Έρευνα

Γνωρίζετε αν διατρέχετε κίνδυνο οστεοπόρωσης;:

Ενημερωτικές εκπομπές

ΡΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Μύθοι και Αλήθειες
See video
Βότανα - Φυσικές ουσίες
See video
Τι είναι ο Ρευματολόγος
See video
Πόνοι στις αρθρώσεις
See video
Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα
See video
Έχω ρευματοειδή αρθρίτιδα;
See video
Αγκυλοποιητική σπονδυλαρθροπάθεια
See video

Αζαθειοπρίνη

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι χη­μι­κό α­νά­λο­γο των φυ­σι­ο­λο­γι­κών που­ρι­νών (α­δε­νί­νης, γου­α­νί­νης και υ­πο­ξαν­θί­νης). Ό­πως και η μερ­κα­πτο­που­ρί­νη και η θει­ο­γου­α­νί­νη, εί­ναι αν­τι­με­τα­βο­λί­της, αν­τα­γω­νι­στής της που­ρί­νης, και χρη­σι­μο­ποι­εί­ται κυ­ρί­ως για την α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κή του δρά­ση. Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη υ­πάρ­χει σαν ω­χρο­κί­τρι­νη, ά­ο­σμη σκό­νη, α­δι­ά­λυ­τη στο ύ­δωρ και πο­λύ ε­λα­φρά δι­α­λυ­τή στο οι­νό­πνευ­μα και έ­χει μο­ρια­κό βά­ρος 277.29. Η ε­νέ­σι­μη να­τρι­ού­χος α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι στεί­ρα, έν­το­να κί­τρι­νη, ά­μορ­φη μά­ζα, πα­ρα­σκευ­α­ζό­με­νη με λυ­ο­φι­λο­ποί­η­ση υ­δα­τι­κού δι­α­λύ­μα­τος α­ζα­θει­ο­πρί­νης και υ­δρο­ξεί­διο του να­τρί­ου. Με­τά α­πό α­να­σύ­στα­ση της ε­νέ­σι­μης α­ζα­θει­ο­πρί­νης με στεί­ρο ε­νέ­σι­μο ύ­δωρ σε συγ­κέν­τρω­ση 10 mg/ ml, το δι­ά­λυ­μα α­πο­κτά pH πε­ρί­που 9.6. 

ΧΗΜΕΙΑ

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη (Azathioprine)  

  • Χη­μι­κό ό­νο­μα : 6-[(1-Methyl-4-nitro-1H-imidazol-5-yl)thio)]-1H-purine 
  • Μο­ρια­κός τύ­πος : C9H7N7O2

ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ

Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις της α­ζα­θει­ο­πρί­νης α­πο­δί­δον­ται στη δι­ά­σπα­ση της  6- μερ­κα­πτο­που­ρί­νης και την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του με­θυ­λο-νι­τρο­ϊ­μι­δα­ζο­λι­κού μο­ρί­ου.  

Ο α­κρι­βής μη­χα­νι­σμός δρά­σης της α­ζα­θει­ο­πρί­νης στα ρευ­μα­τι­κά νο­σή­μα­τα δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί. Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι το­ξι­κή σε κύτ­τα­ρα ευ­ρι­σκό­με­να στην S φά­ση του μι­τω­τι­κού κύ­κλου, που εί­ναι ο χρό­νος της σύν­θε­σης του DNA (Spina CA, 1984), δηλ. δεν έ­χει κα­θα­ρά κυτ­τα­ρο­το­ξι­κή δρά­ση, αλ­λά μάλ­λον μει­ώ­νει τον βαθ­μό της κυτ­τα­ρι­κής δι­αί­ρε­σης.

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΔΡΑΣΗΣ :   

  • Α­να­στέλ­λει την λει­τουρ­γί­α των Τ- και Β- λεμ­φο­κυτ­τά­ρων (Yu DT et al, 1974
  • Κα­τα­στέλ­λει τον α­ριθ­μό των λεμ­φο­κυτ­τά­ρων, σε α­σθε­νείς με ΡΑ (Pedersen BK and Abom B, 1988
  • Α­να­στέλ­λει την πα­ρα­γω­γή α­νο­σο­σφαι­ρι­νών α­πό τα Β-λεμ­φο­κύτ­τα­ρα (Levy J et al, 1972)  
  • Α­να­στέλ­λει τον πολ­λα­πλα­σια­σμό των Β-λεμ­φο­κυτ­τά­ρων (Abdou NI et al, 1973
  • E­χει α­θροι­στι­κή δρά­ση στη λει­τουρ­γί­α και τον α­ριθ­μό των φυ­σι­κών κυτ­τά­ρων-φο­νέ­ων, in vivo (Spina CA, 1984
  • Κα­τα­στέλ­λει την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα των φυ­σι­κών κυτ­τά­ρων-φο­νέ­ων, σε α­σθε­νείς με ΡΑ (Abom B and Pedersen BK, 1987; Czeuz R et al, 1990
  • Κα­τα­στέλ­λει την πα­ρα­γω­γή αν­τι­σω­μά­των
  • Κα­τα­στέλ­λει την αν­τι­σω­μα­το-επαγόμενη κυτ­τα­ρο­το­ξι­κό­τη­τα, σε α­σθε­νείς με ΡΑ θε­ρα­πευ­ό­με­νους με θει­ο­γλυ­κο­νι­κό χρυ­σό (Lewis P et al, 1982)  
  • Κα­τα­στέλ­λει την κυτ­τα­ρι­κή α­νο­σί­α (Al-Safi SA and Maddocks JL, 1985
  • Κα­τα­στέλ­λει την πα­ρα­γω­γή αυ­το­αν­τι­σω­μά­των, σε πει­ρα­μα­τό­ζω­α με ΣΕΛ (Hahn BH et al, 1973)  
  • Μει­ώ­νει τους τίτ­λους του Ra-Test, σε α­σθε­νείς με ΡΑ (Dwosh LJ et al, 1977)
  • Συν­δέ­ε­ται με RIA (Rosette-Inhibiting Activity) (Bach J and Dardenne M, 1971), έν­δει­ξη ό­τι δι­α­θέ­τει α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κή δρά­ση. Η RIA δεν α­νι­χνεύ­ε­ται σε α­σθε­νείς με η­πα­τι­κή α­νε­πάρ­κεια, έν­δει­ξη ό­τι η φυ­σι­ο­λο­γι­κή η­πα­τι­κή λει­τουρ­γί­α εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη για την βι­ο­λο­γι­κή ε­νερ­γο­ποί­η­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης.  
  • Μει­ώ­νει τον α­ριθ­μό των λεμ­φο­κυτ­τα­ρι­κών ε­στι­ών, σε πον­τι­κούς με αλ­λοι­ώ­σεις των σι­ε­λο­γό­νων και δα­κρυ­ϊ­κών α­δέ­νων πα­ρό­μοι­ες με τις πα­ρα­τη­ρού­με­νες σε α­σθε­νείς με σύν­δρο­μο Sjogren (Yeoman CM and Franklin CD, 1994).  

ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑ

Δρά­σεις στο αι­μο­ποι­η­τι­κό : 

  • Κα­τα­στέλ­λει την πα­ρα­γω­γή των κοκ­κι­ο­κυτ­τά­ρων
  • Προ­κα­λεί θα­να­τη­φό­ρα α­κοκ­κι­ο­κυτ­τά­ρω­ση, στους σκύ­λους (σε δό­ση 10 mg/kg-1)
  • Μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει α­τρο­φί­α του λεμ­φι­κού ι­στού, σε πι­θή­κους (σε δό­ση 1 mg/kg-1

Η­πα­το­το­ξι­κό­τη­τα : Προ­κα­λεί α­να­στρέ­ψι­μη η­πα­τι­κή βλά­βη, α­κό­μα και σε μι­κρές δό­σεις (5 mg/ kg-1/24ωρο), σε σκύ­λους (Aronsen KF et al, 1969). 

Τε­ρα­το­γέ­νε­ση : 

  • Προ­κα­λεί σκε­λε­τι­κές α­νω­μα­λί­ες σε κου­νέ­λια, ε­άν χο­ρη­γη­θεί σε δό­σεις 5-15 mg/kg-1 την 6η-14η η­μέ­ρα της κύ­η­σης
  • Μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει τον θά­να­το του εμ­βρύ­ου, σε πον­τι­κούς και α­ρου­ραί­ους, χο­ρη­γού­με­νη σε δό­σεις 1-2 mg/kg-1 την 3η-12η η­μέ­ρα της κύ­η­σης
  • Προ­κα­λεί κυτ­τα­ρο­γε­νε­τι­κή βλά­βη σε αν­θρώ­πι­να λεμ­φο­κύτ­τα­ρα (σε δό­ση 50 μg.kg-1) και σε λεμ­φο­κύτ­τα­ρα κου­νε­λι­ών (σε δό­σεις 5-20 mg/kg-1/24ωρο), in vitro (Obe G, 1971). 

Δρά­ση στην α­να­πα­ρα­γω­γή : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη, σε δό­σεις 10πλάσιες της συ­νή­θους αν­θρώ­πι­νης δό­σης, προ­κα­λεί πα­ρο­δι­κή κα­τα­στο­λή της σπερ­μα­το­γέ­νε­σης και ε­λάτ­τω­ση της διά­ρκειας ζω­ής και του α­ριθ­μού των σπερ­μα­το­ζω­α­ρί­ων σε πον­τι­κούς. Σε δό­ση 5 mg/kg μει­ώ­νει την α­να­πα­ρα­γω­γή.

Με­ταλ­λα­ξι­ο­γό­νος/καρ­κι­νο­γό­νος δρά­ση : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη έ­χει με­ταλ­λα­ξι­ο­γό­νο και καρ­κι­νο­γό­νο δρά­ση στα ζώ­α. Η καρ­κι­νο­γό­νος δρά­ση ο­φεί­λε­ται στον με­θυ­λο-νι­τρο­ϊ­μι­δα­ζο­λι­κό με­τα­βο­λί­τη της. Σε πον­τι­κούς, προ­κα­λεί λεμ­φο­σάρ­κω­μα και σε α­ρου­ραί­ους, καρ­κι­νώ­μα­τα σε αυ­ξη­μέ­νη συ­χνό­τη­τα. 

ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι α­νά­λο­γο της που­ρί­νης, η ο­ποί­α πα­ρεμ­βαί­νει στη σύν­θε­ση της α­δε­νο­σί­νης και της γου­α­νί­νης. Χο­ρη­γού­με­νη per os, α­πορ­ρο­φά­ται τα­χέ­ως. Τα ε­πί­πε­δα της στο αί­μα, ό­πως και της 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νης, κο­ρυ­φώ­νον­ται με­τά α­πό 2 ώ­ρες και στη συ­νέ­χεια μει­ώ­νον­ται, με t(1/2) α­πο­βο­λής 10-28' και 40-63', αν­τί­στοι­χα.

Η βι­ο­δι­α­θε­σι­μό­τη­τα της 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νης, με­τά την per os χο­ρή­γη­ση α­ζα­θει­ο­πρί­νης, α­νέρ­χε­ται σε 60%, συγ­κρι­τι­κά με την εν­δο­φλέ­βια χο­ρη­γού­με­νη α­ζα­θει­ο­πρί­νη, έν­δει­ξη ό­τι η per os χο­ρη­γού­με­νη α­ζα­θει­ο­πρί­νη δεν α­πορ­ρο­φά­ται πλή­ρως.  

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη κα­τα­νέ­με­ται τα­χέ­ως σε ο­λό­κλη­ρο το σώ­μα. Ο t(1/2) στο πλά­σμα α­νέρ­χε­ται σε 3-5 ώ­ρες (Elion GB, 1972). Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη και οι με­τα­βο­λί­τες της ει­σέρ­χον­ται στον εγ­κέ­φα­λο και, σε πο­λύ μι­κρές πο­σό­τη­τες, στο μη­τρι­κό γά­λα (Platzker ACD et al, 1980). Οι ε­νερ­γοί με­τα­βο­λί­τες της α­ζα­θει­ο­πρί­νης πι­θα­νώς δι­έρ­χον­ται τον πλα­κούν­τα, δε­δο­μέ­νου ό­τι έ­χει α­να­φερ­θεί λευ­κο­πε­νί­α σε βρέ­φη που οι μη­τέ­ρες τους έ­παιρ­ναν α­ζα­θει­ο­πρί­νη τους τε­λευ­ταί­ους μή­νες της κύ­η­σης (Saarikoski S and Seppala M, 1973).

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη και οι με­τα­βο­λί­τες της κα­θαί­ρον­ται τα­χύ­τα­τα με την αι­μο­κά­θαρ­ση.

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη και η 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη συν­δέ­ον­ται με τις πρω­τε­ΐ­νες του πλά­σμα­τος σε πο­σο­στό πε­ρί­που 30% και 20%, αν­τί­στοι­χα. 

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη α­πο­βάλ­λε­ται κυ­ρί­ως α­πό τα ού­ρα. Έ­ως 50% της δό­σης α­πεκ­κρί­νε­ται α­πό τα ού­ρα εν­τός του πρώ­του 24ώρου με­τά την χο­ρή­γη­ση του φαρ­μά­κου. Σε πο­σο­στό πε­ρί­που 10% α­πο­βάλ­λε­ται α­ναλ­λοί­ω­τη α­πό τα ού­ρα και μό­νο 10-15% α­πό τα κό­πρα­να σε δι­ά­στη­μα 48 ω­ρών. Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη δεν φαί­νε­ται να συμ­με­τέ­χει στον εν­τε­ρο­η­πα­τι­κό κύ­κλο.   

Σε α­σθε­νείς με νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια, οι με­τα­βο­λί­τες της α­ζα­θει­ο­πρί­νης α­θροί­ζον­ται, αλ­λά η κι­νη­τι­κή της, ό­πως και της 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νης, δεν με­τα­βάλ­λε­ται α­ξι­ό­λο­γα, δε­δο­μέ­νου ό­τι με­τα­τρέ­πε­ται σε ε­νερ­γούς και α­νε­νερ­γούς με­τα­βο­λί­τες ε­ξω­νε­φρι­κά. Στους α­σθε­νείς ό­μως αυ­τούς η λευ­κο­πε­νί­α α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι συ­νή­θως α­με­σό­τε­ρη και συ­χνό­τε­ρη, αν και, κατ΄ άλ­λους, η μυ­ε­λο­το­ξι­κό­τη­τα δεν αυ­ξά­νε­ται σε συ­χνό­τη­τα (Bach J and Dardenne M, 1971). Γι' αυ­τό και, σε α­σθε­νείς με νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια, δεν εί­ναι γνω­στό κα­τά πό­σον η α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται σε μει­ω­μέ­νη δό­ση, αν και, λό­γω ε­λατ­τω­μέ­νης α­πέκ­κρι­σης των ε­νερ­γών με­τα­βο­λι­τών της, μάλ­λον πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση. 

ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη με­τα­βο­λί­ζε­ται τα­χέ­ως. Ο μεί­ζων ε­νερ­γός με­τα­βο­λί­της της εί­ναι η 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη. Η με­τα­τρο­πή της α­ζα­θει­ο­πρί­νης σε 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη γί­νε­ται στα ε­ρυ­θρά αι­μο­σφαί­ρια και το ή­παρ με­τά α­πό αλ­λη­λε­πί­δρα­ση με σουλ­φυ­δρυ­λι­κές ο­μά­δες (Kaplowitz N, 1977). Η 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη με­τα­τρέ­πε­ται σε 6-θει­ο­ϊ­νο­σι­νι­κό ο­ξύ και ρι­βο­νου­κλε­ο­τί­διο της με­θυλ­μερ­κα­πτο­που­ρί­νης, το ο­ποί­ο ευ­θύ­νε­ται εν μέ­ρει για την δρά­ση του φαρ­μά­κου.  

Άλ­λο πα­ρά­γω­γο που προ­κύ­πτει α­πό την με­τα­τρο­πή της α­ζα­θει­ο­πρί­νης σε 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη εί­ναι η 1-με­θυ­λο-4-νι­τρο-5-(S-γλου­τα­θει­ο­νυλ)-ι­μι­δα­ζό­λη. Η 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη μπο­ρεί να με­τα­βο­λι­σθεί σε 6-θει­ου­ρι­κό ο­ξύ, που εί­ναι ο μεί­ζων με­τα­βο­λί­της της στα ού­ρα. Η αν­τί­δρα­ση αυ­τή κα­τα­λύ­ε­ται α­πό την ξαν­θι­νο­ξει­δά­ση, η ο­ποί­α α­να­στέλ­λε­ται α­πό την αλ­λο­που­ρι­νό­λη. Άλ­λοι με­τα­βο­λί­τες εί­ναι η 1-με­θυ­λο-4-νι­τρο-5-θει­ο-ι­μι­δα­ζό­λη και η 1-με­θυ­λο-4-νι­τρο-ι­μι­δα­ζό­λη.  

ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟ­ΤΗΤΑ - ΤΟΞΙ­ΚΟΤΗΤΑ

Με­τά την per os χο­ρή­γη­ση 100 mg α­ζα­θει­ο­πρί­νης, οι μέ­γι­στες συγ­κεν­τρώ­σεις της, ό­πως και των με­τα­βο­λι­τών της, ι­σο­δυ­να­μούν με 2 mg/l-1 α­ζα­θει­ο­πρί­νης. Ε­πει­δή οι ε­νερ­γοί με­τα­βο­λί­τες της α­ζα­θει­ο­πρί­νης σχη­μα­τί­ζον­ται εν­δο­κυτ­τά­ρια και α­δυ­να­τούν να δι­α­πε­ρά­σουν την κυτ­τα­ρι­κή μεμ­βρά­νη, κυ­κλο­φο­ρούν στο πλά­σμα μό­νο σε ε­λά­χι­στες πο­σό­τη­τες. Αυ­τοί που δι­α­περ­νούν την κυτ­τα­ρι­κή μεμ­βρά­νη εί­ναι γε­νι­κά α­νε­νερ­γοί, γι' αυ­τό και η μέ­τρη­ση των ε­πι­πέ­δων της α­ζα­θει­ο­πρί­νης ή των με­τα­βο­λι­τών της στο πλά­σμα έ­χει μι­κρή θε­ρα­πευ­τι­κή α­ξί­α. 

ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Αλ­λο­που­ρι­νό­λη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η αλ­λο­που­ρι­νό­λη μει­ώ­νει τον η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό «πρώ­της δι­ό­δου» της μερ­κα­πτο­που­ρί­νης και της α­ζα­θει­ο­πρί­νης λό­γω α­να­στο­λής της ξαν­θι­νο­ξει­δά­σης, η ο­ποί­α με­τα­τρέ­πει το ε­νερ­γό 6-θει­ο­ϊ­νο­σι­νι­κό ο­ξύ σε α­νε­νερ­γό 6-θει­ου­ρι­κό ο­ξύ. Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να αυ­ξή­σει ση­μαν­τι­κά τις φαρ­μα­κο­λο­γι­κές, ό­πως και τις το­ξι­κές, δρά­σεις της θει­ο­που­ρί­νης.

Συ­στά­σεις :

  • Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη και η 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη με­τα­βο­λί­ζον­ται α­πό την ξαν­θι­νο­ξει­δά­ση, γι' αυ­τό και πρέ­πει να συγ­χο­ρη­γούν­ται με αλ­λο­που­ρι­νό­λη σε δό­ση μι­κρό­τε­ρη κα­τά 25-33% της κα­νο­νι­κής και τα ε­πί­πε­δα στο αί­μα να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή. Η 6-θει­ο­γου­α­νί­νη, αν­τί­θε­τα, μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί στην κα­νο­νι­κή της δό­ση, για­τί με­τα­βο­λί­ζε­ται κυ­ρί­ως με α­πα­μι­νο­ποί­η­ση της 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νης, πα­ρά μέ­σω της ξαν­θι­νο­ξει­δά­σης.
  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με τον συν­δυα­σμό αυ­τών των φαρ­μά­κων πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή μή­πως εμ­φα­νί­σουν αυ­ξη­μέ­νη μυ­ε­λι­κή κα­τα­στο­λή.

Αν­τι­πη­κτι­κά

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη και η 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη μπο­ρεί να μει­ώ­σουν την υ­πο­προ­θρομ­βι­ναι­μι­κή δρά­ση των per os αν­τι­πη­κτι­κών (Rivier G et al, 1993).

Μη­χα­νι­σμός : Οι θει­ο­που­ρί­νες μπο­ρεί να αυ­ξή­σουν την σύν­θε­ση ή την ε­νερ­γο­ποί­η­ση της προ­θρομ­βί­νης και ε­πο­μέ­νως να μει­ώ­σουν την απάντηση του α­σθε­νούς στα αν­τι­πη­κτι­κά.

