Έρευνα

Γνωρίζετε αν διατρέχετε κίνδυνο οστεοπόρωσης;:

Ενημερωτικές εκπομπές

ΡΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Μύθοι και Αλήθειες
See video
Βότανα - Φυσικές ουσίες
See video
Τι είναι ο Ρευματολόγος
See video
Πόνοι στις αρθρώσεις
See video
Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα
See video
Έχω ρευματοειδή αρθρίτιδα;
See video
Αγκυλοποιητική σπονδυλαρθροπάθεια
See video

Ιμπουπροφαίνη

Η ιμπουπροφαίνη είναι το πρώτο παράγωγο του προπιονικού οξέος που χρησιμοποιήθηκε στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Πρόκειται για ένα ισχυρό μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο, με πολύ καλή γαστρεντερική και γενικότερη ανοχή σε μακροχρόνια χορήγηση. Η αποτελεσματικότητα και ασφάλειά της έχουν καθιερωθεί μετά από μακροχρόνια κλινική εμπειρία και παρακολούθηση, γι΄ αυτό και αποτελεί ένα από τα πρώτα ΜΣΑΦ εκλογής σε ασθενείς με ρευματικά νοσήματα. Έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια και σε παιδιά με ρευματικά νοσήματα, αλλά το μειονέκτημα ότι πρέπει να χορηγείται σε συχνά χρονικά διαστήματα λόγω του βραχέος t(1/2) που διαθέτει. Ακόμα, πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και άλλα νοσήματα του συνδετικού ιστού, όπου η χρήση της έχει συνδεθεί με άσηπτη μηνιγγίτιδα σε συχνότητα μεγαλύτερη των άλλων ΜΣΑΦ.

16.3.3.1   ΧΗΜΕΙΑ

Ιμπουπροφαίνη (Ibuprofen)

  • Χημικό όνομα : (±)-2-(4-isobutylphenyl) propionic acid
  • Μοριακός τύπος : C13H18O2

ΕΙΚΟΝΑ 34 : Συντακτικός τύπος ιμπουπροφαίνης

Περιγραφή : Η ιμπουπροφαίνη είναι υπόλευκη έως λευκή σκόνη ή κρυσταλλική και συμπαγής ουσία με ελαφρά οσμή και γεύση. Εχει σημείο τήξης 74-77ο C και μοριακό βάρος, 206.3. Είναι πρακτικά αδιάλυτη στο ύδωρ, αλλά πολύ διαλυτή στο οινόπνευμα και το χλωροφόρμιο, ελεύθερα έως πολύ διαλυτή στην ασετόνη και την μεθυλική αλκοόλη, ελεύθερα διαλυτή στον αιθέρα και το διχλωρομεθάνιο και ελαφρά διαλυτή στο οξεικό αιθύλιο. Σε ξηρή κατάσταση είναι φυσικά και χημικά σταθερή. Παρασκευάζεται χημικά και διατίθεται σαν ρακεμεικό μείγμα και των 2 εναντιομερών της σε συνδυασμό με φωσφορική κωδείνη, ακεταμινοφαίνη και υδροχλωρική ψευδοεφεδρίνη.

16.3.3.2   ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ

Η ιμπουπροφαίνη έχει αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες (Sheth UK et al, 1980). Ο τρόπος δράσης της, όπως των άλλων ΜΣΑΦ, δεν είναι πλήρως γνωστός, αλλά πιθανώς σχετίζεται με την αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μέσω αναστολής της κυκλοξυγενάσης.

Αντιφλεγμονώδης δράση :

  • Αναστέλλει την σύνθεση του 11- και 15-μονοϋδροξυεικοσατετρανοϊκού οξέος, αλλά δεν έχει δράση στην παραγωγή του 5-ΗΕΤΕ και της λευκοτριένης Β4. 
  • Αναστέλλει την κυκλοξυγενάση, μειώνοντας έτσι σημαντικά την σύνθεση των προσταγλανδινών, εξίσου με την ασπιρίνη, αλλά λιγότερο από την ναπροξένη και την ινδομεθακίνη. Η αναστολή της βιοσύνθεσης των προσταγλανδινών αποτρέπει την υπεραλγική τους δράση στα αισθητικά νεύρα. Η αναστολή του σχηματισμού των αγγειοδιασταλτικών προστανοειδών μειώνει την αγγειοβρίθεια και την διαπίδυση του υγρού, των δύο κύριων εκδηλώσεων της φλεγμονής. 
  • Αναστέλλει την απελευθέρωση τοξικών ριζών από διεγερμένα λευκά αιμοσφαίρια, αλλά πιθανώς σε συγκεντρώσεις μεγαλύτερες απ΄αυτές που φυσιολογικά επιτυγχάνονται στο πλάσμα (Grennan DM et al, 1983). 
  • Αναστέλλει την μετανάστευση των πολυμορφοπυρήνων λευκών αιμοσφαιρίων, αν και ο ρόλος της στη δράση αυτή δεν έχει προσδιορισθεί.

 Αντιπυρετική δράση : Διαρκεί 6-8 ώρες, περισσότερο από την ασπιρίνη ή την ακεταμινοφαίνη (Gaitoide BB et al, 1973; Sheth UK et al, 1980).

Αναλγητική δράση : Είναι αποτέλεσμα και περιφερικής και κεντρικής δράσης και διαφέρει από τις αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές της.

Δράση στα αιμοπετάλια :

  • Εξασθενεί την συγκόλληση των αιμοπεταλίων την προκαλούμενη κυρίως από κολλαγόνο και επινεφρίνη και λιγότερο από ΑDP (Baele G et al, 1970; McIntyre BA and Philip RB, 1978).
  • Αποκαθιστά πλήρως την λειτουργία των αιμοπεταλίων και την δραστηριότητα της κυκλοξυγενάσης μετά από 26 ώρες, προφυλάσσοντας έτσι την κυκλοξυγενάση από τις μη αναστρέψιμες δράσεις της ασπιρίνης, εάν χορηγηθεί πριν από 650 mg ασπιρίνης. Μπορεί ακόμα να παρέμβει στη δράση της ασπιρίνης, προσκολλώμενη σε ένα τμήμα του ενζύμου της κυκλοξυγενάσης που περιέχει σίδηρο. Η αναστολή της κυκλοξυγενάσης των αιμοπεταλίων οδηγεί σε μειωμένη παραγωγή θρομβοξάνης Α2.

Η καταστολή της λειτουργίας των αιμοπεταλίων πιθανώς συμβαδίζει με τις συγκεντρώσεις της ιμπουπροφαίνης στο πλάσμα (McIntyre BA et al, 1978).

Αλλες δράσεις :

  • Eλαττώνει την αποβολή των προσταγλανδινών από τα ούρα, αυξάνει το κάλιο του ορού και περιορίζει άλλες βιοχημικές διαταραχές σε ασθενείς με σύνδρομο Bartter (σε δόσεις 1.600-2.400 mg/24ωρο) (Furst DE, 1984).
  • Αναστέλλει την απελευθέρωση της θρομβοξάνης Β2 και της καθεψίνης D, σε ασθενείς με ισχαιμία του μυοκαρδίου (σε δόση 800 mg/24ωρο) (Walinsky P et al, 1983).

16.3.3.3   ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑ

Μεταλλαξιογόνος/καρκινογόνος/τερατογόνος δράση :

  • ·      Δεν έχει καρκινογόνο δράση, σε αρουραίους .
  • Δεν είναι εμβρυοτοξική, εάν χορηγηθεί στα αρχικά στάδια της κύησης, σε κουνέλια, ποντικούς και αρουραίους,
  • Δεν προκαλεί σημαντική αύξηση των χρωμοσωμικών ανωμαλιών, σε καλλιέργειες λεμφοκυττάρων ρευματοπαθών.

Δράση στο γαστρεντερικό (γαστροτοξικότητα) : Η ιμπουπροφαίνη έχει μικρότερη γαστροτοξικότητα από την ασπιρίνη (2-4.9 gr/24ωρο) και την τολμετίνη, ισοδύναμη με την διφλουνιζάλη (Muncie HL Jr and Nasrallah SM, 1989) και μεγαλύτερη από την ναβουμετόνη και την ετοδολάκη (Lanza F et al, 1987).

Σε μακροχρόνια χορήγηση προκαλεί ασυμπτωματική γαστρεντερική αιμορραγία σχεδόν ισοδύναμη με placebo ή με την ακεταμινοφαίνη, αλλά πολύ ηπιότερη της ναπροξένης (Strom BL et al, 1997) και της ασπιρίνης (3-4 gr/24ωρο.

16.3.3.4   ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ

Μετά την per os χορήγησή της, η ιμπουπροφαίνη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως και φθάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις μετά από 1-2 ώρες. Μετά την εφάπαξ χορήγησή της σε δόσεις 400 και 600 mg, η μεγαλύτερη δόση οδηγεί σε υψηλότερα επίπεδα του φαρμάκου στον ορό, αλλά ο Tmax, ο τελικός t(1/2), ο όγκος κατανομής και η ολική κάθαρση δεν επηρεάζονται, αν και η AUC αυξάνεται λιγότερο απ’ ό, τι αναλογικά με την δόση. Επομένως, η συσχέτιση μεταξύ της χορηγούμενης δόσης και της AUC δεν φαίνεται να είναι γραμμική, αν και οι ελεύθερες συγκεντρώσεις της ιμπουπροφαίνης στο πλάσμα συσχετίζονται γραμμικά με την δόση, γι’ αυτό και η πρωτεϊνική σύνδεση της ιμπουπροφαίνης μάλλον δεν έχει γραμμικότητα.

Το εναιώρημα της ιμπουπροφαίνης απορροφάται κάπως ταχύτερα από τα δισκία και έχει Tmax 1 περίπου ώρα. Η ιμπουπροφαίνη φθάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα γενικά 1-2 ώρες μετά την χορήγηση των δισκίων και μετά από 1 ώρα, του εναιωρήματος. Δεν έχουν παρατηρηθεί διαφορές στην απορρόφηση όταν τα δισκία ή το εναιώρημα της ιμπουπροφαίνης χορηγούνται πριν ή αμέσως μετά το φαγητό.

Πάντως, όταν και οι 2 μορφές λαμβάνονται ταυτόχρονα με τις τροφές, οι μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου είναι κάπως χαμηλότερες (έως 30%) και ο Tmax παρατείνεται ελαφρώς (έως 30΄), αν και η έκταση της απορρόφησης δεν επηρεάζεται. Η απορρόφηση της ιμπουπροφαίνης δεν επηρεάζεται από την ταυτόχρονη χορήγηση αντιόξινων που περιέχουν υδροξείδιο του αλουμινίου ή του μαγνησίου.

Μετά την εφάπαξ χορήγηση 800 mg ιμπουπροφαίνης, η ποσότητα του φαρμάκου συσχετίζεται γραμμικά με την AUC. Σε δόσεις >800 mg, η AUC αυξάνεται λιγότερο αναλογικά σε σχέση με την αύξηση της δόσης. Σε παιδιά ηλικίας 2-11 ετών, η κινητική του φαρμάκου δεν εξαρτάται από την ηλικία.

Σε παιδιά με πυρετό, μετά από την εφάπαξ χορήγηση εναιωρήματος ιμπουπροφαίνης σε δόσεις έως 10 mg/kg, η δόση/ανταπόκριση συσχετίζεται με την ποσότητα της δόσης και τις συγκεντρώσεις του ορού, συγκριτικά με την AUC. Ακόμα, η πτώση του πυρετού συσχετίζεται με τις συγκεντρώσεις του φαρμάκου, αν και η μέγιστη πτώση της θερμοκρασίας παρατηρείται 2-3 ώρες μετά την χορήγηση της δόσης. Οι υγρές μορφές της ιμπουπροφαίνης απορροφώνται καλύτερα από τις κάψουλες και τα δισκία. Η απορρόφηση επιβραδύνεται και ελαττώνεται κατά 30% όταν η ιμπουπροφαίνη λαμβάνεται ταυτόχρονα με τα γεύματα.

