Ινφλιξιμάμπη (Remicade)

H ινφλιξιμάμπη εί­ναι έ­να χει­με­ρι­κό IgG1κ μο­νο­κλω­νι­κό αν­τί­σω­μα μο­ρια­κού βά­ρους πε­ρί­που 149,100 daltons, πα­ρα­γό­με­νο α­πό α­να­συν­δυ­α­σμέ­νες καλ­λι­έρ­γει­ες κυτ­τά­ρων. Συν­δέ­ε­ται με υ­ψη­λή συγ­γέ­νεια και ει­δι­κό­τη­τα με τον αν­θρώ­πι­νο TNF-α, με στα­θε­ρή συ­σχέ­τι­ση 10" M' και ε­ξου­δε­τε­ρώ­νει την βι­ο­λο­γι­κή του δρά­ση.Η ινφλιξιμάμπη υ­πάρ­χει σαν στεί­ρα, λευ­κή, λυ­ο­φι­λο­ποι­η­μέ­νη σκό­νη για εν­δο­φλέ­βια έγ­χυ­ση. Με­τά α­πό α­να­σύ­στα­ση με 10 ml στεί­ρου ε­νέ­σι­μου ύ­δα­τος, το pH της προ­σεγ­γί­ζει το 7.2.

ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ

Οι κυτ­τα­ρο­κί­νες, ό­πως ο TNF-α, η IL-1, η IL-6 και ο GM-CSF α­νευ­ρί­σκον­ται σε α­φθο­νί­α στις φλεγ­μαί­νου­σες αρ­θρώ­σεις, ό­που βο­η­θούν στην είσ­δυ­ση των φλεγ­μο­νω­δών ου­δε­τε­ρο­φί­λων και μο­νο­κυτ­τά­ρων στις αρ­θρώ­σεις (Brennan et al 1990).

Οι κυτ­τα­ρο­κί­νες εί­ναι πρω­τε­ΐ­νες ή γλυ­κο­πρω­τε­ϊ­νι­κά μό­ρια που με­τα­φέ­ρουν ση­μαν­τι­κά δι­α­κυτ­τα­ρι­κά μη­νύ­μα­τα, ρυθ­μί­ζον­τας την χρό­νια φλεγ­μο­νή και την ι­στι­κή βλά­βη στη ΡΑ (Arend WP and Dayer JM, 1990). Ο TNF-α φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι έ­νας με­σο­λα­βη­τής - κλει­δί στη φλεγ­μο­νώ­δη αυ­τή δι­α­δι­κα­σί­α, δε­δο­μέ­νου ό­τι η θε­ρα­πεί­α των καλ­λι­ερ­γει­ών κυτ­τά­ρων ρευ­μα­το­ει­δούς άρ­θρω­σης με αν­τι-TNF αν­τι­σώ­μα­τα πα­ρεμ­πο­δί­ζει την πα­ρα­γω­γή IL-1, IL-6 και GM-CSF (Brennan et al 1989; Haworth et al 1991). Αν­τί­θε­τα, πα­ρά­γον­τες που α­να­στέλ­λουν την πα­ρα­γω­γή IL-1, δεν α­να­στέλ­λουν την πα­ρα­γω­γή του TNF (Butler et al, 1995).

ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ - ΤΡΟΠΟΣ ΔΡΑΣΗΣ

  • Ε­ξου­δε­τε­ρώ­νει την βι­ο­λο­γι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα του TNF-α, συν­δε­ό­με­νο με με­γά­λη συγ­γέ­νεια με τους δι­α­λυ­τούς και δι­α­μεμ­βρα­νι­κούς τύ­πους του, και α­να­στέλ­λει την σύν­δε­ση με τους υ­πο­δο­χείς του (Scallon BJ et al, 1995).Η α­να­στο­λή της λει­τουρ­γι­κής δρα­στη­ρι­ό­τη­τας του TNF-α γί­νε­ται με την χρή­ση αν­θρώ­πι­νων ι­νο­βλα­στών, εν­δο­θη­λια­κών κυτ­τά­ρων, ου­δε­τε­ρο­φί­λων (Scallon BJ et al, 1995), Β- και Τ- λεμ­φο­κυτ­τά­ρων και ε­πι­θη­λια­κών κυτ­τά­ρων, in vitro. Πάν­τως, δεν ε­ξου­δε­τε­ρώ­νει τον TNF-p (λεμ­φο­το­ξί­νη a), μια σχε­τι­ζό­με­νη κυτ­τα­ρο­κί­νη η ο­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εί τους ί­διους υ­πο­δο­χείς με τον TNF-α.
  • Προ­λα­βαί­νει την νό­σο σε δι­α­γο­νι­δια­κούς πον­τι­κούς με πο­λυ­αρ­θρί­τι­δα ο­φει­λό­με­νη στη συ­στη­μα­τι­κή έκ­φρα­ση του αν­θρώ­πι­νου TNF-α, και, ε­άν χο­ρη­γη­θεί με­τά την έ­ναρ­ξη της νό­σου, ε­που­λώ­νει τις δι­α­βρώ­σεις. Τα αν­τι-TNF-α αν­τι­σώ­μα­τα μει­ώ­νουν την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα της νό­σου στο μον­τέ­λο της tamarin κο­λί­τι­δας και κα­τα­στέλ­λουν την υ­με­νί­τι­δα και ε­λατ­τώ­νουν τις αρ­θρι­κές δι­α­βρώ­σεις στο murine μον­τέ­λο της κολ­λα­γο­νο-επαγόμενης αρ­θρί­τι­δας
  • Μει­ώ­νει τα ε­πί­πε­δα της IL-6 και της CRP στον ο­ρό α­σθε­νών με ΡΑ
  • Μει­ώ­νει τα ε­πί­πε­δα της IL-18 στον ο­ρό, 2 ε­βδο­μά­δες με­τά την χο­ρή­γη­σή της σε α­σθε­νείς με ΡΑ (Bombardieri M et al, 2001; Pittoni V et al, 2002)
  • Μει­ώ­νει τις φλεγ­μο­νώ­δεις κυτ­τα­ρι­κές δι­η­θή­σεις στις φλεγ­μαί­νου­σες αρ­θρώ­σεις α­σθε­νών με ΡΑ, ό­πως και την έκ­φρα­ση των μο­ρί­ων που επάγουν την κυτ­τα­ρι­κή συγ­κόλ­λη­ση [E-σε­λε­κτί­νη, εν­δο­κυτ­τά­ριο μό­ριο συγ­κόλ­λη­σης-1 (ICAM-1), αγ­γεια­κό μό­ριο συγ­κόλ­λη­σης-1 (VCAM-1)], την ο­μοι­ο­προ­σέλ­κυ­ση [ιν­τερ­λευ­κί­νη 3 (IL-8) και την χη­μει­ο­τα­κτι­κή πρωτεΐνη των μο­νο­κυτ­τά­ρων (MCP-1)] και μει­ώ­νει την έκ­φρα­ση των με­ταλ­λο­πρω­τε­ϊ­να­σών 1 και 3  της θε­μέ­λιας ου­σί­ας που προ­κα­λούν ι­στι­κή α­πο­δό­μη­ση (MMP-1 και MMP-3).Σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­θέν­τες με ινφλιξιμάμπη, τα λεμ­φο­κύτ­τα­ρα του πε­ρι­φε­ρι­κού αί­μα­τος δεν δεί­χνουν ση­μαν­τι­κή μεί­ω­ση στον α­ριθ­μό ή τις πα­ρα­γω­γι­κές α­παν­τή­σεις στην in vitro μι­το­γο­νι­κή δι­έ­γερ­ση, συγ­κρι­τι­κά με κύτ­τα­ρα μη θε­ρα­πευ­θέν­των α­σθε­νών.
ΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΟΣΟ CROHN :
  • Ε­ξα­φα­νί­ζει τα ου­δε­τε­ρό­φι­λα, μει­ώ­νει τον α­ριθ­μό των μο­νο­πυ­ρή­νων κυτ­τά­ρων και α­πο­κα­θι­στά την φυ­σι­ο­λο­γι­κή αρ­χι­τε­κτο­νι­κή του εν­τε­ρι­κού βλεν­νο­γό­νου (Baert FJ et al, 1999)
  • Μει­ώ­νει τα μο­νο­πύ­ρη­να κύτ­τα­ρα του χορίου του βλεννογόνου, λό­γω γε­νι­κής μεί­ω­σης των CD4 + και CD8+  με την λει­τουρ­γί­α των λεμ­φο­κυτ­τά­ρων (LFA-1) και της IL-4 και τα μο­νο­πύ­ρη­να κύτ­τα­ρα του χο­ρί­ου του βλεν­νο­γό­νου που πα­ρά­γουν TNF 
  • Μει­ώ­νει τις φλεγ­μο­νώ­δεις δι­η­θή­σεις και την πα­ρα­γω­γή TNF-α στις φλεγ­μαί­νου­σες πε­ρι­ο­χές του εν­τέ­ρου και την α­να­λο­γί­α των μο­νο­πυ­ρή­νων κυτ­τά­ρων α­πό το χό­ριο του βλεν­νο­γό­νου που μπο­ρούν να εκ­φρά­σουν τον TNF-α και την IFN-γ
  • Μει­ώ­νει τα ε­πί­πε­δα της IL-6 και της CRP στον ο­ρό.

ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑ

  • Δεν έ­χει κλα­στο­γε­νι­κή ή με­ταλ­λα­ξι­ο­γό­νο δρά­ση, σε πον­τι­κούς, in vivo,
  • Δεν προ­κα­λεί χρω­μο­σω­μι­κές α­νω­μα­λί­ες σε αν­θρώ­πι­να λεμ­φο­κύτ­τα­ρα.
  • Δεν εί­ναι γνω­στό κα­τά πό­σον ε­πη­ρε­ά­ζει την γο­νι­μό­τη­τα στον άν­θρω­πο. Σε πον­τι­κούς, η χρή­ση ε­νός α­νά­λο­γου αν­τι­σώ­μα­τος που α­να­στέλ­λει ε­κλε­κτι­κά την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα του TNF-α δεν ε­ξα­σθε­νεί την γο­νι­μό­τη­τα.
2.7.1.4   ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ

Η δό­ση και οι μέ­γι­στες συγ­κεν­τρώ­σεις της ινφλιξιμάμπης, με­τά α­πό εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­σή της σε δό­σεις 1-20 mg/kg, σχε­τί­ζον­ται γραμ­μι­κά με την AUC. Σε στα­θε­ρή κα­τά­στα­ση, ο όγ­κος κα­τα­νο­μής της ινφλιξιμάμπης δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό την δό­ση, έν­δει­ξη ό­τι η ινφλιξιμάμπη κα­τα­νέ­με­ται κυ­ρί­ως στον αγ­γεια­κό χώ­ρο. Σε δό­σεις 3 και 5 mg/kg, ο τε­λι­κός t(1/2) της ινφλιξιμάμπης α­νέρ­χε­ται σε 8-9.5 η­μέ­ρες.

Η ε­πί­δρα­ση του φύ­λου και της η­πα­τι­κής ή νε­φρι­κής δυσ­λει­τουρ­γί­ας στην φαρ­μα­κο­κι­νη­τι­κή της ινφλιξιμάμπης δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­στεί α­νά σύ­στη­μα. Δεν εί­ναι γνω­στό αν υ­πάρ­χουν δι­α­φο­ρές στην κά­θαρ­ση ή τον όγ­κο κα­τα­νο­μής της ινφλιξιμάμπης με­τα­ξύ φυ­λε­τι­κών υ­πο-ο­μά­δων ή σε πά­σχον­τες α­πό σο­βα­ρή νε­φρι­κή ή η­πα­τι­κή α­νε­πάρ­κεια. Η ινφλιξιμάμπη δεν φαί­νε­ται να ε­πη­ρε­ά­ζει την νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α, δε­δο­μέ­νου ό­τι έ­χει χο­ρη­γη­θεί με α­σφά­λεια σε α­σθε­νείς με νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια ή υ­πο­βαλ­λό­με­νους σε αι­μο­κά­θαρ­ση.

Σε α­σθε­νείς με ΡΑ, συ­στη­μα­τι­κή ά­θροι­ση δεν έ­χει πα­ρα­τη­ρη­θεί με­τά α­πό συ­νε­χή, ε­πα­νει­λημ­μέ­νη χο­ρή­γη­ση ινφλιξιμάμπης σε δό­σεις 3 ή 10 mg/kg κά­θε 4-8 ε­βδο­μά­δες ή σε α­σθε­νείς με νό­σο Crohn που δέ­χθη­καν 4 εγ­χύ­σεις ινφλιξιμάμπης σε δό­ση 10 mg/kg κά­θε 4 ε­βδο­μά­δες.

Με­τά α­πό μιαν εν­δο­φλέ­βια έγ­χυ­ση 5-20 mg/kg ινφλιξιμάμπης σε ε­νή­λι­κες με ΡΑ η κά­θαρ­ση του φαρ­μά­κου α­νέρ­χε­ται σε  11-11.4 mL/h. Η δι­α­νο­μή της ινφλιξιμάμπης γί­νε­ται κυ­ρί­ως εν­δαγ­γεια­κά, ε­νώ στους ι­στούς και τα σω­μα­τι­κά υ­γρά, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των αρ­θρώ­σε­ων, δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί (Markham A and Lamb HM, 2000). 

Στο δι­ά­στη­μα που με­σο­λα­βεί με­τα­ξύ των εγ­χύ­σε­ων, οι συγ­κεν­τρώ­σεις της ινφλιξιμάμπης στον ο­ρό μει­ώ­νον­ται. Σε ε­νή­λι­κες πά­σχον­τες α­πό ΡΑ,  η ινφλιξιμάμπη, χορηγούμενη σε δό­σεις 3 mg/kg κά­θε 4 ή 8 ε­βδο­μά­δες δι­α­τη­ρεί τα ε­πί­πε­δα του φαρ­μά­κου στο 85 ή 75% των α­σθε­νών.