Συ­στά­σεις :

  • Ε­άν υ­πάρ­χουν εν­δεί­ξεις της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής, η δό­ση του αν­τι­πη­κτι­κού μπο­ρεί να χρεια­σθεί να αυ­ξη­θεί.
  • Η δρα­στη­ρι­ό­τη­τα της προ­θρομ­βί­νης πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται και η δό­ση του αν­τι­πη­κτι­κού να τρο­πο­ποι­εί­ται α­νά­λο­γα, ό­ταν η θει­ο­που­ρί­νη προ­στί­θε­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτε­ται.

D-πε­νι­κιλ­λα­μί­νη

Η συγ­χο­ρή­γη­σή της με α­ζα­θει­ο­πρί­νη δεν συ­νι­στά­ται α­πό την Α­με­ρι­κα­νι­κή Ε­πι­τρο­πή Α­σφά­λειας Φαρ­μά­κων. 

Κορ­τι­κο­ει­δή

Οι αυ­το­ά­νο­σες δρά­σεις τους μπο­ρεί να έ­χουν συ­νερ­γι­κή δρά­ση με την α­ζα­θει­ο­πρί­νη. 

Κυ­κλο­σπο­ρί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη μπο­ρεί να μει­ώ­σει τις συγ­κεν­τρώ­σεις στο πλά­σμα, και ε­πο­μέ­νως τις α­να­με­νό­με­νες φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις, της κυ­κλο­σπο­ρί­νης.

Μη­χα­νι­σμός : Εί­ναι ά­γνω­στος.

Συ­στά­σεις : Τα ε­πί­πε­δα της κυ­κλο­σπο­ρί­νης στον ο­ρό πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται, ό­πως και οι εκ­δη­λώ­σεις το­ξι­κό­τη­τας ή α­πόρ­ρι­ψης, ό­ταν η α­ζα­θει­ο­πρί­νη προ­στί­θε­ται στη θε­ρα­πεί­α ή δι­α­κό­πτε­ται, αν­τί­στοι­χα.

Με­θο­τρε­ξά­τη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η με­θο­τρε­ξά­τη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει την βι­ο­δι­α­θε­σι­μό­τη­τα, και ε­πο­μέ­νως τις α­να­με­νό­με­νες φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις, της θει­ο­που­ρί­νης.

Μη­χα­νι­σμός : H αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή ο­φεί­λε­ται πι­θα­νώς σε μει­ω­μέ­νο η­πα­τι­κό με­τα­βο­λι­σμό «πρώ­της δι­ό­δου», δευ­τε­ρο­πα­θώς σε α­να­στο­λή της ξαν­θι­νο­ξει­δά­σης.

Συ­στά­σεις : Ε­άν υ­πάρ­χουν εν­δεί­ξεις της αλ­λη­λε­πί­δρα­σης αυ­τής, η θει­ο­που­ρί­νη μπο­ρεί να χρεια­σθεί να χο­ρη­γη­θεί σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση.

Νευ­ρο­μυϊ­κοί α­να­στο­λείς

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης με α­να­στο­λείς των νευ­ρο­μυϊ­κών υ­πο­δο­χέ­ων μπο­ρεί να μει­ώ­σει τις φαρ­μα­κο­λο­γι­κές δρά­σεις ή να α­να­στρέ­ψει τις νευ­ρο­μυϊ­κές α­να­σταλ­τι­κές δρά­σεις των μη α­πο­πο­λω­τι­κών μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κών (Dretchen KL et al, 1976). 

Μη­χα­νι­σμός : Η αλ­λη­λε­πί­δρα­ση αυ­τή μπο­ρεί να ο­φεί­λε­ται σε α­να­στο­λή της φω­σφο­δι­ε­στε­ρά­σης στα τε­λι­κά κι­νη­τι­κά νεύ­ρα.

Συ­στά­σεις :

  • Οι α­σθε­νείς που παίρ­νουν α­ζα­θει­ο­πρί­νη ή 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη και έ­να μη α­πο­πο­λω­τι­κό μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κό μπο­ρεί να χρεια­σθούν με­γα­λύ­τε­ρες δό­σεις μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κών.
  • Η α­να­πνευ­στι­κή λει­τουρ­γί­α του α­σθε­νούς πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται με προ­σο­χή και να πα­ρέ­χε­ται μη­χα­νι­κή α­να­πνευ­στι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη, ε­άν χρει­ά­ζε­ται. 

Ολ­σα­λα­ζί­νη

Αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις : Η ταυ­τό­χρο­νη χο­ρή­γη­ση της ολ­σα­λα­ζί­νης με α­ζα­θει­ο­πρί­νη μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τις α­να­με­νό­με­νες φαρ­μα­κο­λο­γι­κές και το­ξι­κές δρά­σεις της θει­ο­που­ρί­νης.

Μη­χα­νι­σμός : Η ολ­σα­λα­ζί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει ά­θροι­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης λό­γω α­να­στο­λής της δρα­στη­ρι­ό­τη­τας της με­θυ­λο­τραν­σφε­ρά­σης της θει­ο­που­ρί­νης των ε­ρυ­θρών αι­μο­σφαι­ρί­ων.

Συ­στά­σεις : Ε­άν ο συν­δυα­σμός αυ­τών των φαρ­μά­κων εί­ναι α­πα­ραί­τη­τος, πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί­ται με προ­σο­χή η λει­τουρ­γί­α του αι­μο­ποι­η­τι­κού του α­σθε­νούς και να τρο­πο­ποι­εί­ται η θε­ρα­πεί­α, α­νά­λο­γα με τις α­νάγ­κες.

 ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Στον ο­ρό : 

  • Λευ­κω­μα­τί­νη                       ελάτ­τω­ση
  • Αλ­κα­λι­κή φω­σφα­τά­ση         αύ­ξη­ση
  • Α­μυ­λά­ση                            αύ­ξη­ση
  • Χο­λε­ρυ­θρί­νη                        αύ­ξη­ση
  • SGOT                                 αύ­ξη­ση
  • SGPT                                 αύ­ξη­ση
  • Ου­ρι­κό ο­ξύ                         ελάτ­τω­ση

Στα ού­ρα :

  • Ου­ρι­κό ο­ξύ                         ε­λάτ­τω­ση

ΑΛΛΕΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

  • Αν­τα­γω­νί­ζε­ται το φυλ­λι­κό ο­ξύ, γι΄αυ­τό και, σε μα­κρο­χρό­νια χο­ρή­γη­ση, μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει με­γα­λο­βλα­στι­κή α­ναι­μί­α.

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Α­πόρ­ρι­ψη με­τα­μο­σχευ­μέ­νων ορ­γά­νων

ΑΛΛΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΘΕΙ ΣΤΗΝ ΑΖΑΘΕΙΟΠΡΙΝΗ

ΡΕΥΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

  • Αγ­κυ­λο­ποι­η­τι­κή σπον­δυ­λί­τι­δα
  • Ρευ­μα­το­ει­δής αγ­γει­ί­τι­δα
  • Νε­α­νι­κή ρευ­μα­το­ει­δής αρ­θρί­τι­δα
  • Νό­σος Still των ε­νη­λί­κων
  • Ψω­ρι­α­σι­κή αρ­θρί­τι­δα
  • Σύν­δρο­μο Reiter 
  • Συ­στη­μα­τι­κός ε­ρυ­θη­μα­τώ­δης λύ­κος
  • Ρευ­μα­τι­κή πο­λυ­μυ­αλ­γί­α
  • Κρο­τα­φι­κή αρ­τη­ρί­τι­δα
  • Νό­σος Α­δα­μαν­τιά­δη-Behcet 
  • Δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα/πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα
  • Συ­στη­μα­τι­κή σκλη­ρο­δερ­μί­α
  • Ο­ζώ­δης πο­λυ­αρ­τη­ρί­τι­δα

ΑΛΛΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ 

  • Ελ­κώ­δης κο­λί­τι­δα
  • Χρό­νια ε­νερ­γός η­πα­τί­τι­δα
  • Κοι­νή πέμ­φι­γα
  • Πεμ­φι­γο­ει­δές
  • Ε­πί­κτη­τη αι­μο­λυ­τι­κή α­ναι­μί­α
  • Βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια
  • Ι­δι­ο­πα­θής θρομ­βο­πε­νι­κή πορ­φύ­ρα
  • Νό­σος Crohn 
  • Σπει­ρα­μα­το­νε­φρί­τι­δα
  • Νε­φρω­σι­κό σύν­δρο­μο
  • Χο­λι­κή κίρ­ρω­ση

ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Η­πα­τι­κή α­νε­πάρ­κεια
  • Κύ­η­ση
  • Α­νο­σο­ποί­η­ση με ζών­τα εμ­βό­λια
  • Υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α στην α­ζα­θει­ο­πρί­νη
  • Προ­η­γη­θεί­σα θε­ρα­πεί­α με αλ­κυ­λι­ω­τι­κούς πα­ρά­γον­τες (κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη, μελ­φα­λά­νη, χλω­ραμ­βου­κί­λη, κ.ά.)

ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

1.   ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ 

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ :

  • Σο­βα­ρή, ε­νερ­γός, δι­α­βρω­τι­κή νό­σος μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη στην πα­ρα­δο­σια­κή θε­ρα­πεί­α (α­νά­παυ­ση, σα­λι­κυ­λι­κά ή άλ­λο ΜΣΑΦ και DMARDS) 
  • Προ­ο­δευ­τι­κή νό­σος, η ο­ποί­α ο­δη­γεί σε πα­ρα­μορ­φώ­σεις ή ε­πι­δει­νώ­νε­ται α­κτι­νο­λο­γι­κά

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη, σε δό­σεις 1-1.25 ή 2-2.5 mg/kg/24ωρο, εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή και βο­η­θά στην μεί­ω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών στο 56-80% των α­σθε­νών με ΡΑ (Speerstra F et al, 1982; van Wanghe P, 1982; Dixon JS et al, 1983; Jenkins EA et al, 1985). Κα­τ' άλ­λους, εί­ναι λι­γό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή και πε­ρισ­σό­τε­ρο το­ξι­κή και δεν βο­η­θά ση­μαν­τι­κά στη μεί­ω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών (Thomas MH et al, 1975). 

ΚΛΙΝΙΚΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ :

  • Προ­κα­λεί υ­πο­κει­με­νι­κή βελ­τί­ω­ση
  • Βελ­τι­ώ­νει τον αρ­θρι­κό δεί­κτη και την σύ­σφιγ­ξη των δα­κτύ­λων, μει­ώ­νει τον α­ριθ­μό των φλεγ­μαι­νου­σών αρ­θρώ­σε­ων και την διά­ρκεια της πρω­ι­νής δυ­σκαμ­ψί­ας και δι­α­τη­ρεί την λει­τουρ­γι­κό­τη­τα των προ­σβλη­θει­σών αρ­θρώ­σε­ων
  • Μει­ώ­νει την διά­ρκεια της νο­σο­κο­μεια­κής νο­ση­λεί­ας και αυ­ξά­νει την μα­κρο­πρό­θε­σμη ε­πι­βί­ω­ση

Η βελ­τί­ω­ση εμ­φα­νί­ζε­ται με­τά α­πό 6-16 ε­βδο­μά­δες θε­ρα­πεί­ας και μπο­ρεί να δι­αρ­κέ­σει α­κό­μα και 6 μή­νες με­τά την δι­α­κο­πή του φαρ­μά­κου. Με­τά την δι­α­κο­πή του, η νό­σος συ­νή­θως υ­πο­τρο­πιά­ζει με­τά α­πό 4-8 ε­βδο­μά­δες, ε­νώ η ε­πα­να­χο­ρή­γη­σή του συ­χνά δεν α­κο­λου­θεί­ται εκ νέ­ου α­πό βελ­τί­ω­ση. 

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ :

  • Ε­λατ­τώ­νει τις πρω­τε­ΐ­νες ο­ξεί­ας φά­σης και αυ­ξά­νει τα ο­λι­κά σουλ­φυ­δρύ­λια και την ι­στι­δί­νη του ο­ρού (Dixon JS et al, 1983) 
  • Μει­ώ­νει την ΤΚΕ και αρ­νη­τι­κο­ποι­εί ή μει­ώ­νει τους τίτ­λους του Ra-test και τα ε­πί­πε­δα των α­νο­σο­σφαι­ρι­νών (Goebel KM et al, 1976; van Wanghe P and Dequeker J, 1982). Κα­τ' άλ­λους, δεν ε­πη­ρε­ά­ζει την ΤΚΕ και τους τίτ­λους του Ra-test (Urowitz MB et al, 1973).

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη έ­χει αμ­φι­λε­γό­με­νη τρο­πο­ποι­η­τι­κή δρά­ση στη ΡΑ. Η τρο­πο­ποι­η­τι­κή της ι­κα­νό­τη­τα εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη του ε­νέ­σι­μου χρυ­σού και πα­ρό­μοι­α με την κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη (Currey HLF et al, 1974) και μι­κρό­τε­ρη (Jeurissen MEC et al, 1991) ή πα­ρό­μοι­α (Hamdy H et al, 1987; Willkens RF et al, 1995) με την με­θο­τρε­ξά­τη. 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ 

Φάρ­μα­κα ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά με την α­ζα­θει­ο­πρί­νη

  • Ε­νέ­σι­μος χρυ­σός (Halberg P, 1984)
  • D-πε­νι­κιλ­λα­μί­νη : Εί­ναι ε­ξί­σου (Halberg P et al, 1984) ή πε­ρισ­σό­τε­ρο (Ward JR and Wil­liams HJ, 1982) α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη
  • Χλω­ρο­κί­νη
  • Υ­δρο­ξυ­χλω­ρο­κί­νη (Halberg P, 1984
  • Κυ­κλο­σπο­ρί­νη (Kruger K and Schattenkirchner M, 1994
  • Κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη : Δρα τα­χύ­τε­ρα, αλ­λά εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο το­ξι­κή, α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη (Currey HLF et al, 1974
  • Λε­βα­μι­ζό­λη (Halberg P et al, 1984). 

Φάρ­μα­κα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη

  • Με­θο­τρε­ξά­τη : Εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο (Willkens RF et al, 1992; Willkens RF et al, 1995) ή ε­ξί­σου (Ar­nold MH et al, 1990) α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή με την α­ζα­θει­ο­πρί­νη. 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ  

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη + ε­νέ­σι­μος χρυ­σός : Εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός (De Silva M and Hazleman BL, 1981).

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη + σουλ­φα­σα­λα­ζί­νη : Εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός, αλ­λά και το­ξι­κός (Helliwell PS, 1996). 

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη + κορ­τι­κο­ει­δή : Οι ΕΦ ώ­σεις πρεδ­νι­ζο­λό­νης ε­πι­τα­χύ­νουν, αλ­λά δεν ε­παυ­ξά­νουν, την κλι­νι­κή βελ­τί­ω­ση που προ­κα­λεί η α­ζα­θει­ο­πρί­νη (Hantzchel H et al, 1988), ε­νώ οι ΕΦ ώ­σεις με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης δεν βελ­τι­ώ­νουν την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της α­ζα­θει­ο­πρί­νης (Bijlsma JWJ et al, 1986; Hansen TM et al, 1990). 

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη + με­θο­τρε­ξά­τη : Εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός, ό­πως και η με­θο­τρε­ξά­τη μό­νη της, α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη, αλ­λά δεν δι­α­φέ­ρει στην έκ­βα­ση της νό­σου (Willkens RF et al, 1992).

Κα­τ' άλ­λους, δεν εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός ή το­ξι­κός α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη ή την με­θο­τρε­ξά­τη μό­νη της (Willkens RF et al, 1995) και ο συν­δυα­σμός αυ­τός και η α­ζα­θει­ο­πρί­νη ή η με­θο­τρε­ξά­τη μό­νη της προ­κα­λούν ση­μαν­τι­κή κλι­νι­κή βελ­τί­ω­ση, αλ­λά η α­ζα­θει­ο­πρί­νη βελ­τι­ώ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο την έκ­βα­ση της νό­σου (McKendry RJ, 1990). 

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη + υ­δρο­ξυ­χλω­ρο­κί­νη + με­θο­τρε­ξά­τη (Langewitz P et al, 1989; Mc Carty DJ et al, 1995

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη + υ­δρο­ξυ­χλω­ρο­κί­νη + κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη : Εί­ναι πο­λύ α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός (  Mc Carty DJ and Carrera GF, 1982; Csuka M et al, 1986 ), αλ­λά και το­ξι­κός (Csuka M et al, 1986). 

ΕΞΩΑΡΘΡΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΘΕΙ ΣΤΗΝ ΑΖΑΘΕΙΟΠΡΙΝΗ  

Δι­ά­με­ση πνευ­μο­νι­κή ί­νω­ση (Cohen JM et al, 1977

Ρευ­μα­το­ει­δής αγ­γει­ί­τι­δα (Pinals RS, 1976). Η πρεδ­νι­ζό­νη, σε συν­δυα­σμό με α­ζα­θει­ο­πρί­νη, συ­νο­δεύ­ε­ται λι­γό­τε­ρο συ­χνά α­πό υ­πο­τρο­πή της αγ­γει­ί­τι­δας, λι­γό­τε­ρες σο­βα­ρές ε­πι­πλο­κές και σχε­τι­κά μι­κρό­τε­ρη θνη­τό­τη­τα (Heurkens AHM et al, 1991).  

Μί­α δι­πλή-τυ­φλή, placebo-ε­λεγ­χό­με­νη με­λέ­τη εγ­κα­τα­λεί­φθη­κε λό­γω της με­γά­λης θνη­τό­τη­τας και στις 2 ο­μά­δες (Nicholls A et al, 1973). 

Νε­φρι­κή α­μυ­λο­εί­δω­ση (Shapiro DL and Spiera H, 1995). 

Γαγ­γραι­νώ­δες πυ­ό­δερ­μα : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη, σε συν­δυα­σμό με κυ­κλο­σπο­ρί­νη και το­πι­κές δι­η­θή­σεις τρι­αμ­σι­νο­λό­νης, ε­που­λώ­νει τα έλ­κη (Duffill MB, 1994). Η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της στη δι­ά­με­ση ί­νω­ση, τα δερ­μα­τι­κά έλ­κη και την πε­ρι­φε­ρι­κή νευ­ρο­πά­θεια εί­ναι πα­ρό­μοι­α με την κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη και άλ­λα DMARDs. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό, αλ­λά 3ης ε­πι­λο­γής αντιρρευματικό φάρμακο, στη θε­ρα­πεί­α της ρευ­μα­το­ει­δούς αρ­θρί­τι­δας. Στη θε­ρα­πευ­τι­κή πυ­ρα­μί­δα της ρευ­μα­το­ει­δούς αρ­θρί­τι­δας εν­δεί­κνυ­ται με­τά την α­πο­τυ­χί­α ό­λων των άλ­λων DMARDs. Σε α­σθε­νείς με βα­ριά ρευ­μα­το­ει­δή αρ­θρί­τι­δα έ­χει πα­ρό­μοι­α α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα με τα κα­θι­ε­ρω­μέ­να DMARDs, χω­ρίς με­γα­λύ­τε­ρη το­ξι­κό­τη­τα, γι' αυ­τό και συ­χνά εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­δε­κτή σε μα­κρο­χρό­νια χρή­ση, ι­δι­αί­τε­ρα α­πό τους η­λι­κι­ω­μέ­νους. Πάν­τως, εί­ναι λι­γό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή α­πό την με­θο­τρε­ξά­τη και έ­χει αμ­φι­λε­γό­με­νη τρο­πο­ποι­η­τι­κή δρά­ση. 

2.   ΝΕΑΝΙΚΗ ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ 

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ : Λό­γω της δυ­νη­τι­κά σο­βα­ρής το­ξι­κό­τη­τάς της, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εν­δεί­κνυ­ται μό­νο σε παι­διά με προ­ο­δευ­τι­κά ε­πι­δει­νού­με­νη, πα­ρά την ε­παρ­κή θε­ρα­πεί­α με DMARDS και κορ­τι­κο­ει­δή, νό­σο (Kvien TK et al, 1986).  

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη, σε δό­ση 2.5 mg/kg/24ωρο, εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στο 50% πε­ρί­που των παι­δι­ών με ΝΡΑ, μπο­ρεί να βο­η­θή­σει στη μεί­ω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών και έ­χει μι­κρή το­ξι­κό­τη­τα (Stoeber E, 1978; Kvien TK et al, 1986; Savolainen AH et al, 1997). Η βελ­τί­ω­ση εμ­φα­νί­ζε­ται με­τά α­πό 2 έ­ως 3 ή 8 ε­βδο­μά­δες θε­ρα­πεί­ας. 