Η ιμπουπροφαίνη, σε ποσοστό περίπου 99%, συνδέεται μ’ ένα απλό σημείο με την λευκωματίνη και πιθανώς με δεύτερο πρωτοπαθές σημείο. Οι πρωτοπαθείς αυτές περιοχές έχουν ισχυρή συγγένεια για διαφορετικές ομάδες φαρμάκων. Η υψηλή σύνδεση της ιμπουπροφαίνης με τις πρωτείνες του πλάσματος οδηγεί σε σχετικά χαμηλό όγκο κατανομής (περίπου 0.1 l/kg-1).

Η ιμπουπροφαίνη, τουλάχιστον σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, φαίνεται ότι δεν παρεκτοπίζει την βαρφαρίνη και άλλα φάρμακα συνδεδεμένα με την περιοχή 1 από τις λευκωματίνες του πλάσματος, δεδομένου ότι δεν επηρεάζει την αντιπηκτική αγωγή. In vitro, η ιμπουπροφαίνη παρεκτοπίζεται από τις λευκωματίνες του ορού κυρίως από την διγοξίνη, την φουροσεμίδη και τις οξυτετρακυκλίνες και λιγότερο από την φαινυλοβουταζόνη και την ακεταμινοφαίνη.

Η ιμπουπροφαίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρά μόνο ποσά, ανεπαρκή να προκαλέσουν βλάβη στο νεογνό, αλλά δεν είναι γνωστό εάν διαπερνά τον πλακούντα. Λόγω της παρατεταμένης κατακράτησής της στους ιστούς και το αρθρικό υγρό το χρονικό διάστημα μεταξύ των δόσεων μπορεί να αυξηθεί. Η ημερήσια δόση της ιμπουπροφαίνης είναι εξίσου αποτελεσματική χορηγούμενη είτε κάθε 6, είτε κάθε 12, ώρες. Στα παιδιά, η φαρμακοκινητική της ιμπουπροφαίνης είναι παρόμοια με των ενηλίκων.

Το S (+) ισομερές της ιμπουπροφαίνης αναστέλλει ισχυρότερα την κυκλοξυγενάση από το R (-) ισομερές, in vitro (Adams SS et al, 1976). In vivo, το λιγότερο δυνητικά R (-) ισομερές μετατρέπεται σε S (+) (Kaiser DG et al, 1976), γι’ αυτό και τα 2 αυτά ισομερή έχουν την ίδια σχεδόν φαρμακολογική δράση. Ο t(1/2) του S (+) ισομερούς είναι μεγαλύτερος του R (-) ισομερούς, γι’ αυτό και η δράση της ιμπουπροφαίνης μπορεί να διαρκεί περισσότερο ανεξάρτητα από την συνολική συγκέντρωσή της στο πλάσμα.

Σε ασθενείς με ΡΑ, η S (+) ιμπουπροφαίνη, χορηγούμενη σε δόση 500 mg/8ωρο επί 2 εβδομάδες, συνοδεύεται από σημαντική βελτίωση μετά από μίαν εβδομάδα, ένδειξη ότι το S (+) ισομερές μπορεί από μόνο του να μειώσει την δόση και το μεταβολικό φορτίο της ιμπουπροφαίνης. Η ρακεμεική ιμπουπροφαίνη είναι 2-4 φορές περισσότερο ελκογόνος από παρόμοιες δόσεις S (-) ισομερούς.  

Και τα 2 ισομερή της ιμπουπροφαίνης έχουν σημαντικές διαφορές στις μέγιστες συγκεντρώσεις και τον AUC τους στο αρθρικό υγρό. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης και των 2 ισομερών αυξομειώνονται λιγότερο στο αρθρικό υγρό παρά στο πλάσμα, και οι συγκεντρώσεις του S (+) ισομερούς είναι διπλάσιες από του R (-) ισομερούς. Η σύνδεση των ισομερών με την λευκωματίνη και η σχέση λευκωματίνης στον ορό με το αρθρικό υγρό ρυθμίζει την κατανομή σταθερής κατάστασης των ισομερών της ιμπουπροφαίνης στο αρθρικό υγρό.

Στα ζώα, η ιμπουπροφαίνη πιθανώς συμμετέχει στον εντεροηπατικό κύκλο, στον άνθρωπο όμως δεν φαίνεται να συμμετέχει σημαντικά στον εντεροηπατικό κύκλο. Σε ηλικιωμένα άτομα, ο όγκος κατανομής της ιμπουπροφαίνης μειώνεται κατά 15% και η κάθαρση της συνολικής συγκέντρωσης κατά 11%, ενώ ο όγκος κατανομής της ελεύθερης ιμπουπροφαίνης αυξάνεται, συγκριτικά με νεότερα. Η μεγάλη ηλικία δεν επηρεάζει σημαντικά την αποβολή της ιμπουπροφαίνης.

ΕΙΚΟΝΑ 35 : Μεταβολισμός ιμπουπροφαίνης

Οι συγκεντρώσεις της ελεύθερης ιμπουπροφαίνης και της ιμπουπροφαίνης στον ορό είναι παρόμοιες με τις συγκεντρώσεις στο αρθρικό υγρό, ένδειξη άμεσης είσδυσης του ελεύθερου φαρμάκου στο αρθρικό υγρό και τους ιστούς. Σε φυσιολογικά άτομα, η ιμπουπροφαίνη και οι μεταβολίτες της, μετά από επανειλημμένη χορήγησή τους, δεν αθροίζονται.

Η ιμπουπροφαίνη αποβάλλεται από τα ούρα ουσιαστικά πλήρως 24 ώρες μετά την τελευταία δόση της. Ο t(1/2) της ιμπουπροφαίνης στον ορό ανέρχεται σε 1.8-2.0 ώρες. Μετά την λήψη του φαρμάκου, το 45-79% της δόσης απεκκρίνεται από τα ούρα εντός 24 ωρών σαν μεταβολίτης Α (25%), (+)-2-[p-(2- υδροξυπροπυλ)φαινυλ] προπιονικό οξύ. Το ποσοστό της ελεύθερης και της συνδεδεμένης ανέρχεται περίπου σε 1% και 14%, αντίστοιχα. Η ιμπουπροφαίνη μεταβολίζεται ευρέως στο ήπαρ. Τα κύρια παράγωγα του μεταβολισμού της σχηματίζονται με 2-υδροξυλίωση σε 2-[4(2-υδροξυ-2-μεθυλπροπυλ)φαινυλ] προπιονικό οξύ (- 9% της δόσης στα ούρα), και στη συνέχεια ακολουθούνται από σύζευξη (- 17%) και οξείδωση σε 2-καρβοξυπαράγωγο, [καρβοξυπροπυλ)φαινυλ] προπιονικό οξύ (- 6%), που και αυτό ακολουθείται από σύζευξη. Ακόμα ανιχνεύονται και άλλοι ελάσσονες μεταβολίτες. Κανείς από τους μεταβολίτες δεν είναι φαρμακολογικά ενεργός.

Στον άνθρωπο, ο μεταβολισμός της ιμπουπροφαίνης δεν ενεργοποιείται ή δεν αναστέλλεται από την παρατεταμένη χορήγηση συνήθως δόσεων ιμπουπροφαίνης. Πάνω από 90% μιας δόσης ιμπουπροφαίνης αποβάλλεται από τα ούρα με την μορφή μητρικής ένωσης και μεταβολιτών, ενώ το υπόλοιπο ροφανώς αποβάλλεται από την χολή και απομακρύνεται με τα κόπρανα. Λιγότερο από 10% μιάς δόσης του φαρμάκου αππεκρίνεται αναλλοίωτο.

16.3.3.5  ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ – ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ

Δεν υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων της ιμπουπροφαίνης στο πλάσμα και της θεραπευτικής της αποτελεσματικότητας. Αν και στα ζώα τέτοια συσχέτιση μπορεί να υπάρχει, για τον άνθρωπο δεν υπάρχουν σχετικές πληροφορίες.

16.3.3.6   ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Αμινογλυκοσίδες

Αλληλεπιδράσεις : Στα πρόωρα νεογνά, η ιμπουπροφαίνη, όπως και άλλα ΜΣΑΦ, μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των αμινογλυκοσιδών στο πλάσμα.

Μηχανισμός : Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να προκαλέσει άθροιση των αμινογλυκοσιδών στο πλάσμα μειώνοντας την σπειραματική διήθηση.

Συστάσεις :

  • Η δόση των αμινογλυκοσιδών πρέπει να μειώνεται πριν από την έναρξη της θεραπείας με ιμπουπροφαίνη.
  • Σε ασθενείς θεραπευόμενους με ιμπουπροφαίνη, η δόση των αμινογλυκοσιδών πρέπει να τροποποιείται ανάλογα με τα επίπεδα της ιμπουπροφαίνης στον ορό και την νεφρική λειτουργία.

Αμλοδιπίνη

Αλληλεπιδράσεις : Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να μειώσει την αντιϋπερτασική δράση της αμλοδιπίνης.

Μηχανισμός : Είναι άγνωστος.

Συστάσεις : Σε ασθενείς θεραπευόμενους με αμλοδιπίνη η δόση της ιμπουπροφαίνης μπορεί να χρειασθεί να μειωθεί.

Αντιπηκτικά

Αλληλεπιδράσεις :

  • Η ιμπουπροφαίνη, χορηγούμενη σε δόση 1.200-1.400 mg/24ωρο επί 14 ημέρες, δεν επηρεάζει την υποπροθρομβιναιμία την προκαλούμενη από την βαρφαρίνη, τον χρόνο μερικής θρομβοπλαστίνης και τους παράγοντες ΙΙ, VII, XI και XII στο αίμα (Penner JA and Abbrecht PH, 1975).

      Πάντως, σε δόσεις 3.600-4.800 mg/24ωρο (συγκεντρώσεις στον ορό 80-100 μg/ml) αυξάνει το ελεύθερο τμήμα της βαρφαρίνης κατά 10-30% (Slattery JT and Levy G, 1977) και, σε δόση 600 mg/8ωρο, μπορεί να παρατείνει σημαντικά τον χρόνο ροής σε ασθενείς θεραπευόμενους με βαρφαρίνη, ιδιαίτερα ηλικιωμένους (Schulman S and Henriksson K, 1989).

  • Η ιμπουπροφαίνη επηρεάζει την λειτουργία των αιμοπεταλίων και μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερικό ερεθισμό και αιμορραγία.

Συστάσεις :

  • Σε ασθενείς που παίρνουν αντιπηκτικά, ο χρόνος ροής πρέπει να ελέγχεται μερικές ημέρες μετά την χορήγηση της ιμπουπροφαίνης και, αν αυξηθεί σημαντικά, το φάρμακο να διακόπτεται. 
  • Οι ασθενείς που παίρνουν αντιπηκτικά per os ταυτόχρονα με ιμπουπροφαίνη πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή μήπως εμφανίσουν σημεία γαστρεντερικής αιμορραγίας.

Ασπιρίνη

Αλληλεπιδράσεις :

  • Σε πειραματόζωα με ανοσιακή πολυαρθρίτιδα, η ασπιρίνη μειώνει τα μέσα επίπεδα της ιμπουπροφαίνης στο πλάσμα κατά 20-65% και την ανταπόκριση, συγκριτικά με την ιμπουπροφαίνη μόνη της (Kaiser DG and Glenn EM, 1974).
  • Η ασπιρίνη μειώνει σημαντικά τις συγκεντρώσεις της ιμπουπροφαίνης στο πλάσμα, πιθανώς λόγω παρεκτόπισης των ΜΣΑΦ αυτών από την λευκωματίνη από την ασπιρίνη ή/και τα σαλικυλικά ή αύξησης του μεταβολισμού και της νεφρικής αποβολής τους.