Ο με­τα­βο­λι­σμός και ο τρό­πος α­πο­βο­λής της ινφλιξιμάμπης δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί, αλ­λά ταυ­τί­ζε­ται με τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά κά­θε πρω­τε­ΐ­νης. Η ινφλιξιμάμπη α­πο­βάλ­λε­ται πι­θα­νώς μέ­σω του δι­κτυ­ο­εν­δο­θη­λια­κού συ­στή­μα­τος, χω­ρίς να με­τα­βο­λί­ζε­ται μέ­σω του συ­στή­μα­τος του κυ­το­χρώ­μα­τος P-450 (CYP) (Markham A and Lamb HM, 2000).

2.7.1.5   ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ - ΤΟΞΙ­ΚΟ­ΤΗΤΑ

Η ε­λάτ­τω­ση του δι­α­στή­μα­τος με­τα­ξύ των δό­σε­ων α­πό 8, σε 6 ε­βδο­μά­δες μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε αύ­ξη­ση των ελαχίστων ε­πι­πέ­δων της ινφλιξιμάμπης στον ο­ρό, πα­ρά η αύ­ξη­ση της δό­σης κα­τά 100 mg (St Clair EW et al, 2002). Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι με­ρι­κοί α­σθε­νείς με ΡΑ μπο­ρεί να ω­φε­λη­θούν πε­ρισ­σό­τε­ρο ό­ταν θε­ρα­πεύ­ον­ται με ινφλιξιμάμπη σε δό­σεις > 3 mg/kg ή συ­χνό­τε­ρα α­πό 8 ε­βδο­μά­δες.

2.7.1.6   ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Με­λέ­τες για την ε­κτί­μη­ση της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης της ινφλιξιμάμπης με άλ­λα φάρ­μα­κα (πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της με­θο­τρε­ξά­της) δεν έ­χουν γί­νει, γι΄αυ­τό και η ινφλιξιμάμπη δεν πρέ­πει να συγ­χο­ρη­γεί­ται ταυ­τό­χρο­να με άλ­λα εν­δο­φλέ­βια χο­ρη­γού­με­να φάρ­μα­κα.

Οι α­σθε­νείς με νό­σο του Crohn που θε­ρα­πεύ­ον­ται με άλ­λα α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά εμ­φα­νί­ζουν λι­γό­τε­ρες αν­τι­δρά­σεις στη διά­ρκεια ή με­τά την έγ­χυ­ση της ινφλιξιμάμπης, συγ­κρι­τι­κά με α­σθε­νείς που δεν θε­ρα­πεύ­ον­ται με α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά.

2.7.1.7   ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ
  • Ε­νερ­γός ΡΑ μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη ε­παρ­κώς σε έ­να του­λά­χι­στον DMARD (πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της με­θο­τρε­ξά­της) σε συν­δυα­σμό με με­θο­τρε­ξά­τη
  • Μέ­τρια έ­ως σο­βα­ρή ε­νερ­γός νό­σος Crohn μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη ε­παρ­κώς στη συμ­βα­τι­κή θε­ρα­πεί­α
  • Νό­σος Crohn με εν­τε­ρο­δερ­μα­τι­κά συ­ρίγ­για

ΑΛΛΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΘΕΙ ΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΙΝΦΛΙΞΙΜΑΜΠΗ

Α)   ΡΕΥΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα
  • Α­δι­α­φο­ρο­ποί­η­τες σπον­δυ­λαρ­θρο­πά­θει­ες (Brandt J et al, 2002)
  • Κροταφική αρ­τη­ρί­τι­δα (Cantini F et al, 200; Airo P et al, 2002)
  • Κοκ­κι­ω­μά­τω­ση Wegener
  • Μι­κρο­σκο­πι­κή πο­λυ­αγ­γει­ί­τι­δα (Booth AD et al, 2002)
  • Νε­α­νι­κή ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Νό­σος Α­δα­μαν­τιά­δη-Behcet
  • Νό­σος Still των ε­νη­λί­κων (Kraetsch HG et al, 2001; Cavagna R et al, 2001)
  • Ο­πί­σθια ρα­γο­ει­δί­τι­δα συν­δε­ό­με­νη με δι­ά­φο­ρα νο­σή­μα­τα (νό­σος Α­δα­μαν­τιά­δη-Behcet, σαρ­κο­εί­δω­ση, πο­λυ­ε­στια­κή χο­ρι­ο­ει­δί­τι­δα) (Banares A et al, 2001)
  • Πρω­το­πα­θές σύν­δρο­μο Sjogren (Steinfeld SD et al, 2001)
  • Σύν­δρο­μο SAPHO (Olivieri I et al, 2001; Olivieri I et al, 2002; Wagner AD et al, 2002)
  • Συ­στη­μα­τι­κή αγ­γει­ί­τι­δα (συν­δε­ό­με­νη με κοκ­κι­ω­μά­τω­ση Wegener, ΡΑ ή κρυ­ο­σφαι­ρι­ναι­μί­α) (Bartolucci P et al, 2002)
  • Συ­στη­μα­τι­κή σκλη­ρο­δερ­μί­α (Welcker M et al, 2001)
  • Συ­στη­μα­τι­κός ε­ρυ­θη­μα­τώ­δης λύ­κος (Borodin AG et al, 2001)
  • Ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα

Β)   ΕΝΤΕΡΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα
  • Κοι­λι­ο­κά­κη (Gillett HR et al, 2002)
  • Κολ­λα­γο­νώ­δης κο­λί­τι­δα
  • Αυ­το­ά­νο­ση εν­τε­ρο­πά­θεια (Vanderhoof JA and Young RJ, 2002)

Γ)   ΑΛΛΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Α­μυ­λο­εί­δω­ση (Elkayam O et al, 2002)
  • Βρογ­χι­κό ά­σθμα
  • Συμ­φο­ρη­τι­κή καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Γαγ­γραι­νώ­δες πυ­ό­δερ­μα συνδεόμενο με νό­σο Crohn (Batres LA et al, 2002)
  • Νό­σος μο­σχεύ­μα­τος έ­ναν­τι του ξε­νι­στή
  • Ο­ξεί­α πρό­σθια ρα­γο­ει­δί­τι­δα συν­δε­ό­με­νη με (+) HLA B27 (El Shabrawi Y and Hermann J, 2001)
  • Πολ­λα­πλούν μυ­έ­λω­μα
  • Σαρ­κο­εί­δω­ση
  • Συν­δρο­μο Sweet (Vanbiervliet G et al, 2002)
  • Το­ξι­κή ε­πι­δερ­μό­λυ­ση (Fischer M et al, 2002)
  • Πυ­ο­γε­νής υ­δρα­δε­νί­τι­δα (Martinez F et al, 2001)
  • Ψω­ρί­α­ση

ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Ι­στο­ρι­κό υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας στην ινφλιξιμάμπη ή σε άλ­λες πρωτεΐνες πον­τι­κού ή σε ο­ποι­ο­δή­πο­τε α­πό τα έκ­δο­χα του προ­ϊ­όν­τος
  • Φυ­μα­τί­ω­ση ή άλ­λες σο­βα­ρές λοι­μώ­ξεις (ση­ψαι­μί­α, α­πο­στή­μα­τα, ευ­και­ρια­κές λοι­μώ­ξεις)
  • M­έ­τρια ή βα­ριά καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια (NYHA κα­τη­γο­ρί­α III/IV)

2.7.1.9   ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

2.7.1.9.1   ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ : Θε­ρα­πεί­α ση­μεί­ων και συμ­πτω­μά­των, α­να­στο­λή της ε­ξέ­λι­ξης των δο­μι­κών αλ­λοι­ώ­σε­ων και βελ­τί­ω­ση της φυ­σι­κής κα­τά­στα­σης των α­σθε­νών με μέ­τρια έ­ως σο­βα­ρή ε­νερ­γό ρευ­μα­το­ει­δή αρ­θρί­τι­δα α­νε­παρ­κώς αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη στη μο­νο­θε­ρα­πεί­α με με­θο­τρε­ξά­τη, σε συν­δυα­σμό με με­θο­τρε­ξά­τη.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ : Σύμ­φω­να με δι­πλές-τυ­φλές, placebo-ε­λεγ­χό­με­νες και α­νοι­χτές με­λέ­τες, η ινφλιξιμάμπη, σε συν­δυα­σμό με με­θο­τρε­ξά­τη, βελ­τι­ώ­νει τα κλι­νι­κά ση­μεία και συμ­πτώ­μα­τα της ΡΑ έ­ως το 65% πε­ρί­που των α­σθε­νών, συγ­κρι­τι­κά με 15% των α­σθε­νών υ­πό α­γω­γή με placebo  (Maini R et al, 1999, Kavanaugh A et al, 2000; Lipsky PE et al, 2000; Spak M et al, 2001; Boki KA et al, 2001; Key­stone E et al, 2001; Fantini F et al, 2001; Yazici Y et al, 2001; Shergy WJ et al, 2002).

Η ινφλιξιμάμπη έ­χει την τα­χύ­τε­ρη κλι­νι­κή δρά­ση απ΄ ό­λα τα DMARDs. Σύμ­φω­να με την με­λέ­τη PROMPT (Profiling Infliximab Onset with Methotrexate in a Prospective Trial) βελ­τι­ώ­νει τα ση­μεί­α και συμ­πτώ­μα­τα της νό­σου εν­τός 48 ω­ρών στο 35-50%, και, σε δι­ά­στη­μα 6 ε­βδο­μά­δων, στο > 60%, των α­σθε­νών (Shergy WJ et al, 2002).  

ΚΛΙΝΙΚΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ :

  • Μει­ώ­νει την ευ­αι­σθη­σί­α και τον α­ριθ­μό των δι­ογ­κω­μέ­νων αρ­θρώ­σε­ων
  • Ε­λατ­τώ­νει τον πό­νο
  • Βελ­τι­ώ­νει την πρω­ι­νή δυ­σκαμ­ψί­α, τον δεί­κτη α­να­πη­ρί­ας και την ποι­ό­τη­τα της ζω­ής

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ :

  • Μει­ώ­νει την ΤΚΕ και τα ε­πί­πε­δα της IL-6 και της CRP στον ο­ρό α­σθε­νών με ΡΑ
  • Μει­ώ­νει τα ε­πί­πε­δα της IL-18 στον ο­ρό, 2 ε­βδο­μά­δες με­τά την χο­ρή­γη­σή της (Bombardieri M et al, 2001; Pittoni V et al, 2002)

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ : Ο συν­δυα­σμός της ινφλιξιμάμπης με με­θο­τρε­ξά­τη α­να­στέλ­λει και πι­θα­νώς α­να­στρέ­φει τις α­κτι­νο­λο­γι­κές αλ­λοι­ώ­σεις, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την κλι­νι­κή αν­τα­πό­κρι­ση, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό την με­θο­τρε­ξά­τη μό­νη της (Lipsky PE et al, 2000; Maini R et al, 2001; Emery P et al, 2001).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Ετανερσέπτη : Ε­χει πα­ρό­μοι­α α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα με την ινφλιξιμάμπη (Geborek P et al, 2002).

Λε­φλου­νο­μί­δη : Εί­ναι πο­λύ λι­γό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή α­πό την ινφλιξιμάμπη (Geborek P et al, 2002).

Με­θο­τρε­ξά­τη : Η θε­ρα­πεί­α με α­να­στο­λείς του TNF-α εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­νε­κτή και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή α­πό την μο­νο­θε­ρα­πεί­α με με­θο­τρε­ξά­τη (Barrera P et al, 2002).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Ινφλιξιμάμπη + μεθοτρεξάτη : Εί­ναι α­σφα­λής και κα­λά α­νε­κτός, κα­τα­στέλ­λει πα­ρα­τε­τα­μέ­να τα ση­μεί­α και συμ­πτώ­μα­τα της ΡΑ, βελ­τι­ώ­νει ση­μαν­τι­κά πε­ρισ­σό­τε­ρο την ποι­ό­τη­τα της ζω­ής και α­να­στέλ­λει τις αρ­θρι­κές δι­α­βρώ­σεις, α­κό­μα και σε α­σθε­νείς χω­ρίς κλι­νι­κή αν­τα­πό­κρι­ση, συγ­κρι­τι­κά με την μο­νο­θε­ρα­πεί­α με με­θο­τρε­ξά­τη (Lipsky P et al, 2000). Η πρό­ο­δος της αρ­θρι­κής κα­τα­στρο­φής μει­ώ­νε­ται ση­μαν­τι­κά σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με 10 mg/kg ινφλιξιμάμπης κά­θε 4 ε­βδο­μά­δες. 

Ινφλιξιμάμπη + λε­φλου­νο­μί­δη : Εί­ναι πο­λύ α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός, αλ­λά συ­νο­δεύ­ε­ται συ­χνά α­πό α­νε­πι­θύ­μη­τες ε­νέρ­γει­ες, ε­νί­ο­τε σο­βα­ρές (Kiely PD and Johnson DM, 2002).

Ινφλιξιμάμπη + κυ­κλο­σπο­ρί­νη (2 mg/kg/24ωρο) + πρεδ­νι­ζό­νη (5 mg/24ωρο) : Εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός και κα­λά α­νε­κτός σε α­σθε­νείς με σο­βα­ρή, ανθεκτική ΡΑ (Temekonidis TI et al, 2002).

Ινφλιξιμάμπη + α­ζα­θει­ο­πρί­νη ή άλ­λα DMARDs (σουλ­φα­σα­λα­ζί­νη, 5-ASA, κυ­κλο­σπο­ρί­νη + με­θο­τρε­ξά­τη) : Φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι α­σφα­λής και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός α­πό την μο­νο­θε­ρα­πεί­α με ινφλιξιμάμπη.

ΕΞΩΑΡΘΡΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΟΥΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΤΑ­ΠΟΚΡΙΘΕΙ ΣΤΗΝ ΙΝΦΛΙΞΙΜΑΜΠΗ

  • Ρευ­μα­το­ει­δής αγ­γει­ί­τι­δα (Kayser M et al, 2001)
  • Πολ­λα­πλή μο­νο­νευ­ρί­τι­δα (Garcia-Porrua C and Gonzalez-Gay MA, 2002)

2.7.1.9.2   ΝΕΑΝΙΚΗ ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Σύμ­φω­να με πε­ρι­γρα­φές πε­ρι­πτώ­σε­ων και α­νοι­χτές με­λέ­τες, η ινφλιξιμάμπη εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή σε α­σθε­νείς με πο­λυ­αρ­θρι­κή ή συ­στη­μα­τι­κή ΝΡΑ μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη σε άλ­λες θε­ρα­πεί­ες (ΜΣΑΦ, κορ­τι­κο­ει­δή, με­θο­τρε­ξά­τη, κυ­κλο­σπο­ρί­νη) (Wouters C et al, 2001; Gerloni V et al, 2001).

