό χο­ρή­γη­σης, συ­νή­θως με­σο­λα­βούν με­ρι­κές ώ­ρες α­πό της λή­ψης της το­ξι­κής δό­σης της κολ­χι­κί­νης μέ­χρι την εμ­φά­νι­ση των πρώ­των εκ­δη­λώ­σε­ων το­ξι­κό­τη­τας.

ΑΛΛΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΥΠΕΡΔΟΣΟΛΟΓΙΑΣ :

  • Στο­μα­τί­τι­δα, αρ­θραλ­γί­ες, κα­κου­χί­α, υ­πα­σβε­στι­αι­μί­α, πυ­ρε­τός, ε­ξάν­θη­μα (Bruns BJ, 1968)
  • Ο­ξεί­α νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια με ευ­αι­σθη­σί­α και δι­όγ­κω­ση του ή­πα­τος, αλ­λά φυ­σι­ο­λο­γι­κές η­πα­τι­κές δο­κι­μα­σί­ες (Bruns BJ, 1968)
  • Μη καρ­δι­ο­γε­νές πνευ­μο­νι­κό οί­δη­μα, με­τά α­πό την χο­ρή­γη­ση 150 mg κολ­χι­κί­νης σ΄ έ­ναν α­σθε­νή. Ο α­σθε­νής αυ­τός εμ­φά­νι­σε κοι­λια­κό πό­νο, ναυ­τί­α και ε­μέ­τους και στη συ­νέ­χεια σο­βα­ρή δύ­σπνοι­α, πυ­ρε­τό, δι­ά­χυ­τους τρί­ζον­τες και σο­βα­ρή υ­πο­ξαι­μί­α, υ­πα­σβε­στι­αι­μί­α και θρομ­βο­πε­νί­α και α­κτι­νο­λο­γι­κά δι­ά­χυ­τες κυ­ψε­λι­δι­κές δι­η­θή­σεις. Στην αυ­το­ψί­α δι­α­πι­στώ­θη­κε οί­δη­μα των κυ­ψε­λί­δων και του δι­ά­με­σου ι­στού με δι­ή­θη­ση α­πό πο­λυ­μορ­φο­πύ­ρη­να. 
  • Αι­μορ­ρα­γι­κή γα­στρεν­τε­ρί­τι­δα, με συ­νέ­πεια α­φυ­δά­τω­ση, υ­πο­κα­λι­αι­μί­α, με­τα­βο­λι­κή ο­ξεί­δω­ση και νε­φρι­κή σι­γή (Stapczynski JS et al, 1981)
  • Ό­ψι­μη δερ­μα­τι­κή πορ­φυ­ρί­α (Wallace SL, 1974)
  • Υ­περ­να­τρι­αι­μί­α και πο­λυ­ου­ρί­α (Usalan  C et al, 1999)
  • Γα­στρεν­τε­ρι­κή δυ­σφο­ρί­α, με­τα­βο­λι­κή ο­ξεί­δω­ση, παγ­κυτ­τα­ρο­πε­νί­α, υ­πό­τα­ση, σύν­δρο­μο α­να­πνευ­στι­κής α­νε­πάρ­κειας ε­νη­λί­κων, ρα­βδο­μυ­ό­λυ­ση και υ­πα­σβε­στι­αι­μί­α, σ΄έ­ναν α­σθε­νή, ο ο­ποί­ος κα­τέ­λη­ξε κα­κώς α­πό καρ­δια­κή α­να­κο­πή (Milne ST et al, 1998)
  • Σύν­δρο­μο α­να­πνευ­στι­κής α­νε­πάρ­κειας ε­νη­λί­κων, με δι­ά­με­σο κυ­ψε­λι­δι­κό και πνευ­μο­νι­κό οί­δη­μα με αι­μορ­ρα­γι­κή ή φα­γο­κυτ­τα­ρι­κή κυ­ψε­λι­δί­τι­δα, συ­χνά σε συν­δυα­σμό με σχη­μα­τι­σμό υ­ά­λι­νης μεμ­βρά­νης
  • Γα­στρεν­τε­ρί­τι­δα και πι­θα­νώς παγ­κρε­α­τί­τι­δα, η ο­ποί­α ε­ξε­λί­χθη­κε τα­χέ­ως σε σο­βα­ρή α­να­πνευ­στι­κή α­νε­πάρ­κεια, έν­το­να νευ­ρο­μυ­ϊ­κά προ­βλή­μα­τα, α­λω­πε­κί­α και πλή­ρη μυ­ε­λι­κή α­πλα­σί­α (Naidus RM et al, 1977)
  • Κοι­λια­κές κράμ­πες, γα­στρεν­τε­ρι­κή αι­μορ­ρα­γί­α, σύγ­χυ­ση, μυ­ϊ­κοί πό­νοι και μυ­ϊ­κή α­δυ­να­μί­α, ε­ρυ­θη­μα­το­φλυ­κται­νώ­δεις και δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις πα­ρό­μοι­ες με ο­ζώ­δες ε­ρύ­θη­μα, α­λω­πε­κίa, σο­βα­ρή θρομ­βο­πε­νί­α και λευ­κο­πε­νί­α, ή­πια α­ναι­μί­α και αύ­ξη­ση της SGOT και SGPT, σ΄ έ­να παι­δί η­λι­κί­ας 4 ε­τών που πή­ρε 1.3-1.5 mg/kg κολ­χι­κί­νης (Guven AG et al, 2002).
  • Θά­να­τος, εί­τε με­τά την per os (Dehon  B et al, 1999; Maxwell MJ et al, 2002), εί­τε την εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­ση του φαρ­μά­κου