Συστάσεις :

  • Η ασπιρίνη μπορεί να χορηγηθεί σε συνδυασμό με την ιμπουπροφαίνη, αν και ο συνδυασμός αυτός πιθανώς δεν αυξάνει την αποτελεσματικότητα και είναι περισσότερο τοξικός απ’ ό, τι κάθε ένα φάρμακο ξεχωριστά.
  • Σε ασθενείς με ΡΑ, η ταυτόχρονη χορήγηση 3.6 ή 4.8 gr ασπιρίνης ημερησίως με ιμπουπροφαίνη (1.600-2.400 mg/24ωρο) έχει ελαφρώς μεγαλύτερα αθροιστικά αποτελέσματα.

Β-αναστολείς (ασεβουτολόλη, ατενολόλη, βεταξολόλη, βισοπρολόλη, καρτεολόλη, ταλόλη, τιμολόλη, πινδολόλη, πενβουτολόλη, ναδολόλη, μετοπρολόλη, εσμολόλη) 

Αλληλεπιδράσεις : Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να μειώσει την αντιϋπερτασική δράση των β-αναστολέων.

Μηχανισμός : Η αλληλεπίδραση αυτή οφείλεται πιθανώς σε αναστολή της σύνθεσης των ενδογενών προσταγλανδινών από την ιμπουπροφαίνη.

Συστάσεις :

  • Οι β-αναστολείς μπορεί να χρειασθεί να χορηγηθούν σε μεγαλύτερες δόσεις σε ασθενείς θεραπευόμενους ταυτόχρονα με ιμπουπροφαίνη
  • Οι ασθενείς που θεραπεύονται με β-αναστολείς είναι προτιμότερο να αποφεύγουν την ταυτόχρονη χορήγηση ιμπουπροφαίνης. Στη θέση της ιμπουπροφαίνης μπορεί να χορηγηθεί σουλινδάκη, η οποία φαίνεται ότι είναι το μόνο ΜΣΑΦ που δεν παρεμβαίνει στη δράση των β-αναστολέων.
  • Εάν ο συνδυασμός αυτός είναι απαραίτητος, πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή η αρτηριακή πίεση του ασθενούς και η αντιστηθαγχική ανταπόκριση και η δόση των β-αναστολέων να τροποποιούνται ανάλογα όταν η ιμπουπροφαίνη προστίθεται στη θεραπεία ή διακόπτεται

Δακτυλίτιδα

Αλληλεπιδράσεις : Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει παροδικά τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό.

Μηχανισμός : Ο ακριβής μηχανισμός της αλληλεπίδρασης αυτής είναι άγνωστος. Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να μειώσει την νεφρική απέκκριση των καρδιακών γλυκοσιδών.

Συστάσεις :

  • Εάν υπάρχουν ενδείξεις της αλληλεπίδρασης αυτής, η δόση της διγοξίνης μπορεί να χρειασθεί να μειωθεί.
  • Σε ασθενείς θεραπευόμενους με διγοξίνη ταυτόχρονα με ιμπουπροφαίνη, πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της διγοξίνης στον ορό και οποιαδήποτε μεταβολή στη δράση της διγοξίνης και η δόση της να τροποποιείται ανάλογα όταν η ιμπουπροφαίνη προστίθεται στη θεραπεία ή διακόπτεται.

Διουρητικά

α)   Διουρητικά της αγκύλης (αιθακρυνικό οξύ, βουμετανίδη, φουροσεμίδη)

Αλληλεπιδράσεις : Τα ΜΣΑΦ μπορεί να ανταγωνισθούν τις διουρητικές και αντιϋπερτασικές δράσεις του αιθακρυνικού οξέος και άλλων διουρητικών της αγκύλης.

Μηχανισμός : Ο ακριβής μηχανισμός της αλληλεπίδρασης αυτής είναι άγνωστος. Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να αναστέλλει τις προσταγλανδίνες που ευθύνονται για την διατήρηση της αιμοδυναμικής των νεφρών.

Συστάσεις :

  • Σε ασθενείς θεραπευόμενους με διουρητικά της αγκύλης ταυτόχρονα με ιμπουπροφαίνη, μπορεί να χρειασθεί να αυξηθεί η δόση του διουρητικού για να επιτευχθούν οι επιθυμητές φαρμακολογικές δράσεις του.
  • Εάν η διουρητική απάντηση είναι ανεπαρκής, η ιμπουπροφαίνη μπορεί να αντικατασταθεί από ένα άλλο ΜΣΑΦ.

β)   Τριαμτερένη

Αλληλεπιδράσεις : Ο συνδυασμός της τριαμτερένης με ιμπουπροφαίνη μπορεί να συνοδευθεί από νεφρικές επιπλοκές σε αυξημένη συχνότητα.

Μηχανισμός : Ο ακριβής μηχανισμός της αλληλεπίδρασης αυτής δεν είναι γνωστός. Τα ΜΣΑΦ, επειδή αναστέλλουν την σύνθεση των νεφρικών προσταγλανδινών, μπορεί να δυνητικοποιήσουν την νεφροτοξικότητα των διουρητικών.

Συστάσεις :

  • Ο συνδυασμός τριαμτερένης με ιμπουπροφαίνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον εφ΄όσον είναι απολύτως απαραίτητος.
  • Σε ασθενείς θεραπευόμενους με τριαμτερένη ταυτόχρονα με ιμπουπροφαίνη, η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται με μεγαλύτερη προσοχή.
  • Εάν εμφανισθεί νεφρική ανεπάρκεια τα φάρμακα αυτά πρέπει να διακόπτονται. Μετά την διακοπή τους, η αποκατάσταση της νεφρικής λειτουργίας αρχίζει μετά από μερικές ημέρες και ολοκληρώνεται συχνά μετά από αρκετές εβδομάδες.

γ)   Υδροχλωροθειαζίδη

Αλληλεπιδράσεις : Η ιμπουπροφαίνη (1.800 mg/24ωρο) αυξάνει σημαντικά την συστολική αρτηριακή πίεση σε ηλικιωμένους υπερτασικούς ασθενείς θεραπευόμενους με υδροχλωροθειαζίδη (Gurwitz JH et al, 1996).

Συστάσεις : Η χορήγηση της ιμπουπροφαίνης πρέπει να γίνεται με προσοχή και κάτω από τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης σε ηλικιωμένους ασθενείς θεραπευόμενους με θειαζιδικά διουρητικά.

Επτιφιμπατίδη

Αλληλεπιδράσεις : Η επτιφιμπατίδη αναστέλλει την συγκόλληση των αιμοπεταλίων, γι΄αυτό και πρέπει να συγχορηγείται με προσοχή με άλλα φάρμακα που επηρεάζουν την αιμόσταση (θρομβολυτικά, αντιπηκτικά per os, ΜΣΑΦ, διπυριδαμόλη, τικλοπιδίνη, κλοπιδογρέλη).

Εκτός από την επτιφιμπατίδη, και άλλοι αναστολείς GP IΙb/IIIa των αιμοπεταλίων μπορεί να προκαλέσουν δυνητικά αθροιστικές φαρμακολογικές δράσεις.

Συστάσεις : Ο συνδυασμός της ιμπουπροφαίνης με επτιφιμπατίδη πρέπει να αποφεύγεται.

Καπτοπρίλη

Αλληλεπιδράσεις :

  • Η ιμπουπροφαίνη αυξάνει την δράση της καπτοπρίλης στην πρωτεϊνουρία σε ασθενείς με νέφρωση (Allon M et al, 1990).
  • Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να εξουδετερώσει την αντιϋπερτασική δράση της καπτοπρίλης (Espino DV and Lancaster MC, 1992).
  • Η καπτοπρίλη και η ιμπουπροφαίνη έχουν ανταγωνιστική δράση στο χειρισμό του νατρίου και του ύδατος στα νεφρικά σωληνάρια.

Συστάσεις : Η ιμπουπροφαίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς θεραπευόμενους με καπτοπρίλη.

Κυκλοσπορίνη

Αλληλεπιδράσεις : Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στον ορό.

Μηχανισμός : Γενικά, τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν την νεφροτοξικότητα της κυκλοσπορίνης, πιθανώς λόγω ελάττωσης της σύνθεσης της νεφρικής προστακυκλίνης.

Συστάσεις : Η ιμπουπροφαίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς θεραπευόμενους με κυκλοσπορίνη και κάτω από προσεκτικό, συχνό, έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας

Λεφλουνομίδη

Αλληλεπιδράσεις : Η λεφλουνομίδη μπορεί να αυξήσει το ελεύθερο κλάσμα της ιμπουπροφαίνης κατά 13-50%.

Μηχανισμός : Ο ενεργός μεταβολίτης της λεφλουνομίδης αναστέλλει τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450 2C9, τα οποία ευθύνονται για τον μεταβολισμό πολλών ΜΣΑΦ.

Συστάσεις : Ο συνδυασμός της ιμπουπροφαίνης με λεφλουνομίδη είναι προτιμότερο να αποφεύγεται.

Λίθιο

Αλληλεπιδράσεις : Η ιμπουπροφαίνη, σε δόση 1.800 mg, αυξάνει τα επίπεδα του λιθίου στο πλάσμα κατά 15% και μειώνει την νεφρική του κάθαρση κατά 19% (Ragheb M, 1987), οδηγώντας σε αύξηση των φαρμακολογικών δράσεων, και επομένως της τοξικότητας (γαστρεντερική δυσανεξία, πολυουρία, μυϊκή αδυναμία, λήθαργος, τρόμος), του λιθίου.

Μηχανισμός  :  Η αλληλεπίδραση αυτή αποδίδεται σε αναστολή της σύνθεσης των νεφρικών προσταγλανδινών από την ιμπουπροφαίνη.

Συστάσεις :

  • Οι ασθενείς που παίρνουν ιμπουπροφαίνη ταυτόχρονα με λίθιο πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή για εκδηλώσεις τοξικότητας από το λίθιο.
  • Σε ασθενείς θεραπευόμενους με τον συνδυασμό αυτό η δόση του λιθίου μπορεί να χρειασθεί να μειωθεί
  • Τα επίπεδα του λιθίου στον ορό πρέπει να παρακολουθούνται και η δόση του να τροποποιείται ανάλογα, όταν η ιμπουπροφαίνη προστίθεται στη θεραπεία ή διακόπτεται.

Μεθοτρεξάτη

Αλληλεπιδράσεις : Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει τις φαρμακολογικές δράσεις και την τοξικότητα (καταστολή μυελού, ηπατοτοξικότητα, νεφροτοξικότητα, σοβαρή στοματίτιδα, κ.ά.) της μεθοτρεξάτης

Μηχανισμός : Ο ακριβής μηχανισμός της αλληλεπίδρασης αυτής είναι άγνωστος. Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να μειώσει την νεφρική κάθαρση και/ή την νεφρική σωληναριακή απέκκριση της μεθοτρεξάτης.

Συστάσεις :

  • Η ιμπουπροφαίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς θεραπευόμενους με μεθοτρεξάτη
  • Εάν προκύψει αλληλεπίδραση, μπορεί να χρειασθεί μείωση της δόσης της μεθοτρεξάτης ή μεγαλύτερη δόση διαφυγής λευκοβορίνης.
  • Τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθούνται και να τροποποιείται κατάλληλα η δόση της.
  • Ο συνδυασμός της ασπιρίνης με ιμπουπροφαίνη δεν φαίνεται να δικαιολογεί τον κίνδυνο της αθροιστικής τοξικότητας.

Προβενεσίδη

Αλληλεπιδράσεις : Η προβενεσίδη μπορεί να αυξήσει τις φαρμακολογικές δράσεις και την τοξικότητα της ιμπουπροφαίνης.

Μηχανισμός : Η προβενεσίδη μπορεί να αναστείλει τον ηπατικό μεταβολισμό της ιμπουπροφαίνης.

Συστάσεις : Εάν οι επιπλοκές της ιμπουπροφαίνης αυξηθούν πρέπει να τροποποιείται ανάλογα η δόση της προβενεσίδης.