Έ­νας α­σθε­νής με σο­βα­ρή συ­στη­μα­τι­κή ΝΡΑ ανθεκτική στη συμ­βα­τι­κή α­γω­γή εί­χε τα­χεί­α βελ­τί­ω­ση του πυ­ρε­τού, της α­νο­ρε­ξί­ας και της ο­ρο­γο­νί­τι­δας, κα­τα­στο­λή της IL-6, των δι­α­λυ­τών υ­πο­δο­χέ­ων του TNF και της IL-1ra και των ε­πι­πέ­δων της CRP και του α­μυ­λο­ει­δούς Α του ο­ρού με­τά α­πό 2 εγ­χύ­σεις ινφλιξιμάμπης σε δό­σεις 10 mg/kg με με­σο­δι­ά­στη­μα μιας ε­βδο­μά­δας (Elliott MJ et al, 1997).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Ε­τα­νερ­σέ­πτη : Σύμ­φω­να με α­νοι­χτή με­λέ­τη, έ­χει πα­ρό­μοι­α α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα με την ιν­φλιξι­μάμ­πη σε α­σθε­νείς με πο­λυ­αρ­θρι­κή ΝΡΑ (L­a­h­d­e­n­ne P et al, 2003).

 2.7.1.9.3   ΝΟΣΟΣ STILL ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ

Σε α­σθε­νείς με νό­σο Still των ε­νη­λί­κων έ­χουν α­νευ­ρε­θεί υ­ψη­λά ε­πί­πε­δα TNF-α, IL-6 και IFN-γ (Hoshino T et al, 1998).

Σύμ­φω­να με πε­ρι­γρα­φές πε­ρι­πτώ­σε­ων, η θε­ρα­πεί­α με Infiliximab κα­τα­στέλ­λει τα­χέ­ως τις συ­στη­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις και τους δεί­κτες ο­ξεί­ας φά­σης (ΤΚΕ, CRP, φερ­ρι­τί­νη ο­ρού) και προ­κα­λεί ύ­φε­ση της αρ­θρί­τι­δας σε α­σθε­νείς με υ­πο­τρο­πές της νό­σου Still των ε­νη­λί­κων που αν­θί­στα­ται στη συμ­βα­τι­κή α­γω­γή και α­παι­τεί συ­νε­χή θε­ρα­πεί­α με με­γά­λες δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών (Kra-etsch HG et al, 2001; Cavagna L et al, 2001).

2.7.1.9.4   ΝΟΣΟΣ CROHN

Ο TNF-α φαίνεται ότι παίζει αι­τι­ο­λο­γι­κό ρό­λο στην πα­θο­λο­γί­α της νό­σου Crohn. Σε α­σθε­νείς με νό­σο Crohn εκ­φρά­ζε­ται με αυ­ξη­μέ­νο α­ριθ­μό κυτ­τά­ρων του βλεν­νο­γό­νου και του συν­δε­τι­κού ι­στού και α­νευ­ρί­σκε­ται σε αυ­ξη­μέ­να ε­πί­πε­δα στα κό­πρα­να, έν­δει­ξη δρα­στη­ρι­ό­τη­τας της νό­σου. Α­κό­μα, σε μον­τέ­λα ζώ­ων με νό­σο Crohn τα αν­τι-TNF-α αν­τι­σώ­μα­τα έ­χουν α­πο­δει­χθεί α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά

Η κα­τα­νο­μή των κυτ­τά­ρων του βλεν­νο­γό­νου που πα­ρά­γουν TNF-α στη νό­σο Crohn δι­α­φέ­ρει α­πό την πα­ρα­τη­ρού­με­νη στην ελ­κώ­δη κο­λί­τι­δα. Στη νό­σο Crohn, τα κύτ­τα­ρα που πα­ρά­γουν TNF-α α­νευ­ρί­σκον­ται σε ό­λο τον βλεν­νο­γό­νο του πα­χέ­ος εν­τέ­ρου, κα­θώς και στη στι­βά­δα του συν­δε­τι­κού ι­στού. Αν­τί­θε­τα, στην ελ­κώ­δη κο­λί­τι­δα μό­νο τα μα­κρο­φά­γα που ευ­ρί­σκον­ται α­κρι­βώς κά­τω α­πό το ε­πι­θή­λιο πα­ρά­γουν TNF-α. Το εύ­ρη­μα αυ­τό μπο­ρεί να ερ­μη­νεύ­σει την δι­α­φο­ρε­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση της θε­ρα­πεί­ας με Ifliximab στα δύ­ο αυ­τά νο­σή­μα­τα.

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ :

  • Ε­λάτ­τω­ση ση­μεί­ων και συμ­πτω­μά­των και πρόκληση και διατήρηση κλινικής ύφεσης σε α­σθε­νείς με μέ­τρια έ­ως σο­βα­ρή ε­νερ­γό νό­σο Crohn μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη ε­παρ­κώς στις συμ­βα­τι­κές θε­ρα­πεί­ες
  • Ε­λάτ­τω­ση α­ριθ­μού των πυορροούντων εν­τε­ρο­δερ­μα­τι­κών συ­ριγ­γί­ων σε ε­νή­λι­κες με συ­ριγ­γι­ο­ποι­η­μέ­νη νό­σο Crohn

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ : Σύμ­φω­να με δι­πλές-τυ­φλές μελέτες, placebo-ε­λεγ­χό­με­νες μελέτες και πε­ρι­πτώ­σεις α­σθε­νών με μέ­τρια έ­ως σο­βα­ρή ε­νερ­γό νό­σο Crohn αν­θι­στά­με­νη στις συμ­βα­τι­κές θεραπείες (κορ­τι­κο­ει­δή, 5-ASA ή/και 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη/α­ζα­θει­ο­πρί­νη), η ινφλιξιμάμπη βελ­τι­ώ­νει ση­μαν­τι­κά τα κλι­νι­κά ση­μεί­α και συμ­πτώ­μα­τα, ε­που­λώ­νει τις εν­δο­σκο­πι­κές αλ­λοι­ώ­σεις και τα εν­τε­ρο­δερ­μα­τι­κά συ­ρίγ­για και ε­ξα­φα­νί­ζει τις φλεγ­μο­νώ­δεις δι­η­θή­σεις του εν­τε­ρι­κού βλεν­νο­γό­νου (Ricart E et al, 1999; Rutgeerts P et al, 1999; Van den Bo- sch F et al, 2000; Hyams JS et al, 2000; Escher JC et al, 2002; Hanauer SB et al, 2002; Hommes DW et al, 2002).

Πάντως, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ινφλιξιμάμπης στη συριγγιοποιημένη νόσο Crohn πέραν των 3 δόσεων δεν έχει προσδιορισθεί.

2.7.1.9.5   ΝΟΣΟΣ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΟΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΞΕΝΙΣΤΗ

Η ινφλιξιμάμπη, σε δό­ση 10 mg/kg, εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, ι­δι­αί­τε­ρα στις γα­στρεν­τε­ρι­κές εκ­δη­λώ­σεις, και κα­λά α­νε­κτή σε πε­ρι­πτώ­σεις αν­θι­στά­με­νες στα κορ­τι­κο­ει­δή (Hicks K et al, 1999; Couriel D et al, 2000; Kobbe G et al, 2001).

2.7.1.9.6   ΠΟΛΛΑΠΛΟΥΝ ΜΥΕΛΩΜΑ

Ο TNF και η IL-6 εί­ναι πα­ρά­γον­τες α­νά­πτυ­ξης του πολ­λα­πλού μυ­ε­λώ­μα­τος. Η ινφλιξιμάμπη μπο­ρεί να στα­θε­ρο­ποι­ή­σει την νό­σο και να ε­πι­τρέ­ψει την δι­α­κο­πή της χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­ας (Lan-gerak A et al, 1999).

2.7.1.9.7   ΣΑΡΚΟΕΙΔΩΣΗ

Η ινφλιξιμάμπη, σε δό­ση 5 mg/kg, μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει περιπτώσεις χρόνιας σαρκοείδωσης, ανθεκτικής στη συμ­βα­τι­κή α­γω­γή (Baughman RP and Lower EE, 2001; Yee AM and Pochapin TB, 2001).

2.7.1.9.8   ΟΡΟΑΡΝΗΤΙΚΕΣ ΣΠΟΝΔΥΛΑΡΘΡΟΠΑΘΕΙΕΣ

Ο TNF-α έ­χει α­νευ­ρε­θεί στη βι­ο­ψί­α ι­ε­ρο­λα­γο­νί­ων α­σθε­νών με σπον­δυ­λαρ­θρο­πά­θει­ες και σε αυ­ξη­μέ­να ε­πί­πε­δα στο αρ­θρι­κό υ­γρό και τις δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις α­σθε­νών με ΨΑ.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ :

  • Η ινφλιξιμάμπη μει­ώ­νει ση­μαν­τι­κά τον πό­νο, τα ε­πί­πε­δα της ΤΚΕ και της CRP και βελ­τι­ώ­νει την πε­ρι­φε­ρι­κή αρ­θρί­τι­δα και την λει­τουρ­γι­κό­τη­τα των α­σθε­νών με δι­ά­φο­ρους τύ­πους σπον­δυ­λαρ­θρο­πα­θει­ών ανθεκτικών στη συμ­βα­τι­κή α­γω­γή (Van den Bosch F et al, 2000; Collantes E et al, 2001; Kruithof E et al, 2001; Kruithof E et al, 2002; Van den Bosch F et al, 2002)
  • Εάν ενεθεί μέ­σα στις ι­ε­ρο­λα­γό­νι­ες ασθενών με ΑΣ και ιερολαγονίτιδα ανθεκτική στα ΜΣΑΦ εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό και κα­λά α­νε­κτό (Kellner H et al, 2002).

2.7.1.9.8.1   Αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα

  • Βελ­τι­ώ­νει θε­α­μα­τι­κά την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, την λει­τουρ­γι­κό­τη­τα και τον πό­νο και φυ­σι­ο­λο­γι­κο­ποι­εί την CRP και τα ε­πί­πε­δα της IL-6 στον ο­ρό σε α­σθε­νείς με ε­νερ­γό ΑΣ (Brandt J et al, 2000; Breban MA et al, 2001; Brandt J et al, 2001; Braun J et al, 2002; Maksymowych WP et al, 2002).

2.7.1.9.8.2   Α­δι­α­φο­ρο­ποί­η­τες σπον­δυ­λαρ­θρο­πά­θει­ες

  • Εί­ναι πο­λύ α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό στις α­δι­α­φο­ρο­ποί­η­τες σπον­δυ­λαρ­θρο­πά­θει­ες (Brandt J et al, 2001; Brandt J et al, 2002)

2.7.1.9.8.3   Ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα

  • Βελ­τι­ώ­νει το ε­ξάν­θη­μα και τις αρ­θρι­κές εκ­δη­λώ­σεις των α­σθε­νών με σο­βα­ρή ΨΑ μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη στη με­θο­τρε­ξά­τη (Ogilvie AL et al, 2001; Cauza EE et al, 2001).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : Α­πό την εμ­πει­ρί­α που έ­χει α­πο­κτη­θεί, η θε­ρα­πεί­α με α­να­στο­λείς του TNF φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι πο­λύ α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στις ο­ρο­αρ­νη­τι­κές σπον­δυ­λαρ­θρο­πά­θει­ες, ι­δι­αί­τε­ρα την αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα και την ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα, απ΄ ό,τι στη ρευ­μα­το­ει­δή αρ­θρί­τι­δα. Γι΄αυ­τό και μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί σαν πρώ­της γραμ­μής θε­ρα­πεί­α σε α­σθε­νείς με ε­νερ­γό αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα που δεν αν­τα­πο­κρί­νον­ται ε­παρ­κώς στα ΜΣΑΦ, αν και δεν έ­χει δι­α­πι­στω­θεί α­κό­μα κα­τά πό­σον έ­χει μα­κρο­πρό­θε­σμο ό­φε­λος και α­να­στέλ­λει την α­κτι­νο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη της νό­σου.

2.7.1.9.9   ΝΟΣΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΑΔΗ-BEHCET

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΘΕΙ ΣΤΗΝ ΙΝΦΛΙΞΙΜΑΜΠΗ

  • Γα­στρεν­τε­ρι­κές και ε­ξω-εν­τε­ρι­κές εκ­δη­λώ­σεις (Hassard PV et al, 2001)
  • Αρ­θρί­τι­δα, έλ­κη στό­μα­τος - γεν­νη­τι­κών ορ­γά­νων (Rosenbaum M et al, 2002)
  • Ο­φθαλ­μι­κή προ­σβο­λή (Sfikakis PP et al, 2001; Triolo G et al, 2002)

2.7.1.9.10   ΨΩΡΙΑΣΗ

Οι ψω­ρι­α­σι­κές πλά­κες πε­ρι­έ­χουν αυ­ξη­μέ­να ε­πί­πε­δα κυτ­τα­ρο­κι­νών, ό­πως TNF-α, ο ο­ποί­ος θε­ω­ρεί­ται α­πα­ραί­τη­τος για την δι­αι­ώ­νι­ση της ψω­ρι­α­σι­κής δι­α­δι­κα­σί­ας.

Σύμ­φω­να με πε­ρι­γρα­φές πε­ρι­πτώ­σε­ων (Oh CJ et al, 2000; Kirby B et al, 2001; Newland MR et al, 2002; O’ Quinn RP and Miller JL, 2002; Wollina U and Konrad H, 2002; Mang R et al, 2002) και α­νοι­χτή - ση­μα­σμέ­νη με­λέ­τη (Schopf RE et al, 2002), η ινφλιξιμάμπη, μόνη της ή σε συν­δυα­σμό με με­θο­τρε­ξά­τη, μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει το ε­ξάν­θη­μα σε α­σθε­νείς με σο­βα­ρή, ανθεκτική στη συμ­βα­τι­κή α­γω­γή, ψω­ρί­α­ση.