H κολ­χι­κί­νη ευ­θύ­νε­ται για τον θά­να­το 20 α­σθε­νών με ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα που θε­ρα­πεύ­θη­καν με κολ­χι­κί­νη εν­δο­φλέ­βια σε α­θροι­στι­κές δό­σεις με­γα­λύ­τε­ρες α­πό τις συ­νι­στώ­με­νες (2-4 mg). Οι α­σθε­νείς αυ­τοί α­πε­βί­ω­σαν 1-40 η­μέ­ρες με­τά την χο­ρή­γη­ση του φαρ­μά­κου εν μέ­σω θρομ­βο­πε­νί­ας λευ­κο­πε­νί­ας, παγ­κυτ­τα­ρο­πε­νί­ας, α­κοκ­κι­ο­κυτ­τά­ρω­σης, α­πλα­στι­κής α­ναι­μί­ας, ο­ξεί­ας νε­φρι­κής α­νε­πάρ­κειας και δι­ά­χυ­της εν­δαγ­γεια­κής πή­ξης (Bonnel RA et al, 2002).

O­ι εκ­δη­λώ­σεις το­ξι­κό­τη­τας α­πό την κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να δι­α­κρι­θούν σε 3 δι­α­δο­χι­κά, και συ­νή­θως αλ­λη­λο­ε­πι­κα­λυ­πτό­με­να, στά­δια :

1ο στά­διο (1ο 24ωρο α­πό της λή­ψης του φαρ­μά­κου) : Χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό κοι­λια­κό πό­νο, ναυ­τί­α, ε­μέ­τους, δι­άρ­ροι­α και υ­πο-ογ­και­μί­α και λευ­κο­κυτ­τά­ρω­ση λό­γω με­γά­λης α­πώ­λειας υ­γρών.

2ο στά­διο (24-72 ώ­ρες με­τά την λή­ψη του φαρ­μά­κου) : Κυ­ρι­αρ­χεί­ται α­πό πο­λυ­ορ­γα­νι­κή α­νε­πάρ­κεια (παγ­κυτ­τα­ρο­πε­νί­α, νε­φρι­κή, α­να­πνευ­στι­κή και καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια, αρ­ρυθ­μί­ες, με­τα­βο­λι­κή ο­ξεί­δω­ση, η­λε­κτρο­λυ­τι­κές και νευ­ρο­μυ­ϊ­κές δι­α­τα­ρα­χές, δι­ά­χυ­τη εν­δαγ­γεια­κή πή­ξη, κώ­μα)

3ο στά­διο : Χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό α­πο­κα­τά­στα­ση της λει­τουρ­γί­ας του μυ­ε­λού των ο­στών, λευ­κο­κυτ­τά­ρω­ση, ύ­φε­ση της πο­λυ­ορ­γα­νι­κής προ­σβο­λής και α­λω­πε­κί­α.

Θε­ρα­πεί­α : Δεν υ­πάρ­χει ει­δι­κό αν­τί­δο­το για την δη­λη­τη­ρί­α­ση α­πό την κολ­χι­κί­νη. Η αν­τι­με­τώ­πι­ση των εκ­δη­λώ­σε­ων της υ­περ­δο­σο­λο­γί­ας εί­ναι συ­νή­θως δύ­σκο­λη, λό­γω της δι­ά­χυ­της προ­σβο­λής ζω­τι­κών ορ­γά­νων.