Σιμετιδίνη

Αλληλεπιδράσεις : Η σιμετιδίνη, σε δόση 1.200 mg/24ωρο, αυξάνει τις μέγιστες συγκεντρώσεις της ιμπουπροφαίνης στον ορό (Ochs HR et al, 1985). Σε υγιή άτομα, χορηγούμενη εφάπαξ, δεν επιβραδύνει την απομάκρυνση της ιμπουπροφαίνης από τον ορό (Conrad KA et al, 1984).

Τακρίνη

Αλληλεπιδράσεις : Η ταυτόχρονη χορήγησή της με ιμπουπροφαίνη μπορεί να προκαλέσει παραλήρημα.

Μηχανισμός : Είναι άγνωστος.

Συστάσεις : Εάν εμφανισθεί η επιπλοκή αυτή, η θεραπεία πρέπει να τροποποιείται ανάλογα.

Τιμεγαδίνη

Αλληλεπιδράσεις : Σε υγιείς εθελοντές, η ιμπουπροφαίνη δεν επηρεάζει σημαντικά τον t(1/2), αλλά μειώνει τις μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό, την AUC και τον Tmax, της τιμεγαδίνης (George S et al, 1986).

Φαινυτοίνη

Αλληλεπιδράσεις : Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα στο πλάσμα, και επομένως τις φαρμακολογικές και τοξικές δράσεις, της φαινυτοίνης.

Μηχανισμός : Ο ακριβής μηχανισμός της αλληλεπίδρασης αυτής είναι άγνωστος. Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει τον ηπατικό μεταβολισμό της φαινυτοίνης.

Συστάσεις : Εάν υπάρχουν ενδείξεις αλληλεπίδρασης ή σημεία τοξικότητας, τα επίπεδα της φαινυτοίνης στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθούνται και η δόση του φαρμάκου να τροποποιείται ανάλογα.

Χολεστυραμίνη

Αλληλεπιδράσεις : Η χολεστυραμίνη, σε δόση 8 gr, μειώνει την AUC της ιμπουπροφαίνης κατά 26% και τον Cmax  κατά 34.4% και αυξάνει σημαντικά τον Tmax και τον μέσο χρόνο παραμονής της ιμπουπροφαίνης (al-Meshal MA et al, 1994).

Φάρμακα που δεν αλληλεπιδρούν με την ιμπουπροφαίνη

  • Αιθανόλη
  • Ακεταμινοφαίνη
  • Βενζοδιαζεπίνες
  • Βεραπαμίλη
  • Γλυβουρίδη
  • Κορτικοειδή
  • Η2-αναστολείς : Σε υγιείς εθελοντές, η συγχορήγηση της σιμετιδίνης ή της ρανιτιδίνης με ιμπουπροφαίνη δεν επηρεάζει σημαντικά τις συγκεντρώσεις της ιμπουπροφαίνης στον ορό 
  • Κινολόνες
  • Λεβοθυροξίνη
  • Μοκλοβεμίδη
  • Σουκραλφάτη
  • Τολβουταμίδη
  • Υδροξείδιο αλουμινίου και μαγνησίου
  • Χλωροπροπαμίδη

16.3.3.7   ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Οστεοαρθρίτιδα
  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα
  • Νεανική ρευματοειδής αρθρίτιδα
  • Οξεία ουρική αρθρίτιδα
  • Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα
  • Οξύς ρευματικός πυρετός
  • Εντεροπαθητική αρθρίτιδα
  • Εξωαρθρικός ρευματισμός
  • Πρωτοπαθής ινομυαλγία
  • Αθλητικές κακώσεις
  • Αιμορροφιλική αρθροπάθεια
  • Οξείες μυοσκελετικές κακώσεις
  • Έκτοπη οστεοποίηση
  • Ήπιος έως μέτριος πόνος (στους ενήλικες)
  • Πρωτοπαθής δυσμηνόρροια
  • Πυρετός (σε παιδιά ηλικίας >6 μηνών)

16.3.3.8   ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Ρινικοί πολύποδες, αγγειοοίδημα ή βρογχόσπασμος από την ασπιρίνη ή άλλα ΜΣΑΦ
  • Γνωστή ευαισθησία στην ασπιρίνη ή την ιμπουπροφαίνη
  • Πεπτικό έλκος
  • Πρόσφατη γαστρεντερική αιμορραγία
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Υπέρταση

16.3.3.9   ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

16.3.3.9.1   ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Η ιμπουπροφαίνη, σε δόσεις 400-1200 mg/24ωρο, έχει πιθανώς μόνο αναλγητική δράση, ενώ τα αντιφλεγμονώδη αποτελέσματά της εκδηλώνονται σε δόσεις ³ 1.800 mg/ 24ωρο (Davies EF and Avery GS, 1971; Kantor TG, 1979). Πάντως, χορηγούμενη μακροχρόνια και σε μικρές δόσεις, φαίνεται ότι είναι περισσότερο αποτελεσματική απ’ ό, τι δείχνουν οι βραχυχρόνιες μελέτες (Thompson M and Bell D, 1970; Goldberg AAJ et al, 1971).

Σε δόσεις 600-1200 mg/24ωρο έχει πολύ μεγαλύτερη αναλγητική δράση από placebo και ισοδύναμη ή λίγο μικρότερη αποτελεσματικότητα από 2.4-5 gr ασπιρίνης /24ωρο.

Σε δόσεις έως 1.600 mg/24ωρο έχει σταθερό θεραπευτικό όφελος και σχεδόν πλήρη έλλειψη τοξικότητας (Pavelka K et al, 1978).

Σε δόση 2.400 mg/24ωρο μειώνει σημαντικά τον αριθμό των επώδυνων αρθρώσεων, συγκριτικά με 1.200 mg/24ωρο, συνοδεύεται από σημαντική βελτίωση και δεν διαφέρει σε αποτελεσματικότητα ή τοξικότητα από 3.200 mg ιμπουπροφαίνης/24ωρο.

Το S (-) εναντιομερές της ιμπουπροφαίνης (400 mg/8ωρο) πλεονεκτεί της ρακεμικής ιμπουπροφαίνης (600 mg/8ωρο), γιατί ελαττώνει το μεταβολικό φορτίο και είναι εξίσου αποτελεσματικό και ανεκτό μ’ αυτήν.

Φάρμακα εξίσου αποτελεσματικά με την ιμπουπροφαίνη

  • Ασπιρίνη (2.4-3.6 gr/24ωρο)
  • Ακετυλοσαλικυλική λυσίνη (1.8 γρ/8ωρο)
  • Δικλοφενάκη (100 mg/24ωρο)  : Είναι εξίσου ή περισσότερο αποτελεσματική από την ιμπουπροφαίνη  
  • Ινδομεθακίνη (75-150 mg/24ωρο) : Είναι εξίσου ή κάπως λιγότερο αποτελεσματική από την ιμπουπροφαίνη (Regalado RG, 1977; McArthur AW et al, 1979) 
  • Διφλουνιζάλη
  • Κετοπροφαίνη (150-300 mg/24ωρο): Είναι εξίσου (Calin A et al, 1977) ή περισσότερο (Saxena RP and Saxena U, 1978; Montrone F et al, 1979) αποτελεσματική από την ιμπουπροφαίνη
  • Μεφαιναμικό οξύ
  • Μπενοξαπροφαίνη
  • Ετοδολάκη (300 mg/24ωρο)
  • Ναπροξένη (750 mg/12ωρο)
  • Πιροξικάμη
  • Σαλικυλική ιμιδαζόλη (750 mg/8ωρο)
  • Τενοξικάμη
  • Φαινυλοβουταζόνη (300-600 mg/24ωρο) : Είναι εξίσου ή περισσότερο αποτελεσματική από την ιμπουπροφαίνη (600-1200 mg/24ωρο) (Regalado RE, 1977) 
  • Φλουρμπιπροφαίνη

Φάρμακα περισσότερο αποτελεσματικά από την ιμπουπροφαίνη

  • Θειαπροφαινικό οξύ (600 mg/24ωρο)
  • Ιμπουπροφαίνη (1.200 mg/24ωρο)
  • Ινδοπροφαίνη (800 mg/24ωρο)
  • Μπενορυλάτη
  • Προκαζόνη
  • Σουλινδάκη

16.3.3.9.2   ΝΕΑΝΙΚΗ ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Η ιμπουπροφαίνη, σε δόση 0.85-2.2 g/m2/24ωρο, βελτιώνει το 50% των παιδιών με ΝΡΑ (Ansell BM, 1973; Brewer EJ, 1977). Σε δόση 30-40 mg/kg/24ωρο, είναι εξίσου αποτελεσματική με την ασπιρίνη (60-80 mg/ 24ωρο) και καλύτερα ανεκτή απ’ αυτήν, γι’ αυτό και ενδείκνυται σε παιδιά που δεν ανέχονται την ασπιρίνη (Giannini EH et al, 1990).

Σε δόσεις έως 60 mg/kg/24ωρο επί 14 ημέρες και μετά 40 mg/kg/24ωρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο του πυρετού της συστηματικής νόσου. Το εναιώρημα της ιμπουπροφαίνης, σε αρχική δόση 10 mg/kg/24ωρο αυξανόμενη έως 40 mg/kg/24ωρο, είναι αποτελεσματικό και καλά ανεκτό, ιδιαίτερα σε μικρά παιδιά που δεν μπορούν να καταπιούν δισκία (Steans A et al, 1990).

16.3.3.9.3   ΟΣΤΕΟΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Η ιμπουπροφαίνη είναι ένα από τα αποτελεσματικότερα και καλύτερα ανεκτά ΜΣΑΦ για την συμπτωματική ανακούφιση από τα συμπτώματα της ΟΑ, γι’ αυτό και, σε συνδυασμό με την καλή της ανοχή, θεωρείται πρώτης γραμμής ΜΣΑΦ για την θεραπεία όλων των τύπων της οστεοαρθρίτιδας.

Σε δόση 600 mg/24ωρο δεν είναι περισσότερο αποτελεσματική από placebo. Σε δόση 1.200 mg/24ωρο είναι περισσότερο αποτελεσματική από placebo, αλλ’ όχι από 75 mg ινδομεθακίνης/24ωρο (Davies EF and Avery GS, 1971; Owen-Smith BD and Burry HC, 1972). Σε δόσεις <1.600 mg/24ωρο, είναι συχνά λιγότερο αποτελεσματική, ενώ, σε δόσεις 1.600-2.400 mg/24ωρο, είναι συνήθως εξίσου αποτελεσματική με άλλα ΜΣΑΦ (Altman RD, 1984).

Φάρμακα λιγότερο αποτελεσματικά από την ιμπουπροφαίνη

  • Δικλοφενάκη (100 mg/24ωρο) (Baumgartner H et al, 1996)

Φάρμακα εξίσου αποτελεσματικά με την ιμπουπροφαίνη

  • Αζαπροπαζόνη
  • Ασπιρίνη (3.6 gr/24ωρο)
  • Διφλουνιζάλη
  • Δικλοφενάκη (150 mg/24ωρο) : Εχει παρόμοια αποτελεσματικότητα, αλλά κάπως μεγαλύτερη τοξικότητα, από την δεξιμπουπροφαίνη (900 mg/24ωρο) (Hawel R et al, 1997)  
  • Θειαπροφαινικό οξύ (600 mg/24ωρο)
  • Θειϊκή γλυκοζαμίνη (Ruane R and Griffiths P, 2002) 
  • Ινδομεθακίνη (75-150 mg/24ωρο)
  • Μεκλοφαιναμάτη
  • Μπενοξαπροφαίνη : Είναι εξίσου (Alarcon-Segovia D, 1980; Highton J and Grahame R, 1980) ή περισσότερο (Tyson VC and Glynne A, 1980 ) αποτελεσματική από την ιμπουπροφαίνη 
  • Σαλικυλική ιμιδαζόλη (750 mg/8ωρο)
  • Σουλινδάκη (400 mg/24ωρο) : Είναι εξίσου (Admani AK and Verma S, 1983) ή περισσότερο (Ghosh AK and Rastogi AK, 1981) αποτελεσματική από την ιμπουπροφαίνη 
  • Φεπραζόνη
  • Φλοκταφενίνη
  • Φενκλοφενάκη
  • Φλουρμπιπροφαίνη (80 mg/24ωρο)

Φάρμακα περισσότερο αποτελεσματικά από την ιμπουπροφαίνη

  • Δικλοφενάκη
  • Ινδοπροφαίνη
  • Κετοπροφαίνη
  • Ναπροξένη (500 mg/12ωρο)
  • Προκαζόνη (900 mg/24ωρο)

16.3.3.9.4   ΟΞΕΙΑ ΟΥΡΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Η ιμπουπροφαίνη, χορηγούμενη σε δόση 4.400 mg (εύρος 3.200-7.200 mg) το πρώτο 24ωρο και, στη συνέχεια, 2.800 mg/24ωρο (εύρος 1.600-4.800 mg) επί 5 ημέρες, ανακουφίζει από τα συμπτώματα της οξείας ουρικής αρθρίτιδας μέσα σε 48 ώρες από της έναρξης της θεραπείας (Utsinger PD et al, 1977).