2.7.1.9.11   ΜΥΕΛΟΔΥΣΠΛΑΣΤΙΚΑ ΣΥΝΔΡΟΜΑ

Στα μυ­ε­λο­δυ­σπλα­στι­κά σύν­δρο­μα, ο TNF-α μπο­ρεί να παί­ζει ση­μαν­τι­κό ρό­λο στον α­πο­πτω­τι­κό θά­να­το των κυτ­τά­ρων του μυ­ε­λού των ο­στών.

Δύ­ο α­σθε­νείς με μυ­ε­λο­δυ­σπλα­στι­κό σύν­δρο­μο εί­χαν στα­θε­ρή ε­ρυ­θρο­ει­δή αν­τα­πό­κρι­ση και ση­μαν­τι­κή μεί­ω­ση του πο­σο­στού των α­πο­πτω­τι­κών μη­τρι­κών κυτ­τά­ρων στον μυ­ε­λό των ο­στών με­τά α­πό θε­ρα­πεί­α με ινφλιξιμάμπη (Stasi R and Amadori S, 2002).

2.7.1.9.12   ΕΝΕΡΓΟΣ ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ ΚΑΙ AIDS

Σε α­σθε­νείς με ρευ­μα­το­ει­δή αρ­θρί­τι­δα και η­πα­τί­τι­δα C, η θε­ρα­πεί­α με αν­τα­γω­νι­στές του TNF-α δεν ε­πη­ρε­ά­ζει τις η­πα­τι­κές δο­κι­μα­σί­ες και το φορ­τί­ο του ι­ού της η­πα­τί­τι­δας C (Peterson JR, 2002), γι΄αυ­τό και πι­θα­νώς μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί σε α­σθε­νείς με χρό­νια, στα­θε­ρο­ποι­η­μέ­νη η­πα­τί­τι­δα C.

2.7.1.9.13   ΣΥΜΦΟΡΗΤΙΚΗ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

Σε α­σθε­νείς με μέ­τρια έ­ως σο­βα­ρή συμ­φο­ρη­τι­κή καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια (τά­ξης III-IV) η ινφλιξιμάμπη, σε δό­σεις 5 mg/kg και ι­δι­αί­τε­ρα 10 mg/kg, έ­χει συν­δε­θεί με ε­πι­δεί­νω­ση της καρ­δια­κής α­νε­πάρ­κειας και αυ­ξη­μέ­νη συ­χνό­τη­τα θα­νά­των, συγ­κρι­τι­κά με placebo (EMEA, 2002), γι΄αυ­τό και δεν συ­νι­στά­ται σε α­σθε­νείς με συμ­φο­ρη­τι­κή καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια.

2.7.1.9.14   ΚΟΚΚΙΩΜΑΤΩΣΗ WEGENER

Η ινφλιξιμάμπη εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή και κα­λά α­νε­κτή σε α­σθε­νείς με συ­στη­μα­τι­κή αγ­γει­ί­τι­δα ανθεκτική στη συμ­βα­τι­κή θε­ρα­πεί­α (Booth AD et al, 2002; Lamprecht P et al, 2002).

2.7.1.10   ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Το 5% πε­ρί­που των α­σθε­νών με ΡΑ και νό­σο του Crohn δι­α­κό­πτει την ινφλιξιμάμπη λό­γω α­νε­πι­θύ­μη­των ε­νερ­γει­ών, συ­νή­θως δύ­σπνοι­ας, κνί­δω­σης και κε­φα­λαλ­γί­ας.

1.   ΓΕΝΙΚΕΣ

  • Κοι­λι­ο­κή­λη
  • Θω­ρα­κι­κός πό­νος
  • Πτώ­σεις
  • Πό­νος
  • Σύν­δρο­μο πα­ρό­μοι­ο με ΣΕΛ
  • Ρευ­μα­το­ει­δή ο­ζί­δια
  • Λέμ­φω­μα
  • Κό­πω­ση
  • Οί­δη­μα
  • Ε­ξά­ψεις
  • Ρί­γη
  • Αυ­το­αν­τι­σώ­μα­τα
  • Δι­α­τα­ρα­χές πα­ρα­γόν­των συμ­πλη­ρώ­μα­τος

2.   ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • 'Εμφρακτα σπλη­νός
  • Σπλη­νο­με­γα­λί­α
  • Θρομ­βο­πε­νί­α
  • Α­ναι­μί­α
  • Λευ­κο­πε­νί­α
  • Λεμ­φα­δε­νο­πά­θεια
  • Λεμ­φο­κυτ­τά­ρω­ση

3.   ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Αι­μα­τώ­μα­τα
  • Εκ­χυ­μώ­σεις
  • Πε­τέ­χει­ες
  • Αρ­ρυθ­μί­α
  • Υ­πέρ­τα­ση
  • Υ­πό­τα­ση
  • Συγ­κο­πή
  • Λι­πο­θυ­μί­α
  • Τα­χυ­καρ­δί­α
  • Βρα­δυ­καρ­δί­α
  • Αί­σθη­μα προ­κάρ­δι­ων παλ­μών
  • Αγ­γει­ό­σπα­σμος
  • Κυ­ά­νω­ση
  • Πε­ρι­φε­ρι­κή ι­σχαι­μί­α
  • Ε­ρυ­θρό­τη­τα
  • Καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Ι­σχαι­μί­α μυ­ο­καρ­δί­ου
  • 'Εμφρακτο εγ­κε­φά­λου
  • Πνευ­μο­νι­κή εμ­βο­λή
  • Θρομ­βο­φλε­βί­τι­δα

4.   ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΟ ΝΕΥΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Ζά­λη/ί­λιγ­γος
  • Κε­φα­λαλ­γί­α
  • Δι­α­τα­ρα­χές α­νώ­τε­ρου κι­νη­τι­κού νευ­ρώ­να
  • Άγ­χος
  • Σύγ­χυ­ση
  • Πα­ρα­λή­ρη­μα
  • Κα­τά­θλι­ψη
  • Α­πό­πει­ρα αυ­το­κτο­νί­ας
  • Υ­πνη­λί­α
  • Α­ση­πτη μη­νιγ­γί­τι­δα (Marotte H et al, 2001; Kashyap AS and Kashyap S, 2002)
  • Α­μνη­σί­α
  • Α­πά­θεια

5.   ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Κοι­λια­κός πό­νος
  • Νό­σος Crohn
  • Δι­άρ­ροι­α
  • Δυ­σκοι­λι­ό­τη­τα
  • Γα­στρο­οι­σο­φα­γι­κή πα­λιν­δρό­μη­ση
  • Χει­λί­τι­δα
  • Εκ­κολ­πω­μα­τί­τι­δα
  • Δυ­σπε­ψί­α
  • Γα­στρι­κό έλ­κος
  • Στέ­νω­ση, α­πό­φρα­ξη ή δι­ά­τρη­ση του εν­τέ­ρου
  • Ναυ­τί­α
  • Παγ­κρε­α­τί­τι­δα
  • Πρω­κταλ­γί­α
  • Ε­με­τοι
  • Αι­μορ­ρα­γι­κή κο­λί­τι­δα ο­φει­λό­με­νη σε Escherichia coli (Kirchgatterer A et al, 2002)

6.   ΑΠΟ ΤΟ ΗΠΑΡ

  • Χο­λο­κυ­στί­τι­δα
  • Μι­κρή, πα­ρο­δι­κή αύ­ξη­ση (<2 φο­ρές πά­νω α­πό τα α­νώ­τε­ρα φυ­σι­ο­λο­γι­κά ό­ρια) της SGOT ή SGPT
  • Αύ­ξη­ση γGT και αλ­κα­λι­κής φω­σφα­τά­σης
  • Χο­λο­στα­τι­κή η­πα­τί­τι­δα (Menghini VV and Arora AS, 2001)

7.   ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΕΣ

  • Α­φυ­δά­τω­ση
  • Α­νε­πάρ­κεια παγ­κρέ­α­τος
  • Α­πώ­λεια βά­ρους

8.   ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Αρ­θραλ­γί­ες
  • Ο­σφυ­αλ­γί­α
  • Κα­τάγ­μα­τα ο­στών
  • Μυ­αλ­γί­ες
  • Τε­νον­το­πά­θει­ες
  • Κα­κώ­σεις τε­νόν­των

9.   ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΞΑΣΘΕΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΜΥΝΑΣ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ

  • Α­πο­στή­μα­τα
  • Κυτ­τα­ρί­τι­δα
  • Πυ­ρε­τός
  • Βα­κτη­ρι­δια­κές λοι­μώ­ξεις
  • Μυ­κη­τι­α­σι­κές λοι­μώ­ξεις
  • Ι­ο­γε­νείς λοι­μώ­ξεις (π.χ. γρί­πη, ερ­πη­τι­κές λοι­μώ­ξεις)
  • Ση­ψαι­μί­α
  • Φλεγ­μο­νή
  • Μο­νι­λί­α­ση
  • Δι­α­τα­ρα­χές της ε­πού­λω­σης
  • Φυ­μα­τί­ω­ση

10.   ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ 

  • Σύν­δρο­μο α­να­πνευ­στι­κής α­νε­πάρ­κειας ε­νη­λί­κων (Riegert-Johnson DL et al, 2002)
  • Βρογ­χί­τι­δα
  • Βή­χας
  • Δύ­σπνοι­α
  • Πλευ­ρί­τι­δα
  • Πνευ­μο­νί­τι­δα
  • Πνευ­μο­νι­κές δι­η­θή­σεις
  • Πα­ραρ­ρι­νο­κολ­πί­τι­δα
  • Βρογ­χό­σπα­σμος
  • Πνευ­μο­νι­κό οί­δη­μα
  • Αλ­λερ­γι­κή αν­τί­δρα­ση α­να­πνευ­στι­κών ο­δών

11.   ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ-ΒΛΕΝΝΟΓΟΝΟΥΣ

  • Ε­ξάν­θη­μα
  • Κνη­σμός
  • Κνί­δω­ση
  • Ξη­ρο­δερ­μί­α
  • Υ­πε­ρι­δρω­σί­α
  • Δερ­μα­τι­κή αγ­γει­ί­τι­δα (McCain ME et al, 2002)
  • Μυ­κη­τι­α­σι­κή δερ­μα­τί­τι­δα/ο­νυ­χο­μύ­κω­ση
  • Εκ­ζε­μα/σμηγ­μα­τόρ­ροι­α
  • Κρι­θή
  • Ρή­ξη φυ­σα­λί­δων
  • Δο­θι­ή­νω­ση
  • Πε­ρι­κογ­χι­κό οί­δη­μα
  • Υ­περ­κε­ρά­τω­ση
  • Ρο­δό­χρους α­κμή
  • Μυρ­μη­κί­ες
  • Α­νώ­μα­λη με­λάγ­χρω­ση/χρω­μα­τι­σμός δέρ­μα­τος
  • Α­λω­πε­κί­α

12.   ΑΠΟ ΤΟ ΟΥΡΟΠΟΙΟΓΕΝΝΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Α­ζω­θαι­μί­α
  • Δυ­σου­ρί­α
  • Υ­δρο­νέ­φρω­ση
  • Νε­φρι­κό έμ­φρα­κτο
  • Νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Α­πό­φρα­ξη ου­ρη­τή­ρων
  • Ου­ρο­λοι­μώ­ξεις
  • Πυ­ε­λο­νε­φρί­τι­δα
  • Κολ­πί­τι­δα

13.   ΑΠΟ ΤΑ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑ ΟΡΓΑΝΑ

  • Ε­πι­πε­φυ­κί­τι­δα
  • Εν­δο­φθαλ­μί­τι­δα
  • Κε­ρα­το­ε­πι­πε­φυ­κί­τι­δα

13.   ΑΛΛΕΣ

  • Λεμ­φα­δε­νο­πά­θεια
  • Νε­κρω­τι­κή πε­ρι­το­νι­ί­τι­δα (Chan AT et al, 2002)
  • Θά­να­τος : Ε­χει α­να­φερ­θεί σε 7/150 α­σθε­νείς με καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια τά­ξης NYHA III-IV που θε­ρα­πεύ­θη­καν με ινφλιξιμάμπη σε δό­σεις 5 ή 10 mg/kg, αλ­λά και σε έ­ναν α­σθε­νή με βη­μα­το­δό­τη, αλ­λά χω­ρίς καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια, 18 ώ­ρες με­τά α­πό μί­αν α­πλή έγ­χυ­ση 200 mg ινφλιξιμάμπης (de’ Clari F et al, 2002)
  • Ο­πι­σθο­βολ­βι­κή ο­πτι­κή νευ­ρί­τι­δα (Foroozan R et al, 2002)

2.7.1.10.1  ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΧΥΣΗ

  • Πυ­ρε­τός/ρί­γη (4%)
  • Κνη­σμός/κνί­δω­ση (1%)
  • Αυ­χε­ναλ­γί­α
  • Καρ­δι­ο­πνευ­μο­νι­κές αν­τι­δρά­σεις (1%) (κυ­ρί­ως θω­ρα­κι­κός πό­νος, υ­πό­τα­ση, υ­πέρ­τα­ση ή δύ­σπνοι­α), ε­νί­ο­τε σε συν­δυα­σμό με κνη­σμό/κνί­δω­ση (0.1%) ε­ξά­ψεις, τα­χυ­καρ­δί­α, δυ­σφα­γί­α και έν­το­νο ί­λιγ­γο (Diamanti A et al, 2002).