  • Πλύ­ση στο­μά­χου ή προ­κλη­τός έ­με­τος, ε­άν ο άρ­ρω­στος έ­χει πά­ρει πρό­σφα­τα το φάρ­μα­κο και δεν έ­χει κά­νει έ­με­το
  • Ε­νερ­γός άν­θρα­κας, για να μει­ω­θεί η α­πορ­ρό­φη­ση του φαρ­μά­κου α­πό τον γα­στρεν­τε­ρι­κό σω­λή­να, α­μέ­σως με­τά την κέ­νω­ση του στο­μά­χου. Με­ρι­κές φο­ρές εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός α­πό τον προ­κλη­τό έ­με­το ή την πλύ­ση του στο­μά­χου. Η ε­πα­νει­λημ­μέ­νη χο­ρή­γη­σή του μπο­ρεί να ε­πι­τα­χύ­νει την α­πο­βο­λή της κολ­χι­κί­νης.
  • Υ­πο­στη­ρι­κτι­κά μέ­τρα
  • Α­τρο­πί­νη ή μορ­φί­νη, για την α­να­κού­φι­ση α­πό τον κοι­λια­κό πό­νο
  • Προ­φύ­λα­ξη α­να­πνευ­στι­κών ο­δών, α­ε­ρι­σμού και δι­ά­χυ­σης των πνευ­μό­νων
  • Πα­ρα­κο­λού­θη­ση ζω­τι­κών ση­μεί­ων, α­ε­ρί­ων και η­λε­κτρο­λυ­τών αί­μα­τος
  • Προ­κλη­τή δι­ού­ρη­ση, πε­ρι­το­να­ϊ­κή δι­ύ­λι­ση, αι­μο­δι­ύ­λι­ση ή αι­μο­δι­ή­θη­ση με άν­θρα­κα : Μπο­ρεί να βο­η­θή­σουν σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις.
  • F(ab) τμή­μα­τα αν­τι­σω­μά­των έ­ναν­τι της κολ­χι­κί­νης : Θε­ρά­πευ­σαν έ­ναν α­σθε­νή που ή­ταν σε κω­μα­τώ­δη κα­τά­στα­ση (Baud FJ et al, 1995).
  • Δι­ε­γερ­τι­κός πα­ρά­γον­τας α­ποι­κι­ών κοκ­κι­ο­κυτ­τά­ρων (300 μg) : Θε­ρά­πευ­σε 2 α­σθε­νείς με παγ­κυτ­τα­ρο­πε­νί­α α­πό με­γά­λες δό­σεις κολ­χι­κί­νης (Katz R et al, 1992; Harris R et al, 2000).

ΚΥΗΣΗ

Η κολ­χι­κί­νη φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι α­σφα­λής στη διά­ρκεια της κύ­η­σης (Ehrenfeld M et al, 1987; Ben-Chetrit E and Levy M, 1991), ε­νώ πα­ράλ­λη­λα μπο­ρεί να μει­ώ­σει τις πε­ρι­το­να­ϊ­κές συμ­φύ­σεις σε γυ­ναί­κες με οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό πε­ρι­ο­ρί­ζον­τας τα μη­χα­νι­κά αί­τια στεί­ρω­σης (Granat M et al, 1983). Πάν­τως, έ­χουν α­να­φερ­θεί 4 πε­ρι­πτώ­σεις συν­δρό­μου Down σε 500 κυ­ή­σεις γυ­ναι­κών με οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό που έ­παιρ­ναν κολ­χι­κί­νη στη διά­ρκεια της κύ­η­σης (Rabinovitch O et al, 1992).

Α­κό­μα, αν και δεν έ­χουν γί­νει ε­λεγ­χό­με­νες με­λέ­τες, οι γυ­ναί­κες που συλ­λαμ­βά­νουν ε­νώ θε­ρα­πεύ­ον­ται μα­κρο­χρό­νια με κολ­χι­κί­νη έ­χουν ε­λα­φρώς με­γα­λύ­τε­ρο κίν­δυ­νο γέν­νη­σης παι­δι­ών με τρι­σω­μί­α (Ferreira NR and Buoniconti A, 1968). Κατ΄άλ­λους, η κολ­χι­κί­νη δεν έ­χει τε­ρα­το­γό­νο ή κυτ­τα­ρο­γε­νε­τι­κή δρά­ση (Cohen MM et al, 1977; Ehrenfeld M et al, 1987).

Οι κα­τα­σκευα­στές του φαρ­μά­κου υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­τι η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει βλά­βη στο έμ­βρυ­ο ό­ταν χο­ρη­γεί­ται στη διά­ρκεια της κύ­η­σης. Ε­άν χο­ρη­γη­θεί στη διά­ρκεια της κύ­η­σης ή ε­άν η α­σθε­νής μεί­νει έγ­κυ­ος ε­νώ παίρ­νει κολ­χι­κί­νη, πρέ­πει να ε­νη­με­ρώ­νε­ται για τον πι­θα­νό κίν­δυ­νο για το έμ­βρυ­ο. Άλ­λοι ε­πι­τρέ­πουν την συ­νέ­χι­ση της κολ­χι­κί­νης στη διά­ρκεια της κύ­η­σης, αλ­λά συ­νι­στούν α­μνι­ο­πα­ρα­κέν­τη­ση στον 4ο και 5ο μή­να (Ben-Chetrit E and Levy M, 1998).

ΓΑΛΟΥΧΙΑ

Η κολ­χι­κί­νη α­πεκ­κρί­νε­ται στο γά­λα των γυ­ναι­κών που παίρ­νουν κολ­χι­κί­νη στη διά­ρκεια της γα­λου­χί­ας (Ben-Chetrit E et al, 1991). Πάν­τως, το βρέ­φος προσ­λαμ­βά­νει μέ­σω του μη­τρι­κού γά­λα­κτος λι­γό­τε­ρο α­πό το 10% της θε­ρα­πευ­τι­κής δό­σης (α­νά kg) των ε­νη­λί­κων, γι΄ αυ­τό και η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί πι­θα­νώς να χο­ρη­γη­θεί με α­σφά­λεια σε γυ­ναί­κες που θη­λά­ζουν.