Κα­τ' άλ­λους, η 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη δεν έ­χει πάν­τα α­πο­τέ­λε­σμα στη ΝΡΑ και έ­χει σχε­τι­κά συ­χνές ε­πι­πλο­κές, ε­νώ η α­ζα­θει­ο­πρί­νη βελ­τι­ώ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο τα υ­πο­κει­με­νι­κά ε­νο­χλή­μα­τα (Kvien TK et al, 1986) και δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα στην ι­ρι­δο­κυ­κλί­τι­δα (Stoeber E, 1978; Savolainen AH et al, 1997). 

3.    ΝΟΣΟΣ STILL ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ 

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη, σε συν­δυα­σμό με σουλ­φα­λα­ζί­νη, εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, αλ­λά η δεύ­τε­ρη πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται με προ­σο­χή, για­τί έ­χει προ­κα­λέ­σει λευ­κο­πε­νί­α και α­να­στρέ­ψι­μη α­κοκ­κι­ο­κυτ­τά­ρω­ση (Bliddal H and Helin P, 1987). 

4.    ΨΩΡΙΑΣΙΚΗ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ :

  • Αρ­θρί­τι­δα μη ε­λεγ­χό­με­νη ε­παρ­κώς με α­ναλ­γη­τι­κά και αν­τι­φλεγ­μο­νώ­δη φάρ­μα­κα
  • Προ­ο­δευ­τι­κά ε­πι­δει­νού­με­νες αρ­θρι­κές αλ­λοι­ώ­σεις
  • Έλ­λει­ψη αν­τα­πό­κρι­σης στη με­θο­τρε­ξά­τη ή την κυ­κλο­σπο­ρί­νη (που εί­ναι πρώ­της ε­κλο­γής) 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ : Σύμ­φω­να με μη ε­λεγ­χό­με­νες με­λέ­τες, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη βελ­τι­ώ­νει την δρα­στη­ρι­ό­τη­τα (Mason M et al, 1969; Pinals RS, 1976), τις δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις (Feldges DH and Barnes CG, 1974; Pinals RS, 1976; Le Quintrec JL et al, 1990) και τις αρ­θρι­κές εκ­δη­λώ­σεις στο 90-100% των α­σθε­νών με ΨΑ, που ό­μως πα­ρο­ξύ­νον­ται με την δι­α­κο­πή της.  

Η κλι­νι­κή αν­τα­πό­κρι­ση εί­ναι πα­ρό­μοι­α με την πα­ρα­τη­ρού­με­νη στην ΡΑ. Η με­θο­τρε­ξά­τη φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στις ψω­ρι­α­σι­κές δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις, ε­νώ η α­ζα­θει­ο­πρί­νη, στις αρ­θρι­κές εκ­δη­λώ­σεις. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : Στην ψωριασική αρθρίτιδα η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή τό­σο στις ψω­ρι­α­σι­κές αλ­λοι­ώ­σεις, ό­σο και την αρ­θρί­τι­δα, αλ­λά, λό­γω των δυ­νη­τι­κών της ε­πι­πλο­κών, πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται με­τά την με­θο­τρε­ξά­τη, την κυ­κλο­σπο­ρί­νη και πιθανώς τους αναστολείς του TNF-α.

5.   ΑΓΚΥΛΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΠΟΝΔΥΛΙΤΙΔΑ 

Σύμ­φω­να με α­νοι­χτή, μη ε­λεγ­χό­με­νη με­λέ­τη, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη, σε δό­ση 200 mg/24ωρο (συ­νο­λι­κή δό­ση 6-8 gr) και στη συ­νέ­χεια 100 mg/24ωρο, βελ­τι­ώ­νει πε­ρι­πτώ­σεις μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νες στα ΜΣΑΦ.

Έ­νας α­σθε­νής εί­χε θε­α­μα­τι­κή βελ­τί­ω­ση με­τά α­πό την χο­ρή­γη­ση αρ­χι­κά 40 mg/kg α­ζα­θει­ο­πρί­νης εν­δο­φλέ­βια ε­πί 36 ώ­ρες και στη συ­νέ­χεια 2 mg/kg/24ωρο per os (Durez P and Horsmans Y, 2000).

6.   ΣΥΝΔΡΟΜΟ REITER 

H α­ζα­θει­ο­πρί­νη βελ­τι­ώ­νει την αρ­θρί­τι­δα και βο­η­θά στη μεί­ω­ση της δό­σης των ΜΣΑΦ και των α­ναλ­γη­τι­κών (Calin A, 1986). 

7.    ΡΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΥΜΥΑΛΓΙΑ-ΚΡΟΤΑΦΙΚΗ ΑΡΤΗΡΙΤΙΔΑ  

H α­ζα­θει­ο­πρί­νη βο­η­θά στη μεί­ω­ση των κορ­τι­κο­ει­δών (De Silva M and Hazleman B, 1986). 

8.   ΔΕΡΜΑΤΟΜΥΟΣΙΤΙΔΑ/ΠΟΛΥΜΥΟΣΙΤΙΔΑ

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ  :

  • Δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα/πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα ανθεκτική στα κορ­τι­κο­ει­δή, αν και προ­τι­μά­ται η με­θο­τρε­ξά­τη.  

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ :

  • Βελ­τι­ώ­νει την δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα/πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα σε α­σθε­νείς μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νους στα κορ­τι­κο­ει­δή και βο­η­θά στη μεί­ω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών (McFarlin DE and Griggs RC, 1968; Benson MD and Aldo MA, 1973), πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή μό­να τους (Benson MD and Aldo MA, 1973; Bradley WG and Walton JN, 1976).
  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με α­ζα­θει­ο­πρί­νη σε συν­δυα­σμό με πρεδ­νι­ζό­νη έ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη λει­τουρ­γι­κή βελ­τί­ω­ση και χρει­ά­ζον­ται μι­κρό­τε­ρες δό­σεις πρεδ­νι­ζό­νης α­π' αυ­τούς που παίρ­νουν μό­νο πρεδ­νι­ζό­νη (Bunch TW, 1981). Κα­τ' άλ­λους, ο συν­δυα­σμός αυ­τός δεν εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός α­πό την πρεδ­νι­ζό­νη μό­νη της (Bunch TW et al, 1980).   
  • Βελ­τι­ώ­νει την πνευ­μο­νι­κή προ­σβο­λή (Rowen AJ and Reichel J, 1983
  • Μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει την νε­α­νι­κή δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα (Jacobs JC, 1977). Σε συν­δυα­σμό με κορ­τι­κο­ει­δή, μπο­ρεί να εί­ναι το φάρ­μα­κο πρώ­της ε­κλο­γής σε α­σθε­νείς κυ­ρί­ως με χρό­νια, αν­θε­κτι­κή, νό­σο (Ng YT et al, 1998). 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Με­θο­τρε­ξά­τη : Εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη (Joffe MM et al, 1993). 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ  

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη 2.5 mg/kg (έ­ως 150 mg/24ωρο) + πρεδ­νι­ζο­λό­νη (150 mg/24ωρο per os, που μει­ώ­θη­κε σε 20 mg με­τά α­πό 10 η­μέ­ρες) + εν­δο­φλέ­βι­ες εγ­χύ­σεις 750 mg αν­τι­λεμ­φο­κυτ­τα­ρι­κής σφαι­ρί­νης Χ 15 η­μέ­ρες και στη συ­νέ­χεια θε­ρα­πεί­α συν­τή­ρη­σης με α­ζα­θει­ο­πρί­νη + πρεδ­νι­ζο­λό­νη : Βελ­τι­ώ­νει την δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα ή α­να­στέλ­λει την ε­πι­δεί­νω­ση της, ι­δί­ως σε α­σθε­νείς με πρώ­ι­μη νό­σο (Hollingworth P et al, 1982). 

9.   ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΣΚΛΗΡΟΔΕΡΜΙΑ (Jansen GT et al, 1968). 

10.   ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΣ ΕΡΥΘΗΜΑΤΩΔΗΣ ΛΥΚΟΣ 

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ :

  • Α­πει­λη­τι­κός για την ζω­ή ΣΕΛ, μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νος σε άλ­λα μέ­τρα και με ε­νερ­γό ορ­γα­νι­κή προ­σβο­λή μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη στα κορ­τι­κο­ει­δή (Lieberman JD and Schatten S, 1988
  • Εν­δι­ά­με­σης βα­ρύ­τη­τας ΣΕΛ, με σκο­πό την βελ­τί­ω­ση της μα­κρο­πρό­θε­σμης έκ­βα­σης της νό­σου (π.χ. την πρό­λη­ψη νε­φρι­κής νό­σου τε­λι­κού στα­δί­ου) (Steinberg AD, 1986
  • Μεί­ω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη βελ­τι­ώ­νει την νε­φρι­κή προ­σβο­λή και τις ε­ξω­νε­φρι­κές εκ­δη­λώ­σεις, μει­ώ­νει την συ­χνό­τη­τα των ε­ξάρ­σε­ων, πα­ρα­τεί­νει την διά­ρκεια της ε­πι­βί­ω­σης και βο­η­θά στην ε­λάτ­τω­ση της δό­σης ή την δι­α­κο­πή των κορ­τι­κο­ει­δών (Barnett EV et al, 1978; Felson DT and Anderson J, 1984; Swaak AJ et al, 1984).

Κα­τ' άλ­λους, δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα στις νε­φρι­κές ή συ­στη­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις του ΣΕΛ (Don­adio JV et al, 1974) και με­τά την δι­α­κο­πή της η νό­σος συ­νή­θως υ­πο­τρο­πιά­ζει (Shelp WD et al, 1971; Sharon E et al, 1973).  

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ : Μει­ώ­νει τους τίτ­λους των ΑΝΑ και των αν­τι-DNA και τα ε­πί­πε­δα των IgG στον ο­ρό (Drinkard JP et al, 1970; Forbes MJ and Sinclair L, 1974; Swaak AJ et al, 1984).   

ΕΞΩΝΕΦΡΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΘΕΙ ΣΤΗΝ ΑΖΑΘΕΙΟΠΡΙΝΗ   

Λυ­κο­ει­δής η­πα­τί­τι­δα (Mistilis SP and Blackburn CRB, 1967; Murray-Lyon IM et al, 1973)

Δερ­μα­τι­κές αλ­λοι­ώ­σεις (ύ­πο­ξυς δερ­μα­τι­κός λύ­κος, δι­σκο­ει­δείς αλ­λοι­ώ­σεις, λευ­κο­κυτ­τα­ρο­κλα­στι­κή αγ­γει­ί­τι­δα) (Ashinoff R et al, 1988; Callen JP et al, 1991

Ο­ξεί­α πνευ­μο­νί­τι­δα (Matthay RA et al, 1973

Προ­σβο­λή ΚΝΣ (Ginzler E et al, 1975

Ε­νερ­γός πο­λυ­συ­στη­μα­τι­κός ΣΕΛ : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη δεν βελ­τι­ώ­νει τις ο­ξεί­ες, σο­βα­ρές ε­ξάρ­σεις της νό­σου, αλ­λά μει­ώ­νει την νο­ση­ρό­τη­τα, την θνη­τό­τη­τα και την δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών (Sztejnbok M et al, 1971). 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΜΕ ΑΛΛΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

Κορ­τι­κο­ει­δή : Εί­ναι λι­γό­τε­ρο (Dinant HJ et al, 1982; Felson DT and Anderson J, 1984) ή ε­ξί­σου (Don­adio JV et al, 1972; Hahn BH et al, 1975a) α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά με την α­ζα­θει­ο­πρί­νη.  

Κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη per os/ΕΦ ώ­σεις : Εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, αλ­λά και το­ξι­κή, α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη μό­νη της ή α­πό τον συν­δυα­σμό της α­ζα­θει­ο­πρί­νης με κορ­τι­κο­ει­δή ή κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη (Cameron JS et al, 1979; Austin HA III et al, 1986).  

Κα­τ' άλ­λους, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη :

  • Εί­ναι ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή με ΕΦ ώ­σεις κυ­κλο­φω­σφα­μί­δης (500 mg/m2/μή­να) σε συν­δυα­σμό με πρεδ­νι­ζο­λό­νη (2 mg/kg κά­θε 2η η­μέ­ρα) (Abraham MA et al, 1997)
  • Εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρη α­πό την κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη, λό­γω της το­ξι­κό­τη­τας της δεύ­τε­ρης στην ου­ρο­δό­χο κύ­στη (Cameron JS et al, 1979)
  • Έ­χει πα­ρό­μοι­α έκ­βα­ση με τις ΕΦ ώ­σεις κυ­κλο­φω­σφα­μί­δης στη νε­φρι­κή προ­σβο­λή (Nossent HC and Koldingsnes W, 2000).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ 

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη + κορ­τι­κο­ει­δή : Βελ­τι­ώ­νει την ε­πι­βί­ω­ση και την νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α και μει­ώ­νει την νο­ση­ρό­τη­τα, την θνη­τό­τη­τα και την δό­ση των κορ­τι­κο­ει­δών (Sztejnbok M et al, 1971). Η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη σε α­σθε­νείς με εν­δι­ά­με­σες χρό­νι­ες ι­στο­λο­γι­κές νε­φρι­κές αλ­λοι­ώ­σεις (Carette S et al, 1983). 

Κα­τ' άλ­λους : 

  • Δεν κα­τα­στέλ­λει τις ε­ξω­νε­φρι­κές και συ­στη­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις, την διά­ρκεια της ε­πι­βί­ω­σης, την νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α και την πρό­γνω­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό την πρεδ­νι­ζό­νη μό­νη της (Decker JL et al, 1975; Lindeman RD et al, 1976; Sabbour MS and Osman LM, 1979)
  • Βελ­τι­ώ­νει τον ΣΕΛ (Lindeman RD et al, 1976), αυ­ξά­νει την μα­κρο­χρό­νια ε­πι­βί­ω­ση (Bar­nett EV et al, 1978) και δι­α­τη­ρεί την νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α κα­λύ­τε­ρα α­πό την πρεδ­νι­ζό­νη μό­νη της, αλ­λ' ό­χι σε βαθ­μό στα­τι­στι­κά ση­μαν­τι­κό
  • Εί­ναι ε­ξί­σου α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός με τον συν­δυα­σμό α­ζα­θει­ο­πρί­νης με πρεδ­νι­ζό­νη και κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη (Ginzler E et al, 1976) 
  • Δεν δι­α­φέ­ρει σε α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα α­πό τον συν­δυα­σμό α­ζα­θει­ο­πρί­νης (σε μι­κρές δό­σεις) με κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη, αν και τα 2 σχή­μα­τα δι­α­τη­ρούν την νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό την πρεδ­νι­ζό­νη μό­νη της (Klippel JH et al, 1987; Klippel JH, 1988
  • Δεν βο­η­θά στη μεί­ω­ση της δό­σης των κορ­τι­κο­ει­δών (Hahn BH et al, 1975a

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη + η­πα­ρί­νη : Βελ­τι­ώ­νει την νε­φρι­κή προ­σβο­λή πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή μό­να τους (Cade R et al, 1973). 

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη + κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη per os : Δι­α­τη­ρεί την νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό την πρεδ­νι­ζό­νη μό­νη της, αλ­λ' ό­χι σε βαθ­μό στα­τι­στι­κά ση­μαν­τι­κό (Dinant HJ et al, 1982; Felson DT and Anderson JA, 1986; Austin HA III et al, 1986).

ΑΛΛΑ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΖΑΘΕΙΟΠΡΙΝΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΝΕΦΡΙΚΟ ΛΥΚΟ 

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη + πρεδ­νι­ζο­λό­νη 150 mg/24ωρο per os (που μει­ώ­θη­κε σε 20 mg με­τά α­πό 10 η­μέ­ρες) + 15 εν­δο­φλέ­βι­ες εγ­χύ­σεις 750 mg αν­τι­λεμ­φο­κυτ­τα­ρι­κής σφαι­ρί­νης και στη συ­νέ­χεια θε­ρα­πεί­α συν­τή­ρη­σης με α­ζα­θει­ο­πρί­νη και πρεδ­νι­ζο­λό­νη : Δεν εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός α­πό 60 mg πρεδ­νι­ζο­λό­νης/24ωρο (Hollingworth P et al, 1982). 

Πρεδ­νι­ζο­λό­νη + κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη, α­κο­λου­θού­με­νη α­πό μι­κρές δό­σεις πρεδ­νι­ζο­λό­νης και α­ζα­θει­ο­πρί­νης (Chan TM et al, 1995

ΕΦ ώ­σεις με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νης, α­κο­λου­θού­με­νες α­πό α­ζα­θει­ο­πρί­νη + πρεδ­νι­ζό­νη (20 mg/ 24ωρο) (de Glas-Vos JW et al, 1995)

ΕΦ ώ­σεις κυ­κλο­φω­σφα­μί­δης (500 mg/ε­βδο­μά­δα) + πρεδ­νι­ζο­λό­νη, α­κο­λου­θού­με­νες α­πό α­ζα­θει­ο­πρί­νη (D' Cruz D et al, 1997).

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ  

Κα­τα­στο­λή μυ­ε­λού : Εί­ναι η κυ­ρι­ό­τε­ρη ε­πι­πλο­κή της α­ζα­θει­ο­πρί­νης σε α­σθε­νείς με ΣΕΛ. Συ­χνό­τε­ρη εί­ναι η λευ­κο­πε­νί­α, α­κο­λου­θού­με­νη α­πό θρομ­βο­πε­νί­α και α­ναι­μί­α. Οι ε­πι­πλο­κές αυ­τές μπο­ρεί να εί­ναι ι­δι­ο­συγ­κρα­σια­κές (Nossent JC and Swaak AJ, 1990).  

Λοι­μώ­ξεις : Σο­βα­ρές λοι­μώ­ξεις α­να­πτύσ­σει το 11% των α­σθε­νών που παίρ­νει α­ζα­θει­ο­πρί­νη, το 14%, α­ζα­θει­ο­πρί­νη μα­ζί με κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη, και το 29%, μό­νο πρεδ­νι­ζό­νη. 

Κα­κο­ή­θη νε­ο­πλά­σμα­τα – λευχαιμία (4%) :  

  • Καρ­κί­νω­μα φλοι­ού ε­πι­νε­φρι­δί­ων (Wallace EZ et al, 1979
  • Λεμ­φο­κυτ­τα­ρι­κό λέμ­φω­μα (Walden PA et al, 1977
  • Α­νο­σο­βλα­στι­κό λέμ­φω­μα (Berliner S et al, 1983
  • Δι­κτυ­ο­κυτ­τα­ρι­κό σάρ­κω­μα (Hehir ME et al, 1979
  • Ο­ξεί­α μυ­ε­λο­ει­δής λευ­χαι­μί­α (Kwong YL et al, 1998
  • Μυ­ε­λο­μο­νο­κυτ­τα­ρι­κή λευ­χαι­μί­α (Vismans JJ et al, 1980)
  • Α­τυ­πί­α των κυτ­τά­ρων του τρα­χή­λου της μή­τρας (Nyberg G et al, 1981; Ginzler E et al, 1989

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή σε α­σθε­νείς με πο­λυ­συ­στη­μα­τι­κό, ε­νερ­γό ΣΕΛ. Εί­ναι το φάρ­μα­κο ε­κλο­γής στην λυ­κο­ει­δή η­πα­τί­τι­δα και βελ­τι­ώ­νει τις αρ­θρι­κές και δερ­μα­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις της νό­σου.

Σε α­σθε­νείς με ε­πι­θε­τι­κή, σο­βα­ρή νό­σο, ο συν­δυα­σμός της με κορ­τι­κο­ει­δή δεν έ­χει κα­λύ­τε­ρη βρα­χυ­πρό­θε­σμη έκ­βα­ση α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή μό­να τους. Μα­κρο­πρό­θε­σμα ό­μως βελ­τι­ώ­νει την νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α και μει­ώ­νει τις χρό­νι­ες νε­φρι­κές αλ­λοι­ώ­σεις, την συ­χνό­τη­τα και βα­ρύ­τη­τα των ε­ξάρ­σε­ων της νό­σου και την δό­ση της κορ­τι­ζό­νης, πι­θα­νώς πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη μό­νη της.  

Συγ­κρι­τι­κά με την per os χο­ρη­γού­με­νη κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη εί­ναι ί­σως λι­γό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, αλ­λά και το­ξι­κή. Ο συν­δυα­σμός της με κορ­τι­κο­ει­δή και κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός, αλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο το­ξι­κός. Ο συν­δυα­σμός της με άλ­λα φάρ­μα­κα δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί κα­τά πό­σον βελ­τι­ώ­νει την συ­νο­λι­κή ε­πι­βί­ω­ση, συγ­κρι­τι­κά με τα κορ­τι­κο­ει­δή μό­να τους.   