Οι ε­πι­πλο­κές αυ­τές εμ­φα­νί­ζον­ται στην διά­ρκεια της έγ­χυ­σης ή 1-2 ώ­ρες με­τά απ΄αυ­τήν. Έ­χουν α­να­φερ­θεί στο 17% των α­σθε­νών που έ­χουν θε­ρα­πευ­θεί με ινφλιξιμάμπη, συγ­κρι­τι­κά με 7% των ασθενών υπό αγωγή με placebo. Σύμ­φω­να με τις κλι­νι­κές με­λέ­τες, < 2% των α­σθε­νών δι­α­κό­πτει την θε­ρα­πεί­α λό­γω των αν­τι­δρά­σε­ων αυ­τών και ό­λοι οι α­σθε­νείς α­να­νή­πτουν με την θε­ρα­πεί­α ή/και την δι­α­κο­πή της έγ­χυ­σης. Σε α­σθε­νείς με ΡΑ, οι εγ­χύ­σεις της ινφλιξιμάμπης που α­κο­λου­θούν την αρ­χι­κή έγ­χυ­ση δεν συ­νο­δεύ­ον­ται α­πό με­γα­λύ­τε­ρη συ­χνό­τη­τα ε­πι­πλο­κών. Οι α­σθε­νείς με νό­σο του Crohn που α­να­πτύσ­σουν θε­τι­κά αν­τι­σώ­μα­τα έ­ναν­τι της ινφλιξιμάμπης εί­ναι πι­θα­νό­τε­ρο να εμ­φα­νί­σουν αν­τι­δρά­σεις σχε­τι­ζό­με­νες με την έγ­χυ­ση, πα­ρά οι αρ­νη­τι­κοί α­σθε­νείς (36%, συγ­κρι­τι­κά με 11%). Η ταυ­τό­χρο­νη θε­ρα­πεί­α με α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά φαί­νε­ται ό­τι ε­λατ­τώ­νει την συ­χνό­τη­τα της α­νά­πτυ­ξης αν­τι­σω­μά­των και των αν­τι­δρά­σε­ων της έγ­χυ­σης.

2.7.1.10.2   ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ

Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό τις αν­τι­δρά­σεις αυ­τές (κνί­δω­ση, δύ­σπνοι­α ή/και υ­πέρ­τα­ση) πα­ρα­τη­ρούν­ται στη διά­ρκεια της έγ­χυ­σης ή 2 ώ­ρες με­τά απ΄αυ­τήν.

Σε α­σθε­νείς με νό­σο Crohn, η ε­πα­νέ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη με­τά α­πό μα­κρο­χρό­νια δι­α­κο­πή της μπο­ρεί, με­τά α­πό 3-12 η­μέ­ρες, να συ­νο­δευ­θεί α­πό αν­τι­δρά­σεις πα­ρό­μοι­ες με ο­ρο­νο­σί­α (πυ­ρε­τός, ε­ξάν­θη­μα, κε­φα­λαλ­γί­α, πο­νό­λαι­μος, μυ­αλ­γί­ες, πο­λυ­αρ­θραλ­γί­ες, οί­δη­μα προ­σώ­που και χει­ρών ή/και δυ­σφα­γί­α), με­γά­λη αύ­ξη­ση των αν­τι­σω­μά­των έ­ναν­τι της ινφλιξιμάμπης, ε­ξα­φά­νι­ση α­πό τον ο­ρό και πι­θα­νώς α­πώ­λεια της α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας της ινφλιξιμάμπης. Ε­άν οι αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας εί­ναι έν­το­νες, η θε­ρα­πεί­α με ινφλιξιμάμπη πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται.

2.7.1.10.3   ΑΥΤΟΑΝΟΣΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Η θε­ρα­πεί­α με ινφλιξιμάμπη μπο­ρεί να συ­νο­δευ­θεί α­πό την α­νά­πτυ­ξη αν­θρώ­πι­νων αν­τι­χει­με­ρι­κών και αν­τι­πυ­ρη­νι­κών αν­τι­σω­μά­των.

Αν­τι­χει­με­ρι­κά αν­τι­σώ­μα­τα (HACA) : Έ­χουν α­νευ­ρε­θεί στο 13% των α­σθε­νών με νό­σο του Crohn, συ­νή­θως σε χα­μη­λούς τίτ­λους (<1/20) και με­τά την 3η ή 4η έγ­χυ­ση της ινφλιξιμάμπης. Οι α­σθε­νείς με θε­τι­κά HACA εί­ναι πι­θα­νό­τε­ρο να α­να­πτύ­ξουν αν­τι­δρά­σεις σχε­τι­ζό­με­νες με την έγ­χυ­ση. Λι­γό­τε­ρο συ­χνά, τα HACA α­παν­τών­ται σε α­σθε­νείς με ΡΑ ή νό­σο του Crohn θε­ρα­πευ­ό­με­νους με άλλα α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά (π.χ. 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη, α­ζα­θει­ο­πρί­νη ή με­θο­τρε­ξά­τη). Η μέ­τρη­ση των ε­πι­πέ­δων των HACA δεν έ­χει κλι­νι­κή ση­μα­σί­α, δε­δο­μέ­νου ό­τι τα αν­τι­σώ­μα­τα αυ­τά δεν ε­πη­ρε­ά­ζουν την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της ινφλιξιμάμπης.

Αν­τι­πυ­ρη­νι­κά αν­τι­σώ­μα­τα : Σύμ­φω­να με την με­λέ­τη ATTRACT, το 49% και 10% των α­σθε­νών που θε­ρα­πεύ­ον­ται με ινφλιξιμάμπη α­να­πτύσ­σουν θε­τι­κά ΑΝΑ και αν­τι-DNA μέ­χρι την 54η ε­βδο­μά­δα της θε­ρα­πεί­ας, συγ­κρι­τι­κά με 21% και 0% των α­σθε­νών υπό αγωγή με placebo, αν­τί­στοι­χα. Σε α­σθε­νείς με νό­σο Crohn, η συ­χνό­τη­τα των ΑΝΑ και αν­τι-DNA σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με ινφλιξιμάμπη α­νέρ­χε­ται σε 34% και 9%, αν­τί­στοι­χα.

Η θε­τι­κο­ποί­η­ση των ΑΝΑ και αν­τι-DNA δεν φαί­νε­ται να σχε­τί­ζε­ται με την δό­ση, το δο­σο­λο­γι­κό σχή­μα και την διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη. Η συ­χνό­τη­τα των αν­τι-DNA εί­ναι μι­κρό­τε­ρη (3%) σε α­σθε­νείς με νό­σο Crohn θε­ρα­πευ­ό­με­νους με ινφλιξιμάμπη ταυ­τό­χρο­να με άλ­λα α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά, συγ­κρι­τι­κά με 21% στους α­σθε­νείς που δεν παίρ­νουν α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά. Οι α­σθε­νείς με νό­σο Crohn έ­χουν δι­πλά­σια πι­θα­νό­τη­τα α­νά­πτυ­ξης θε­τι­κών αν­τι-DNA, ε­άν έ­χουν θε­τι­κά ΑΝΑ πριν α­πό την έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας.

2.7.1.10.4   ΚΑΚΟΗΘΗ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

Α­πό τους 7/771 α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­θη­καν με ινφλιξιμάμπη ε­πί 54 ε­βδο­μά­δες, α­να­φέρ­θη­καν 8 νέ­α ή υ­πο­τρο­πι­ά­ζον­τα κα­κο­ή­θη νο­σή­μα­τα (μη Hodgkin λέμ­φω­μα, καρ­κί­νος μα­στού, με­λά­νω­μα, βα­σι­κο­κυτ­τα­ρι­κό καρ­κί­νω­μα και καρ­κί­νω­μα δέρ­μα­τος α­πό πλα­κώ­δες ε­πι­θή­λιο). Η συμ­βο­λή της ινφλιξιμάμπης στην α­νά­πτυ­ξη των κα­κο­ή­θων αυ­τών νε­ο­πλα­σι­ών δεν εί­ναι γνω­στή. Πάν­τως, η συ­χνό­τη­τά τους ή­ταν η α­να­με­νό­με­νη για τον πλη­θυ­σμό που με­λε­τή­θη­κε.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : Η θε­ρα­πεί­α με ινφλιξιμάμπη, σύμ­φω­να με τις πλη­ρο­φο­ρί­ες που προ­έρ­χον­ται α­πό την 7ετή κλι­νι­κή της χρή­ση, δεν φαί­νε­ται να συν­δέ­ε­ται με αυ­ξη­μέ­νη συ­χνό­τη­τα α­νά­πτυ­ξης κα­κο­ή­θων νο­ση­μά­των.

2.7.1.10.5   ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ : Λοιμώξεις, ποικίλης βαρύτητας, έχουν α­να­φερ­θεί στο 26% των α­σθε­νών που θεραπεύονταν με ινφλιξιμάμπη, συγκριτικά με 16% των ασθενών που έπαιρναν placebo. Συ­χνό­τε­ρες εί­ναι οι λοι­μώ­ξεις του α­νώ­τε­ρου α­να­πνευ­στι­κού και του ου­ρο­ποι­η­τι­κού. Μέ­χρι τώ­ρα έ­χουν α­να­φερ­θεί περισσότερες α­πό 130 πε­ρι­πτώ­σεις φυ­μα­τί­ω­σης (με κεγ­χρο­ει­δείς ή ε­ξω­πνευ­μο­νι­κές ε­στί­ες), με­ρι­κές εκ των ο­ποί­ων κα­τέ­λη­ξαν κα­κώς (Keane J et al, 2001), στη διάρκεια της θεραπείας με ινφλιξιμάμπη. Έ­νας άλλος α­σθε­νής α­πε­βί­ω­σε α­πό δι­ά­χυ­τη κοκ­κι­δι­ο­μυ­κη­τί­α­ση. Το 12% των α­σθε­νών με συριγγιοποιημένη νό­σο Crohn α­νέ­πτυ­ξαν νέ­ο α­πό­στη­μα 8-16 ε­βδο­μά­δες με­τά την τε­λευ­ταί­α έγ­χυ­ση της ινφλιξιμάμπης.

ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΙΝΦΛΙΞΙΜΑΜΠΗ

  • Φυ­μα­τί­ω­ση
  • Πνευ­μο­νί­τι­δα α­πό Pneumocystis carinii (Tai TL et al, 2002)
  • Πνευμονίτιδα από Histoplasma capsulatum, σε 9 ασθενείς, 1 εβδομάδα έως 6 μήνες μετά την 1η δόση της ινφλιξιμάμπης, εκ των οποίων ο ένας κατέληξε κακώς (Lee J H et al, 2002). Ολοι οι ασθενείς είχαν θεραπευθεί ταυτόχρονα με άλλους ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες και κατοικούσαν σε ενδημικές περιοχές.
  • Μη­νιγ­γί­τι­δα α­πό Listeria (Kamath BM et al, 2002)
  • Κυτταρίτιδα
  • Πυελονεφρίτιδα
  • Σηψαιμία (Matzkies FG et al, 2003)
  • Φαρυγγίτιδα
  • Διάχυτη κρυπτοκοκκική λοίμωξη (True DG et al, 2002)
  • Πνευμονική ασπεργίλλωση (Warris A et al, 2001)
  • Βρογχίτιδα
  • Παραρρινοκολπίτιδα
  • Διάχυτη κοκκιδιομυκητίαση
  • Μολυσματική τέρμινθος βλεφάρων (Cursiefen C et al, 2002)
  • Λοίμωξη από Listeria monocytogenes (Gluck T et al, 2002; Slifman NR et al, 2003)

ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΖΩΠΥΡΩΘΕΙ ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕ IN­FLIXI-MAB

  • Ι­στο­πλά­σμω­ση (Nakelchik M and Mangino JE, 2002)
  • Πνευ­μο­νι­κή φυ­μα­τί­ω­ση
  • Εν­δο­μυ­ο­καρ­δια­κή φλεγ­μο­νή (α­πό χρυ­σί­ζον­τα στα­φυ­λό­κοκ­κο), σ΄έ­να παι­δί με νό­σο Crohn (Reichardt P et al, 2002)
  • Φυ­μα­τι­ώ­δης εν­τε­ρί­τι­δα (Wagner TE et al, 2002 ; Liberopoulos EN et al, 2002)

2.7.1.10.6   ΑΛΛΕΣ

Οι α­σθε­νείς με νό­σο του Crohn που θε­ρα­πεύ­ον­ται με ινφλιξιμάμπη εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο πι­θα­νό να εμ­φα­νί­σουν γα­στρεν­τε­ρι­κές ε­πι­πλο­κές α­πό τους α­σθε­νείς με ΡΑ.

2.7.1.11   ΥΠΕΡΔΟΣΟΛΟΓΙΑ

Η ινφλιξιμάμπη έ­χει χο­ρη­γη­θεί ε­φά­παξ σε δό­σεις έ­ως 20 mg/kg, χω­ρίς να προ­κα­λέ­σει ά­με­ση το­ξι­κό­τη­τα. Σε πε­ρι­πτώ­σεις υ­περ­δο­σο­λο­γί­ας, συ­νι­στά­ται να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται ο α­σθε­νής για ση­μεί­α και συμ­πτώ­μα­τα το­ξι­κό­τη­τας και να α­κο­λου­θεί­ται η δέ­ου­σα συμ­πτω­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α.

2.7.1.12   ΚΥΗΣΗ

Στα ζώ­α : Σε πον­τι­κούς, η χο­ρή­γη­ση ε­νός α­νά­λο­γου αν­τι­σώ­μα­τος που α­να­στέλ­λει ε­κλε­κτι­κά την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα του TNF-α, δεν έ­χει το­ξι­κή ή τε­ρα­το­γό­νο δρά­ση στη μη­τέ­ρα και το έμ­βρυ­ο.

Στον άν­θρω­πο : Α­πό 27 γυ­ναί­κες που ε­κτέ­θη­καν στην ινφλιξιμάμπη στο πρώ­το 3­μη­νο της κύ­η­σης, οι 3 α­πέ­βα­λαν, μί­α γέν­νη­σε έ­να παι­δί με τε­τρα­λο­γί­α Fallot και άλ­λες 6 γέν­νη­σαν φυ­σι­ο­λο­γι­κά παι­διά (Srinivasan R, 2001). Πάν­τως, λό­γω της α­να­σταλ­τι­κής της δρά­σης στον TNF-α, μπο­ρεί να ε­πη­ρε­ά­σει την ι­κα­νό­τη­τα α­νο­σο­α­πάν­τη­σης του εμ­βρύ­ου ε­άν χο­ρη­γη­θεί στη διά­ρκεια της κύ­η­σης, γι΄ αυ­τό και δεν συ­νι­στά­ται στη διά­ρκεια της κύ­η­σης. Οι γυ­ναί­κες α­να­πα­ρα­γω­γι­κής η­λι­κί­ας πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν ε­παρ­κή αν­τι­συλ­λη­πτι­κά μέ­τρα και να τα χρη­σι­μο­ποι­ούν του­λά­χι­στον ε­πί 6 μή­νες με­τά την τε­λευ­ταί­α δό­ση της ινφλιξιμάμπης.