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ - ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Νε­ο­γνά : Η α­σφά­λεια και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της κολ­χι­κί­νης δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί στα νε­ο­γνά.

Παι­διά : Η α­σφά­λεια και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της κολ­χι­κί­νης στα παι­διά δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί.

Η­λι­κι­ω­μέ­νοι : Η κολ­χι­κί­νη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή σε η­λι­κι­ω­μέ­νους ή α­νά­πη­ρους, ι­δι­αί­τε­ρα με νε­φρι­κά, η­πα­τι­κά, γα­στρεν­τε­ρι­κά ή καρ­δια­κά νο­σή­μα­τα, δε­δο­μέ­νου ό­τι μπο­ρεί να έ­χει α­θροι­στι­κές δρά­σεις.

Κύ­η­ση : Η κολ­χι­κί­νη αν­τεν­δεί­κνυ­ται στη διά­ρκεια της κύ­η­σης.

Γα­λου­χί­α : Η κολ­χι­κί­νη πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται με προ­σο­χή σε γυ­ναί­κες που θη­λά­ζουν.

Συ­νυ­πάρ­χον­τα νο­σή­μα­τα : Η κολ­χι­κί­νη αν­τεν­δεί­κνυ­ται σε α­σθε­νείς με σο­βα­ρά γα­στρεν­τε­ρι­κά, νε­φρι­κά ή καρ­δια­κά νο­σή­μα­τα.

Υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α : Ι­στο­ρι­κό υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας στην κολ­χι­κί­νη εί­ναι αν­τέν­δει­ξη για την χο­ρή­γη­σή της.

Αι­μα­το­λο­γι­κά νο­σή­μα­τα : Η κολ­χι­κί­νη, ε­πει­δή έ­χει δυ­νη­τι­κή κα­τα­σταλ­τι­κή δρά­ση στον μυ­ε­λό, αν­τεν­δεί­κνυ­ται σε α­σθε­νείς με αι­μα­το­λο­γι­κά νο­σή­μα­τα.

ΔΟΣΕΙΣ - ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ

ΟΞΕΙΑ ΟΥΡΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Από το στόμα

Θεραπευτικό σχήμα : Aρ­χι­κή δό­ση 0.5-1.2 mg, α­κο­λου­θού­με­νη α­πό 0.5-1.2 mg κά­θε 1-2 ώ­ρες μέ­χρις ό­του υ­πο­χω­ρή­σει η αρ­θρί­τι­δα, ο άρ­ρω­στος εμ­φα­νί­σει ναυ­τί­α, ε­μέ­τους ή δι­άρ­ροι­α ή χο­ρη­γη­θεί η μέ­γι­στη ε­πι­τρε­πό­με­νη δό­ση (συ­νή­θως 6-10 mg).

Το δο­σο­λο­γι­κό αυ­τό σχή­μα μπο­ρεί να τρο­πο­ποι­η­θεί για να α­πο­φευ­χθούν οι γα­στρεν­τε­ρι­κές ε­πι­πλο­κές. Η αρ­χι­κή δό­ση α­κο­λου­θεί­ται α­πό 0.5 mg κά­θε 8-12 ώ­ρες τις ε­πό­με­νες η­μέ­ρες, μέ­χρις ό­του οι κλι­νι­κές εκ­δη­λώ­σεις της αρ­θρί­τι­δας υ­φε­θούν πλή­ρως.

Ο αρ­θρι­κός πό­νος και η δι­όγ­κω­ση συ­νή­θως υ­πο­χω­ρούν εν­τός 12 ω­ρών και συ­νή­θως υ­φί­εν­ται με­τά α­πό 48-72 ώ­ρες. Εφ΄ό­σον το δο­σο­λο­γι­κό σχή­μα στα­θε­ρο­ποι­η­θεί, στις ε­πό­με­νες προ­σβο­λές ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί το 1/2 ή τα 2/3 της ο­λι­κής δό­σης ε­φά­παξ και το υ­πό­λοι­πο σε δι­η­ρη­μέ­νες δό­σεις κά­θε μί­αν ώ­ρα, ό­πως πα­ρα­πά­νω.

Ενδοφλέβια  

Θεραπευτικό σχήμα : Aρ­χι­κή δό­ση 2 mg, α­κο­λου­θού­με­νη α­πό 0.5 mg κά­θε 6 ώ­ρες, μέ­χρις ό­του προ­κύ­ψει ι­κα­νο­ποι­η­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση. Ε­ναλ­λα­κτι­κά, μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν αρ­χι­κά 1 mg και στη συ­νέ­χεια 0.5 mg 1-2 φο­ρές η­με­ρη­σί­ως, ε­άν χρει­ά­ζε­ται, ή 3 mg ε­φά­παξ.

Η συ­νι­στώ­με­νη μέ­γι­στη εν­δο­φλέ­βια δό­ση της κολ­χι­κί­νης δεν πρέ­πει να υ­περ­βαί­νει τα 3 mg ε­φά­παξ και 4 mg, σε δι­ά­στη­μα 24 ω­ρών (Wallace AL and Singer JZ, 1988), δε­δο­μέ­νου ό­τι α­θροι­στι­κές δό­σεις >4 mg μπο­ρεί να α­πο­βούν θα­να­τη­φό­ρες.