11.  AΓΓΕΙΙΤΙΔΕΣ 

ΑΓΓΕΙΙΤΙΔΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΘΕΙ ΣΤΗΝ ΑΖΑΘΕΙΟΠΡΙΝΗ

  • Ο­ζώ­δης πο­λυ­αρ­τη­ρί­τι­δα
  • Μι­κρο­σκο­πι­κή ο­ζώ­δης πο­λυ­αρ­τη­ρί­τι­δα (Hatama S et al, 1998)  
  • Αλ­λερ­γι­κή αγ­γει­ί­τι­δα και κοκ­κι­ω­μά­τω­ση (Cooper BJ et al, 1978)
  • Κοκ­κι­ω­μά­τω­ση Wegener  
  • Νό­σος Α­δα­μαν­τιά­δη-Behcet
  • Λευ­κο­κυτ­τα­ρο­κλα­στι­κή αγ­γει­ί­τι­δα ε­πί ε­δά­φους δερ­μα­τι­κού ε­ρυ­θη­μα­τώ­δους λύ­κου (Callen JP et al, 1991)

11.1   ΟΖΩΔΗΣ ΠΟΛΥΑΡΤΗΡΙΤΙΔΑ  

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη, σε συν­δυα­σμό με πρεδ­νι­ζό­νη, εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις (Pogglitsch H and Kresbach H, 1969; Melam H and Patterson R, 1971; Brock PG and Rich­ards P, 1973). 

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΖΑΘΕΙΟΠΡΙΝΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΖΩΔΗ ΠΟΛΥΑΡ­ΤΗΡΙ­ΤΙΔΑ 

Α­ζα­θει­ο­πρί­νη + πρεδ­νι­ζο­λό­νη 150 mg/24ωρο per os (που μει­ώ­θη­κε σε 20 mg  με­τά α­πό 10 η­μέ­ρες) + 15 ΕΦ εγ­χύ­σεις 750 mg αν­τι­λεμ­φο­κυτ­τα­ρι­κής σφαι­ρί­νης και στη συ­νέ­χεια θε­ρα­πεί­α συν­τή­ρη­σης με α­ζα­θει­ο­πρί­νη + πρεδ­νι­ζο­λό­νη (Hollingworth P et al, 1982). 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη, αν και μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει ύ­φε­ση της ο­ζώ­δους πο­λυ­αρ­τη­ρί­τι­δας, έ­χει αν­τι­κα­τα­στα­θεί α­πό την κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη, αλ­λά μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί σαν θε­ρα­πεί­α συν­τή­ρη­σης με­τά α­π' αυ­τήν.

11.2    ΚΟΚΚΙΩΜΑΤΩΣΗ WEGENER 

Σύμ­φω­να με πε­ρι­γρα­φές πε­ρι­πτώ­σε­ων, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη, μό­νη της ή σε συν­δυα­σμό με μι­κρές δό­σεις κορ­τι­κο­ει­δών, δου­α­ζο­μυ­κί­νη ή/και κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη, βελ­τι­ώ­νει τις εκ­δη­λώ­σεις της νό­σου και πα­ρα­τεί­νει την ε­πι­βί­ω­ση (Wishart JM, 1975; Keczkes K, 1976; Thorkelsen H and Berdal P, 1976; Pashley NR and Levitt MN, 1979; Al-Arfaj A, 2001). Η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά της εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη α­πό τα κορ­τι­κο­ει­δή (Aldo M et al, 1970), αλ­λά μάλ­λον μι­κρό­τε­ρη της κυ­κλο­φω­σφα­μί­δης (Isreal HL and Patchefsky AS, 1975). 

11.3    ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΔΑΜΑΝΤΙΑΔΗ-BEHCET 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

  • Δι­α­τη­ρεί την ο­πτι­κή ο­ξύ­τη­τα, προ­λα­βαί­νει τις ο­φθαλ­μι­κές προ­σβο­λές, μει­ώ­νει ση­μαν­τι­κά την συ­χνό­τη­τα της τύ­φλω­σης, των στο­μα­τι­κών και γεν­νη­τι­κών ελ­κών και της αρ­θρί­τι­δας (Nethercott J and Lester RS, 1974; Yazici H et al, 1990; Hamuryudan V et al, 1997)
  • Μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει την μα­κρο­πρό­θε­σμη πρό­γνω­ση της νό­σου, ε­άν χο­ρη­γη­θεί πρώ­ι­μα (Hamuryudan V et al, 1997)
  • Σε συν­δυα­σμό με με­θυλ­πρεδ­νι­ζο­λό­νη (1.5 mg/kg/24ωρο) βελ­τι­ώ­νει τα α­νευ­ρύ­σμα­τα της πνευ­μο­νι­κής αρ­τη­ρί­ας (Acican T and Gurkan OU, 2001).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή στη νό­σο Α­δα­μαν­τιά­δη-Behcet, αλ­λά, λό­γω της μα­κρο­πρό­θε­σμης το­ξι­κό­τη­τάς της, έ­χει αν­τι­κα­τα­στα­θεί α­πό την κυ­κλο­σπο­ρί­νη. 

12.   ΣΥΝΔΡΟΜΟ SJOGREN 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ :

  • Μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει την FVC σε α­σθε­νείς με πρω­το­πα­θές σύν­δρο­μο Sjogren και δι­ά­με­ση πνευ­μο­νο­πά­θεια (Deheinzelin D et al, 1996). 
  • Βελ­τί­ω­σε, σε συν­δυα­σμό με κορ­τι­κο­ει­δή, έ­ναν α­σθε­νή με ε­πί­κτη­τη αι­μορ­ρο­φι­λί­α Α λό­γω ύ­παρ­ξης ε­νός α­να­στο­λέ­α του πα­ρά­γον­τα VIII (Dannhauser D et al, 1994). 
  • Σύμ­φω­να με δι­πλή-τυ­φλή, placebo ε­λεγ­χό­με­νη με­λέ­τη, δεν έ­χει α­πο­τέ­λε­σμα στο πρω­το­πα­θές σύν­δρο­μο Sjogren (Price EJ et al, 1998).

13.   ΥΠΟΤΡΟΠΙΑΖΟΥΣΑ ΠΟΛΥΧΟΝΔΡΙΤΙΔΑ 

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει την νε­κρω­τι­κή σκλη­ρί­τι­δα (Hoang-Xaun T et al, 1990). 

14.    ΠΟΡΦΥΡΑ HENOCH-SCHONLEIN 

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη, σε συν­δυα­σμό με κορ­τι­κο­ει­δή, μπο­ρεί να βελ­τι­ώ­σει την νε­φρι­κή προ­σβο­λή (Bergstein J et al, 1998; Foster BJ et al, 2000).    

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ : Οι ε­πι­πλο­κές της α­ζα­θει­ο­πρί­νης προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως α­πό το ΓΕΣ και εί­ναι μάλ­λον δο­σο­ε­ξαρ­τώ­με­νες, συ­νή­θως ή­πι­ες και α­να­στρέ­φον­ται τα­χέ­ως με­τά την δι­α­κο­πή του φαρ­μά­κου. Γα­στρεν­τε­ρι­κές δι­α­τα­ρα­χές και κυτ­τα­ρο­πε­νί­ες μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σει έ­ως 30% των α­σθε­νών που παίρ­νει α­ζα­θει­ο­πρί­νη (McKendry JR et al, 1989; Singh G et al, 1989). Συ­νο­λι­κά, 15-32% των α­σθε­νών δι­α­κό­πτει την α­ζα­θει­ο­πρί­νη λό­γω το­ξι­κό­τη­τας. Οι ε­πι­πλο­κές της α­ζα­θει­ο­πρί­νης μπο­ρεί να ο­φεί­λον­ται σε ά­με­ση το­ξι­κή δρά­ση του φαρ­μά­κου ή σε υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α.  

ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Δυ­σγευ­σί­α ή α­γευ­σί­α
  • Α­νο­ρε­ξί­α
  • Ναυ­τί­α
  • ‘Ε­με­τοι
  • Καύ­σος
  • Δυ­σπε­ψί­α
  • Ε­ρυ­γές
  • Δι­άρ­ροι­α
  • Στε­α­τόρ­ροι­α
  • Δυ­σκοι­λι­ό­τη­τα
  • Κοι­λια­κός πό­νος
  • Με­τε­ω­ρι­σμός
  • Στο­μα­τί­τι­δα
  • Ξη­ρο­στο­μί­α
  • Γα­στρι­κό έλ­κος
  • Γα­στρεν­τε­ρι­κή αι­μορ­ρα­γί­α, νέ­κρω­ση ή δι­ά­τρη­ση
  • Πε­ρι­το­να­ϊ­κή αι­μορ­ρα­γί­α
  • Παγ­κρε­α­τί­τι­δα

ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Α­ναι­μί­α
  • Παγ­κυτ­τα­ρο­πε­νί­α
  • Πο­λυ­κυτ­τα­ραι­μί­α
  • Α­πλα­σί­α ε­ρυ­θρών αι­μο­σφαι­ρί­ων
  • Λευ­κο­πε­νί­α
  • Θρομ­βο­πε­νί­α
  • Ε­πί­στα­ξη

ΑΠΟ ΤΟ ΗΠΑΡ  

  • Αύ­ξη­ση η­πα­τι­κών εν­ζύ­μων
  • Η­πα­τί­τι­δα
  • Χο­λο­στα­τι­κός ί­κτε­ρος
  • ‘Ι­νω­ση
  • Κίρ­ρω­ση

ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ 

  • Έρ­πη­τας ζω­στή­ρας

ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ-ΒΛΕΝΝΟΓΟΝΟΥΣ  

  • Πορ­φύ­ρα
  • Υ­πε­ρι­δρω­σί­α
  • Κνη­σμός
  • Α­λω­πε­κί­α
  • Ε­ξάν­θη­μα
  • Φω­το­ευ­αι­σθη­σί­α
  • Οί­δη­μα
  • Ο­ζώ­δες ε­ρύ­θη­μα
  • Κνί­δω­ση
  • Κα­θυ­στέ­ρη­ση ε­πού­λω­σης τραυ­μά­των

ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΥΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ 

  • Θό­λω­ση ό­ρα­σης
  • Ί­λιγ­γος
  • Κε­φα­λαλ­γί­α
  • Ζά­λη
  • Κα­τά­θλι­ψη
  • Α­μνη­σί­α
  • Νευ­ρι­κό­τη­τα
  • Πα­ραι­σθη­σί­α
  • Δυ­σχέ­ρεια σκέ­ψης
  • Ά­ση­πτη μη­νιγ­γί­τι­δα
  • Πε­ρι­φε­ρι­κή νευ­ρο­πά­θεια

ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Δι­ά­με­ση πνευ­μο­νί­τι­δα
  • Δι­ά­χυ­τη κυ­ψε­λι­δι­κή βλά­βη
  • Δύ­σπνοι­α

ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ 

  • Συγ­γε­νείς α­νω­μα­λί­ες
  • Χρω­μο­σω­μι­κές βλά­βες

ΑΠΟ ΤΟ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

  • Δι­α­τα­ρα­χές έμ­μη­νης ρύ­σης
  • Δυ­σου­ρί­α
  • Πρω­τε­ϊ­νου­ρί­α

ΑΛΛΕΣ 

  • Σε­ξου­α­λι­κή α­νι­κα­νό­τη­τα
  • Πυ­ρε­τός
  • Ρί­γη
  • Μυ­ϊ­κή α­δυ­να­μί­α
  • Δι­α­τα­ρα­χές α­κο­ής

1.   ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ : Γα­στρεν­τε­ρι­κές δι­α­τα­ρα­χές, με­μο­νω­μέ­νες ή σε συν­δυα­σμό, πα­ρα­τη­ρούν­ται στο 19% (Whisnant JK and Pelkey J, 1982) και ευ­θύ­νον­ται για δι­α­κο­πή της θε­ρα­πεί­ας στο 60% (Singh G et al, 1989), των α­σθε­νών που παίρ­νουν α­ζα­θει­ο­πρί­νη.

Α­νο­ρε­ξί­α, ναυ­τί­α, έ­με­τοι : Εί­ναι οι συ­χνό­τε­ρες γα­στρεν­τε­ρι­κές ε­πι­πλο­κές της α­ζα­θει­ο­πρί­νης. Μπο­ρεί να εμ­φα­νι­σθούν εί­τε με­τά α­πό την ε­φά­παξ, εί­τε την συ­νε­χή, χο­ρή­γη­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης. Η ναυ­τί­α και οι έ­με­τοι εμ­φα­νί­ζον­ται στο 10-12% των πε­ρι­πτώ­σε­ων, συ­νή­θως τις πρώ­τες ε­βδο­μά­δες της θε­ρα­πεί­ας. Εί­ναι δο­σο­ε­ξαρ­τώ­με­νες και ποι­κίλ­λουν ση­μαν­τι­κά σε βα­ρύ­τη­τα α­πό ά­το­μο σε ά­το­μο.  

Οι γα­στρεν­τε­ρι­κές διαταραχές συ­χνά α­πο­τε­λούν αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας. Με­ρι­κές φο­ρές συν­δυ­ά­ζον­ται με πυ­ρε­τό και δι­άρ­ροι­α, δί­νον­τας την ει­κό­να γα­στρεν­τε­ρί­τι­δας (Assini JF et al, 1986; Cochrane D et al, 1987). Πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται ή υ­φί­εν­ται με την χο­ρή­γη­ση του φαρ­μά­κου σε δι­η­ρη­μέ­νες ή μει­ω­μέ­νες δό­σεις ή με­τά τα γεύ­μα­τα, ε­νί­ο­τε ό­μως ε­πι­βάλ­λουν ο­ρι­στι­κή δι­α­κο­πή του. Ε­άν η α­ζα­θει­ο­πρί­νη προ­κα­λέ­σει δι­άρ­ροι­α και ε­μέ­τους, λό­γω υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας στο ι­μι­δα­ζο­λι­κό μό­ριο της, μπο­ρεί να αν­τι­κα­τα­στα­θεί α­πό την 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη, χω­ρίς υ­πο­τρο­πή των συμ­πτω­μά­των.  

Στο­μα­τί­τι­δα (Berry H et al, 1976; Halberg P et al, 1984).  

Γα­στρι­κό έλ­κος (Pinals RS, 1976

Γα­στρεν­τε­ρι­κή αι­μορ­ρα­γί­α, νέ­κρω­ση ή δι­ά­τρη­ση (Harris J et al, 1971

Παγ­κρε­α­τί­τι­δα, κυ­ρί­ως σε α­σθε­νείς με φλεγ­μο­νώ­δεις εν­τε­ρο­πά­θει­ες ή λή­πτες νε­φρι­κών μο­σχευ­μά­των (Whis­nant JK and Pelkey J, 1982; Guillaume P et al, 1984; Halberg P et al, 1984) και, λι­γό­τε­ρο συ­χνά, σε α­σθε­νείς με ρευ­μα­τι­κά νο­σή­μα­τα (ΡΑ, ΣΕΛ) (Sturdevant RAL et al, 1979; Herskowitz LJ et al, 1979). Ο μη­χα­νι­σμός της εί­ναι ά­γνω­στος, αλ­λά πι­θα­νώς α­πο­τε­λεί αν­τί­δρα­ση υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας (No­gueira JR and Freedman MA, 1972). 

2.   ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Οι αι­μα­το­λο­γι­κές ε­πι­πλο­κές της α­ζα­θει­ο­πρί­νης εί­ναι δο­σο­ε­ξαρ­τώ­με­νες. Σε χα­μη­λές δό­σεις (1-3 mg/kg/24ωρο) εί­ναι α­συ­νή­θι­στες και συ­νί­σταν­ται σε μα­κρο­κυτ­τά­ρω­ση, λευ­κο­πε­νί­α και, λι­γό­τε­ρο συ­χνά, με­γα­λο­βλα­στι­κή α­ναι­μί­α ή α­πλα­σί­α των ε­ρυ­θρών αι­μο­σφαι­ρί­ων.  

Η κα­τα­στο­λή του μυ­ε­λού εί­ναι η συ­χνό­τε­ρη ε­πι­πλο­κή της α­ζα­θει­ο­πρί­νης, ό­πως και ό­λων των κυτ­τα­ρο­ξι­κών φαρ­μά­κων. Στη ΡΑ, η συ­χνό­τη­τά της α­νέρ­χε­ται σε 11-14.5% (Whis­nant JK and Pelkey J, 1982).

Η μυ­ε­λο­το­ξι­κό­τη­τα εί­ναι συ­νή­θως πρώ­ι­μη ή και ό­ψι­μη και σπά­νια σο­βα­ρή. Πα­ρα­τη­ρεί­ται συ­νή­θως σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με α­ζα­θει­ο­πρί­νη μα­κρο­χρό­νια ή σε συν­δυα­σμό με αλ­λο­που­ρι­νό­λη (Bacon BR et al, 1981; Zazgornik J et al, 1981). Η αλ­λο­που­ρι­νό­λη, χο­ρη­γού­με­νη ταυ­τό­χρο­να με α­ζα­θει­ο­πρί­νη, α­να­στέλ­λει την ξαν­θι­νο­ξει­δά­ση ο­δη­γών­τας σε αύ­ξη­ση των ε­πι­πέ­δων της 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νης στο αί­μα, η ο­ποί­α μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει κα­τα­στο­λή του μυ­ε­λού. Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη με­τα­τρέ­πε­ται τα­χέ­ως σε 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη, η ο­ποί­α α­πο­βάλ­λε­ται α­πό τα ού­ρα κυ­ρί­ως ως 6-θει­ου­ρι­κό ο­ξύ. Η ξαν­θι­νο­ξει­δά­ση εί­ναι υ­πεύ­θυ­νη για την ο­ξεί­δω­ση αυ­τή, η ο­ποί­α α­να­στέλ­λε­ται α­πό την αλ­λο­που­ρι­νό­λη. 

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ : Η μυ­ε­λο­το­ξι­κό­τη­τα της α­ζα­θει­ο­πρί­νης μπο­ρεί να ο­φεί­λε­ται σε α­νε­πάρ­κεια της θει­ο­που­ρι­νο­με­θυ­λο­τραν­σφε­ρά­σης (Chocair PR et al, 1992; Schutz E et al, 1993) και της 5-νου­κλε­ο­τι­δά­σης. Πάν­τως, πα­ρό­μοι­ες ε­πι­πλο­κές έ­χουν α­να­φερ­θεί και σε ά­το­μα με φυ­σι­ο­λο­γι­κά ε­πί­πε­δα θει­ο­που­ρι­νο­με­θυ­λο­τραν­σφε­ρά­σης (Soria-Royer C et al, 1993).  

ΤΥΠΟΙ ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΙΠΛΟΚΩΝ : Η συ­χνό­τε­ρη εκ­δή­λω­ση μυ­ε­λι­κής κα­τα­στο­λής α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι η λευ­κο­πε­νί­α και, λι­γό­τε­ρο συ­χνά, η θρομ­βο­πε­νί­α, με­μο­νω­μέ­νη ή σε συν­δυα­σμό με λευ­κο­πε­νί­α, και η α­ναι­μί­α.   

Λευ­κο­πε­νί­α : Εί­ναι μί­α α­πό τις συ­χνό­τε­ρες ε­πι­πλο­κές της α­ζα­θει­ο­πρί­νης. Πα­ρα­τη­ρεί­ται στο 22% των πε­ρι­πτώ­σε­ων και εί­ναι συ­νή­θως α­να­στρέ­ψι­μη, αλ­λά μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει στο θά­να­το λό­γω δευ­τε­ρο­γε­νών λοι­μώ­ξε­ων (Whisnant JK and Pelkey J, 1982). Η ε­λάτ­τω­ση του α­ριθ­μού των λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων δεν σχε­τί­ζε­ται με την κλι­νι­κή αν­τα­πό­κρι­ση και μπο­ρεί να ε­πι­βάλ­λει μι­κρή μεί­ω­ση της δό­σης, αλ­λά συ­νή­θως ό­χι δι­α­κο­πή, του φαρ­μά­κου (Urowitz MB et al, 1973).  

Θρομ­βο­πε­νί­α (0.8-4.8%) (Whisnant JK and Pelkey J, 1982). Κα­τά κα­νό­να συν­δυ­ά­ζε­ται με λευ­κο­πε­νί­α.  

Α­πλα­σί­α ε­ρυ­θρών αι­μο­σφαι­ρί­ων : Εί­ναι πο­λύ σπά­νια και α­να­στρέ­ψι­μη με την δι­α­κο­πή του φαρ­μά­κου (Creemers GJ et al, 1993). Ο­φεί­λε­ται σε ε­κλε­κτι­κή το­ξι­κή δρά­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης στην ε­ρυ­θρο­ποί­η­ση και μπο­ρεί να συν­δυ­ά­ζε­ται με μα­κρο­κυτ­τά­ρω­ση.  