16.3.3.9.5   ΑΓΚΥΛΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΠΟΝΔΥΛΙΤΙΔΑ

Η ιμπουπροφαίνη έχει λιγότερες επιπλοκές από το ΓΕΣ, αλλά προτιμάται λιγότερο από την ινδομεθακίνη και την φαινυλοβουταζόνη (Kantor TG, 1979). Μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα και φλεγμονώδη εντεροπάθεια που δεν ανέχονται άλλα ΜΣΑΦ.

16.3.3.9.6   ΟΞΥΣ ΡΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ

Η ιμπουπροφαίνη, σε μεγάλες δόσεις, μπορεί να μειώσει τον πόνο και την ΤΚΕ ταχύτερα από την ασπιρίνη.

16.3.3.9.7   ΕΝΤΕΡΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Σε δόσεις έως 2.400 mg/24ωρο, η ιμπουπροφαίνη είναι αποτελεσματική και καλά ανεκτή στην  αρθρίτιδα την συνδεόμενη με φλεγμονώδεις εντεροπάθειες.

16.3.3.9.8   ΟΞΕΙΑ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Η ιμπουπροφαίνη είναι χρήσιμη σε ασθενείς με οξεία αρθρίτιδα υπό διερεύνηση, ιδιαίτερα επειδή δεν επηρεάζει τα επίπεδα του ουρικού οξέος.

16.3.3.9.9   ΕΞΩΑΡΘΡΙΚΟΣ ΡΕΥΜΑΤΙΣΜΟΣ

Η ιμπουπροφαίνη είναι αποτελεσματική εξίσου με την φαινοπροφαίνη (600 mg/6ωρο) (Wil-liams WR, 1983), την ινδομεθακίνη (Valtonen E and Busson M, 1978) και την φαινυλοβουταζόνη, και συνήθως καλύτερα ανεκτή στη θυλακίτιδα, την ινοσίτιδα, την οξεία οσφυαλγία, την τενοντοϋμενίτιδα, την αυχεναλγία και τις μυαλγίες. Στην περιαρθρίτιδα του ώμου είναι εξίσου αποτελεσματική με την δικλοφενάκη (Famaey JP and Ginsberg F, 1984).

16.3.3.9.10   ΑΙΜΟΡΡΟΦΙΛΙΚΗ ΑΡΘΡΟΠΑΘΕΙΑ

Η ιμπουπροφαίνη είναι αποτελεσματική και καλά ανεκτή.

16.3.3.9.11   ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΙΝΟΜΥΑΛΓΙΑ

Η ιμπουπροφαίνη μειώνει τον αριθμό των επώδυνων σημείων και ελαττώνει την κόπωση, το αίσθημα διόγκωσης και τα ευαίσθητα σημεία εξίσου με placebo (Yunus MB et al, 1989).

16.3.3.9.12   ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΚΑΚΩΣΕΙΣ

Η ιμπουπροφαίνη, σε δόση 2.400 mg/24ωρο, δεν διαφέρει σε αποτελεσματικότητα από placebo σε ασθενείς με διάστρεμμα της ποδοκνημικής (Andersson S et al, 1983). Ποδοσφαιριστές με αιματώματα και μυικές κακώσεις των κάτω άκρων έχουν ταχύτερη και μεγαλύτερη βελτίωση του πόνου με την ιμπουπροφαίνη, παρά με την ασπιρίνη.

16.3.3.9.13   ΟΞΕΙΕΣ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΕΣ ΚΑΚΩΣΕΙΣ

Η ιμπουπροφαίνη είναι πολύ περισσότερο αποτελεσματική από την υδροχλωρική προποξυφαίνη (Goswick CB Jr, 1983).

16.3.3.9.14   ΕΚΤΟΠΗ ΟΣΤΕΟΠΟΙΗΣΗ

Η ιμπουπροφαίνη, όπως και άλλα ΜΣΑΦ, χορηγούμενη επί 3 εβδομάδες, προλαβαίνει την έκτοπη περιαρθρική οστεοποίηση που ακολουθεί την ολική αρθροπλαστική του ισχίου.

16.3.3.9.15   ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ

Η ιμπουπροφαίνη ανακουφίζει από τον πόνο μετά από τον τοκετό, την αιδοιοτομία (Van Wering RF and Bleker OP, 1972), την αιδοιοτομία, την εξαγωγή οδόντων (Lokken P, 1975) και χειρουργικές επεμβάσεις (Marsili MT and Conte C, 1975) περισσότερο από την προποξυφαίνη.

16.3.3.9.16   ΠΥΡΕΤΟΣ

Η ιμπουπροφαίνη είναι ασφαλές και αποτελεσματικό αντιπυρετικό σε παιδιά και βρέφη ηλικίας ακόμα και 3 μηνών. Σε δόσεις 10 mg/kg/24ωρο, έχει ταχύτερη και μεγαλύτερης διάρκειας αντιπυρετική δράση από ίδια δόση ακεταμινοφαίνης, ιδιαίτερα σε παιδιά με υψηλό πυρετό (³ 38,8ο C).

Σε δόσεις πολύ μικρότερες από τις χρησιμοποιούμενες για τον έλεγχο του πυρετού της συστηματικής ΝΡΑ (7 mg/kg/24ωρο, συγκριτικά με 15 mg ασπιρίνης), είναι αποτελεσματικό αντιπυρετικό σε παιδιά με λοιμώξεις του αναπνευστικού.

16.3.3.9.17   ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΔΥΣΜΗΝΟΡΡΟΙΑ

Η ιμπουπροφαίνη ανακουφίζει πλήρως από τον πόνο της δυσμηνόρροιας στο 66% των περιπτώσεων. Σε γυναίκες με πρωτοπαθή δυσμηνόρροια μειώνει την δράση των προσταγλανδινών στην έμμηνη ρύση και την ενδομήτρια πίεση και την συχνότητα των συσπάσεων της μήτρας, πιθανώς λόγω αναστολής της σύνθεσης των προσταγλανδινών.

16.3.3.10   ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Η ιμπουπροφαίνη είναι λιγότερο τοξική από την φαινυλοβουταζόνη, την ινδομεθακίνη και την ασπιρίνη. Σε ασθενείς με ΡΑ, δόσεις 3.200 mg/24ωρο είναι λιγότερο τοξικές από 2.400 mg/ 24ωρο. Οι ασθενείς που παίρνουν 800-1.600 mg ιμπουπροφαίνης ημερησίως διακόπτουν την αγωγή λόγω τοξικότητας λιγότερο συχνά απ΄ αυτούς που παίρνουν 3-6 gr ασπιρίνης ημερησίως.

16.3.3.10.1   ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ : Οι γαστρεντερικές διαταραχές είναι οι συχνότερες επιπλοκές της ιμπουπροφαίνης. Η συχνότητά τους ανέρχεται σε 4-16%, αλλά μπορεί να αυξηθεί με την αύξηση της δόσης του φαρμάκου. Π.χ. Η γαστρεντερική βλάβη επιδεινώνεται όταν η ιμπουπροφαίνη χορηγείται σε αυξανόμενες δόσεις έως 2.400 mg/24ωρο, όχι όμως όταν χορηγηθεί βραχυχρόνια σε δόσεις έως 4.800 mg/ 24ωρο. Η συχνότητα των γαστρεντερικών επιπλοκών της ιμπουπροφαίνης είναι παρόμοια με placebo και πολύ μικρότερη της ασπιρίνης και της ινδομεθακίνης.

ΤΥΠΟΙ :

  • Γαστρεντερικά συμπτώματα (δυσπεψία, ναυτία, έμετοι, μετεωρισμός, αέρια, διάρροια ή δυσκοιλιότητα) : Είναι οι συχνότερες γαστρεντερικές επιπλοκές της ιμπουπροφαίνης, όπως και των άλλων παραγώγων του προπιονικού οξέος. Παρατηρούνται στο 2-18% των ασθενών, αλλά είναι συνήθως ήπιες και υποχωρούν χωρίς να απαιτήσουν διακοπή του φαρμάκου.
  • Σοβαρές γαστρεντερικές αντιδράσεις (αιματέμεση, μέλαινα, πεπτικό έλκος, έντονος γαστρικός πόνος ή έμετοι) : Παρατηρούνται στο 1.5% των ασθενών που παίρνουν ιμπουπροφαίνη, συγκριτικά με 1% με placebo και 12.5% με την ασπιρίνη, και επιβάλλουν διακοπή της θεραπείας. 
  • Στένωμα οισοφάγου
  • Ελκωτική πρωκτίτιδα
  • Οισοφαγική βλάβη
  • Κολίτιδα

16.3.3.10.2   ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΥΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ : Η συχνότητα των νευρολογικών επιπλοκών των παραγώγων του προπιονικού οξέος κυμαίνεται σε 10%. Πιθανώς <1% των ασθενών διακόπτει τα παράγωγα του προπιονικού οξέος λόγω νευρολογικών επιπλοκών.

ΤΥΠΟΙ ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΙΠΛΟΚΩΝ :

  •  Κεφαλαλγίες, ίλιγγος, καρηβαρία, αναστρέψιμη ελάττωση της ακοής : Είναι πολύ λιγότερο σοβαρές και έντονες από την ινδομεθακίνη (κεφαλαλγίες και απώλεια αισθήματος προσωπικότητας) και την ασπιρίνη (ίλιγγος) (Boardman PL et al, 1967).
  •  Άσηπτη μηνιγγίτιδα : Εχει αναφερθεί και με άλλα ΜΣΑΦ, αλλά συχνότερα με την ιμπουπροφαίνη : α)  Σε ασθενείς με ΣΕΛ, μικτή νόσο του συνδετικού ιστού, ΝΡΑ και αδιαφοροποίητα νοσήματα του συνδετικού ιστού, β) σε άτομα χωρίς αυτοάνοσα ρευματικά νοσήματα (σπάνια) (Peter JB, 1990; Davis BJ et al, 1994; Horn AC and Jarrett SW, 1997) και γ) σε μία γυναίκα με θετικό SS-A (Ewert BH, 1989).
  • Η άσηπτη μηνιγγίτιδα από την ιμπουπροφαίνη οφείλεται πιθανώς σε υπερευαισθησία στο φάρμακο. Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να προκαλέσει άσηπτη μηνιγγίτιδα σε (NZB X NZW) F1 ποντικούς (Berliner S et al, 1985).
  •  Μηνιγγοεγκεφαλίτιδα (Perera DR et al, 1984)
  •  Οξεία εγκεφαλοπάθεια, με εκδηλώσεις άσηπτης μηνιγγίτιδας, διαταραχή της διανοητικής κατάστασης, εστιακά νευρολογικά σημεία, οφθαλμοπληγία και ημιπάρεση (Agus B et al, 1990)
  •  Τοξική αμβλυωπία (Palmer CAL, 1972; Thompson M et al, 1972). Είναι αναστρέψιμη, αλλά πιθανώς βαρύτερη σε ηλικιωμένες γυναίκες.
  •  Διαταραχή λειτουργίας αναγνώρισης (Goodwin JS and Regan M, 1982)
  •  Παραλήρημα, μετά από αλληλεπίδραση της ιμπουπροφαίνης με τακρίνη (Hooten WM and Pearlson G, 1996)
  • Παρανοειδής ψύχωση (Griffith JD et al, 1982)
  • Αμφοτερόπλευρος βαλλισμός (Sandyk R et al, 1987)

16.3.3.10.3   ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ

Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με προηγηθείσα υπερευαισθησία στην ασπιρίνη (Stempel DA and Miller JJ, 1977) ή σε πάσχοντες από άσηπτη μηνιγγίτιδα από την τολμετίνη (Ruppert GB and Barth WF, 1981b) ή άλλα ΜΣΑΦ, την αζαθειοπρίνη ή τον συνδυασμό της τριμεθοπρίμης με σουλφαμεθοξαζόλη.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ : Είναι ενδεικτική άσηπτης μηνιγγίτιδας, με πυρετό, κεφαλαλγία και κακουχία και συχνά φωτοφοβία, λήθαργο, σύγχυση, επιθετικότητα, ναυτία, εμέτους, κοιλιακό πόνο, μυαλγίες και διαταραχές των ηπατικών ενζύμων. Άλλες εκδηλώσεις είναι θόλωση της όρασης, ελάττωση της ακοής και ζάλη, αταξία και σπασμοί παράλυση και ημιπάρεση και, μερικές φορές, δερματίτιδα, επιπεφυκίτιδα και σοβαρή υπόταση.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ : Ουδετερόφιλη πλειοκυττάρωση, μεγάλη αύξηση των πρωτεϊνών και μικρή ελάττωση των επιπέδων του σακχάρου στο ΕΝΥ.