2.7.1.13   ΓΑΛΟΥΧΙΑ

Δεν εί­ναι γνω­στό κα­τά πό­σον η ινφλιξιμάμπη α­πεκ­κρί­νε­ται στο αν­θρώ­πι­νο γά­λα ή α­πορ­ρο­φά­ται συ­στη­μα­τι­κά με­τά την χο­ρή­γη­σή της. Ε­πει­δή πολ­λά φάρ­μα­κα και α­νο­σο­σφαι­ρί­νες α­πεκ­κρί­νον­ται στο αν­θρώ­πι­νο γά­λα και λό­γω των δυ­νη­τι­κών ε­πι­πλο­κών της ινφλιξιμάμπης στα θη­λά­ζον­τα βρέ­φη, ο θη­λα­σμός πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται του­λά­χι­στον ε­πί 6 μή­νες με­τά την δι­α­κο­πή της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη.

2.7.1.14   ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ - ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Νε­ο­γνά-παι­διά : Η α­σφά­λεια και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της ινφλιξιμάμπης σε παι­διά με ΡΑ ή νό­σο του Crohn δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί. Στα παι­διά, η ινφλιξιμάμπη συ­νι­στά­ται να α­πο­φεύ­γε­ται μέ­χρις ό­του υ­πάρ­ξουν πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες για την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα και α­σφά­λειά της.

Η­λι­κι­ω­μέ­νοι : Η φαρ­μα­κο­κι­νη­τι­κή της ινφλιξιμάμπης δεν έ­χει με­λε­τη­θεί στους η­λι­κι­ω­μέ­νους. Η α­σφά­λεια και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της ινφλιξιμάμπης δεν δι­α­φέ­ρει με­τα­ξύ α­σθε­νών η­λι­κί­ας με­γα­λύ­τε­ρης των 65 ε­τών, συγ­κρι­τι­κά με νε­ό­τε­ρους. Πάν­τως, στους η­λι­κι­ω­μέ­νους, ε­πει­δή η συ­χνό­τη­τα των λοι­μώ­ξε­ων εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη, η ινφλιξιμάμπη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή.

Κύ­η­ση : Η θε­ρα­πεί­α με ινφλιξιμάμπη αν­τεν­δεί­κνυ­ται στη διά­ρκεια της κύ­η­σης.

Γα­λου­χί­α : Η ινφλιξιμάμπη πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται στη διά­ρκεια της γα­λου­χί­ας.

Α­να­πα­ρα­γω­γή : Κα­τά πό­σον η θε­ρα­πεί­α με ινφλιξιμάμπη έ­χει ε­πι­πτώ­σεις στην αν­δρι­κή σπερ­μα­το­γέ­νε­ση και την γε­νι­κό­τε­ρη α­να­πα­ρα­γω­γι­κή λει­τουρ­γί­α εί­ναι ά­γνω­στο.

Εμ­βο­λια­σμοί : Ζών­τα εμ­βό­λια συ­νι­στά­ται να α­πο­φεύ­γον­ται σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με ινφλιξιμάμπη.

Αυ­το­αν­τι­σώ­μα­τα : Με­ρι­κοί α­σθε­νείς με ΡΑ έ­χουν θε­τι­κά αν­τι­πυ­ρη­νι­κά αν­τι­σώ­μα­τα, συ­νή­θως σε χα­μη­λούς σχε­τι­κά τίτ­λους (£ 1/640), πριν α­πό την έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη. Στους α­σθε­νείς αυ­τούς η ινφλιξιμάμπη δεν αν­τεν­δεί­κνυ­ται, δε­δο­μέ­νου ό­τι μπο­ρεί να αρ­νη­τι­κο­ποι­ή­σει τα ΑΝΑ. Α­κό­μα, δεν αντενδείκνυται σε α­σθε­νείς με θε­τι­κά αν­τι-DNA, εφ΄ό­σον δεν έ­χουν κλι­νι­κές εκ­δη­λώ­σεις λύ­κου. Ε­άν εμ­φα­νι­σθούν εκ­δη­λώ­σεις φαρ­μα­κευ­τι­κού λύ­κου στη διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη, η α­γω­γή πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται. Με­τά την δι­α­κο­πή της, οι εκ­δη­λώ­σεις του λύ­κου υ­πο­χω­ρούν. 

Γι΄αυ­τό, και στη διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη, τα ΑΝΑ και τα αν­τι-DNA συ­νι­στά­ται να ε­ξε­τά­ζον­ται πε­ρι­ο­δι­κά (π.χ. κά­θε 3-6 μή­νες). Σε α­σθε­νείς με ΡΑ και θε­τι­κά ΑΝΑ πριν α­πό την έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη, τα ΑΝΑ και τα αν­τι-DNA πρέ­πει πι­θα­νώς να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται συ­χνό­τε­ρα.

Καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια : Η ινφλιξιμάμπη δεν συ­νι­στά­ται σε α­σθε­νείς με καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια τά­ξης NYHA III-V, λό­γω της αυ­ξη­μέ­νης συ­χνό­τη­τας των θα­νά­των που έ­χουν α­να­φερ­θεί με την χρή­ση της στην ο­μά­δα αυ­τή των α­σθε­νών.

Σε α­σθε­νείς με ή­πια καρ­δια­κή α­νε­πάρ­κεια η ινφλιξιμάμπη μπο­ρεί να χορηγηθεί, αλ­λά κά­τω α­πό τα­κτι­κή καρ­δι­ο­λο­γι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση. Ε­άν η καρ­δια­κή λει­τουρ­γί­α ε­πι­δει­νω­θεί, η θεραπεία με ινφλιξιμάμπη πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται.

Νευ­ρο­λο­γι­κές ε­πι­πλο­κές : Η ινφλιξιμάμπη, ό­πως και άλ­λοι πα­ρά­γον­τες που α­να­στέλ­λουν τον TNF, μπο­ρεί σπά­νια να προ­κα­λέ­σει έ­ξαρ­ση των κλι­νι­κών συμ­πτω­μά­των ή/και α­κτι­νο­λο­γι­κή έν­δει­ξη α­πο­μυ­ε­λι­νω­τι­κής νό­σου, γι΄αυτό και πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με προ­ϋ­πάρ­χου­σα ή πρό­σφα­της έ­ναρ­ξης α­πο­μυ­ε­λι­νω­τι­κή νό­σο του κεν­τρι­κού νευ­ρι­κού συ­στή­μα­τος.

Η­πα­το­το­ξι­κό­τη­τα : Η ινφλιξιμάμπη μπο­ρεί, σπά­νια, να προ­κα­λέ­σει αύ­ξη­ση των η­πα­τι­κών εν­ζύ­μων (SGOT, SGPT ή/και της γ-GT και της αλ­κα­λι­κής φω­σφα­τά­σης). Στις πε­ρι­πτώ­σεις αυ­τές, η πρέ­πει να α­να­στέλ­λε­ται μέ­χρις ό­του οι τι­μές των εν­ζύ­μων ε­πα­νέλ­θουν σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ε­πί­πε­δα, ο­πό­τε και μπο­ρεί να ε­πα­να­λη­φθεί.

Αρ­θρο­πλα­στι­κές : Η α­σφά­λεια της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη σε α­σθε­νείς που έ­χουν υ­πο­βλη­θεί σε ο­λι­κές αρ­θρο­πλα­στι­κές δεν εί­ναι γνω­στή.

Χει­ρουρ­γι­κές ε­πεμ­βά­σεις : Η α­σφά­λεια της ινφλιξιμάμπης σε χει­ρουρ­γη­μέ­νους α­σθε­νείς δεν εί­ναι γνω­στή. Ο μα­κρός t(1/2) της ινφλιξιμάμπης πρέ­πει να λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη σε α­σθε­νείς προ­γραμ­μα­τι­ζό­με­νους για χει­ρουρ­γι­κή ε­πέμ­βα­ση. Οι α­σθε­νείς που χρει­ά­ζον­ται χει­ρουρ­γι­κές ε­πεμ­βά­σεις στη διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται στε­νά μή­πως εμ­φα­νί­σουν λοι­μώ­ξεις και να παίρ­νον­ται τα κα­τάλ­λη­λα μέ­τρα.

2.7.1.15   ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ
  • Η ινφλιξιμάμπη πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με χρό­νι­ες λοι­μώ­ξεις ή ι­στο­ρι­κό υ­πο­τρο­πι­α­ζου­σών λοι­μώ­ξε­ων και να α­πο­φεύ­γε­ται σε πά­σχον­τες α­πό κλι­νι­κά σο­βα­ρή ε­νερ­γό λοί­μω­ξη. Οι α­σθε­νείς που εμ­φα­νί­ζουν νέ­ες λοι­μώ­ξεις στη διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή. Ε­άν εμ­φα­νί­σουν σο­βα­ρή λοί­μω­ξη ή ση­ψαι­μί­α, η ινφλιξιμάμπη πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται.
  • Η ινφλιξιμάμπη μπο­ρεί να συγ­χο­ρη­γη­θεί ευ­θύς ε­ξαρ­χής με άλ­λα DMARDs (π.χ. λε­φλου­νο­μί­δη, κυ­κλο­σπο­ρί­νη, α­ζα­θει­ο­πρί­νη, σουλ­φα­σα­λα­ζί­νη, κ.ά.) ή σε α­σθε­νείς με ανεπαρκή αν­τα­πό­κρι­ση σε άλ­λα DMARDs
  • Σε α­σθε­νείς ανθεκτικούς στη με­θο­τρε­ξά­τη, η με­θο­τρε­ξά­τη μπο­ρεί να συ­νε­χι­σθεί στη μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τή δό­ση, π.χ. 5-7.5 mg/ε­βδο­μά­δα, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­ξά­νει την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα μει­ώ­νει τους κιν­δύ­νους της έγ­χυ­σης, της ινφλιξιμάμπης και πα­ρεμ­πο­δί­ζει την α­νά­πτυ­ξη των HACA.
  • Η πτώ­ση του αι­μα­το­κρί­τη και της αι­μο­σφαι­ρί­νης, ε­άν ο­φεί­λε­ται στη νό­σο, δεν εί­ναι αν­τέν­δει­ξη της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη. Αν­τί­θε­τα, η ινφλιξιμάμπη μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει την α­ναιμί­α την ο­φει­λό­με­νη στη χρό­νια νό­σο.
  • Ε­άν ο α­σθε­νής έ­χει υ­πο­τρο­πή των συμ­πτω­μά­των του πριν α­πό την προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη ε­πό­με­νη δό­ση, η έγ­χυ­ση μπο­ρεί να γί­νει ε­νω­ρί­τε­ρα, πριν α­πό την πα­ρέ­λευ­ση του 2μήνου, ή να αυ­ξη­θεί η δό­ση της ε­πό­με­νης έγ­χυ­σης α­πό 3, σε 5 έ­ως και 10 mg/kg.
  • Σε α­σθε­νείς με φυ­μα­τί­ω­ση θε­ρα­πευ­ό­με­νους με ινφλιξιμάμπη δεν υ­πάρ­χει αν­τέν­δει­ξη για εν­δαρ­θρι­κή ή συ­στη­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α με κορ­τι­κο­ει­δή. Τα γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δή μπο­ρούν να χο­ρη­γη­θούν σε α­σθε­νείς με κεγ­χρο­ει­δή φυ­μα­τί­ω­ση και φυ­μα­τι­ώ­δη μη­νιγ­γί­τι­δα ή πε­ρι­καρ­δί­τι­δα. Πάν­τως, ε­πει­δή η ρι­φαμ­πι­κί­νη ε­πι­τα­χύ­νει την α­πο­δό­μη­ση των γλυ­κο­κορ­τι­κο­ει­δών, η δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών πρέ­πει να αυ­ξά­νε­ται κα­τά 40%.

2.7.1.16   ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΛΛΕΡΓΙΚΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ ΙΝΦΛΙΞΙΜΑΜΠΗΣ

2.7.1.16.1   ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

  • 25 mg Fenistil ή Phenergan per os 2 φο­ρές η­με­ρη­σί­ως 3-4 η­μέ­ρες πριν α­πό την έγ­χυ­ση
  • 500 mg πα­ρα­κε­τα­μό­λης πριν α­πό την έγ­χυ­ση
  • 250 mg υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης (Solu-Cortef)  ΕΦ 30΄πριν α­πό την έγ­χυ­ση

Σε ασθενείς με προηγηθείσα αλλεργική αντίδραση :

  • 50 mg Phenergan IM
  • 300 mg ρα­νι­τι­δί­νης per os
  • 250 mg υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης ΕΦ

2.7.1.16.2   ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

  • Δι­α­κο­πή έγ­χυ­σης μέ­χρις ό­του τα συμ­πτώ­μα­τα υ­πο­χω­ρή­σουν
  • 50 mg Phenergan IM και 100-250 mg υ­δρο­κορ­τι­ζό­νης ΕΦ
  • Συ­νέ­χι­ση της έγ­χυ­σης με βρα­δύ­τε­ρο βαθ­μό

2.7.1.17  ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ/ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΦΥΜΑΤΙΩΣΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕ­ΝΕΙΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥΣ ΓΙΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑ Ή ΘΕΡΑΠΕΥΟΜΕΝΟΥΣ ΜΕ ΑΝΤΙ-TNF ΠΑΡΑ­ΓΟΝΤΕΣ

Η θε­ρα­πεί­α με αν­τι-TNF πα­ρά­γον­τες μπο­ρεί να ε­πη­ρε­ά­σει την λει­τουρ­γί­α των μα­κρο­φά­γων και το φυ­μα­τι­ώ­δες κοκ­κί­ω­μα, με α­πο­τέ­λε­σμα την δι­α­φυ­γή του βά­κιλ­λου του Koch α­πό το κοκ­κί­ω­μα και την δι­α­σπο­ρά του σ΄ο­λό­κλη­ρο το σώ­μα. Συμ­πτώ­μα­τα εν­δει­κτι­κά φυ­μα­τι­ώ­δους λοί­μω­ξης εμ­φα­νί­ζον­ται συ­νή­θως με­τά την 3η έγ­χυ­ση του φαρ­μά­κου.