Μα­κρο­κυτ­τά­ρω­ση : E­χει α­να­φερ­θεί σε λή­πτες μο­σχευ­μά­των και α­πο­δί­δε­ται σε πα­ρέμ­βα­ση του φαρ­μά­κου στη σύν­θε­ση του DNA (Nicholls AJ and Davidson RJL, 1978). Δεν έ­χει κλι­νι­κή ση­μα­σί­α και δεν ε­πι­βάλ­λει δι­α­κο­πή της θε­ρα­πεί­ας.  

Α­κοκ­κι­ο­κυτ­τα­ραι­μί­α : Εί­ναι πο­λύ σπά­νια. Έ­χει α­να­φερ­θεί μί­αν ε­βδο­μά­δα με­τά την χο­ρή­γη­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης και πρό­κει­ται μάλ­λον για ι­δι­ο­συγ­κρα­σια­κή αν­τί­δρα­ση (Decker JL and Steen­berg AD, 1985).  

Παγ­κυτ­τα­ρο­πε­νί­α : Εί­ναι σπά­νια (Jeurissen MEC et al, 1988).  

Με­γα­λο­βλα­στι­κή α­ναι­μί­α : Εί­ναι ε­πί­σης σπά­νια και μπο­ρεί να συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό αύ­ξη­ση των ε­πι­πέ­δων του νου­κλε­ο­τι­δί­ου της 6-θει­ο­γου­α­νί­νης στα ε­ρυ­θρά αι­μο­σφαί­ρια (Lennard L et al, 1984). 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ ΜΥΕΛΟΥ :

Λευ­κο­πε­νί­α : Μεί­ω­ση της δό­σης ή δι­α­κο­πή της α­ζα­θει­ο­πρί­νης, ε­άν η πτώση των λευκών αιμοσφαιρίων εί­ναι ρα­γδαί­α ή ε­πί­μο­νη. Με­τά την ε­πά­νο­δο των λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ό­ρια, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη μπο­ρεί να ε­πα­να­χο­ρη­γη­θεί σε δό­ση κα­τά 25% μι­κρό­τε­ρη της προ­η­γού­με­νης.

Η λευ­κο­πε­νί­α δεν συν­δέ­ε­ται με το θε­ρα­πευ­τι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, γι' αυ­τό και η δό­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης δεν χρει­ά­ζε­ται να αυ­ξά­νε­ται σε ση­μεί­ο λευ­κο­πε­νί­ας, ώ­στε να προ­κύ­ψει ι­κα­νο­ποι­η­τι­κή θε­ρα­πευ­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση. Ε­άν η αζαθειοπρίνη συγ­χο­ρη­γεί­ται με αλ­λο­που­ρι­νό­λη, η δό­ση της πρέ­πει να μει­ώ­νε­ται κα­τά 25%.   

Θρομ­βο­πε­νί­α : Έγ­χυ­ση αι­μο­πε­τα­λί­ων (σε σο­βα­ρές πε­ρι­πτώ­σεις).  

3.   ΑΠΟ ΤΟ ΗΠΑΡ   

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι ε­κλε­κτι­κά, ό­πως και η με­θο­τρε­ξά­τη, η­πα­το­το­ξι­κή σε πο­σο­στό 3-10% (Mourad G et al, 1987).  Οι η­πα­τι­κές ε­πι­πλο­κές έ­χουν πε­ρι­γρα­φεί κυ­ρί­ως σε λή­πτες νε­φρι­κών και, λι­γό­τε­ρο συ­χνά, η­πα­τι­κών μο­σχευ­μά­των ή σε α­σθε­νείς με ρευ­μα­τι­κά νο­σή­μα­τα (Sterneck M et al, 1991), 2 ε­βδο­μά­δες έ­ως 33 μή­νες με­τά την έ­ναρ­ξη της α­ζα­θει­ο­πρί­νης. Εμ­φα­νί­ζον­ται γε­νι­κά 3 ε­βδο­μά­δες έ­ως 6 μή­νες με­τά την έ­ναρ­ξη του φαρ­μά­κου, αλ­λά μπο­ρεί και αρ­γό­τε­ρα.

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ :

  • Βλά­βη των εν­δο­θη­λια­κών κυτ­τά­ρων που ε­πεν­δύ­ουν τους η­πα­τι­κούς κόλ­πους και τα τε­λι­κά η­πα­τι­κά φλε­βί­δια (Haboubi NY et al, 1988)
  • Αλ­λερ­γι­κή αν­τί­δρα­ση, με ταυ­τό­χρο­να συ­στη­μα­τι­κά αλ­λερ­γι­κά συμ­πτώ­μα­τα
  • Ά­με­ση η­πα­το­το­ξι­κό­τη­τα, με ά­γνω­στο μη­χα­νι­σμό (Menard DB et al, 1980
  • Πα­ρα­κώ­λυ­ση της ε­ξό­δου του αί­μα­τος α­πό το ή­παρ στην δι­α­σταύ­ρω­ση των η­πα­τι­κών κόλ­πων και των κεν­τρο­λο­βι­ω­δών φλε­βών, η ο­ποί­α ο­δη­γεί σε πε­λι­ω­τι­κή η­πα­τί­τι­δα (Degott C et al, 1978).  

Η το­ξι­κή χο­λό­στα­ση μπο­ρεί να ο­φεί­λε­ται στην 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη και η η­πα­τί­τι­δα α­πό υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α, στο τμή­μα της ι­μι­δα­ζό­λης (Davis M et al, 1980).  

ΤΥΠΟΙ ΗΠΑΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΛΟΚΩΝ :

  • Αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας
  • Εν­δο­η­πα­τι­κή χο­λό­στα­ση
  • Φλε­βο-α­πο­φρα­κτι­κή νό­σος
  • Ο­ζώ­δης α­να­γεν­νη­τι­κή υ­περ­πλα­σί­α
  • Πυ­λαί­α υ­πέρ­τα­ση
  • Πε­λι­ω­τι­κή η­πα­τί­τι­δα
  • Πε­ρι­κολ­πι­κή ί­νω­ση
  • Η­πα­το­πυ­λαί­α σκλή­ρυν­ση
  • Συμ­φό­ρη­ση και δι­ά­τα­ση η­πα­τι­κών κόλ­πων
  • Κεν­τρο­λο­βι­ώ­δης δι­ά­τα­ση ή νέ­κρω­ση (Sterneck M et al, 1991
  • Ι­νω­ση ή στέ­νω­ση η­πα­τι­κών φλε­βών (Gerlag PG and van Hoof JP, 1987)  

Αύ­ξη­ση γGT, αλ­κα­λι­κής φω­σφα­τά­σης, τραν­σα­μι­να­σών και χο­λε­ρυ­θρί­νης, σε συν­δυα­σμό με πυ­ρε­τό, ναυ­τί­α, ε­μέ­τους, ρί­γη, δι­άρ­ροι­α και ε­ξάν­θη­μα (Jeurissen MEC et al, 1990).

Οι επιπλοκές αυτές ι­στο­λο­γι­κά χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται α­πό πε­ρι­πυ­λαί­ες δι­η­θή­σεις και η­πα­το­κυτ­τα­ρι­κή νέ­κρω­ση. Η τραν­σα­μι­να­σαι­μί­α εί­ναι η συ­χνό­τε­ρη η­πα­τι­κή ε­πι­πλο­κή της α­ζα­θει­ο­πρί­νης (De­Pinho RA et al, 1984 ). E­ί­ναι ή­πια και μπο­ρεί να μην ε­πι­βάλ­λει δι­α­κο­πή του φαρ­μά­κου, αν και ε­νί­ο­τε εί­ναι προ­άγ­γε­λος η­πα­τι­κής α­νε­πάρ­κειας και κίρ­ρω­σης (Zarday Z et al, 1972).  

Η­πα­τί­τι­δα α­πό υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ : Τραν­σα­μι­να­σαι­μί­α, ναυ­τί­α, έ­με­τοι, κοι­λια­κός πό­νος, πυ­ρε­τός, αρ­θραλ­γί­ες, μυ­αλ­γί­ες, χο­λό­στα­ση. Παρόμοιες εκδηλώσεις μπορεί να προκαλέσει η αζαθειοπρίνη σε α­σθε­νείς με χρό­νια ε­νερ­γό η­πα­τί­τι­δα, γι' αυ­τό και πρέπει να χορηγείται με προσοχή στους ηπατοπαθείς.  

ΕΚΒΑΣΗ : Η η­πα­τί­τι­δα α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη συ­νή­θως δεν εί­ναι σο­βα­ρή και η η­πα­τι­κή λει­τουρ­γί­α α­πο­κα­θί­στα­ται με­τά την δι­α­κο­πή του φαρ­μά­κου. Ε­άν ό­μως η α­ζα­θει­ο­πρί­νη συ­νε­χι­σθεί, μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε η­πα­τι­κή α­νε­πάρ­κεια.  

Eνδοηπατική χολόσταση 

Έ­χει α­να­φερ­θεί σε λή­πτες μο­σχευ­μά­των (Zarday Z et al, 1972) και σε α­σθε­νείς με ΣΕΛ (De­Pinho RA et al, 1984), πο­λυ­μυ­ο­σί­τι­δα (Horsmans Y et al, 1991) και ψω­ρί­α­ση (Munro DD, 1973).

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ : Ί­κτε­ρος και βι­ο­χη­μι­κές εν­δεί­ξεις η­πα­τι­κής δυσ­λει­τουρ­γί­ας.  

ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ : Εν­δο­η­πα­τι­κή χο­λό­στα­ση με η­πα­το­κυτ­τα­ρι­κή εκ­φύ­λι­ση ή νέ­κρω­ση, ή­πια πε­ρι­πυ­λαί­α φλεγ­μο­νώ­δης αν­τί­δρα­ση, πυ­λαί­α ί­νω­ση, κεν­τρο­λο­βι­ώ­δης δι­όγ­κω­ση των η­πα­το­κυτ­τά­ρων (De­Pinho RA et al, 1984), ε­νί­ο­τε σε συν­δυα­σμό με με­τα­βο­λές των κυτ­τά­ρων και της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής των εν­δο­λο­βια­κών χο­λη­φό­ρων πό­ρων (Horsmans Y et al, 1991). 

ΕΚΒΑΣΗ : Η χο­λό­στα­ση υ­πο­χω­ρεί με την δι­α­κο­πή της α­ζα­θει­ο­πρί­νης, μπο­ρεί ό­μως να ο­δη­γή­σει στο θά­να­το λό­γω η­πα­τι­κής α­νε­πάρ­κειας (Zarday Z et al, 1972). 

Φλεβο-αποφρακτική νόσος

Πρό­κει­ται για προ­ο­δευ­τι­κή, συγ­κεν­τρι­κή, μη θρομ­βω­τι­κή, α­πό­φρα­ξη των μι­κρών εν­δο­η­πα­τι­κών κλά­δων των η­πα­τι­κών φλε­βών α­πό χα­λα­ρό συν­δε­τι­κό ι­στό. Κλι­νι­κά, υ­πο­δύ­ε­ται στε­νά το σύν­δρο­μο Badd-Chiari και μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε πλή­ρη ι­νώ­δη α­πό­φρα­ξη του φλε­βι­κού αυ­λού και πε­ρι­φλε­βι­κή ί­νω­ση. Σε τε­λι­κά στά­δια δί­νει κλι­νι­κή και ι­στο­λο­γι­κή ει­κό­να κίρ­ρω­σης (Stuart KL and Brass G, 1957). 

Έ­χει πε­ρι­γρα­φεί σε λή­πτες μο­σχευ­μά­των νε­φρού (Hola K et al, 1996; Kohli HS et al, 1996; Azoulay D et al, 1998), λι­γό­τε­ρο συ­χνά ή­πα­τος (Mion F et al, 1993) ή μυ­ε­λού των ο­στών (Rol-lins BJ, 1986) και πο­λύ σπά­νια σε α­σθε­νείς με ΡΑ ή ΣΕΛ (Lemley DE et al, 1989).  

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ : Ί­κτε­ρος, η­πα­το­με­γα­λί­α ή πό­νος στο δε­ξιό ά­νω τε­ταρ­τη­μό­ριο της κοι­λιάς, σύν­δρο­μο πα­ρό­μοι­ο με ί­ω­ση (Rollins BJ, 1986), ε­νί­ο­τε πυ­λαί­α υ­πέρ­τα­ση με η­πα­τι­κή α­νε­πάρ­κεια, α­σκί­τη και κιρ­σούς του οι­σο­φά­γου, συ­χνά θα­να­τη­φό­ρα (Adler M et al, 1987; Liano F et al, 1989). 

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ : Αύ­ξη­ση χο­λε­ρυ­θρί­νης, αλ­κα­λι­κής φω­σφα­τά­σης και χρό­νου προ­θρομ­βί­νης. 

ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ : Η­πα­τι­κή συμ­φό­ρη­ση, μη θρομ­βω­τι­κή α­πό­φρα­ξη κεν­τρο­λο­βι­ω­δών η­πα­τι­κών φλε­βι­δί­ων, με πε­ρι­φλε­βι­κή νέ­κρω­ση και ί­νω­ση και πε­ρι­κολ­πι­κή ί­νω­ση με δι­ά­τα­ση των η­πα­τι­κών κόλ­πων, ε­νί­ο­τε σε συν­δυα­σμό με η­πα­τι­κή πε­λί­ω­ση ή ο­ζώ­δη α­να­γεν­νη­τι­κή υ­περ­πλα­σί­α (Katzka DA et al, 1986; Adler M et al, 1987). 

ΔΙΑΓΝΩΣΗ : Εί­ναι δύ­σκο­λη, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι η­πα­τι­κές δι­α­τα­ρα­χές δεν εί­ναι ει­δι­κές και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­σθε­νείς, ε­κτός α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη, παίρ­νουν και άλ­λα δυ­νη­τι­κά η­πα­το­το­ξι­κά φάρ­μα­κα και η ΡΑ, αυ­τή κα­θαυ­τή, συν­δέ­ε­ται με η­πα­τι­κή δυσ­λει­τουρ­γί­α. 

ΕΚΒΑΣΗ : Η φλε­βο-α­πο­φρα­κτι­κή νό­σος μπο­ρεί να υ­πο­χω­ρή­σει με την δι­α­κο­πή της α­ζα­θει­ο­πρί­νης ή με πυ­λαι­ο­φλε­βι­κή α­να­στό­μω­ση (Kohli HS et al, 1996), αλ­λά συ­νή­θως ο­δη­γεί σε η­πα­τι­κή α­νε­πάρ­κεια και θά­να­το (Liano F et al, 1989). Στους ε­πι­ζών­τες, πα­ρά την δι­α­κο­πή του φαρ­μά­κου, η κλι­νι­κή δι­α­δρο­μή κυ­ρι­αρ­χεί­ται α­πό προ­ο­δευ­τι­κή χρό­νια η­πα­τι­κή α­νε­πάρ­κεια και πυ­λαί­α υ­πέρ­τα­ση. 

Οζώδης αναγεννητική υπερπλασία 

Πρό­κει­ται για την α­νά­πτυ­ξη ο­ζι­δί­ων α­πό υ­περ­πλα­στι­κά η­πα­το­κύτ­τα­ρα μέ­σα στην μά­ζα του, κα­τά τα άλ­λα φυ­σι­ο­λο­γι­κού, ή­πα­τος. Έ­χει α­να­φερ­θεί σε λή­πτες νε­φρι­κών μο­σχευ­μά­των (Mora­les JM et al, 1987; Mion F et al, 1991; Gane E et al, 1994). Αν και κλι­νι­κά συ­νή­θως υ­πο­δύ­ε­ται κίρ­ρω­ση, ί­νω­ση ή η­πα­το­κυτ­τα­ρι­κή βλά­βη συ­νή­θως α­που­σιά­ζουν. Πι­θα­νώς πρό­κει­ται για προ­νε­ο­πλα­σμα­τι­κή ε­πε­ξερ­γα­σί­α, η ο­ποί­α δί­νει γέ­νε­ση σε η­πα­το­κυτ­τα­ρι­κά καρ­κι­νώ­μα­τα ή α­δε­νώ­μα­τα.  

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ : Η­πα­το­σπλη­νο­με­γα­λί­α και α­σκί­της. Η ει­κό­να αυ­τή μπο­ρεί κλι­νι­κά να συγ­χυ­θεί με κίρ­ρω­ση. Μπο­ρεί να συν­δυ­ά­ζε­ται με πε­λι­ω­τι­κή η­πα­τί­τι­δα, φλε­βο-α­πο­φρα­κτι­κή νό­σο ή ί­νω­ση των δι­α­στη­μά­των του Disse (Haboubi NY et al, 1988) και να ε­πι­πλα­κεί με πυ­λαί­α υ­πέρ­τα­ση και α­νε­πάρ­κεια ή ρή­ξη του ή­πα­τος (Fonseca V and Havard CW, 1988). 

Πυλαία υπέρταση

Έ­χει α­να­φερ­θεί σε λή­πτες νε­φρι­κών μο­σχευ­μά­των (Yanagisawa N et al, 1990; Lorenz R et al, 1992). 

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ : Σπλη­νο­με­γα­λί­α, κιρ­σοί οι­σο­φά­γου, δι­α­τα­ρα­χές των η­πα­τι­κών λει­τουρ­γι­ών με/ή χω­ρίς α­σκί­τη.  

ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ : Ή­πια πε­ρι­πυ­λαί­α ί­νω­ση και ε­να­πό­θε­ση κολ­λα­γό­νου στα πε­ρι­κολ­πι­κά και με­σο­κυτ­τά­ρια δι­α­στή­μα­τα (Yanagisawa N et al, 1990), ε­νί­ο­τε ή­πια δι­ά­χυ­τη ί­νω­ση και ο­ζώ­δης υ­περ­πλα­σί­α ε­ξε­λισ­σό­με­νη σε κίρ­ρω­ση του ή­πα­τος και η­πα­τι­κή α­νε­πάρ­κεια.  

Πελιωτική ηπατίτιδα

Συ­νί­στα­ται σε κοι­λό­τη­τες αί­μα­τος δι­ε­σπαρ­μέ­νες τυ­χαί­α στη μά­ζα του ή­πα­τος, χω­ρίς ζω­ναί­α προ­τί­μη­ση (Zafrani ES et al, 1983). Έ­χει πε­ρι­γρα­φεί σε λή­πτες νε­φρι­κών ή καρ­δια­κών μο­σχευ­μά­των και ε­νί­ο­τε συν­δυ­ά­ζε­ται με ο­ζώ­δη α­να­γεν­νη­τι­κή υ­περ­πλα­σί­α, πυ­λαί­α υ­πέρ­τα­ση ή φλε­βο-α­πο­φρα­κτι­κή νό­σο ((Degott C et al, 1978; Haboubi NY et al, 1988). 

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ : Η­πα­το­με­γα­λί­α, πυ­λαί­α υ­πέρ­τα­ση.   

Περικολπική ίνωση

Συ­νί­στα­ται σε ά­θροι­ση κολ­λα­γό­νου στα δι­α­στή­μα­τα του Disse (Du Vivier A et al, 1974).

Ηπατοπυλαία σκλήρυνση

Ο­φεί­λε­ται σε αλ­λοι­ώ­σεις των πυ­λαί­ων φλε­βών και εκ­δη­λώ­νε­ται με πυ­λαί­α υ­πέρ­τα­ση. 

Διάταση ηπατικών κόλπων

Έ­χει πε­ρι­γρα­φεί σε λή­πτες νε­φρι­κών μο­σχευ­μά­των (Sterneck M et al, 1991). 

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ : Κοι­λια­κός πό­νος, αυ­ξη­μέ­νη αι­μορ­ρα­γι­κή δι­ά­θε­ση, οί­δη­μα, η­πα­το­σπλη­νο­με­γα­λί­α, α­σκί­της, κιρ­σοί οι­σο­φά­γου, αι­μό­λυ­ση και κυτ­τα­ρο­πε­νί­α (Gerlag PG et al, 1985).  

ΕΚΒΑΣΗ : Με­τά την δι­α­κο­πή της α­ζα­θει­ο­πρί­νης τα συμ­πτώ­μα­τα και η δι­ά­τα­ση των κόλ­πων υ­πο­χω­ρούν βαθ­μια­ία, αλ­λά μπο­ρεί να α­να­πτυ­χθεί ί­νω­ση ή μι­κρο-ο­ζώ­δης κίρ­ρω­ση (Gerlag PG et al, 1985). 