Αλλες αντιδράσεις υπερευαισθησίας :

  • Υπόταση, πυρετός και κεφαλαλγίες, σε ασθενείς με ΣΕΛ (Finch MR and Strottman MP, 1979) 
  • Σύνδρομο παρόμοιο με ΣΕΛ (παροδικός πυρετός, μυαλγία, πολυαρθρίτιδα και εξάνθημα, θετική Coombs και θετικά FANA) (Bar-Sela S et al, 1980) 
  • Υπόταση, πυρετός, ρίγη, επιπεφυκίτιδα, ναυτία, μηνιγγίτιδα, αρθραλγίες και λευκοπενία, σε μίαν ασθενή με ΣΕΛ (Mandell BF and Raps EC, 1987) 
  • Σοβαρή γενικευμένη αντίδραση (Butterfield JH et al, 1986)

16.3.3.10.4   ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ-ΒΛΕΝΝΟΓΟΝΟΥΣ

  • Αλωπεκία (Meyer HC, 1979)
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson, σε συνδυασμό με τοξική ηπατίτιδα (Sternlieb P and Robinson RM, 1978)
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
  • Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα (Peters F et al, 1996)
  • Οξεία θρομβοπενική πορφύρα
  • Σταθερά φαρμακευτικά εξανθήματα
  • Κνησμός
  • Μη ειδική δερματίτιδα
  • Κνίδωση ή/και αγγειο-οίδημα
  • Καθυστέρηση επούλωσης τραυμάτων : Η ιμπουπροφαίνη, σε μεγάλες δόσεις, μπορεί να προκαλέσει νέκρωση του κρημνού της μεταμόσχευσης και διάνοιξη του μοσχεύματος. Η επιπλοκή αυτή αποδίδεται στις αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες του φαρμάκου, γι’ αυτό και θεωρητικά μπορεί να εμφανισθεί με όλα τα ΜΣΑΦ
  • Κηλιδοβλατιδώδη εξανθήματα, σε ασθενείς με ΣΕΛ (Shoenfeld Y et al, 1980)
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Τοξική επιδερμόλυση
  • Έξαρση ψωρίασης (Ben-Chetrit E and Rubinow A, 1986)
  • Ομαλός λειχήνας στόματος
  • Πεμφιγοειδές φυσαλιδώδες εξάνθημα κνημών (Laing VB et al, 1988).

16.3.3.10.5   ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ : Οι αιματολογικές επιπλοκές της ιμπουπροφαίνης είναι τύπου Β ή ιδιοσυγκρασιακές και σπάνια σοβαρές. 

ΤΥΠΟΙ ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΙΠΛΟΚΩΝ :

  • Απλαστική αναιμία, ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοπενία (σπάνια)
  • Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία με θετική Coombs
  • Θρομβοπενία (Jain S, 1994), ενίοτε σε συνδυασμό με ουδετεροπενία και αιμολυτική αναιμία (Lindblad R and Rodjer S, 1991)
  • Οξεία αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα με IgM και IgG αντισώματα στον ορό, οφειλόμενη πιθανώς σε μεταβολίτη του φαρμάκου (Meyer T et al, 1993).
  • Ακοκκιοκυττάρωση, σ’ έναν ασθενή που έπαιρνε αουρανοφίνη (Hakala M et al, 1987), και σε συνδυασμό με απλαστική αναιμία, σ’ έναν άλλο (Gryfe CI, 1976)
  • Απλασία λευκών αιμοσφαιρίων
  • Επιδείνωση αιμορραγίας : Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να προκαλέσει παράταση του χρόνου ροής, περισσότερο όμως ήπια και παροδική απ’ ό, τι η ασπιρίνη, δεδομένου ότι η ανασταλτική της δράση στα αιμοπετάλια είναι αναστρέψιμη.

Η ιμπουπροφαίνη, αν και δεν φαίνεται να προκαλεί σοβαρές μετεγχειρητικές αιμορραγικές επιπλοκές, είναι προτιμότερο να διακόπτεται προεγχειρητικά. Στους αιμορροφιλικούς ασθενείς είναι σχετικά ασφαλής.

16.3.3.10.6   ΑΠΟ ΤΟ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Η ιμπουπροφαίνη συνδέεται με οξεία νεφρική ανεπάρκεια, και, λιγότερο συχνά, διάμεση νεφρίτιδα, σωληναριακή νέκρωση, θηλοειδή νέκρωση, λιποειδή νέφρωση και διαταραχές ύδατος και ηλεκτρολυτών.

Σε αντιφλεγμονώδεις δόσεις (>1.6 gr/24ωρο) η νεφροτοξικότητα αναπτύσσεται σχεδόν αποκλειστικά σε ηλικιωμένους ασθενείς με μικρό ενδαγγειακό όγκο, μειωμένη καρδιακή έξοδο και στεφανιαία νόσο.

16.3.3.10.7   ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ

  • Οπτικές διαταραχές
  • Διπλωπία
  • Κερατοπάθεια vortex (Fitt A et al, 1996 )
  • Μείωση οπτικής οξύτητας και έγχρωμης όρασης

16.3.3.10.8   ΑΠΟ ΤΟ ΗΠΑΡ

  • Αύξηση ηπατικών ενζύμων (αλκαλική φωσφατάση, SGOT), στο 2-4% των ασθενών
  • Βαριά ηπατίτιδα, σε μερικούς ασθενείς, ένας εκ των οποίων απεβίωσε από καταπληξία και νεφρική ανεπάρκεια
  • Λιπώδες ήπαρ και πλευριτική συλλογή
  • Ηπατοτοξικότητα (Riley TR 3rd and Smith JP, 1998), ενίοτε σε συνδυασμό με λεμφοπενία (Stempel DA and Miller JJ 3rd, 1977)
  • Σύνδρομο εξαφανιζόμενων χοληφόρων πόρων (Srivastava M et al, 1998), πιθανώς σαν αντίδραση υπερευαισθησίας.

16.3.3.10.9   ΑΛΛΕΣ

  • Ρήξη μεσοκοιλιακού διαφράγματος, σ΄ έναν ασθενή με περικαρδίτιδα συνεπεία οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου (Boden WE and Sadaniantz A, 1985)
  • Ραβδομυόλυση συνδεόμενη με παροδική ελάττωση της καρνιτίνης των μυών (Ross NS and Hoppel CL, 1987)
  • Υπονατριαιμία
  • Οίδημα
  • Βρογχικό άσθμα, ενίοτε θανατηφόρο, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ιστορικό άσθματος ή άλλων αλλεργικών αντιδράσεων στα ΜΣΑΦ.
  • Οξύ πνευμονικό οίδημα, σ’ έναν ασθενή με AIDS (Chetty KG et al, 1993)

16.3.3.11   ΥΠΕΡΔΟΣΟΛΟΓΙΑ

Η ιμπουπροφαίνη, σε μεγάλες δόσεις, συνήθως είναι ατοξική ή προκαλεί ήπιες εκδηλώσεις από το γαστρεντερικό ή το ΚΝΣ. Σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας έχει μικρή τοξικότητα, ιδιαίτερα εάν ληφθεί σε δόσεις <400 mg/24ωρο.

Εκδηλώσεις :

  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, με σοβαρή μεταβολική οξείδωση, τονικούς-κλονικούς σπασμούς, υπασβεστιαιμία και υπομαγνησιαιμία, σύνδρομο αναπνευστικής ανεπάρκειας των ενηλίκων
  • Μεταβολική οξείδωση
  • Καταπληξία, μεταβολική οξείδωση και κώμα
  • Κολπικός ινιδισμός
  • Υπερκαλιαιμία, μεταβολική οξείδωση και προοδευτική αναπνευστική ανεπάρκεια
  • Κώμα
  • Καταστολή ΚΝΣ, σπασμοί, γαστρεντερικές διαταραχές, βραδυκαρδία, υπόταση, άπνοια, διαταραχή νεφρικής λειτουργίας, αιματουρία, νυσταγμός, θόλωση όρασης (Hall AH et al, 1986)
  • Μεταβολική οξείδωση, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, οξεία ηπατική βλάβη, οξεία χολόσταση και θρομβοπενία
  • Υπόταση και απώλεια συνείδησης

Θεραπεία :

  • Κένωση του στομάχου με έμετο ή πλύση, αν και μίαν ώρα μετά την λήψη του φαρμάκου το μεγαλύτερο μέρος του έχει απορροφηθεί
  • Αλκαλοποίηση ούρων και προκλητή διούρηση, δεδομένου ότι η ιμπουπροφαίνη είναι οξειδωτικό φάρμακο και απεκκρίνεται από τα ούρα
  • Ενεργός άνθρακας : Μπορεί να μειώσει την απορρόφηση και επαναρρόφηση της ιμπουπροφαίνης.

16.3.3.12   ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΕ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ

Δεν έχει αναφερθεί.

16.3.3.13   ΚΥΗΣΗ

Στα ζώα : Η ιμπουπροφαίνη, σε δόσεις κάπως χαμηλότερες από τις μέγιστες κλινικές, δεν φαίνεται να έχει τερατογόνες ιδιότητες στους αρουραίους και τα κουνέλια. Πάντως, οι επιπτώσεις των φαρμάκων στην αναπαραγωγή των ζώων δεν απευθύνονται πάντα και στον άνθρωπο.

Στον άνθρωπο : Όπως άλλα φάρμακα που αναστέλλουν την σύνθεση των προσταγλανδινών, η ιμπουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει την συχνότητα της δυστοκίας στους αρουραίους, να καθυστερήσει τον τοκετό στους αρουραίους και στον άνθρωπο και να προκαλέσει επίμονη πνευμονική υπέρταση σε πρόωρα νεογνά. Σε χαμηλές δόσεις (<600 mg/24ωρο) φαίνεται ότι είναι ασφαλής σε έγκυες γυναίκες με ΡΑ. Πάντως, δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες με την χρήση της στις εγκύους, γι΄αυτό και πρέπει να χρησιμοποιείται στη διάρκεια της κύησης μόνον όταν είναι απολύτως απαραίτητη. Λόγω των γνωστών δράσεων των ΜΣΑΦ στο καρδιαγγειακό σύστημα του εμβρύου (πρόωρη σύγκλειση του βοτάλειου πόρου), πρέπει να αποφεύγεται ιδιαίτερα στη διάρκεια του τελευταίου 3μήνου της κύησης.