2.7.1.17.1   Ασθενείς επιρρεπείς σε φυματίωση

Ο κίν­δυ­νος της φυ­μα­τί­ω­σης αυ­ξά­νε­ται σε α­σθε­νείς με λαν­θά­νου­σα φυ­μα­τί­ω­ση (ή φυ­μα­τι­ώ­δη λοί­μω­ξη) ή με­γά­λο κίν­δυ­νο α­να­ζω­πύ­ρω­σης της φυ­μα­τί­ω­σης. Οι α­σθε­νείς αυ­τοί μπο­ρεί να έ­χουν :

  • Ι­στο­ρι­κό φυ­μα­τί­ω­σης θε­ρα­πευ­θεί­σας πριν α­πό το 1970 ή μη θε­ρα­πευ­θεί­σας του­λά­χι­στον ε­πί 6 μή­νες (στο δι­ά­στη­μα αυ­τό πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται και 2 του­λά­χι­στον μή­νες θε­ρα­πεί­ας με τον συν­δυα­σμό ρι­φαμ­πι­κί­νης – πυ­ρα­ζι­να­μί­δης) 
  • Θε­τι­κή δο­κι­μα­σί­α Mantoux (η ο­ποί­α έ­χει γί­νει >10 χρό­νια με­τά τον τε­λευ­ταί­ο εμ­βο­λια­σμό με BCG) με πομ­φό δι­α­μέ­τρου > 10 mm ή φλύ­κται­να, χω­ρίς ι­στο­ρι­κό ε­νερ­γού φυ­μα­τί­ω­σης ή αν­τι­φυ­μα­τι­κής θε­ρα­πεί­ας, ή υ­πο­λειμ­μα­τι­κές φυ­μα­τι­ώ­δεις αλ­λοι­ώ­σεις >1 cm3, χω­ρίς την βε­βαι­ό­τη­τα ό­τι έ­χει γί­νει θε­ρα­πεί­α ε­κρί­ζω­σης.
  • Ο κίν­δυ­νος φυ­μα­τί­ω­σης εί­ναι μι­κρός σε α­σθε­νείς με πρω­το­πα­θή φυ­μα­τι­ώ­δη λοί­μω­ξη (θε­τι­κο­ποί­η­ση προ­η­γου­μέ­νως αρ­νη­τι­κής Mantoux ή αύ­ξη­ση της δι­α­μέ­τρου του πομ­φού >10 mm σε α­σθε­νείς που έ­χουν συγ­χρω­τι­σθεί με πά­σχον­τες α­πό φυ­μα­τί­ω­ση). Πάν­τως, οι α­σθε­νείς αυ­τοί πρέ­πει να ε­νη­με­ρώ­νον­ται για τον κίν­δυ­νο της φυ­μα­τί­ω­σης και να α­πο­φεύ­γουν την ε­πα­φή με πά­σχον­τες α­πό φυ­μα­τί­ω­ση.
  • Ά­το­μα με ι­στο­ρι­κό ε­νερ­γού φυ­μα­τί­ω­σης που α­κο­λού­θη­σαν αν­τι­φυ­μα­τι­κή α­γω­γή ε­πί 6 του­λά­χι­στον μή­νες (στο δι­ά­στη­μα αυ­τό πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται του­λά­χι­στον 2 μή­νες θε­ρα­πεί­ας με τον συν­δυα­σμό ρι­φαμ­πι­κί­νης – πυ­ρα­ζι­να­μί­δης) δεν θε­ω­ρούν­ται ό­τι έ­χουν αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο α­να­ζω­πύ­ρω­σης της φυ­μα­τί­ω­σης.
  • Ε­νερ­γό φυ­μα­τί­ω­ση : Οι α­σθε­νείς με υ­πο­ψί­α ε­νερ­γού φυ­μα­τί­ω­σης πρέ­πει να υ­πο­βάλ­λον­ται σε πλή­ρη δι­α­γνω­στι­κό έ­λεγ­χο για φυ­μα­τί­ω­ση και σε αν­τι­φυ­μα­τι­κή α­γω­γή. Ε­άν υ­πάρ­χει υ­πο­ψί­α φυ­μα­τί­ω­σης ή γνω­στή φυ­μα­τί­ω­ση, η θε­ρα­πεί­α με ινφλιξιμάμπη πρέ­πει να α­να­βάλ­λε­ται.

2.7.1.17.2   Εκτίμηση κινδύνου ανάπτυξης φυματίωσης

α)   Ι­στο­ρι­κό : Πριν α­πό την έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη, ο κίν­δυ­νος λαν­θά­νου­σας ή ε­νερ­γού φυ­μα­τί­ω­σης πρέ­πει να προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται σε κά­θε α­σθε­νή με λε­πτο­με­ρές ι­στο­ρι­κό, ε­στι­α­σμέ­νο στα ε­ξής ση­μεί­α :

  • Η­με­ρο­μη­νί­α τε­λευ­ταί­ου εμ­βο­λια­σμού με BCG (ε­άν έ­χει γί­νει)
  • Ι­στο­ρι­κό ε­πα­φής με πά­σχον­τες α­πό φυ­μα­τί­ω­ση (φυ­μα­τί­ω­ση σε μέ­λη της οι­κο­γέ­νειας, α­κό­μα και στη διά­ρκεια της παι­δι­κής η­λι­κί­ας του α­σθε­νούς)
  • Προ­έ­λευ­ση ή μα­κρο­χρό­νια πα­ρα­μο­νή του α­σθε­νούς σε χώ­ρες ό­που η φυ­μα­τί­ω­ση εν­δη­μεί
  • Ι­στο­ρι­κό λαν­θά­νου­σας ή ε­νερ­γού φυ­μα­τί­ω­σης
  • Προ­η­γη­θεί­σα αν­τι­φυ­μα­τι­κή α­γω­γή (φάρ­μα­κα, δό­σεις, διά­ρκεια θε­ρα­πεί­ας) (ε­άν υ­πάρ­χει)
  • Συ­στη­μα­τι­κά συμ­πτώ­μα­τα και πνευ­μο­νι­κές ή/και ε­ξω­πνευ­μο­νι­κές εκ­δη­λώ­σεις φυ­μα­τί­ω­σης

β)  Α­πλή α­κτι­νο­γρα­φί­α θώ­ρα­κα (F/P) : Ε­άν δεί­ξει ευ­ρή­μα­τα εν­δει­κτι­κά υ­πο­λειμ­μα­τι­κής φυ­μα­τί­ω­σης, συ­νι­στά­ται α­ξο­νι­κή το­μο­γρα­φί­α θώ­ρα­κα και συ­ζή­τη­ση με ει­δι­κό, ε­άν χρει­ά­ζε­ται.

γ)  Δο­κι­μα­σί­α Mantoux με 10 IU φυ­μα­τί­νης. Ε­άν προ­κα­λέ­σει φλύ­κται­να, πρέ­πει να γί­νε­ται α­να­ζή­τη­ση του β. Koch στο γα­στρι­κό υ­γρό ε­πί 3 συ­νε­χείς η­μέ­ρες.

Οι η­με­ρο­μη­νί­ες των ε­ξε­τά­σε­ων αυ­τών και τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα πρέ­πει να κα­τα­γρά­φον­ται στην κάρ­τα του α­σθε­νούς στην έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη.

2.7.1.17.3   Θεραπεία λανθάνουσας – ενεργού φυματίωσης

2.7.1.17.3.1  ΧΗΜΕΙΟΠΡΟΦΥΛΑΞΗ (σε α­σθε­νείς με λαν­θά­νου­σα φυ­μα­τί­ω­ση, δηλ. θε­τι­κή Mantoux ό­πως πα­ρα­πά­νω)

  • Ι­σο­νι­α­ζί­δη μό­νη της (4 mg/kg/24ωρο ή 300 mg/24ωρο). Ε­ναλ­λα­κτι­κά, μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν τα πα­ρα­κά­τω σχή­μα­τα :
  • Ρι­φαμ­πι­κί­νη (10 mg/kg/24ωρο ε­φά­παξ) + πυ­ρα­ζι­να­μί­δη (20 mg/kg/24ωρο ε­φά­παξ) ή
  • Ρι­φαμ­πι­κί­νη (10 mg/kg/24ωρο ε­φά­παξ) + ι­σο­νι­α­ζί­δη (4 mg/kg/24ωρο)
  • Η χη­μει­ο­προ­φύ­λα­ξη πρέ­πει να δια­ρκεί 6 του­λά­χι­στον μή­νες. Τέσ­σε­ρις ε­βδο­μά­δες με­τά την έ­ναρ­ξη της χη­μει­ο­προ­φύ­λα­ξης μπο­ρεί να αρ­χί­σει η θε­ρα­πεί­α με ινφλιξιμάμπη.

2.7.1.17.3.2   ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΝΕΡΓΟΥ ΦΥΜΑΤΙΩΣΗΣ

  • Ρι­φαμ­πι­κί­νη (10 mg/kg/24ωρο ε­φά­παξ) + ι­σο­νι­α­ζί­δη (4 mg/kg/24ωρο) ε­πί 9-12 μή­νες ή
  • I­σο­νι­α­ζί­δη (4 mg/kg/24ωρο) μό­νη της Χ 9 μή­νες, σε υ­πε­ρή­λι­κες και σε α­σθε­νείς με η­πα­τι­κές ε­πι­πλο­κές στη ρι­φαμ­πι­κί­νη ή κίρ­ρω­ση του ή­πα­τος.

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ :

  • Ε­άν υ­πάρ­χει υ­πο­τρο­πή ή υ­πο­ψί­α φαρ­μα­κευ­τι­κής αν­τί­στα­σης (α­σθε­νείς α­πό εν­δη­μι­κές πε­ρι­ο­χές) στη διά­ρκεια των 2 πρώ­των μη­νών της θε­ρα­πεί­ας πρέ­πει να προ­στί­θε­ται ε­θαμ­βου­τό­λη (20 mg/kg/24ωρο).
  • Η διά­ρκεια της αν­τι­φυ­μα­τι­κής α­γω­γής πρέ­πει να α­νέρ­χε­ται,  για ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την εν­τό­πι­ση των φυ­μα­τι­ω­δών αλ­λοι­ώ­σε­ων, σε 9-12 μή­νες, κα­τά την κρί­ση του θε­ρά­πον­τα ια­τρού.
  • Η πα­ρα­κο­λού­θη­ση της αν­τι­φυ­μα­τι­κής θε­ρα­πεί­ας πρέ­πει να γί­νε­ται σύμ­φω­να με τους βα­σι­κούς κα­νό­νες της αν­τι­φυ­μα­τι­κής α­γω­γής.
  • Η αν­τι­φυ­μα­τι­κή α­γω­γή δεν πρέ­πει να αρ­χί­ζει σε νο­σο­κο­μεια­κές κλι­νι­κές ό­που πα­ρα­κο­λου­θούν­ται άλ­λοι α­σθε­νείς με α­νο­σο­α­νε­πάρ­κει­ες συν­δε­ό­με­νες με την ινφλιξιμάμπη.
  • Σε α­σθε­νείς που έ­χουν θε­τι­κά πτύ­ε­λα για β. Koch πριν α­πό την έ­ναρ­ξη της αν­τι­φυ­μα­τι­κής α­γω­γής πρέ­πει να γί­νε­ται α­να­ζή­τη­ση του μυ­κο­βα­κτη­ρι­δί­ου 2 πε­ρί­που ε­βδο­μά­δες με­τά την έ­ναρ­ξη της θε­ρα­πεί­ας.
  • Λό­γω έλ­λει­ψης σχε­τι­κών πλη­ρο­φο­ρι­ών, η ε­πα­να­χο­ρή­γη­ση της ινφλιξιμάμπης με­τά την α­πο­θε­ρα­πεί­α της φυ­μα­τι­ώ­δους λοί­μω­ξης δεν συ­νι­στά­ται. Ε­άν η θε­ρα­πεί­α με ινφλιξιμάμπη θε­ω­ρεί­ται α­πα­ραί­τη­τη, δεν πρέ­πει να ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ε­νω­ρί­τε­ρα α­πό 3 μή­νες με­τά το πέ­ρας της αν­τι­φυ­μα­τι­κής α­γω­γής. Α­κό­μα, πριν α­πό την συ­νέ­χι­ση της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη, πρέ­πει να δι­α­πι­στώ­νε­ται κα­τά πό­σον υ­πάρ­χει κλι­νι­κή ή α­κτι­νο­λο­γι­κή έν­δει­ξη ε­νερ­γού φυ­μα­τί­ω­σης και οι ερ­γα­στη­ρια­κές ε­ξε­τά­σεις για φυ­μα­τί­ω­ση εί­ναι αρ­νη­τι­κές. Οι α­σθε­νείς που ξα­ναρ­χί­ζουν θε­ρα­πεί­α με ινφλιξιμάμπη πρέ­πει πι­θα­νώς να θε­ρα­πεύ­ον­ται μα­κρο­χρό­νια με ι­σο­νι­α­ζί­δη μό­νη της ή σε συν­δυα­σμό με ρι­φαμ­πι­κί­νη.
2.7.1.18   ΔΟΣΗ - ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ

Δόση :

  • Ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα : 3 mg/kg
  • Νό­σος Crohn, ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα, αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα: 5 mg/kg

2.7.1.18.1   ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Θεραπευτικό σχήμα :

  • 1η δό­ση : Ε­βδο­μά­δα 0
  • 2η δό­ση : Με­τά 2 ε­βδο­μά­δες
  • 3η δό­ση : Με­τά 4 ε­βδο­μά­δες
  • 4η δό­ση : Με­τά 8 ε­βδο­μά­δες
  • Συ­νέ­χι­ση της α­γω­γής κά­θε 8 ε­βδο­μά­δες ή λι­γό­τε­ρο, α­νά­λο­γα με την διά­ρκεια της βελ­τί­ω­σης.