Αλλες ηπατικές επιπλοκές

  • Θά­να­τος α­πό λοί­μω­ξη α­πό κυτ­τα­ρο­με­γα­λο­ϊ­ό και η­πα­τι­κή νέ­κρω­ση (Savolainen AH et al, 1997
  • Η­πα­το­κυτ­τα­ρι­κή νέ­κρω­ση, σε α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­θη­καν με κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη με­τά α­πό θε­ρα­πεί­α με α­ζα­θει­ο­πρί­νη (Shaunak S et al, 1988
  • Ί­κτε­ρος, αύ­ξη­ση τραν­σα­μι­να­σών, υ­πε­ραι­μί­α η­πα­τι­κών κόλ­πων και κεν­τρο­λο­βι­ώ­δης η­πα­το­κυτ­τα­ρι­κή εκ­φύ­λι­ση, σε λή­πτες η­πα­τι­κών μο­σχευ­μά­των (Sterneck M et al, 1991

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΗΠΑΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΛΟΚΩΝ ΑΖΑΘΕΙΟΠΡΙΝΗΣ (Harvey C et al, 1983

  • Ε­κλε­κτι­κή α­νε­πάρ­κεια IgA 
  • Αν­δρι­κό φύ­λο
  • Λευ­κο­κυτ­τα­ρι­κός τύ­πος αν­τι­γό­νου

ΠΡΟΣΟΧΗ : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται ε­άν εμ­φα­νι­σθούν τραν­σα­μι­να­σαι­μί­α, η­πα­το­με­γα­λί­α ή άλ­λες κλι­νι­κές εν­δεί­ξεις πυ­λαί­ας υ­πέρ­τα­σης και να γί­νε­ται η­πα­τι­κή βι­ο­ψί­α για να ε­πι­βε­βαι­ω­θεί η ύ­παρ­ξη φλε­βο-α­πο­φρα­κτι­κής νό­σου. Σε α­σθε­νείς με φλεγ­μο­νώ­δεις εν­τε­ρο­πά­θει­ες, πολ­λές α­πό τις εκ­δη­λώ­σεις των η­πα­τι­κών ε­πι­πλο­κών της α­ζα­θει­ο­πρί­νης (ναυ­τί­α, κοι­λια­κοί πό­νοι, δι­άρ­ροι­α) μπο­ρεί να εί­ναι ά­τυ­πες και να συγ­χυ­θούν με έ­ξαρ­ση της εν­τε­ρι­κής νό­σου. 

4.   ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ    

Οι πνευ­μο­νι­κές ε­πι­πλο­κές της α­ζα­θει­ο­πρί­νης εί­ναι σπά­νι­ες. Έ­χουν α­να­φερ­θεί κυ­ρί­ως σε λή­πτες νε­φρι­κών μο­σχευ­μά­των και, λι­γό­τε­ρο συ­χνά, σε α­σθε­νείς με φλεγ­μο­νώ­δεις εν­τε­ρο­πά­θει­ες ή χρό­νι­ες νε­φρο­πά­θει­ες. Συ­νη­θέ­στε­ρες εί­ναι η ο­ξεί­α πνευ­μο­νί­τι­δα α­πό υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α και σπά­νια η δι­ά­χυ­τη κυ­ψε­λι­δι­κή βλά­βη.

ΠΝΕΥΜΟΝΙΤΙΔΑ ΑΠΟ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ : Ξη­ρός βή­χας, δύ­σπνοι­α και πυ­ρε­τός (Rubin G et al, 1972). 

ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ : Αμ­φο­τε­ρό­πλευ­ρες δι­ά­με­σες δι­η­θή­σεις στις βά­σεις των πνευ­μό­νων και πλευ­ρι­τι­κές συλ­λο­γές (Weisenberger D, 1978). 

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ : Δεί­χνουν πε­ρι­ο­ρι­στι­κή νό­σο και ε­λάτ­τω­ση της DLCO.  

ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ : Πά­χυν­ση κυ­ψε­λι­δι­κών δι­α­φραγ­μά­των, υ­περ­πλα­σί­α ε­πι­θη­λια­κών κυ­ψε­λι­δι­κών κυτ­τά­ρων, ή­πια δι­ή­θη­ση με ου­δε­τε­ρό­φι­λα και πλα­σμα­το­κύτ­τα­ρα, ε­νί­ο­τε σχη­μα­τι­σμός υ­ά­λι­νων μεμ­βρα­νών και ί­νω­ση (Bedrossian CWM et al, 1984). 

ΕΚΒΑΣΗ : Η πνευ­μο­νί­τι­δα α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη συ­χνά κα­τα­λή­γει κα­κώς α­πό α­να­πνευ­στι­κή α­νε­πάρ­κεια (Bedrossian CWM et al, 1984). 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ : Δι­α­κο­πή α­ζα­θει­ο­πρί­νης, κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη και κορ­τι­κο­ει­δή σε με­γά­λες δό­σεις (Weisenberger D, 1978). 

ΔΙΑΧΥΤΗ ΚΥΨΕΛΙΔΙΚΗ ΒΛΑΒΗ

ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ : Αμ­φο­τε­ρό­πλευ­ρες πνευ­μο­νι­κές δι­η­θή­σεις. 

ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ : Σχη­μα­τι­σμός υ­ά­λι­νων μεμ­βρα­νών, εν­δο­κυ­ψε­λι­δι­κό οί­δη­μα και κυ­βο­ει­δο­ποί­η­ση του ε­πι­θη­λί­ου των κυ­ψε­λί­δων (Bedrossian CWM et al, 1984). 

ΚΥΨΕΛΙΔΙΤΙΔΑ

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ : Αι­μό­πτυ­ση, πυ­ρε­τός, υ­πο­ξαι­μί­α.

ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ : Δι­ά­χυ­τες δι­κτυ­ο­ο­ζώ­δεις σκιά­σεις.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ : Δεί­χνουν ε­λάτ­τω­ση των πνευ­μο­νι­κών όγ­κων και της δι­ά­χυ­σης των πνευ­μό­νων (Refabert L et al, 1995).

5.   ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ 

Η λευ­κο­πε­νί­α και η κα­τα­στο­λή του μυ­ε­λού που προ­κα­λεί η α­ζα­θει­ο­πρί­νη αυ­ξά­νει την ε­πιρ­ρέ­πεια στην α­νά­πτυ­ξη λοι­μώ­ξε­ων, συ­νή­θως α­πό ευ­και­ρια­κούς ορ­γα­νι­σμούς (Pneymocystis carinii, α­σπέρ­γιλ­λος, κυτ­τα­ρο­με­γα­λο­ϊ­ός). Με­γα­λύ­τε­ρο κίν­δυ­νο, α­κό­μα και θά­να­το, δι­α­τρέ­χουν οι α­σθε­νείς που παίρ­νουν α­ζα­θει­ο­πρί­νη για να α­πο­τρέ­ψουν την α­πόρ­ρι­ψη με­τα­μο­σχευ­θέν­των ορ­γά­νων, γι' αυ­τό και οι λοιμώξεις αυτές πρέ­πει να θε­ρα­πεύ­ον­ται εν­τα­τι­κά.  

6.   ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ-ΒΛΕΝΝΟΓΟΝΟΥΣ   

  • Κη­λι­δο­βλα­τι­δώ­δη ε­ξαν­θή­μα­τα (Woodland J et al, 1981; Paulus HE et al, 1984
  • Κνι­δω­τι­κό ε­ξάν­θη­μα (Wijnands MJ et al, 1990
  • Α­λω­πε­κί­α
  • Υ­πο­δό­ρια ο­ζί­δια (Langevitz P et al, 1991
  • Α­πο­λέ­πι­ση του δέρ­μα­τος (Hermanns-Le T and Pierard GE, 1996
  • Υ­περ­κε­ρα­τω­σι­κή σμηγ­μα­τορ­ρο­ϊ­κή α­κρο­χορ­δών (Moens CHR et al, 1990)  
  • Μέ­λαι­να α­κάν­θω­ση, στο 10% των λη­πτών νε­φρι­κών μο­σχευ­μά­των (Koranda FC et al, 1975). 

7.   ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ 

Εί­ναι σπά­νι­ες, αλ­λά ση­μαν­τι­κές, δε­δο­μέ­νου ό­τι μπο­ρεί να α­πο­δο­θούν στη βα­σι­κή νό­σο. Η συ­χνό­τη­τά τους α­νέρ­χε­ται σε 12-24% (Jeurissen MEC et al, 1989). Κατ΄άλ­λους, σε α­σθε­νείς με ΡΑ υ­πο­λο­γί­ζον­ται σε <1-5% (Paulus HE et al, 1984; Hamdy H et al, 1987). Συ­νή­θως εμ­φα­νί­ζον­ται τις 2 πρώ­τες ε­βδο­μά­δες της θε­ρα­πεί­ας και υ­πο­χω­ρούν με την δι­α­κο­πή της. Η φύ­ση τους ε­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται α­πό την ε­πα­νεμ­φά­νι­ση τους με την ε­πα­να­χο­ρή­γη­ση του φαρ­μά­κου και την θε­τι­κή δο­κι­μα­σί­α με­τα­σχη­μα­τι­σμού των λεμ­φο­κυτ­τά­ρων (King JO et al, 1972).  

ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΦΕΡΘΕΙ ΣΕ ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙ­ΠΤΩΣΕΙΣ

  • Βρογ­χι­κό ά­σθμα, οί­δη­μα λά­ρυγ­γα και κνί­δω­ση (Michot F, 1968
  • Ναυ­τί­α, αρ­θραλ­γί­ες, ε­ξάν­θη­μα, πυ­ρε­τός, βή­χας, αί­σθη­μα ε­πι­κεί­με­νου θα­νά­του, δι­άρ­ροι­α και αι­μα­του­ρί­α (King JO et al, 1972
  • Ναυ­τί­α, έ­με­τοι, ή­πια δι­άρ­ροι­α, τα­χυ­καρ­δί­α και υ­πε­ρα­μυ­λα­σαι­μί­α (Pozniak AL et al, 1981
  • Νό­ση­μα πα­ρό­μοι­ο με ι­ο­γε­νές σύν­δρο­μο ή ο­ρο­νο­σί­α με πυ­ρε­τό, δι­ά­χυ­το ε­ρυ­θη­μα­τώ­δες ε­ξάν­θη­μα, μυ­αλ­γί­ες, αρ­θραλ­γί­ες και τα­χυ­καρ­δί­α (Davis M et al, 1980)
  • Μυ­ϊ­κή α­δυ­να­μί­α λό­γω πε­ρι­φε­ρι­κής νευ­ρο­πά­θειας, πυ­ρε­τός και αρ­θραλ­γί­ες (Farthing MJG et al, 1980)
  • Υ­πό­τα­ση με ο­λι­γου­ρί­α και αύ­ξη­ση της κρε­α­τι­νί­νης του ο­ρού λό­γω αι­μο­δυ­να­μι­κής ο­ξεί­ας νε­φρι­κής α­νε­πάρ­κειας, σε συν­δυα­σμό με γε­νι­κή κα­κου­χί­α, γα­στρεν­τε­ρι­κές δι­α­τα­ρα­χές και αγ­γει­ο­νευ­ρω­τι­κό οί­δη­μα (Trotta F et al, 1982) 
  • Πυ­ρε­τός, ρί­γη και κολπική μαρμαρυγή (Dodd HJ et al, 1985a) 
  • Πυ­ρε­τός, ναυ­τί­α, έ­με­τοι, κοι­λια­κός πό­νος, α­νο­ρε­ξί­α, ε­ξαν­θή­μα­τα και κνί­δω­ση (Kissel JT et al, 1986), ε­νί­ο­τε σε συν­δυα­σμό με υ­πό­τα­ση, λευ­κο­κυτ­τά­ρω­ση, μυ­αλ­γί­ες, αρ­θραλ­γί­ες και ο­λι­γου­ρί­α (Keystone EC and Schabas R, 1981) 
  • Κα­κου­χί­α, πυ­ρε­τός, ρί­γος, ναυ­τί­α, έ­με­τοι, ζά­λη και κα­τα­πλη­ξί­α (Cunningham T et al, 1981
  • Υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης ο­ξεί­ας έ­ξαρ­σης της υ­πο­κεί­με­νης νό­σου, σε έ­ναν α­σθε­νή με βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια (Watts GF and Corston R, 1984
  • Κυ­κλο­φο­ρι­κή α­νε­πάρ­κεια (Rosenthal E, 1986; Fields CL et al, 1998)   
  • Λευ­κο­κυττ­τα­ρο­κλα­στι­κή αγ­γει­ί­τι­δα (Beckett CG et al, 1996), με πυ­ρε­τό, κε­φα­λαλ­γί­α, μυ­αλ­γί­ες, ε­μέ­τους, ψη­λα­φη­τό πορ­φυ­ρι­κό ε­ξάν­θη­μα, πε­τέ­χει­ες και κη­λι­δο­βλα­τι­δώ­δες ε­ξάν­θη­μα (Bergman SM et al, 1988
  • Πυ­ρε­τός (Koller H and Stoll G, 1996), ε­νί­ο­τε σε συν­δυα­σμό με ρί­γη (Gregoor PJ et al, 1995), ναυ­τί­α, ε­μέ­τους, λευ­κο­κυτ­τά­ρω­ση και ε­ξάν­θη­μα (Garey KW et al, 1998), ρι­νι­κή συμ­φό­ρη­ση και αύ­ξη­ση της κρε­α­τι­νί­νης του ο­ρού (Vande Walle JG and Donckerwolcke RA, 1990)
  • Ναυ­τί­α, έ­με­τοι και δι­άρ­ροι­α (Riedel RR et al, 1990; Godeau B et al, 1995), ε­νί­ο­τε σε συν­δυα­σμό με πυ­ρε­τό, υ­πό­τα­ση, τα­χυ­καρ­δί­α και ο­λι­γου­ρί­α (Knowles SR et al, 1995)  
  • Σύν­δρο­μο πα­ρό­μοι­ο με Goodpasture (υ­ψη­λός πυ­ρε­τός, ρί­γη, αρ­θραλ­γί­ες, δι­άρ­ροι­α, μυ­αλ­γί­ες, πνευ­μο­νι­κές δι­η­θή­σεις με αι­μό­πτυ­ση) (Stetter M et al, 1994
  • Ο­ξεί­α πο­λυ­αρ­θρί­τι­δα (Pillans PI et al, 1995
  • Δι­α­τα­ρα­χές η­πα­τι­κής λει­τουρ­γί­ας, μυ­αλ­γί­ες, αρ­θραλ­γί­ες, κε­φα­λαλ­γί­α, γε­νι­κευ­μέ­νη α­δυ­να­μία, πυ­ρε­τός, ο­λι­γου­ρί­α, ρα­βδο­μυ­ό­λυ­ση και αύ­ξη­ση της κρε­α­τι­νί­νης του ο­ρού (Compton MR and Crosby DL, 1996
  • Πε­ρι­καρ­δί­τι­δα (Simpson CD, 1997).

Ο πυ­ρε­τός εί­ναι συ­χνός και με­ρι­κές φο­ρές υ­ψη­λός και συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό ρί­γη.

Η υ­πό­τα­ση εί­ναι λι­γό­τε­ρο συ­χνή, αλ­λά δυ­νη­τι­κά θα­να­τη­φό­ρα. Σε συν­δυα­σμό με πυ­ρε­τό μπο­ρεί να υ­πο­δυ­θεί ση­πτι­κή κα­τα­πλη­ξί­α. Με­ρι­κές φο­ρές συν­δυ­ά­ζε­ται με ο­λι­γου­ρί­α (Keystone EC and Scha­bas R, 1981). 

Η δι­άρ­ροι­α και οι έ­με­τοι μπο­ρεί να υ­πο­δύ­ον­ται γα­στρεν­τε­ρί­τι­δα και α­πο­δί­δον­ται σε υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α στο ι­μι­δα­ζο­λι­κό μό­ριο της α­ζα­θει­ο­πρί­νης (Godeau B et al, 1995). 

Η νε­φρι­κή προ­σβο­λή μπο­ρεί να εί­ναι δευ­τε­ρο­πα­θής σε υ­πο­δι­ά­χυ­ση λό­γω α­πό­το­μης πτώ­σης της αρ­τη­ρια­κής πί­ε­σης (Rosenthal E, 1986), ε­νώ σπά­νια έ­χει τον χα­ρα­κτή­ρα αλ­λερ­γι­κής δι­ά­με­σης νε­φρί­τι­δας (King JO et al, 1972). Η α­νεύ­ρε­ση η­ω­σι­νο­φί­λων στα ού­ρα μπο­ρεί να βο­η­θή­σει στη δι­ά­γνω­ση. Εν­δεί­ξεις που συ­νη­γο­ρούν υ­πέρ του μη­χα­νι­σμού υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας σε πε­ρι­πτώ­σεις δι­ά­με­σης νε­φρί­τι­δας εί­ναι η α­που­σί­α υ­πό­τα­σης, η ύ­φε­ση της πρω­τε­ϊ­νου­ρί­ας με­τά την δι­α­κο­πή, η ε­πα­νεμ­φά­νι­σή της με­τά την ε­πα­να­χο­ρή­γη­ση και η εκ νέ­ου ε­ξα­φά­νι­σή της με­τά την ο­ρι­στι­κή δι­α­κο­πή, του φαρ­μά­κου (Meys E et al, 1992). 

Η η­πα­το­το­ξι­κό­τη­τα εκ­δη­λώ­νε­ται με το­ξι­κή χο­λό­στα­ση, χω­ρίς γε­νι­κά συμ­πτώ­μα­τα, ή με η­πα­τί­τι­δα α­πό υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α με πυ­ρε­τό, αρ­θραλ­γί­ες και μυ­αλ­γί­ες (Jeurissen MEC et al, 1990; Me-ys E et al, 1992). 

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ : Οι πά­σχον­τες α­πό ΡΑ μπο­ρεί να έ­χουν γε­νε­τι­κή προ­δι­ά­θε­ση στην α­νά­πτυ­ξη αν­τι­δρά­σε­ων υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας στην α­ζα­θει­ο­πρί­νη (Jeurissen MEC et al, 1990). 

ΠΡΟΣΟΧΗ : Οι αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας α­πό την α­ζα­θει­ο­πρί­νη μπο­ρεί να μι­μη­θούν έ­ξαρ­ση της υ­πο­κεί­με­νης νό­σου σε α­σθε­νείς με νο­σή­μα­τα του κολ­λα­γό­νου (π. χ. δερ­μα­το­μυ­ο­σί­τι­δα), ο­ξεί­α γα­στρεν­τε­ρί­τι­δα, εκ­δη­λώ­σεις α­πόρ­ρι­ψης του μο­σχεύ­μα­τος σε λή­πτες νε­φρι­κών μο­σχευ­μά­των ή πά­σχον­τες α­πό ση­πτι­κή κα­τα­πλη­ξί­α.  

Με­τά την α­πο­δρο­μή των αν­τι­δρά­σε­ων αυ­τών, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη μπο­ρεί να ε­πα­να­χο­ρη­γη­θεί, αλ­λά με προ­σο­χή και κά­τω α­πό νο­σο­κο­μεια­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση, για­τί μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει σε θα­να­τη­φό­ρα κα­τα­πλη­ξί­α. Με­τά την ε­πα­να­χο­ρή­γη­σή της, οι αν­τι­δρά­σεις εμ­φα­νί­ζον­ται τα­χύ­τε­ρα, συ­νή­θως με­τά α­πό με­ρι­κές ώ­ρες ή η­μέ­ρες. Με­ρι­κές φο­ρές εί­ναι σο­βα­ρό­τε­ρες α­πό τις αρ­χι­κές και α­πει­λη­τι­κές για την ζω­ή, α­πο­θαρ­ρύ­νον­τας την ε­πα­να­χο­ρή­γη­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης.

8.    ΚΑΚΟΗΘΗ ΝΟΣΗΜΑΤΑ 

8.1    ΚΑΚΟΗΘΗ ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΑ 

Έ­χουν α­να­φερ­θεί σε λή­πτες μο­σχευ­μά­των, σε α­σθε­νείς με ρευ­μα­τι­κά νο­σή­μα­τα, χρό­νια η­πα­τι­κά νο­σή­μα­τα (Viteri A et al, 1976; Tage-Jensen U et al, 1987) και νό­σο Crohn (Lemann M et al, 1990; Larvol L and Soule JC, 1994).

Κα­τ' άλ­λους, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη δεν αυ­ξά­νει ση­μαν­τι­κά την συ­χνό­τη­τα των καρκινωμάτων σε α­σθε­νείς με φλεγ­μο­νώ­δεις εν­τε­ρο­πά­θει­ες (Connell WR et al, 1994) ή πολ­λα­πλή σκλή­ρυν­ση (Amato MP et al, 1993; Confavreux C et al, 1996).  