Με την εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­ση της κολ­χι­κί­νης α­πο­φεύ­γον­ται σχε­δόν πλή­ρως οι γα­στρεν­τε­ρι­κές δι­α­τα­ρα­χές, η βελ­τί­ω­ση εμ­φα­νί­ζε­ται τα­χύ­τε­ρα (συ­νή­θως με­τά α­πό 4-12 ώ­ρες και ε­νί­ο­τε ε­νω­ρί­τε­ρα), ε­νώ με­τά την per os χο­ρή­γη­ση, με­τά α­πό 12-36 ώ­ρες, και χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται πο­λύ μι­κρό­τε­ρες δό­σεις του φαρ­μά­κου (συ­νο­λι­κά 2-3 mg).

Ε­άν ο πό­νος υ­πο­τρο­πιά­σει, η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να ε­πα­να­χο­ρη­γη­θεί εν­δο­φλέ­βια σε δό­ση 1-2 mg η­με­ρη­σί­ως ε­πί με­ρι­κές η­μέ­ρες και στη συ­νέ­χεια per os σε δό­σεις πα­ρό­μοι­ες με τις εν­δο­φλέ­βι­ες. Η χο­ρή­γη­ση πολ­λα­πλών εν­δο­φλέ­βι­ων δό­σε­ων ε­πί αρ­κε­τές η­μέ­ρες μπο­ρεί να έ­χει το­ξι­κές, και πι­θα­νώς θα­να­τη­φό­ρες, συ­νέ­πει­ες. Η κολ­χι­κί­νη δεν πρέ­πει να ε­πα­να­χο­ρη­γεί­ται α­πό ο­ποι­α­δή­πο­τε ο­δό πριν πε­ρά­σουν του­λά­χι­στον 7 η­μέ­ρες με­τά την ο­λο­κλή­ρω­ση της εν­δο­φλέ­βιας α­γω­γής (συ­νο­λι­κά 4 mg), ει­δάλ­λως, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει το­ξι­κές δρά­σεις ο­φει­λό­με­νες σε ά­θροι­ση του φαρ­μά­κου. Με­ρι­κοί συ­νι­στούν οι ε­πό­με­νες θε­ρα­πεί­ες με εν­δο­φλέ­βια κολ­χι­κί­νη να α­πο­φεύ­γον­ται του­λά­χι­στον ε­πί με­ρι­κές ε­βδο­μά­δες, ι­δι­αί­τε­ρα σε α­σθε­νείς που συ­νε­χί­ζουν την per os θε­ρα­πεί­α.

Σε α­σθε­νείς με α­συ­νή­θι­στα σο­βα­ρή ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα ή αν­θι­στά­με­νους σε άλ­λα αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δη φάρ­μα­κα που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κορ­τι­κο­τρο­πί­νη, η κολ­χι­κί­νη, σε δό­ση 0.6 mg 2-3 φο­ρές η­με­ρη­σί­ως, πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται στη διά­ρκεια και ε­πί 7 η­μέ­ρες με­τά την δι­α­κο­πή της κορ­τι­κο­τρο­πί­νης για να προ­λη­φθεί υ­πο­τρο­πή των προ­σβο­λών.

ΠΡΟΣΟΧΗ : Η έ­νε­ση της κολ­χι­κί­νης προ­ο­ρί­ζε­ται μό­νο για εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­ση. Ε­άν γί­νει υ­πο­δό­ρια ή εν­δο­μυ­ϊ­κά, προ­κα­λεί σο­βα­ρό το­πι­κό ε­ρε­θι­σμό. Η βε­λό­να πρέ­πει να το­πο­θε­τεί­ται στη θέ­ση που έ­χει ε­πι­λε­γεί πριν α­πό την έ­νε­ση. Ε­άν τα φάρ­μα­κο δι­αρ­ρεύ­σει στους πε­ρι­βάλ­λον­τες ι­στούς ή ε­ξω­τε­ρι­κά κα­τά μή­κος της φλέ­βας στη διά­ρκεια της εν­δο­φλέ­βιας έ­νε­σης, α­να­μέ­νε­ται σο­βα­ρός το­πι­κός ε­ρε­θι­σμός και πι­θα­νώς ι­στι­κή βλά­βη. Ο ε­ρε­θι­σμός αυ­τός μπο­ρεί να α­να­κου­φι­σθεί με το­πι­κά θερ­μά ή ψυ­χρά ε­πι­θέ­μα­τα και α­ναλ­γη­τι­κά.