Σε α­σθε­νείς με α­νε­παρ­κή αν­τα­πό­κρι­ση, η ινφλιξιμάμπη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί σε δό­ση 10 mg/kg ή κά­θε 4 ε­βδο­μά­δες. Ε­άν ο α­σθε­νής έ­χει υ­πο­τρο­πή των συμ­πτω­μά­των του προ της πα­ρέ­λευ­σης του δι­μή­νου (δηλ. προ της ε­πό­με­νης κα­θο­ρι­σμέ­νης δό­σης), η έγ­χυ­ση της ινφλιξιμάμπης μπο­ρεί να γί­νει ε­νω­ρί­τε­ρα (π.χ. κά­θε 45 η­μέ­ρες).

Διάρκεια θεραπείας : H διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί. Η ινφλιξιμάμπη, με­τά την δι­α­κο­πή της, σχε­δόν πάν­τα α­κο­λου­θεί­ται α­πό υ­πο­τρο­πή της νό­σου, γι΄αυ­τό και πρέ­πει να συ­νε­χί­ζε­ται εφ΄ό­σον έ­χει ι­κα­νο­ποι­η­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση.

2.7.1.18.2   ΝΟΣΟΣ CROHN

Θεραπευτικό σχήμα :

  • 5 mg/kg ε­φά­παξ (μί­α μό­νο δό­ση)
  • Με­τά α­πό 2 και 6 ε­βδο­μά­δες μια ε­πι­πρό­σθε­τη έγ­χυ­ση 5 mg/kg σε α­σθε­νείς με εν­τε­ρο­δερ­μα­τι­κά συ­ρίγ­για.

Διάρκεια θεραπείας : Δεν υ­πάρ­χουν ε­παρ­κείς πλη­ρο­φο­ρί­ες για την α­σφά­λεια και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη πέ­ραν της μιας έγ­χυ­σης σε α­σθε­νείς με νό­σο του Crohn με μη συ­ριγ­γι­ο­ποι­η­μέ­νη νό­σο και 3 εγ­χύ­σε­ων, σε α­σθε­νείς με εν­τε­ρο­δερ­μα­τι­κά συ­ρίγ­για. Πάν­τως, με­τά το βα­σι­κό θε­ρα­πευ­τι­κό σχή­μα (1-3 δό­σεις), οι εγ­χύ­σεις μπο­ρούν να συ­νε­χι­σθούν κά­θε 2 μή­νες, ό­πως στη ΡΑ, εφ΄ ό­σον δεν έ­χει προ­κύ­ψει ση­μαν­τι­κή κλι­νι­κή βελ­τί­ω­ση και για να προ­λη­φθούν οι υ­πο­τρο­πές. Η συ­νο­λι­κή διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη στη νό­σο Crohn, ό­πως και στη ΡΑ, δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί.

2.7.1.18.3   ΨΩΡΙΑΣΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

  • Θεραπευτικό σχήμα : 5 mg/kg ε­βδο­μά­δες 0, 2 6 και στην συ­νέ­χεια α­νά 6-10 ε­βδο­μά­δες.
  • Η διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί.

2.7.1.18.4   ΑΓΚΥΛΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΠΟΝΔΥΛΙΤΙΔΑ

Θεραπευτικό σχήμα : 5 mg/kg ε­βδο­μά­δες 0, 2 και 6 και στη συ­νέ­χεια να 6-10 ε­βδο­μά­δες. Η διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με ινφλιξιμάμπη δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί.

2.7.1.19   ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΗΣ

Για την χο­ρή­γη­ση της ινφλιξιμάμπης πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται σετ έγ­χυ­σης με εν σει­ρά α­πο­στει­ρω­μέ­νο μη πυ­ρε­το­γό­νο φίλ­τρο χα­μη­λής δέ­σμευ­σης των πρω­τε­ϊ­νών (μέ­γε­θος πό­ρων ≤1,2 mμ). 

Υπολογισμός δόσης : Υ­πο­λο­γί­στε τη δό­ση, τον α­ριθ­μό των φι­α­λι­δί­ων και το συ­νο­λι­κό όγ­κο του α­να­συ­στα­θέν­τος δι­α­λύ­μα­τος ινφλιξιμάμπης που α­παι­τεί­ται. Κά­θε φι­α­λί­διο πε­ρι­έ­χει 100 mg ινφλιξιμάμπης.

Ανασύσταση :

  • Πραγ­μα­το­ποι­ή­στε την α­να­σύ­στα­ση κά­θε φι­α­λι­δί­ου ινφλιξιμάμπης με 1Ο ml ε­νέ­σι­μου ύ­δα­τος, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας σύ­ριγ­γα Νο 21 ή μι­κρό­τε­ρη.
  • Βγάλ­τε το πώ­μα α­πό το φι­α­λί­διο και σκου­πί­στε το ε­πά­νω μέ­ρος με βαμ­βά­κι εμ­πο­τι­σμέ­νο σε οι­νό­πνευ­μα 70%.
  • Βάλ­τε τη βε­λό­να της σύ­ριγ­γας στο φι­α­λί­διο μέ­σο του κέν­τρου του λα­στι­χέ­νιου πώ­μα­τος και κα­τευ­θύ­νε­τε το ε­νέ­σι­μο ύ­δωρ προς το γυ­ά­λι­νο τοί­χω­μα του φι­α­λι­δί­ου.Μην χρησιμοποιήσετε το φι­α­λί­διο ε­άν αν­τι­λη­φθεί­τε α­που­σί­α κε­νού α­έ­ρος.
  • Α­να­κα­τέψ­τε ε­λα­φρά το δι­ά­λυ­μα πε­ρι­στρέ­φον­τας το φι­α­λί­διο α­νά­με­σα στα χέ­ρια σας έ­ως ό­του η λυ­ο­φι­λο­ποι­η­μέ­νη σκό­νη δι­α­λυ­θεί εν­τε­λώς. Α­πο­φύ­γε­τε την πα­ρα­τε­τα­μέ­νη ή ι­σχυ­ρή α­νά­δευ­ση. Μην ανακινείτε το φιαλίδιο.
  • Α­φή­στε το δι­ά­λυ­μα να η­ρε­μή­σει για πέν­τε λε­πτά.

Το δι­ά­λυ­μα πρέ­πει να εί­ναι ά­χρω­μο έ­ως α­νοι­κτό κί­τρι­νο και ο­πα­λί­ζον, ε­νώ μπο­ρεί να α­να­πτύ­ξει με­ρι­κά λε­πτά και δια­υγή σω­μα­τί­δια, δε­δο­μέ­νου ό­τι η ινφλιξιμάμπη εί­ναι πρω­τε­ΐ­νη. Ο σχη­μα­τι­σμός α­φρού κα­τά την α­να­σύ­στα­ση δεν εί­ναι α­συ­νή­θι­στος. Μην χρησιμοποιήσετε το φι­α­λί­διο ε­άν πα­ρα­τη­ρή­σε­τε α­δι­α­φα­νή σω­μα­τί­δια, αλ­λα­γή του χρώ­μα­τος ή ξέ­να σω­μα­τί­δια.

Αραίωση

  • Α­ραι­ώ­στε τον συ­νο­λι­κό όγ­κο της α­να­συ­στα­θεί­σας δό­σης του δι­α­λύ­μα­τος ινφλιξιμάμπης στα 250 ml με δι­ά­λυ­μα 0,9% χλω­ρι­ού­χου να­τρί­ου.
  • Α­φαι­ρέ­στε α­πό τον σά­κο έκ­χυ­σης όγ­κο δι­α­λύ­μα­τος χλω­ρι­ού­χου να­τρί­ου, ί­σο με τον όγ­κο του α­να­συ­στα­θέν­τος δι­α­λύ­μα­τος ινφλιξιμάμπης που α­παι­τεί­ται.
  • Προ­σθέ­στε αρ­γά το δι­ά­λυ­μα της ινφλιξιμάμπης έ­χον­τας το­πο­θε­τή­σει τον σά­κο έγ­χυ­σης σε ε­πί­πε­δη ε­πι­φά­νεια.Ο συ­νο­λι­κός όγ­κος στο σά­κο έγ­χυ­σης πρέ­πει να εί­ναι 250 ml.
  • Α­να­κα­τέψ­τε ε­λα­φρά. Μην ανακινείτε.
  • Χο­ρη­γή­στε το δι­ά­λυ­μα σε δι­ά­στη­μα του­λά­χι­στο 2 ω­ρών (με ρυθ­μό έγ­χυ­σης ό­χι με­γα­λύ­τε­ρο α­πό 2 ml/λε­πτό).

ΜΗΝ ΕΓΧΕΕΤΕ την ινφλιξιμάμπη στον ί­διο εν­δο­φλέ­βιο σω­λή­να ταυ­τό­χρο­να με άλ­λους πα­ρά­γον­τες.

ΠΕΤΑΞΤΕ ο­ποι­α­δή­πο­τε πο­σό­τη­τα δι­α­λύ­μα­τος ινφλιξιμάμπης δεν χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε.

Παρακολούθηση ασθενούς

  • Πα­ρα­κο­λου­θή­στε το σφυγ­μό και την πί­ε­ση του α­σθε­νούς κά­θε 30΄.
  • Ε­άν ο α­σθε­νής πα­ρου­σιά­σει ση­μαν­τι­κή με­τα­βο­λή των ζω­τι­κών του λει­τουρ­γι­ών (π.χ. πτώ­ση αρ­τη­ρια­κής πί­ε­σης) ή  εκ­δη­λώ­σεις εν­δει­κτι­κές υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας (ε­ξαν­θή­μα­τα, δυ­σχέ­ρεια α­να­πνο­ής, υ­πό­τα­ση), η έγ­χυ­ση πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται α­μέ­σως, να γί­νε­ται α­ξι­ο­λό­γη­ση και αν­τι­με­τώ­πι­ση των συμ­πτω­μά­των και να χο­ρη­γούν­ται, ε­άν χρει­ά­ζε­ται, πα­ρα­κε­τα­μό­λη, αν­τι­ι­στα­μι­νι­κά ή κορ­τι­κο­στε­ρο­ει­δή. Ε­άν εμ­φα­νι­σθούν ση­μεί­α α­να­φυ­λα­ξί­ας (π.χ. βρογ­χό­σπα­σμος), η έγ­χυ­ση πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται α­μέ­σως και να δί­δε­ται η κα­τάλ­λη­λη α­γω­γή.
  • Ε­άν η έγ­χυ­ση δι­α­κο­πεί ε­ξαι­τί­ας μιας αν­τί­δρα­σης, η ο­ποί­α δεν εί­ναι σο­βα­ρή και δεν χρει­ά­ζε­ται θε­ρα­πεί­α με α­δρε­να­λί­νη ή κορ­τι­κο­στε­ρο­ει­δή, τό­τε μπο­ρεί να συ­νε­χι­σθεί με βρα­δύ­τε­ρο ρυθ­μό.

2.7.1.20   ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ

        Εμ­πο­ρι­κή ο­νο­μα­σί­α

            Μορ­φές-πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τες

        Κα­τα­σκευα­στής

Remicade

Vials 100 mg

SCHERING-PLOUGH

2.7.1.21   ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ

Το Remicade δι­α­τί­θε­ται σαν λυ­ό­φι­λη σκό­νη (ινφλιξιμάμπη 100 mg) σε γυ­ά­λι­να φι­α­λί­δια μιας χρή­σης, πω­μα­τι­σμέ­να με ε­λα­στι­κά πώ­μα­τα και κυά­θια α­λου­μι­νί­ου προ­στα­τευ­ό­με­να με πλα­στι­κά κα­λύμ­μα­τα. Σαν έκ­δο­χα πε­ρι­έ­χει σακ­χα­ρό­ζη, πο­λυ­σορ­βι­κό 80, μο­νο­βα­σι­κό και δι­βα­σι­κό φω­σφο­ρι­κό νά­τριο. Η διά­ρκεια ζω­ής του Remicade α­νέρ­χε­ται σε 24 μή­νες. Το α­να­συ­στα­θέν δι­ά­λυ­μα για έγ­χυ­ση πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρό ε­πί 24 ώ­ρες σε θερ­μο­κρα­σί­α δω­μα­τί­ου (25ο C). Ε­πει­δή ό­μως δεν πε­ρι­έ­χει συν­τη­ρη­τι­κά, η έγ­χυ­σή του συ­νι­στά­ται να αρ­χί­ζει το συν­το­μό­τε­ρο δυ­να­τόν και εν­τός 3 ω­ρών α­πό της α­να­σύ­στα­σης και δι­ά­λυ­σής του. Ε­άν η α­να­σύ­στα­ση και δι­ά­λυ­ση έ­χουν γί­νει κά­τω α­πό ά­ση­πτες συν­θή­κες, μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί εν­τός 24 ω­ρών ε­άν φυ­λα­χθεί σε θερ­μο­κρα­σί­ες 2-8ο C. Ε­πει­δή δεν υ­πάρ­χουν με­λέ­τες α­συμ­βα­τό­τη­τας, το Remicade δεν πρέ­πει να α­να­μι­γνύ­ε­ται με άλ­λα φαρ­μα­κευ­τι­κά προ­ϊ­όν­τα. Ε­άν πα­ρα­τη­ρούν­ται συμ­πα­γή σω­μα­τί­τι­δα ή άλ­λα ξέ­να σω­μά­τια ή αλ­λα­γή του χρώ­μα­τος το δι­ά­λυ­μα δεν πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται.

2.7.1.22   ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΥΛΑΞΗ ΤΩΝ ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΩΝ

Τα φι­α­λί­δια πρέ­πει να φυ­λάσ­σον­ται σε θερ­μο­κρα­σί­α 2-8ο C (στο ψυ­γεί­ο), αλ­λά να μην κα­τα­ψύ­χον­ται. Το φάρ­μα­κο δεν πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με­τά την η­με­ρο­μη­νί­α λή­ξης που α­να­γρά­φε­ται στη συ­σκευ­α­σί­α.

ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΙΝΦΛΙΞΙΜΑΜΠΗΣ

 Η ινφλιξιμάμπη εί­ναι πο­λύ α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή σε ποι­κι­λί­α ρευ­μα­τι­κών και μη νο­ση­μά­των, ι­δι­αί­τε­ρα στη ρευ­μα­το­ει­δή και την ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα, την αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα και την νό­σο Crohn.