16.3.3.14   ΓΑΛΟΥΧΙΑ

Η ιμπουπροφαίνη ανιχνεύεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Εάν χορηγηθεί σε γυναίκες που θηλάζουν σε δόση 1.600 mg σε διάστημα 24 ωρών δεν ανιχνεύεται στο μητρικό γάλα (Townsend RJ et al, 1984). Επομένως, εάν η μητέρα παίρνει 1.6 gr ιμπουπροφαίνης/24ωρο, το βρέφος θεωρητικά προσλαμβάνει <1 mg του φαρμάκου/24ωρο.

Η ιμπουπροφαίνη, όπως και η φλουρμπιπροφαίνη, επειδή συγκεντρώνεται σε χαμηλά επίπεδα στο γάλα, έχει βραχύ t(1/2) και σχηματίζει αδρανείς μεταβολίτες, θεωρείται ένα από τα καταλληλότερα ΜΣΑΦ για χρήση στη διάρκεια της γαλουχίας.

16.3.3.15   ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ - ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Νεογνά : Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του εναιωρήματος της ιμπουπροφαίνης σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 6 μηνών δεν έχει προσδιορισθεί.

Παιδιά : Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια σε παιδιά με ΡΑ. Παιδιά ηλικίας μικρότερης των 2 ετών πρέπει να παίρνουν την ιμπουπροφαίνη μόνο μετά από συμβουλή του γιατρού.

Τα παιδιά που παίρνουν ιμπουπροφαίνη πρέπει να την διακόπτουν εάν ο πόνος ή ο πυρετός επιμένουν περισσότερο από 3 ημέρες ή εάν εμφανίσουν αφυδάτωση λόγω εμέτων, διάρροιας ή περιορισμένης πρόσληψης υγρών. Ακόμα, πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους εάν εμφανίσουν προοδευτικά αυξανόμενο πόνο ή πυρετό, διόγκωση ή ερύθημα στην επώδυνη περιοχή ή εάν δεν έχουν ανακούφιση μέσα σε 24 ώρες, ή έντονο πονόλαιμο ή  πονόλαιμο διάρκειας άνω των 2 ημερών ή πονόλαιμο σε συνδυασμό με πυρετό, κεφαλαλγία, εξάνθημα, ναυτία ή εμέτους.

Ο κίνδυνος νοσοκομειακής νοσηλείας λόγω γαστρεντερικής αιμορραγίας, νεφρικής ανεπάρκειας, αναφυλαξίας ή συνδρόμου Reye σε εμπύρετα παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως 12 ετών που θεραπεύονται με ιμπουπροφαίνη σε δόσεις 5-10 mg/kg/24ωρο είναι παρόμοιος με αυτόν των παιδιών που παίρνουν ακεταμινοφαίνη σε δόσεις 12 mg/kg/24ωρο. Πάντως, στα παιδιά, ο κίνδυνος των λιγότερο σοβαρών επιπλοκών των συνδεόμενων με την μακροχρόνια χρήση της ιμπουπροφαίνης δεν είναι γνωστός.

Ηλικιωμένοι : Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες προφυλάξεις, με την προϋπόθεση ότι έχουν φυσιολογική νεφρική λειτουργία και έλλειψη υπερευαισθησίας στην ασπιρίνη.

Κύηση : Η χορήγηση της ιμπουπροφαίνης στη διάρκεια της κύησης αντενδείκνυται.

Γαλουχία :  Η ιμπουπροφαίνη δεν συνιστάται στη διάρκεια της γαλουχίας.

Γαστροτοξικότητα : Τα περισσότερα ΜΣΑΦ μπορούν να προκαλέσουν πεπτικό έλκος, γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση, με θανατηφόρα, σπάνια, κατάληξη. Οι περισσότεροι ασθενείς εμφανίζουν ήπια συμπτώματα από το ανώτερο γαστρεντερικό, όπως π.χ. δυσπεψία, συνήθως πρώιμα στη διάρκεια της θεραπείας, αν και μπορεί να εμφανίσουν πεπτικό έλκος και διάτρηση χωρίς προειδοποιητικά γαστρεντερικά ενοχλήματα.

Η συχνότητα των συμπτωματικών ελκών του ανώτερου γαστρεντερικού, της γαστρεντερικής αιμορραγίας και διάτρησης ανέρχεται περίπου σε 1% σε ασθενείς θεραπευόμενους με ΜΣΑΦ επί 3-6 μήνες και 2-4%, επί 12 μήνες.

Η γαστρεντερική αιμορραγία συνοδεύεται από μεγαλύτερη νοσηρότητα και θνητότητα σε οξέως πάσχοντες από άλλες καταστάσεις, στους ηλικιωμένους και σε ασθενείς με αιμορραγικά νοσήματα. Σε ασθενείς με ενεργό γαστρεντερική αιμορραγία ή πεπτικό έλκος πρέπει να ζυγίζεται το όφελος της θεραπείας με ιμπουπροφαίνη σε σχέση με τους πιθανούς κινδύνους, να εφαρμόζεται η κατάλληλη αντιελκωτική αγωγή και να παρακολουθείται προσεκτικά ο ασθενής.

Ηπατοτοξικότητα : Όπως με άλλα ΜΣΑΦ, η θεραπεία με ιμπουπροφαίνη συνοδεύεται από οριακή αύξηση μιας ή περισσότερων λειτουργικών ηπατικών δοκιμασιών έως το 15% των ασθενών. Οι ανωμαλίες αυτές μπορεί να επιδεινωθούν, να παραμείνουν ουσιαστικά αμετάβλητες ή να επιστρέψουν σε φυσιολογικά όρια παρά την συνέχιση του φαρμάκου. Η SGOT είναι πιθανώς ο περισσότερο ευαίσθητος δείκτης της ηπατικής δυσλειτουργίας. Σε λιγότερο από 1% των ασθενών, η αύξηση της SGOT και της SGPT προσεγγίζει το 3πλάσιο των ανώτερων φυσιολογικών ορίων.

Συμπτώματα και/ή σημεία ηπατικής δυσλειτουργίας ή ανωμαλίες των ηπατικών δοκιμασιών στη διάρκεια της θεραπείας με ιμπουπροφαίνη πρέπει πάντοτε να διερευνώνται γιατί μπορεί να υποκρύπτουν βαρύτερες ηπατικές αντιδράσεις (ίκτερος, θανατηφόρα ηπατίτιδα). Αν και οι αντιδράσεις αυτές είναι σπάνιες, εάν οι διαταραχές των ηπατικών δοκιμασιών επιμένουν ή επιδεινώνονται ή εμφανισθούν κλινικά σημεία και συμπτώματα ηπατικής νόσου ή συστηματικές εκδηλώσεις (π.χ. ηωσινοφιλία, εξάνθημα, κ.ά.), η ιμπουπροφαίνη πρέπει να διακόπτεται.

Νεφροτοξικότητα : Η ιμπουπροφαίνη, σε μακροχρόνια χορήγηση, μπορεί να προκαλέσει νεφρική θηλοειδή νέκρωση, στα ζώα, και οξεία διάμεση νεφρίτιδα με αιματουρία και πρωτεϊνουρία και περιστασιακά νεφρωσικό σύνδρομο, στον άνθρωπο. Παράλληλα, σε ασθενείς με προνεφρικές και νεφρικές καταστάσεις που οδηγούν σε μείωση της νεφρικής αιματικής ροής ή του όγκου του αίματος, όπου οι νεφρικές προσταγλανδίνες έχουν υποστηρικτικό ρόλο στη διατήρηση της νεφρικής διάχυσης, η ιμπουπροφαίνη, όπως και τα περισσότερα ΜΣΑΦ, μπορεί να προκαλέσει δοσοεξαρτώμενη μείωση της σύνθεσης των προσταγλανδινών και απορρύθμιση της νεφρικής λειτουργίας.

Ασθενείς επιρρεπείς στην επιπλοκή αυτή είναι οι πάσχοντες από νεφρική ή καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, σακχαρώδη διαβήτη, προχωρημένη ηλικία, εξωκυττάρια υπο-ογκαιμία οποιασδήποτε αιτιολογίας (π.χ. λόγω θεραπείας με διουρητικά), σηψαιμία, πυελονεφρίτιδα ή θεραπευόμενοι με νεφροτοξικά φάρμακα, όπως και με αυξημένα επίπεδα αγγειοτενσίνης ΙΙ ή κατεχολαμινών.

Σύμφωνα με τους κατασκευαστές του φαρμάκου, η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή στη διάρκεια της θεραπείας με ιμπουπροφαίνη εάν υπάρχουν εκδηλώσεις αζωθαιμίας (π.χ. κακουχία, κόπωση, απώλεια όρεξης). Μερικοί κλινικοί συνιστούν τακτικό περιοδικό έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, ανεξάρτητα αν έχουν συμπτώματα. Μετά την διακοπή του ΜΣΑΦ, ο ασθενής τυπικά επανέρχεται στην προθεραπευτική κατάσταση. 

Σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, η ιμπουπροφαίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή και στενή παρακολούθηση, δεδομένου ότι το φάρμακο και οι μεταβολίτες του αποβάλλονται κυρίως μέσω των νεφρών, και σε μικρότερη δόση προκειμένου να αποφευχθεί υπερβολική άθροιση του φαρμάκου. Η ασφάλεια της ιμπουπροφαίνης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια δεν έχει προσδιορισθεί.

Θεραπεία με αντιπηκτικά : Η ιμπουπροφαίνη, όπως άλλα ΜΣΑΦ, μπορεί να αναστείλει την συγκόλληση των αιμοπεταλίων, αλλά λιγότερο από την ασπιρίνη, και να παρατείνει τον χρόνο ροής σε φυσιολογικά άτομα, αν και μέσα στα φυσιολογικά όρια. Επειδή η παράταση της αιμορραγίας μπορεί να επιδεινωθεί σε ασθενείς με υποκείμενες διαταραχές της αιμόστασης, η ιμπουπροφαίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε άτομα με ενδογενείς ανωμαλίες της πήξης ή θεραπευόμενα με αντιπηκτικά per os.

Λοιμώξεις : Η ιμπουπροφαίνη, όπως τα περισσότερα ΜΣΑΦ, λόγω της αντιφλεγμονώδους και αντιπυρετικής της δράσης, μπορεί να συγκαλύψει τις συνήθεις κλινικές εκδηλώσεις των λοιμώξεων, γι΄αυτό και πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσες λοιμώξεις. 

Αναιμία : Η ιμπουπροφαίνη, σε δόσεις 1.200-3.200 mg/24ωρο, μπορεί, όπως άλλα ΜΣΑΦ, να προκαλέσει μικρή πτώση της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη, με άγνωστο μηχανισμό.

Σε δόσεις 3.200 mg/24ωρο, η Hb μειώνεται κατά 1 gr. Πτώση της αιμοσφαιρίνης ≥ 1 gr έχει αναφερθεί στο 17.1% και 22.8% των ασθενών με ΟΑ και ΡΑ που έπαιρναν 1.600 mg και 2.400 mg ιμπουπροφαίνης ημερησίως, αντίστοιχα. Η πτώση αυτή της Hb, εάν δεν συνοδεύεται από αιμορραγικές εκδηλώσεις, δεν έχει κλινική σημασία.

Υπερευαισθησία : Η ιμπουπροφαίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στο φάρμακο και με βρογχόσπασμο, αγγειοοίδημα ή ρινικούς πολύποδες από την ασπιρίνη ή άλλα ΜΣΑΦ. Τα ΜΣΑΦ γενικά αντενδείκνυνται σε ασθενείς με κνίδωση, αγγειοοίδημα, βρογχόσπασμο, σοβαρή ρινίτιδα ή καταπληξία από την ασπιρίνη ή άλλα ΜΣΑΦ, δεδομένου ότι μπορεί να εμφανίσουν αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, αν και τα ΜΣΑΦ έχουν περιστασιακά χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς ευαίσθητους στα ΜΣΑΦ που έχουν υποστεί απευαισθητοποίηση.