Η έ­νε­ση πρέ­πει να γί­νε­ται σε δι­ά­στη­μα 2-5 λε­πτών. Για να ε­λα­χι­στο­ποι­η­θεί ο κίν­δυ­νος ε­ξαγ­γεί­ω­σης, η κολ­χι­κί­νη συ­νι­στά­ται να ε­νί­ε­ται σε με­γά­λη και προ­σι­τή φλέ­βα και να δι­α­λύ­ε­ται σε φυ­σι­ο­λο­γι­κό ο­ρό, ό­χι ό­μως σε υ­δα­τι­κό δι­ά­λυ­μα δεξ­τρό­ζης 5% ή ο­ποι­ο­δή­πο­τε υ­γρό που μπο­ρεί να με­τα­βάλ­λει, έ­στω και ε­λά­χι­στα, το pH του δι­α­λύ­μα­τος της κολ­χι­κί­νης. Ε­άν α­παι­τεί­ται α­ραί­ω­ση της κολ­χι­κί­νης, μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί χλω­ρι­ού­χο νά­τριο 0.9%, το ο­ποί­ο δεν πε­ρι­έ­χει βα­κτη­ρι­ο­στα­τι­κούς πα­ρά­γον­τες. Ε­άν το δι­ά­λυ­μα της κολ­χι­κί­νης θο­λω­θεί πρέ­πει να α­πορ­ρί­πτε­ται.

Η κολ­χι­κί­νη δεν χρη­σι­μο­ποι­εί­ται πλέ­ον σαν φάρ­μα­κο ε­κλο­γής για την α­να­κού­φι­ση α­πό τις προ­σβο­λές της ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας. Έ­χει αν­τι­κα­τα­στα­θεί α­πό τα ΜΣΑΦ και ι­δι­αί­τε­ρα την ιν­δο­με­θα­κί­νη, η ο­ποί­α δρα τα­χύ­τε­ρα και εί­ναι λι­γό­τε­ρο το­ξι­κή.

ΠΡΟΛΗΨΗ ΥΠΟΤΡΟΠΩΝ ΟΞΕΙΑΣ ΟΥΡΙΚΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ

Η αλ­λο­που­ρι­νό­λη προ­τι­μά­ται για την μα­κρο­πρό­θε­σμη προ­φύ­λα­ξη α­πό τις προ­σβο­λές της ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας, αλ­λά η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί ε­πι­πρό­σθε­τα να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί για την πρό­λη­ψη των ε­πει­σο­δί­ων της ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας στη διά­ρκεια των πρώ­των μη­νών της θε­ρα­πεί­ας και σε πε­ρι­πτώ­σεις δυ­σα­νε­ξί­ας στην αλ­λο­που­ρι­νό­λη.

Σε α­σθε­νείς με 2 ή πε­ρισ­σό­τε­ρες προ­σβο­λές ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας ε­τη­σί­ως, η κολ­χι­κί­νη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί per os ε­φά­παξ σε δό­ση 0.5-0.6 mg κα­θη­με­ρι­νά 3-4 φο­ρές/ ε­βδο­μά­δα ή 1-1.8 mg η­με­ρη­σί­ως. Ε­ναλ­λα­κτι­κά, μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί προ­φυ­λα­κτι­κά εν­δο­φλέ­βια σε δό­ση 0.5-1.0 mg 1-2 φο­ρές η­με­ρη­σί­ως, αν και προ­τι­μά­ται η per os χο­ρή­γη­σή της. Με το δο­σο­λο­γι­κό αυ­τό σχή­μα προ­λα­βαί­νον­ται πλή­ρως ή σχε­δόν πλή­ρως ή, του­λά­χι­στον, μει­ώ­νε­ται ση­μαν­τι­κά η συ­χνό­τη­τα και βα­ρύ­τη­τα των ε­πει­σο­δί­ων της ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας.

Οι α­σθε­νείς που έ­χουν πρό­σφα­τα αρ­χί­σει θε­ρα­πεί­α για να μει­ώ­σουν τις συγ­κεν­τρώ­σεις του ου­ρι­κού στον ο­ρό εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­πιρ­ρε­πείς σε συ­χνές προ­σβο­λές ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας, γι΄ αυ­τό και εί­ναι ι­δα­νι­κοί υ­πο­ψή­φιοι για προ­φυ­λα­κτι­κή θε­ρα­πεί­α με κολ­χι­κί­νη.

ΜΕΤΕΓΧΕΙΡΗΤΙΚΗ ΟΞΕΙΑ ΟΥΡΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ 

Οι υ­πε­ρου­ρι­χαι­μι­κοί α­σθε­νείς μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σουν ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα α­κό­μα και με­τά α­πό μι­κρές χει­ρουρ­γι­κές ε­πεμ­βά­σεις. Οι α­σθε­νείς αυ­τοί μπο­ρούν να πά­ρουν 0.5-0.6 mg κολ­χι­κί­νης 3 φο­ρές η­με­ρη­σί­ως ε­πί 3 η­μέ­ρες πριν και 3 η­μέ­ρες με­τά, α­πό τις χει­ρουρ­γι­κές ε­πεμ­βά­σεις.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ

Σε α­σθε­νείς με φλεγ­μο­νώ­δη αρ­θρί­τι­δα, ι­δι­αί­τε­ρα μι­κρών αρ­θρώ­σε­ων, ό­που η δι­α­γνω­στι­κή πα­ρα­κέν­τη­ση δεν α­πο­δί­δει αρ­θρι­κό υ­γρό για α­να­ζή­τη­ση ου­ρι­κών κρυ­στάλ­λων, η θε­α­μα­τι­κή και τα­χεί­α (εν­τός 48 ω­ρών) βελ­τί­ω­ση των εκ­δη­λώ­σε­ων της φλεγ­μο­νής με την κολ­χι­κί­νη α­πο­τε­λεί ση­μαν­τι­κό δι­α­γνω­στι­κό κρι­τή­ριο ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας.