Μηνιγγίτιδα : Η ιμπουπροφαίνη μπορεί σπάνια να προκαλέσει άσηπτη μηνιγγίτιδα με πυρετό και κώμα. Η μηνιγγίτιδα από την ιμπουπροφαίνη έχει παρατηρηθεί συνήθως σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και άλλα νοσήματα του συνδετικού ιστού, αλλά και χωρίς υποκείμενα νοσήματα, σε συχνότητα μεγαλύτερη από τα άλλα ΜΣΑΦ. Γι΄αυτό και η ιμπουπροφαίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή στους ασθενείς αυτούς και να διακόπτεται εάν εμφανισθούν σημεία ή συμπτώματα μηνιγγίτιδας.

16.3.3.16   ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

  • Η ταυτόχρονη χορήγηση κορτικοειδών με ιμπουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης γαστρεντερικού έλκους, γι΄αυτό και τα 2 αυτά φάρμακα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή.
  • Σε ασθενείς θεραπευόμενους μακροχρόνια με κορτικοειδή, τα κορτικοειδή πρέπει να διακόπτονται προοδευτικά και όχι απότομα και κάτω από προσεκτική παρακολούθηση για το ενδεχόμενο φλοιοεπινεφριδιακής ανεπάρκειας ή συμπτωματικής έξαρσης της νόσου για την οποία τα κορτικοειδή χορηγούνται, όταν η ιμπουπροφαίνη προστίθεται στη θεραπεία.
  • Τα άτομα με φαινυλοκετονουρία ή περιορισμό της διαιτητικής πρόσληψης φαινυλαλανίνης πρέπει να προειδοποιούνται ότι τα μασώμενα δισκία Motrin (κυκλοφορεί στις ΗΠΑ) περιέχουν ασπαρτάμη (NutraSweet), η οποία μεταβολίζεται στο γαστρεντερικό σωλήνα σε 3 ή 6 mg φαινυλαλανίνης για κάθε δισκίο των 50 ή 100 mg, αντίστοιχα.
  • Η ιμπουπροφαίνη μπορεί να προκαλέσει κατακράτηση υγρών και περιφερικό οίδημα, γι΄ αυτό και πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση ή άλλες καταστάσεις που προδιαθέτουν σε κατακράτηση υγρών.
  • Ο ασθενείς που παίρνουν ιμπουπροφαίνη μπορεί να εμφανίσουν θόλωση ή/και ελάττωση της όρασης, σκοτώματα και/ή μεταβολές της έγχρωμης όρασης. Στις περιπτώσεις αυτές το φάρμακο πρέπει να διακόπτεται και ο ασθενής να υποβάλλεται σε εξέταση οπτικών πεδίων και έλεγχο της αντίληψης των χρωμάτων.

16.3.3.17   ΔΟΣΕΙΣ - ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ

Οστεοαρθρίτιδα : 400-800 mg, 3-4 φορές ημερησίως.

Ρευματοειδής αρθρίτιδα : 400-800 mg, 3-4 φορές ημερησίως. Η δόση προσαρμόζεται ανάλογα με την ανταπόκριση και την ανοχή του ασθενούς και δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 3.200 mg/24ωρο. Η θεραπευτική ανταπόκριση εμφανίζεται μερικές ημέρες έως 1 εβδομάδα, αλλά συνήθως 2 εβδομάδες, μετά την έναρξη του φαρμάκου. Οι πάσχοντες από ΡΑ γενικά χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις απ΄ ό, τι οι ασθενείς με ΟΑ.

Στην ΟΑ και την ΡΑ οι συνιστώμενες δόσεις κυμαίνονται από 1.200-3.200 mg/24ωρο (300 mg/6ωρο ή 400 mg, 600 mg ή 800 mg /8ωρο ή 6ωρο). Δόσεις 3.200 mg/24ωρο έχουν καλύτερο αποτέλεσμα από 2.400 mg/24ωρο σε μερικούς ασθενείς, αν και, σύμφωνα με ελεγχόμενες μελέτες, δεν είναι περισσότερο αποτελεσματικές. Σε απλές δόσεις έως 800 mg, η αποτελεσματικότητα συσχετίζεται γραμμικά με τα επίπεδα του φαρμάκου στο αίμα.

Νεανική ρευματοειδής αρθρίτιδα : Η συνήθης δόση κυμαίνεται από 30-40 mg/kg/ 24ωρο, διηρημένη σε 3-4 δόσεις (κάθε 6-8 ώρες). Σε ασθενείς με ήπια νόσο, δόση 20 mg/kg/ 24ωρο μπορεί να είναι επαρκής.

Δόσεις ανάλογα με το σωματικό βάρος :

  • <20 kg      : 400 mg/24ωρο
  • 20-30 kg   : 600 mg/24ωρο
  • 30-40 kg   : 800 mg/24ωρο
  • >40 kg      : Δόσεις ενηλίκων.

Δόσεις >50 mg/24ωρο δεν συνιστώνται, δεδομένου ότι δεν έχουν μελετηθεί και οι επιπλοκές της ιμπουπροφαίνης είναι δοσοεξαρτώμενες. Δόσεις 40 mg/kg/24ωρο μπορεί να είναι περισσότερο τοξικές. Η θεραπευτική ανταπόκριση εμφανίζεται μετά από μερικές ημέρες έως αρκετές εβδομάδες. Εάν προκύψει, η δόση της ιμπουπροφαίνης πρέπει να μειώνεται στην μικρότερη δυνατή που διατηρεί τον έλεγχο της νόσου.

Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα : Έως 4.8 gr/24ωρο.

Οξεία ουρική αρθρίτιδα : 4.400 mg (εύρος 3.200-7.200 mg) το πρώτο 24ωρο και στη συνέχεια 2.800 mg/24ωρο (εύρος 1.600-4.800 mg) επί 5 ημέρες.

Δυσμηνόρροια : 400 mg κάθε 4 ώρες.

Πόνος :

Ενήλικες : 400 mg κάθε 4-6 ώρες. Δόσεις >400 mg δεν έχουν μεγαλύτερη αναλγητική δράση από 400 mg.

Παιδιά

  • Ηλικίας 2-3 ετών ή βάρους 11-16 kg    : 100 mg
  • Ηλικίας 4-5 ετών ή βάρους 16-21 kg   : 150 mg
  • Ηλικίας 6-8 ετών ή βάρους 22-27 kg   : 200 mg
  • Ηλικίας 9-10 ετών ή βάρους 27-32 kg  : 250 mg
  • Ηλικίας 11 ετών ή βάρους 33-43 kg     : 300 mg

ΠΙΝΑΚΑΣ 10

ΔΟΣΕΙΣ ΙΜΠΟΥΠΡΟΦΑΙΝΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

                                                               5 mg/kg                       10 mg/kg

                                                         (πυρετός > 39°C)            (πυρετός >39°C)

       Ηλικία

 Βάρος (lb)

    (mg)

    (κτγ)

    (mg)

   (κτγ)

6-11 μηνών

    13-17

      25

      ¼

      50

      ½

12-23 μηνών

    18-23

      50

      ½

     100

      1

2-3 ετών

    24-35

      75

      ¾

     150

    1 ½

4-5 ετών

    36-47

     100

      1

     200

      2

6-8 ετών

    48-59

     125

     1 ½

     250

    2 ½

9-10 ετών

    60-71

     150

     1 ½

     300

      3

11-12 ετών

    72-95

     200

       2

     400

      4

Πυρετός :

Ενήλικες : 400 mg κάθε 4-6 ώρες

Παιδιά 6 μηνών-12 ετών : 5 ή 10 mg/kg, για θερμοκρασίες <39ο ή >39ο C, αντίστοιχα. Μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση 40 mg/kg. Η αντιπυρετική δράση διαρκεί γενικά 6-8 ώρες και περισσότερο με την μεγαλύτερη δόση.

16.3.3.18   ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ

   Εμπορική ονομασία

    Μορφές-περιεκτικότητες

       Κατασκευαστής

Algofren

Sirop 150 ml x 100 mg/5 ml

UNI-PHARMA AE

Brufen

Tabl. fc 24 x 600 mg

ΦΑΡΜΑΛΕΞ ΑΕΒΕ

 

Sirop 150 ml x 100 mg/5 ml

 

 

Tabl. sc 30 x 200 mg

 

 

Tabl. sc 24 x 400 mg

 

 

Supp. 12 x 500 mg

 

 

Cream 100 gr x 10%

 

Drin

Sirop 150 ml x 100 mg/5 ml

ΒΙΑΝΕΞ ΑΕ

 

Tabl. sc 20 x 200 mg

 

 

Tabl. sc 24 x 400 mg

 

Ibuprofen

Tabl. sc 20 x 200 mg

REMEDINA

Londodact

Tabl. 30 x 600 mg

PANVIFARM

Pinafor

Tabl. Eff. 20 x 200 mg

HELP ΑΒΕΕ

 

Tabl. Eff. 10 x 200 mg

 

Rozovin

Tabl. sc 24 x 400 mg

ΦΑΡΜΑΝΙΚ

16.3.3.19   ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ

Σακχαρόπηκτα 200 mg και 400 mg : Κάθε δισκίο περιέχει 200 ή 400 mg ιμπουπροφαίνης, άμυλο αραβοσίτου, στεαρικό οξύ, κολλοειδές διοξείδιο σιλικόνης (μόνο τα δισκία των 400 mg), ακακία, διϋδρικό θειικό ασβέστιο, καρμελλόζη, ζάχαρη, γομαλάκα, πολυβιδόνη, ακετυλιωμένο μονογλυκερίδιο, E 127 (χρωστική) και κηρό Carnauba.

Δισκία επικαλυμμένα με υμένιο : Περιέχουν 600 mg ιμπουπροφαίνης, τριφωσφορικό ασβέστιο, μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, ποβιδόνη, νατριούχο κροσκαραμελλόζη, στεαρικό οξύ, υπρομελλόζη, διοξείδιο του τιτανίου E 171, ερυθροσίνη E 127, ταλκ και οξεικό νάτριο.

Εναιώρημα : Περιέχει 100 mg ιμπουπροφαίνης/5 ml και άλλα, ανενεργή, συστατικά (κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, κιτρικό οξύ, δινάτριο EDTA, FD & C red No 40, αρωματικές ύλες, γλυκερίνη, πολυσορβάτη 80, βενζοϊκό νάτριο, σορβιτόλη, σουκρόζη, ύδωρ και xanthan gum). Γενικά, τα σκευάσματα της ιμπουπροφαίνης πρέπει να φυλάσσονται σε θερμοκρασίες <25ο C και σε ξηρό περιβάλλον. Στις ΗΠΑ, συνιστώνται να φυλάσσονται σε θερμοκρασίες 15-30ο C. Το εναιώρημα πρέπει να προφυλάσσεται από το φως.

ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΙΜΠΟΥΠΡΟΦΑΙΝΗΣ

Η ιμπουπροφαίνη είναι ένα ισχυρό μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο, με πολύ καλή γαστρεντερική και γενικότερη ανοχή σε μακροχρόνια χορήγηση. Η αποτελεσματικότητα και ασφάλειά της έχουν καθιερωθεί μετά από μακροχρόνια κλινική εμπειρία και παρακολούθηση, γι΄ αυτό και αποτελεί ένα από τα πρώτα ΜΣΑΦ εκλογής σε ασθενείς με ρευματικά νοσήματα. Έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια και σε παιδιά με ρευματικά νοσήματα, αλλά το μειονέκτημα ότι πρέπει να χορηγείται σε συχνά χρονικά διαστήματα λόγω του βραχέος t(1/2) που διαθέτει. Ακόμα, πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και άλλα νοσήματα του συνδετικού ιστού, όπου η χρήση της έχει συνδεθεί με άσηπτη μηνιγγίτιδα σε συχνότητα μεγαλύτερη των άλλων ΜΣΑΦ.

 

 

 

 

 

 

 



Who is who

Θέματα

Συλλογή Φωτογραφιών

Τι είναι ο ρευματολόγος

Βότανα-Φυσικές ουσίες