Πάν­τως, και η σαρ­κο­ει­δι­κή αρ­θρο­πά­θεια, ό­πως ε­νί­ο­τε και η ψευ­δου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα, α­να­κου­φί­ζον­ται με την κολ­χι­κί­νη (Wallace SL, 1974). Α­κό­μα, η έλ­λει­ψη αν­τα­πό­κρι­σης στην κολ­χι­κί­νη δεν α­πο­κλεί­ει την δι­ά­γνω­ση της ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας, ι­δι­αί­τε­ρα ό­ταν η αρ­θρι­κή φλεγ­μο­νή χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό μα­κρού, πριν α­πό την έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με κολ­χι­κί­νη. Πε­ρί­που 75% των α­σθε­νών με ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα αν­τα­πο­κρί­νε­ται στην κολ­χι­κί­νη. Ε­άν η κολ­χι­κί­νη χο­ρη­γη­θεί με­ρι­κές ώ­ρες με­τά την έ­ναρ­ξη της ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας, το πο­σο­στό της αν­τα­πό­κρι­σης αυ­ξά­νε­ται σε 90%.

ΟΙΚΟΓΕΝΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ

Προ­φύ­λα­ξη : 1-2 mg κολ­χι­κί­νης per os η­με­ρη­σί­ως σε δι­η­ρη­μέ­νες δό­σεις. Ε­άν προ­κα­λέ­σει γα­στρεν­τε­ρι­κά ε­νο­χλή­μα­τα, μπο­ρεί να μει­ω­θεί σε 0.6 mg/24ωρο.

Ο­ξεί­α προ­σβο­λή : Αρ­χι­κά 0.6 mg κολ­χι­κί­νης per os. Στη συ­νέ­χεια, 3 δό­σεις κά­θε μί­α ώ­ρα και με­τά 2 δό­σεις κά­θε 2 ώ­ρες. Η δό­ση αυ­τή μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί κά­θε 12 ώ­ρες ε­πί 2 ε­πι­πλέ­ον η­μέ­ρες.

Ε­άν οι προ­σβο­λές δεν ε­λέγ­χον­ται, η δό­ση μπο­ρεί να αυ­ξη­θεί σε 2 mg/24ωρο. Δό­σεις με­γα­λύ­τε­ρες α­πό 2 mg/24ωρο πρέ­πει να χο­ρη­γούν­ται μό­νο για δι­ά­στη­μα με­ρι­κών η­με­ρών, για­τί εί­ναι το­ξι­κές. Πε­ρί­που 60-75% των α­σθε­νών με οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό που θε­ρα­πεύ­ον­ται με κολ­χι­κί­νη έ­χουν πλή­ρη ύ­φε­ση της νό­σου και το 15-30%, ση­μαν­τι­κή βελ­τί­ω­ση με μεί­ω­ση του α­ριθ­μού και της βα­ρύ­τη­τας των προ­σβο­λών, ε­νώ 5-10% των α­σθε­νών δεν έ­χει αν­τα­πό­κρι­ση (Ben-Chetrit E and Levy M, 1991; Zemer D et al, 1991). Η δι­α­κο­πή του φαρ­μά­κου ο­δη­γεί σε υ­πο­τρο­πή στις πε­ρισ­σό­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις, συ­χνά εν­τός ο­λί­γων η­με­ρών.

Η κολ­χι­κί­νη εί­ναι σχε­τι­κά λι­γό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στις αρ­θρι­κές εκ­δη­λώ­σεις και τις προ­εμ­μη­νο­ρυ­σια­κές προ­σβο­λές του οι­κο­γε­νούς με­σο­γεια­κού πυ­ρε­τού. 

ΚΙΡΡΩΣΗ ΗΠΑΤΟΣ

  • Κολ­χι­κί­νη 1 mg ε­πί 5 η­μέ­ρες/ε­βδο­μά­δα per os

ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΧΟΛΙΚΗ ΚΙΡΡΩΣΗ

  • Κολ­χι­κί­νη 0.6 mg 2 φο­ρές η­με­ρη­σί­ως per os (Kaplan MM et al, 1986; Bodenheimer H Jr et al, 1988)

ΝΟΣΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΑΔΗ - BEHCET

  • Κολ­χι­κί­νη 1.0-1.5 mg/24ωρο

ΠΕΡΙΚΑΡΔΙΤΙΔΑ

  • Κολ­χι­κί­νη 1 mg/24ωρο

ΑΜΥΛΟΕΙΔΩΣΗ

  • Κολ­χι­κί­νη 1-2 mg/24ωρο

ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ

 Εμ­πο­ρι­κή ο­νο­μα­σί­α

 Μορ­φές-πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τες

           Κα­τα­σκευα­στής

Colchicine

Tabl. 20 x 1 mg

HOECHST-MARION ROUSSEL

 ΑΒΕΕ

ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ

ΔΙΣΚΙΑ

Στις ΗΠΑ η κολ­χι­κί­νη κυ­κλο­φο­ρεί σε δι­σκί­α των 500 μg ή 600 μg και στην Αγ­γλί­α, 500 μg. Στην Ελ­λά­δα κυ­κλο­φο­ρεί σε δι­σκί­α του 1 mg.

Δι­σκί­α 500 μg : Πε­ρι­έ­χουν 0.5 mg κολ­χι­κί­νης, αν­θρα­κι­κό α­σβέ­στιο, ζά­χα­ρη ζα­χα­ρο­πλα­στι­κής (πε­ρι­έ­χει ά­μυ­λο α­ρα­βο­σί­του), D & C Yellow No 10, δεξ­τρί­νη, στε­α­ρι­κό ο­ξύ, σου­κρό­ζη και τάλκ.

Δι­σκί­α 600 μg : Πε­ρι­έ­χουν 0.6 mg κολ­χι­κί­νης και άλ­λα, α­νε­νερ­γή, συ­στα­τι­κά (α­κα­κί­α, ά­μυ­λο α­ρα­βο­σί­του, D & C Yellow No 10, λα­κτό­ζη, στε­α­ρι­κό ο­ξύ και τάλκ).

ΕΝΕΣΙΜΗ ΚΟΛΧΙΚΙΝΗ

Κά­θε φι­α­λί­διο πε­ρι­έ­χει 1 mg (2.5 μm­ol) στεί­ρου υ­δα­τι­κού δι­α­λύ­μα­τος κολ­χι­κί­νης για εν­δο­φλέ­βια χρή­ση σε δι­ά­λυ­μα 2 ml. Το pH μπο­ρεί να τρο­πο­ποι­η­θεί στη διά­ρκεια της πα­ρα­γω­γής με την προ­σθή­κη υ­δρο­ξει­δί­ου του να­τρί­ου.

Το ε­νέ­σι­μο σκεύ­α­σμα μπο­ρεί να δι­α­λυ­θεί με 0.9% χλω­ρι­ού­χου να­τρί­ου ή στεί­ρο ε­νέ­σι­μο ύ­δωρ, αλλ΄ό­χι με δι­ά­λυ­μα δεξ­τρό­ζης 5% ή βα­κτη­ρι­ο­στα­τι­κό δι­ά­λυ­μα χλω­ρι­ού­χου να­τρί­ου 0.9%, για­τί μπο­ρεί να κα­θι­ζή­σει.

Η κολ­χι­κί­νη σε άλ­λες χώ­ρες υ­πάρ­χει σε συν­δυα­σμό με προ­βε­νε­σί­δη, ι­ω­δί­διο tiemonium, φαι­νο­βαρ­βι­τά­λη, σκό­νη ο­πί­ου και υ­δρο­χλω­ρι­κή δι­κυ­κλο­μί­νη.

Τα σκευ­ά­σμα­τα της κολ­χι­κί­νης πρέ­πει γε­νι­κά να φυ­λάσ­σον­ται σε θερ­μο­κρα­σί­α 15-30ο C και να προ­φυ­λάσ­σον­ται α­πό το φως.

ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΚΟΛΧΙΚΙΝΗΣ

Η κολ­χι­κί­νη εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στην ο­ξεί­α ου­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα, τον οι­κο­γε­νή με­σο­γεια­κό πυ­ρε­τό, την νό­σο Α­δα­μαν­τιά­δη-Behcet και την χο­λι­κή κίρ­ρω­ση, αν και η θέ­ση της στη θε­ρα­πεί­α της συ­στη­μα­τι­κής σκλη­ρο­δερ­μί­ας, της σαρ­κο­εί­δω­σης και ο­ρι­σμέ­νων δερ­μα­τι­κών νο­ση­μά­των δεν έ­χει α­πο­σα­φη­νι­σθεί.

Οι συ­χνό­τε­ρες ε­πι­πλο­κές της προ­έρ­χον­ται α­πό το γα­στρεν­τε­ρι­κό και εί­ναι συ­χνά έν­το­νες, γι΄ αυ­τό και στη θε­ρα­πεί­α της ο­ξεί­ας ου­ρι­κής αρ­θρί­τι­δας έ­χει αν­τι­κα­τα­στα­θεί α­πό τα ΜΣΑΦ, τα ο­ποί­α εί­ναι ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά και λι­γό­τε­ρο το­ξι­κά. Ε­άν χο­ρη­γη­θεί σε με­γά­λες, το­ξι­κές, δό­σεις, μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε πολ­λα­πλή ορ­γα­νι­κή α­νε­πάρ­κεια, σπα­σμούς, κώ­μα και θά­να­το.

 



Who is who

Θέματα

Συλλογή Φωτογραφιών

Τι είναι ο ρευματολόγος

Βότανα-Φυσικές ουσίες