Σε λή­πτες μο­σχευ­μά­των, η θε­ρα­πεί­α με α­ζα­θει­ο­πρί­νη, μό­νη της ή σε συν­δυα­σμό με κορ­τι­κο­ει­δή, μπο­ρεί να σχε­τί­ζε­ται με αυ­ξη­μέ­νη συ­χνό­τη­τα α­νά­πτυ­ξης κα­κο­ή­θων νο­ση­μά­των (Penn I and Starzl TE, 1972). Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με α­ζα­θει­ο­πρί­νη σε συν­δυα­σμό με άλ­λα α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά εμ­φα­νί­ζουν 300πλάσια συ­χνό­τη­τα α­νά­πτυ­ξης λεμ­φο­ϋ­περ­πλα­στι­κών όγ­κων, ι­δι­αί­τε­ρα στον εγ­κέ­φα­λο (Penn I, 1978). Στους α­σθε­νείς αυ­τούς, ο συν­δυα­σμός των α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κών πα­ρα­γόν­των μπο­ρεί να μην ευ­θύ­νε­ται α­πα­ραί­τη­τα για τον αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο α­νά­πτυ­ξης λεμ­φω­μά­των. Πάν­τως, αυτοί που θε­ρα­πεύ­ον­ται με πολ­λα­πλούς α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κούς πα­ρά­γον­τες έ­χουν αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο α­νο­σο­κα­τα­στο­λής, γι΄αυ­τό και πρέπει να διατηρούν τις δό­σεις των α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κών φαρ­μά­κων στο χα­μη­λό­τε­ρο δυ­να­τόν α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό ε­πί­πε­δο.

Σε α­σθε­νείς με ρευ­μα­τι­κά νο­σή­μα­τα η α­ζα­θει­ο­πρί­νη συν­δέ­ε­ται με αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο α­νά­πτυ­ξης νε­ο­πλα­σι­ών του α­νο­σο­ποι­η­τι­κού συ­στή­μα­τος (νό­σος Hodgkin, μη-Hodgkin λέμ­φω­μα, πολ­λα­πλούν μυ­έ­λω­μα, λεμ­φο­γε­νής ή μυ­ε­λο­γε­νής λευ­χαι­μί­α) και καρ­κί­νου του δέρ­μα­τος ή της ου­ρο­δό­χου κύ­στης (Matteson EL et al, 1991). Ο κίν­δυ­νος αυ­τός εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρος σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με α­ζα­θει­ο­πρί­νη πά­νω α­πό 6 χρό­νια (Asten P et al, 1999). 

Σε α­σθε­νείς με ΡΑ θε­ρα­πευ­ό­με­νους με α­ζα­θει­ο­πρί­νη ο κίν­δυ­νος α­νά­πτυ­ξης λεμ­φο­ϋ­περ­πλα­στι­κών νο­ση­μά­των εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρος απ΄ό,τι στο γε­νι­κό πλη­θυ­σμό. Η συ­χνό­τη­τα των νο­ση­μά­των αυ­τών σε α­σθε­νείς με ΡΑ που παίρ­νει α­ζα­θει­ο­πρί­νη σε δό­σεις με­γα­λύ­τε­ρες α­πό τις συ­νι­στώ­με­νες α­νέρ­χε­ται σε 1.8 πε­ρι­πτώ­σεις/1.000 έ­τη α­σθε­νών, συγ­κρι­τι­κά με 0.8/1.000 έ­τη α­σθε­νών μη θε­ρα­πευ­ό­με­νων με α­ζα­θει­ο­πρί­νη.

Κα­τ' άλ­λους :

  • H α­ζα­θει­ο­πρί­νη δεν σχε­τί­ζε­ται με αυ­ξη­μέ­νη συ­χνό­τη­τα κα­κο­ή­θων ε­ξερ­γα­σι­ών σε α­σθε­νείς με ΡΑ (Huskisson EC, 1984; Wessel G et al, 1987), με­γα­λύ­τε­ρη α­πό την πα­ρα­τη­ρού­με­νη σε α­σθε­νείς που δεν παίρ­νουν κυτ­τα­ρο­το­ξι­κά φάρ­μα­κα (Singh G et al, 1989)
  • H συ­χνό­τη­τα των συ­χνό­τε­ρων καρ­κί­νων εί­ναι μι­κρό­τε­ρη σε α­σθε­νείς με ΡΑ θε­ρα­πευ­ό­με­νους με α­ζα­θει­ο­πρί­νη, πα­ρά με ΡΑ γε­νι­κά (Hazleman BL, 1982). 

ΚΑΚΟΗΘΗ ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΑ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΖΑΘΕΙΟΠΡΙΝΗΣ 

Στα ζώ­α :

  • Αι­μαγ­γει­ο­εν­δο­θη­λι­ώ­μα­τα της μή­τρας και λεμ­φώ­μα­τα, σε πον­τι­κούς (Ito A et al, 1989
  • Κα­κο­ή­θη λεμ­φώ­μα­τα σε αυ­ξη­μέ­νη συ­χνό­τη­τα, σε πον­τι­κούς (Casey TP, 1968)
  • Λεμ­φώ­μα­τα και καρ­κι­νώ­μα­τα α­πό πλα­κώ­δες ε­πι­θή­λιο, σε αυ­ξη­μέ­νη συ­χνό­τη­τα, σε α­ρου­ραί­ους (Cohen SM et al, 1983). 

Στον άν­θρω­πο :

  • Α­δε­νο­καρ­κί­νω­μα πνεύ­μο­να (McAdam L et al, 1974
  • Δυ­σπλα­σί­α των ε­πι­θη­λια­κών κυτ­τά­ρων του τρα­χή­λου της μή­τρας (Gupta PK et al, 1969; Schramm G, 1970
  • Καρ­κί­νω­μα εν­δο­μη­τρί­ου (Sekiya S et al, 1988) ή τρα­χή­λου μή­τρας (Balachandran I and Galagan KS, 1984
  • Λεμ­φο­κυτ­τα­ρι­κό λέμ­φω­μα (Walden PA et al, 1977
  • Λέμ­φω­μα Hodgkin, σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους με α­ζα­θει­ο­πρί­νη σε συν­δυα­σμό με κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη (Colburn KK et al, 1985) ή, στη συ­νέ­χεια, με­θο­τρε­ξά­τη (Savolainen AH et al, 1997)
  • Μη Hodgkin λέμ­φω­μα (Phillips T et al, 1987; Aguilar HI et al, 1997
  • Α­νο­σο­βλα­στι­κό λέμ­φω­μα (Berliner S et al, 1983
  • Ρε­τι­νο­βλά­στω­μα (Savolainen AH et al, 1997
  • Δι­κτυ­ο­σάρ­κω­μα (Slater A et al, 1976; Hehir ME et al, 1979) : Παρατηρείται σε 100πλάσια συ­χνό­τη­τα σε λή­πτες μο­σχευ­μά­των, ι­δί­ως σε α­συ­νή­θι­στες θέ­σεις, ό­πως στον εγ­κέ­φα­λο.
  • Καρ­κί­νω­μα φλοι­ού ε­πι­νε­φρι­δί­ων (Wallace EZ et al, 1979
  • Καρ­κί­νω­μα α­πό πλα­κώ­δες ε­πι­θή­λιο (Nachbar F et al, 1993; Bottomley WW et al, 1995)
  • Κε­ρα­το­α­κάν­θω­μα δέρ­μα­τος
  • Σάρ­κω­μα μα­λα­κών μο­ρί­ων (Csuka ME and Hanson GA, 1996) – Caposi (Halpern SM et al, 1997; Vandercam B et al, 1997
  • Καρ­κί­νος μα­στού (Krutchik AN et al, 1978a
  • Α­δε­νο­καρ­κί­νω­μα λε­πτού εν­τέ­ρου (Westaby S et al, 1977)
  • Καρ­κί­νω­μα προ­στά­τη, με­τά α­πό ταυ­τό­χρο­νη θε­ρα­πεί­α με κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη (Elliott GB et al, 1977
  • Καρ­κί­νω­μα ου­ρο­δό­χου κύ­στης (Scharf J et al, 1977
  • Η­πα­το­κυτ­τα­ρι­κό καρ­κί­νω­μα (Lee FL et al, 1983; Gruber S et al, 1987; Cattan S et al, 2000

8.2   ΛΕΥΧΑΙΜΙΑ  

  • Μυ­ε­λο­μο­νο­κυτ­τα­ρι­κή λευ­χαι­μί­α (Alexson E and Brandt KD, 1977; Vismans JJ et al, 1980) 
  • Ο­ξεί­α μυ­ε­λο­ει­δής λευ­χαι­μί­α, ε­νί­ο­τε σε συν­δυα­σμό με χρω­μο­σω­μι­κές α­νω­μα­λί­ες (Mok CC et al, 1995; Kwong YL et al, 1998
  • Ο­ξεί­α μυ­ε­λο­γε­νής λευ­χαι­μί­α, κυ­ρί­ως σε άρ­ρε­νες
  • Ο­ξεί­α λευ­χαι­μί­α, σε α­σθε­νείς με ΡΑ θε­ρα­πευ­ό­με­νους με α­ζα­θει­ο­πρί­νη σε συν­δυα­σμό με κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη ή μελ­φα­λά­νη (Seidenfeld AM et al, 1976).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι καρ­κι­νο­γό­νος στα ζώ­α και μπο­ρεί να αυ­ξή­σει τον κίν­δυ­νο α­νά­πτυ­ξης νε­ο­πλα­σμά­των στον άν­θρω­πο.  

Ο α­κρι­βής κίν­δυ­νος των νε­ο­πλα­σι­ών των συν­δε­ό­με­νων με την α­ζα­θει­ο­πρί­νη δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί, αν και υ­πάρ­χουν εν­δεί­ξεις ό­τι εί­ναι αυ­ξη­μέ­νος σε α­σθε­νείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα και, ι­δι­αί­τε­ρα, σε λή­πτες νε­φρι­κών μο­σχευ­μά­των.

9.   ΧΡΩΜΟΣΩΜΙΚΕΣ ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ 

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη συν­δέ­ε­ται με αυ­ξη­μέ­νη συ­χνό­τη­τα χρω­μο­σω­μι­κών α­νω­μα­λι­ών και αν­ταλ­λα­γή α­δελ­φών χρω­μα­τι­δών (Hunter T et al, 1975; Seidenfeld AM et al, 1976; DeWitte DB et al, 1984), άλ­λοι ό­μως δι­α­φω­νούν (Von Vormittag W, 1974).  

Η συ­σχέ­τι­ση των χρω­μο­σω­μι­κών α­νω­μα­λι­ών με την τε­ρα­το­γέ­νε­ση εί­ναι ά­γνω­στη. Πα­ρό­μοι­ες α­νω­μα­λί­ες μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν η φαι­νυ­λο­βου­τα­ζό­νη και άλ­λα φάρ­μα­κα (Hazleman BL, 1982), γι' αυ­τό και η ση­μα­σί­α τους αμ­φι­σβη­τεί­ται. 

10.   ΔΙΑΦΟΡΕΣ 

  • Αρ­νη­τι­κό ι­σο­ζύ­γιο α­ζώ­του (<1%) 
  • Πο­λυ­νευ­ρί­τι­δα (Farthing MJG, 1980
  • Νό­ση­μα πα­ρό­μοι­ο με γρί­πη, εκ­δη­λού­με­νο με πυ­ρε­τό, κα­κου­χί­α, γα­στρεν­τε­ρι­κές δι­α­τα­ρα­χές και η­πα­το­το­ξι­κό­τη­τα.
  • Πυ­ρε­τός, λευ­κο­κυτ­τά­ρω­ση και δερ­μα­τι­κή λευ­κο­κυτ­τα­ρο­κλα­στι­κή αγ­γει­ί­τι­δα : Ε­χουν α­να­φερ­θεί σε α­σθε­νείς με ΡΑ θε­ρα­πευ­ό­με­νους με με­θο­τρε­ξά­τη (Blanco R et al, 1996) και μπορεί να υποδύονται σο­βα­ρή λοι­μώ­δη ε­πι­πλο­κή σχε­τι­ζό­με­νη με τα α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά. 
  • Πα­νυ­πο­γαμ­μα­σφαι­ρι­ναι­μί­α (Epstein RJ et al, 1984

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΕ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ

Δεν έ­χει α­να­φερ­θεί.

ΥΠΕΡΔΟΣΟΛΟΓΙΑ

Εκ­δη­λώ­σεις :

  • Λευ­κο­πε­νί­α (Carney DM et al, 1974
  • Υ­πο­πλα­σί­α του μυ­ε­λού, αι­μορ­ρα­γί­α, λοι­μώ­ξεις και θά­να­τος, με­τά α­πό την χο­ρή­γη­ση μα­ζι­κών δό­σε­ων α­ζα­θει­ο­πρί­νης.
  • Ναυ­τί­α, έ­με­τοι, δι­άρ­ροι­α και ή­πι­ες δι­α­τα­ρα­χές της η­πα­τι­κές λει­τουρ­γί­ας, με­τά α­πό την λή­ψη 7.5 gr α­ζα­θει­ο­πρί­νης α­πό έ­ναν α­σθε­νή με μεταμόσχευση νεφρού. Τα λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια, η SGOT και η χο­λε­ρυ­θρί­νη ε­πέ­στρε­ψαν σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά ό­ρια με­τά α­πό 6 η­μέ­ρες.

Σε πον­τι­κούς και α­ρου­ραί­ους, η LD50 ε­φά­παξ δό­σε­ων α­ζα­θει­ο­πρί­νης εί­ναι 2500 mg/kg και 400 mg/kg,  αν­τί­στοι­χα.

Θε­ρα­πεί­α : Δεν υ­πάρ­χει ει­δι­κή θε­ρα­πεί­α. Η κα­τα­στο­λή του μυ­ε­λού αν­τι­με­τω­πί­ζε­ται με με­ταγ­γί­σεις αί­μα­τος και αι­μο­πε­τα­λί­ων και αν­τι­βί­ω­ση. 

ΚΥΗΣΗ

Στα ζώ­α :

  • Α­πορ­ρό­φη­ση του εμ­βρύ­ου, σε πον­τι­κούς, ε­άν η αζαθειοπρίνη χο­ρη­γη­θεί ε­φά­παξ την 12η-14η η­μέ­ρα της κύ­η­σης (Con­non AF, 1969
  • Εμ­βρυ­ο­το­ξι­κή δρά­ση, σε δό­σεις 20 mg/kg. Σε μι­κρό­τε­ρες δό­σεις (2-4 mg/kg), δεν δι­α­τα­ράσ­σει την εμ­φύ­τευ­ση και α­νά­πτυ­ξη του εμ­βρύ­ου (Gross A et al, 1977)
  • Ε­λάτ­τω­ση της μά­ζας του θύ­μου α­δέ­να (Rosenkrantz JG et al, 1967), χρω­μο­σω­μι­κές α­νω­μα­λί­ες και τε­ρα­το­γέ­νε­ση (Zeuthen E and Friedrich U, 1971), σε εγ­κύ­ους πον­τι­κούς. 
  • Σκε­λε­τι­κές α­νω­μα­λί­ες και α­να­στο­λή της α­νά­πτυ­ξης του εμ­βρύ­ου, σε τρω­κτι­κά (Scott JR, 1977), και πολ­λα­πλές α­νω­μα­λί­ες, στα έμ­βρυ­α κου­νε­λι­ών (Tuchmann-Duplessis H and Mercier-Parot I, 1966)
  • Σχι­σμές της υ­πε­ρώ­ας (Burdett DN et al, 1988), αυ­ξη­μέ­νη εμ­βρυ­ϊ­κή α­πώ­λεια και μεί­ω­ση των ω­ο­κυτ­τά­ρων, δι­ά­τα­ση των εγ­κε­φα­λι­κών κοι­λι­ών και υ­δρο­κε­φα­λί­α (Arakawa T et al, 1967), σε τρω­κτι­κά που ε­κτέ­θη­καν στην 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη, in utero.

Στον άν­θρω­πο : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη δι­έρ­χε­ται τα­χέ­ως τον πλα­κούν­τα και α­νι­χνεύ­ε­ται σε ε­λά­χι­στα πο­σά στο αί­μα του εμ­βρύ­ου, κυ­ρί­ως με την μορ­φή της 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νης. Το ή­παρ του εμ­βρύ­ου στε­ρεί­ται του εν­ζύ­μου inosinate pyrophosphorylase, το οποίο με­τα­τρέ­πει την α­ζα­θει­ο­πρί­νη στους ε­νερ­γούς της με­τα­βο­λί­τες. Η α­νε­πάρ­κεια του εν­ζύ­μου αυ­τού στο έμ­βρυ­ο θε­ω­ρη­τι­κά προ­στα­τεύ­ει το κύ­η­μα α­πό ο­ποι­α­δή­πο­τε το­ξι­κή δρά­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης στα αρ­χι­κά στά­δια της κύ­η­σης.

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι σχε­τι­κά α­σφα­λής στη διά­ρκεια της κύ­η­σης ό­ταν χρη­σι­μο­ποι­εί­ται για την δι­α­τή­ρη­ση του νε­φρι­κού αλ­λο­μο­σχεύ­μα­τος (Rudolph JE et al, 1979) ή σε ασθενείς με ε­νερ­γό ΣΕΛ (Felson DT and Anderson J, 1984). Το 40% των γυ­ναι­κών με με­τα­μό­σχευ­ση νε­φρού που θε­ρα­πεύ­ον­ταν με α­ζα­θει­ο­πρί­νη σε συν­δυα­σμό με κορ­τι­κο­ει­δή στη διά­ρκεια της κύ­η­σης γέν­νη­σαν παι­διά με εν­δο­μή­τρια α­να­στο­λή της α­νά­πτυ­ξης, σε σύγ­κρι­ση με 8% στις μάρ­τυ­ρες (Davison JM and Lindheimer MD, 1982; Marushak A et al, 1986). Η α­να­στο­λή της α­νά­πτυ­ξης των εμ­βρύ­ων αυ­τών δεν εί­ναι γνω­στό κα­τά πό­σον ο­φεί­λε­ται στα φάρ­μα­κα ή στην υ­πο­κεί­με­νη νό­σο της μη­τέ­ρας.

Πάν­τως, έ­χουν γεν­νη­θεί φυ­σι­ο­λο­γι­κά παι­διά α­πό γυ­ναί­κες που θε­ρα­πεύ­ον­ταν με α­ζα­θει­ο­πρί­νη στο πρώ­το 3μηνο ή και σ΄ό­λη την διά­ρκεια της κύ­η­σης (Penn I et al, 1971; Sharon E et al, 1974; Schein PS and Winokur ST, 1975; Haugen G et al, 1994). 

ΕΜΒΡΥΙΚΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΖΑΘΕΙΟΠΡΙΝΗΣ ΣΤΗ ΔΙΑΡ­ΚΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΗΣΗΣ

  • Κα­τα­στο­λή του μυ­ε­λού (Lower GD et al, 1971
  • Α­νε­πάρ­κεια των ε­πι­νε­φρι­δί­ων (Penn I et al, 1971
  • Παγ­κυτ­τα­ρο­πε­νί­α και σο­βα­ρή συν­δυ­α­σμέ­νη α­νο­σο­α­νε­πάρ­κεια, σ΄έ­να πρό­ω­ρο βρέ­φος που ε­κτέ­θη­κε σε 125 mg α­ζα­θει­ο­πρί­νης και 12.5 mg πρεδ­νι­ζό­νης η­με­ρη­σί­ως σ΄ό­λη την διά­ρκεια της κύ­η­σης. Το βρέ­φος αυ­τό πέ­θα­νε με­τά α­πό 28 η­μέ­ρες α­πό μη α­να­στρέ­ψι­μη υ­πο­πλα­σί­α του λεμ­φι­κού ι­στού και του μυ­ε­λού των ο­στών.
  • Α­νε­πάρ­κεια IgA, σε μί­α γυ­ναί­κα με ΣΕΛ και το παι­δί της
  • Λεμ­φο­πε­νί­α, ε­λάτ­τω­ση της ε­πι­βί­ω­σης των λεμ­φο­κυτ­τά­ρων στις καλ­λι­έρ­γει­ες, ε­λάτ­τω­ση της α­κτι­νο­λο­γι­κής σκιάς του θύ­μου α­δέ­να, α­νε­πάρ­κεια IgM και χα­μη­λές συγ­κεν­τρώ­σεις IgG στον ο­ρό και λοί­μω­ξη α­πό κυτ­τα­ρο­με­γα­λο­ϊ­ό (Cote CJ et al, 1974), σ΄ έ­να βρέ­φος που ε­κτέ­θη­κε σε 150 mg α­ζα­θει­ο­πρί­νης και 30 mg πρεδ­νι­ζό­νης η­με­ρη­σί­ως σ΄ό­λη την διά­ρκεια της κύ­η­σης. Οι α­νω­μα­λί­ες αυ­τές α­πο­κα­τα­στά­θη­καν πε­ρί την 10η ε­βδο­μά­δα της η­λι­κί­ας.
  • Μι­κρό σω­μα­τι­κό βά­ρος στη γέν­νη­ση, α­πο­βο­λές, πρό­ω­ρος το­κε­τός ή νε­ο­γνι­κός θά­να­τος, έ­κτο­ποι ου­ρη­τή­ρες, εν­δο­μή­τρια α­να­στο­λή της α­νά­πτυ­ξης, ί­κτε­ρος, σύν­δρο­μο α­να­πνευ­στι­κής α­νε­πάρ­κειας, εισ­ρό­φη­ση μη­κω­νί­ου (Powell D, 1969; Caplan RM et al, 1970; Merkatz IR et al, 1971; Lower GD et al, 1971)  
  • Μι­κρο­κε­φα­λί­α, υ­πο­πλα­σί­α πέ­ους, α­συ­νή­θι­στο προ­σω­πεί­ο, α­να­στο­λή α­νά­πτυ­ξης, με­τα­τό­πι­ση με­τα­ξύ των χρω­μο­σω­μά­των 6 και 14 και με­ρι­κή έλ­λει­ψη του χρω­μο­σώ­μα­τος 7 (Ostrer H et al, 1984)
  • Μυ­ε­λο­μη­νιγ­γο­κή­λη α­νώ­τε­ρης ο­σφυ­ϊ­κής πε­ρι­ο­χής, αμ­φο­τε­ρό­πλευ­ρη πα­ρε­κτό­πι­ση των ι­σχί­ων και ραι­βο­ϊπ­πο­πο­δί­α, σ΄έ­να βρέ­φος που ο πα­τέ­ρας του έ­παιρ­νε μα­κρο­χρό­νια α­ζα­θει­ο­πρί­νη (Tallent ΜΒ et al, 1970)
  • Κρα­νι­ο­συ­νό­στω­ση, υ­πο­πλα­σί­α του με­τω­πια­ίου λο­βού και δι­όγ­κω­ση των κοι­λι­ών του εγ­κε­φά­λου (Ar­menti VT et al, 1994)  
  • Προ­α­ξο­νι­κή πο­λυ­δα­κτυ­λί­α, σ΄έ­να βρέ­φος που η μη­τέ­ρα του έ­παιρ­νε 200 mg α­ζα­θει­ο­πρί­νης η­με­ρη­σί­ως και 20 mg πρεδ­νι­ζό­νης κά­θε 2η η­μέ­ρα στη διά­ρκεια της κύ­η­σης (Williamson RA and Karp LE, 1981)
  • Αμ­φο­τε­ρό­πλευ­ρη ραι­βο­ϊπ­πο­πο­δί­α
  • Στέ­νω­ση πνευ­μο­νι­κής βαλ­βί­δας
  • Υ­πο­θυ­ρε­ο­ει­δι­σμός και με­σο­κολ­πι­κή ε­πι­κοι­νω­νί­α (Burleson RL et al, 1983)
  • Ή­πια πα­λιν­δρό­μη­ση μι­τρο­ει­δούς
  • Υ­πο­σπα­δί­ας (Ogburn PLJ et al, 1986)
  • Πλα­γι­ο­κε­φα­λί­α με νευ­ρο­λο­γι­κή βλά­βη
  • Αι­μαγ­γεί­ω­μα με­τώ­που και εγ­κε­φα­λι­κή αι­μορ­ρα­γί­α σε δί­δυ­μα, τα ο­ποί­α α­πε­βί­ω­σαν σε η­λι­κί­α 2 ε­τών
  • Χρω­μο­σω­μι­κές α­νω­μα­λί­ες, σε 3 βρέ­φη που ε­κτέ­θη­καν στην α­ζα­θει­ο­πρί­νη, in utero. Η συ­σχέ­τι­ση και η κλι­νι­κή ση­μα­σί­α των ευ­ρη­μά­των αυ­τών είναι άγνωστη (Leb DE et al, 1971)
  • Λοι­μώ­ξεις α­πό κυτ­τα­ρο­με­γα­λο­ϊ­ό, σε βρέ­φη που οι μη­τέ­ρες τους έ­παιρ­ναν α­ζα­θει­ο­πρί­νη στη διά­ρκεια της κύ­η­σης (Cote CJ et al, 1974; Roubenoff R et al, 1988)
  • Υπερωϊοσχιστία, μι­κρο­φθαλ­μί­α, υ­πο­πλα­σί­α των ω­ο­θη­κών και του θυ­ρε­ο­ει­δούς, θο­λε­ρό­τη­τες σκλη­ρού, κυτ­τα­ρο­με­γα­λί­α και εν­δο­μή­τρια α­να­στο­λή της α­νά­πτυ­ξης, σ΄έ­να βρέ­φος που ε­κτέ­θη­κε στην 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη και την βου­σουλ­φά­νη στη διά­ρκεια της κύ­η­σης.

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ :

  • Οι γυ­ναί­κες α­να­πα­ρα­γω­γι­κής η­λι­κί­ας πρέ­πει να α­πο­φεύ­γουν την κύ­η­ση στη διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με α­ζα­θει­ο­πρί­νη.
  • Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη, σύμ­φω­να με τις υ­πο­δεί­ξεις της κα­τα­σκευά­στριας Ε­ται­ρεί­ας, πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται σε έγ­κυ­ες γυ­ναί­κες με ΡΑ. Με­ρι­κοί κλι­νι­κοί για­τροί υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­τι, ε­πει­δή έ­χει δυ­νη­τι­κή καρ­κι­νο­γό­νο δρά­ση και ά­γνω­στες μα­κρο­πρό­θε­σμες κα­τα­σταλ­τι­κές δρά­σεις στο α­νο­σο­λο­γι­κό σύ­στη­μα του εμ­βρύ­ου, μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί στη διά­ρκεια της κύ­η­σης μό­νο σε γυ­ναί­κες με α­πει­λη­τι­κή για την ζω­ή ΡΑ. Ε­άν χο­ρη­γη­θεί στη διά­ρκεια της κύ­η­σης ή ε­άν η α­σθε­νής συλ­λά­βει στη διά­ρκεια της θε­ρα­πεί­ας με α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέ­πει να ε­νη­με­ρώ­νε­ται για τον δυ­νη­τι­κό κίν­δυ­νο για το έμ­βρυ­ο.
  • Η λευ­κο­πε­νί­α και η θρομ­βο­πε­νί­α που συ­νο­δεύ­ουν την α­ζα­θει­ο­πρί­νη στη διά­ρκεια της κύ­η­σης μπο­ρεί να προ­λη­φθούν με μεί­ω­ση της δό­σης του φαρ­μά­κου την 32η ε­βδο­μά­δα της κύ­η­σης.
  • Τα νε­ο­γνά που γεν­νή­θη­καν α­πό γυ­ναί­κες που έ­παιρ­ναν α­ζα­θει­ο­πρί­νη σ΄ό­λη την διά­ρκεια της κύ­η­σης πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται πο­λύν και­ρό με­τά την γέν­νη­ση
  • Σε γυ­ναί­κες με με­τα­μό­σχευ­ση νε­φρού θε­ρα­πευ­ό­με­νες με α­ζα­θει­ο­πρί­νη σε συν­δυα­σμό με κορ­τι­κο­ει­δή στη διά­ρκεια της κύ­η­σης, η α­νά­πτυ­ξη του εμ­βρύ­ου και η υ­πο­κεί­με­νη νό­σος της μη­τέ­ρας πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν­ται με προ­σο­χή

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : Σε λή­πτες μο­σχευ­μά­των ή α­σθε­νείς με ΣΕΛ, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι κα­λά α­νε­κτή στη διά­ρκεια της κύ­η­σης. Οι με­γα­λύ­τε­ροι κίν­δυ­νοι για το νε­ο­γνό εί­ναι η πρό­ω­ρη γέν­νη­ση και το μι­κρό σω­μα­τι­κό βά­ρος. Α­κό­μα, έ­χουν γεν­νη­θεί παι­διά με α­νε­πάρ­κεια των α­νο­σο­σφαι­ρι­νών ή χρω­μο­σω­μι­κές και συγ­γε­νείς α­νω­μα­λί­ες α­πό γυ­ναί­κες που έ­παιρ­ναν α­ζα­θει­ο­πρί­νη στη διά­ρκεια της κύ­η­σης, αλ­λά δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί κα­τά πό­σον οι ε­πι­πλο­κές αυ­τές εί­ναι συ­χνό­τε­ρες α­πό τις πα­ρα­τη­ρού­με­νες σε υ­γι­είς γυ­ναί­κες ή σχε­τί­ζον­ταν ά­με­σα με το φάρ­μα­κο.

Για τους λό­γους αυ­τούς η α­ζα­θει­ο­πρί­νη μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί στη διά­ρκεια της κύ­η­σης μό­νο σε πε­ρι­πτώ­σεις που η α­νο­σο­κα­τα­στο­λή εί­ναι ε­πι­βε­βλη­μέ­νη (π. χ. με­τα­μό­σχευ­ση ορ­γά­νων, σο­βα­ρά αυ­το­ά­νο­σα νο­σή­μα­τα). 

ΓΑΛΟΥΧΙΑ

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη α­πεκ­κρί­νε­ται σε ε­λά­χι­στες μό­νο πο­σό­τη­τες στο μη­τρι­κό γά­λα, ε­νώ η 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη έ­χει α­πο­μο­νω­θεί στο γά­λα των μα­στών γυ­ναι­κών θε­ρα­πευ­ό­με­νων με α­ζα­θει­ο­πρί­νη (Coulam CB et al, 1982; Grekas DM et al, 1984). Πάν­τως, οι υ­πο­θε­τι­κές βλα­πτι­κές δρά­σεις της στο νε­ο­γνό (κα­τα­στο­λή α­νο­σί­ας και α­νά­πτυ­ξης, καρ­κι­νο­γέ­νε­ση) εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρες α­πό το ό­φε­λος του θη­λα­σμού, γι' αυ­τό και η α­ζα­θει­ο­πρί­νη συ­νι­στά­ται να α­πο­φεύ­γε­ται στη διά­ρκεια της γα­λου­χί­ας. Πα­ρό­μοι­α, η 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νη εί­ναι τε­ρα­το­γό­νος στα ζώ­α και πρέ­πει να α­πο­φεύ­γε­ται στη διά­ρκεια και της κύ­η­σης και της γα­λου­χί­ας.

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ - ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Νε­ο­γνά-παι­διά : Η α­σφά­λεια και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της α­ζα­θει­ο­πρί­νης στα παι­διά δεν έ­χει προσ­δι­ο­ρι­σθεί.

Η­λι­κι­ω­μέ­νοι : Δεν υ­πάρ­χουν ι­δι­αί­τε­ρες ο­δη­γί­ες για την χρή­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης στους η­λι­κι­ω­μέ­νους.

Κύ­η­ση : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη δεν πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται στη διά­ρκεια της κύ­η­σης, ε­κτός ε­άν το δυ­νη­τι­κό της ό­φε­λος υ­περ­βαί­νει τους πι­θα­νούς κιν­δύ­νους για το έμ­βρυ­ο.

Γα­λου­χί­α : Λό­γω της δυ­νη­τι­κής καρ­κι­νο­γό­νου δρά­σης της α­ζα­θει­ο­πρί­νης, πρέ­πει να α­πο­φα­σί­ζε­ται κα­τά πό­σον θα δι­α­κο­πεί η γα­λου­χί­α ή το φάρ­μα­κο, λαμ­βά­νον­τας υ­πό­ψη την ση­μα­σί­α του φαρ­μά­κου για την μη­τέ­ρα.

Νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια : Σε α­σθε­νείς με νε­φρι­κή α­νε­πάρ­κεια, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται σε μι­κρό­τε­ρες δό­σεις, δε­δο­μέ­νου ό­τι, ό­πως και οι με­τα­βο­λί­τες της, πι­θα­νώς α­πο­βάλ­λε­ται βρα­δύ­τε­ρα και έ­χει με­γα­λύ­τε­ρη α­θροι­στι­κή δρά­ση.

Πα­ρό­μοι­α, σε λή­πτες πτω­μα­τι­κών νε­φρών, ε­πει­δή συ­χνά α­να­πτύσ­σε­ται σω­λη­να­ρια­κή νέ­κρω­ση και η νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α κα­θυ­στε­ρεί να α­πο­κα­τα­στα­θεί, η κά­θαρ­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης και της 6-μερ­κα­πτο­που­ρί­νης μπο­ρεί να ε­ξα­σθε­νή­σει, γι΄αυ­τό και η δό­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης πρέ­πει να μει­ώ­νε­ται α­νά­λο­γα.

Αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει γα­στρεν­τε­ρι­κές αν­τι­δρά­σεις υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­ας, χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νες α­πό έν­το­νη ναυ­τί­α και ε­μέ­τους συ­νο­δευ­ό­με­νες α­πό δι­άρ­ροι­α, πυ­ρε­τό, κα­κου­χί­α, μυ­αλ­γί­ες, τραν­σα­μι­να­σαι­μί­α και πε­ρι­στα­σια­κά υ­πό­τα­ση. Οι εκ­δη­λώ­σεις αυ­τές εμ­φα­νί­ζον­ται συ­χνό­τε­ρα μέ­σα στις πρώ­τες ε­βδο­μά­δες της θε­ρα­πεί­ας και α­να­στρέ­φον­ται με την δι­α­κο­πή του φαρ­μά­κου.

Η­πα­τι­κά νο­σή­μα­τα : Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέ­πει να χο­ρη­γεί­ται με προ­σο­χή σε α­σθε­νείς με προ­ϋ­πάρ­χου­σα η­πα­τι­κή δυσ­λει­τουρ­γί­α. Γε­νι­κά, σε α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους μα­κρο­χρό­νια με α­ζα­θει­ο­πρί­νη, η η­πα­τι­κή λει­τουρ­γί­α πρέ­πει να ε­λέγ­χε­ται πε­ρι­ο­δι­κά με ερ­γα­στη­ρια­κές ε­ξε­τά­σεις για να δι­α­πι­στω­θεί έγ­και­ρα κά­θε ε­πι­κεί­με­νη εκ­δή­λω­ση η­πα­το­το­ξι­κό­τη­τας. Ε­άν εμ­φα­νι­σθεί ί­κτε­ρος, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται. Πα­ρό­μοι­α, ε­άν υ­πάρ­χει κλι­νι­κή υ­πο­ψί­α φλε­βο-α­πο­φρα­κτι­κής η­πα­τι­κής νό­σου, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται ά­με­σα και ο­ρι­στι­κά και να ε­φαρ­μό­ζον­ται τα κα­τάλ­λη­λα δι­α­γνω­στι­κά και θε­ρα­πευ­τι­κά μέ­τρα.

Αλ­κυ­λι­ω­τι­κοί πα­ρά­γον­τες : Οι α­σθε­νείς με ΡΑ που έ­χουν προ­η­γου­μέ­νως θε­ρα­πευ­θεί με αλ­κυ­λι­ωτ­κούς πα­ρά­γον­τες (π.χ. κυ­κλο­φω­σφα­μί­δη, χλω­ραμ­βου­κί­λη, μελ­φα­λά­νη) μπο­ρεί να δι­α­τρέ­χουν σο­βα­ρό κίν­δυ­νο α­νά­πτυ­ξης νε­ο­πλα­σι­ών ε­άν θε­ρα­πευ­θούν με α­ζα­θει­ο­πρί­νη.

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

  • Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι το­ξι­κό φάρ­μα­κο και πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μό­νο κά­τω α­πό στε­νή ι­α­τρι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση. Η το­ξι­κό­τη­τά της μπο­ρεί να αυ­ξη­θεί ό­ταν συγ­χο­ρη­γεί­ται με άλ­λα α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κά.
  • Οι λοι­μώ­ξεις, ε­νί­ο­τε θα­να­τη­φό­ρες, εί­ναι συ­χνές ε­πι­πλο­κές των ανοσοκατασταλτικών. Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέ­πει να προ­ει­δο­ποι­ούν­ται για τον κίν­δυ­νο λοι­μώ­ξε­ων που δι­α­τρέ­χουν και να α­να­φέ­ρουν κά­θε ση­μεί­ο ή σύμ­πτω­μα λοί­μω­ξης στον για­τρό τους. Ε­άν εμ­φα­νί­σουν λοί­μω­ξη, η δό­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης πρέ­πει να μει­ώ­νε­ται και να ε­φαρ­μό­ζε­ται η κα­τάλ­λη­λη θε­ρα­πευ­τι­κή α­γω­γή.
  • Οι α­σθε­νείς που παίρ­νουν α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θούν την κα­τά­στα­ση του αι­μο­ποι­η­τι­κού τους συ­στή­μα­τος με πε­ρι­ο­δι­κές ε­ξε­τά­σεις αί­μα­τος και να α­να­φέ­ρουν κά­θε α­συ­νή­θι­στη αι­μορ­ρα­γί­α ή μώ­λω­πες στο για­τρό τους.
  • Οι α­σθε­νείς που θε­ρα­πεύ­ον­ται με α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέ­πει να παίρ­νουν προ­σε­κτι­κές δο­σο­λο­γι­κές ο­δη­γί­ες, ι­δι­αί­τε­ρα ε­άν έ­χουν ε­ξα­σθε­νη­μέ­νη νε­φρι­κή λει­τουρ­γί­α ή παίρ­νουν ταυ­τό­χρο­να αλ­λο­που­ρι­νό­λη
  • Ε­πει­δή η δρά­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης μπο­ρεί να συ­νε­χι­σθεί αρ­κε­τές η­μέ­ρες με­τά την τε­λευ­ταί­α δό­ση της, για να α­πο­φευ­χθεί μη α­να­στρέ­ψι­μη βλά­βη του μυ­ε­λού η δό­ση του φαρ­μά­κου πρέ­πει να μει­ώ­νε­ται ή να δι­α­κό­πτε­ται η θε­ρα­πεί­α με το πρώ­το ση­μεί­ο μυ­ε­λι­κής κα­τα­στο­λής, μέ­χρις ό­του ο α­ριθ­μός των κυτ­τά­ρων στα­θε­ρο­ποι­η­θεί. Η λευ­κο­πε­νί­α η συν­δε­ό­με­νη με την α­ζα­θει­ο­πρί­νη δεν σχε­τί­ζε­ται με την θε­ρα­πευ­τι­κή δρά­ση του φαρ­μά­κου, γι΄αυ­τό και η δό­ση του δεν πρέ­πει να αυ­ξά­νε­ται με σκο­πό την ε­λάτ­τω­ση του α­ριθ­μού των λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων.
  • Ε­πί­μο­νο αρ­νη­τι­κό ι­σο­ζύ­γιο α­ζώ­του ή/και μυι­κή α­τρο­φί­α έ­χουν α­να­φερ­θεί σε με­ρι­κούς α­σθε­νείς θε­ρα­πευ­ό­με­νους μα­κρο­χρό­νια με α­ζα­θει­ο­πρί­νη και κορ­τι­κο­ει­δή. Ε­άν οι ε­πι­πλο­κές αυ­τές εμ­φα­νι­σθούν, η δό­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης πρέ­πει να μει­ώ­νε­ται.
  • Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη αν­τεν­δεί­κνυ­ται σε α­σθε­νείς με υ­πε­ρευ­αι­σθη­σί­α στο φάρ­μα­κο.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕ ΑΖΑΘΕΙΟΠΡΙΝΗ

Πλή­ρης ερ­γα­στη­ρια­κός έ­λεγ­χος (γε­νι­κή αί­μα­τος - ού­ρων, μέ­τρη­ση λευ­κών αι­μο­σφαι­ρί­ων και αι­μο­πε­τα­λί­ων, αλ­κα­λι­κή φω­σφα­τά­ση, γGT, χο­λε­ρυ­θρί­νη, τραν­σα­μι­νά­σες ο­ρού, ου­ρί­α- κρε­α­τι­νί­νη)

  • Κά­θε ε­βδο­μά­δα, στη διά­ρκεια του 1ου μή­να της θε­ρα­πεί­ας
  • Κά­θε 2 ε­βδο­μά­δες, τους ε­πό­με­νους 2-3 μή­νες
  • Με­τά, κά­θε μή­να ή συ­χνό­τε­ρα, ε­άν γί­νουν τρο­πο­ποι­ή­σεις στη δό­ση ή την θε­ρα­πεί­α 
  • Δι­α­κο­πή της θε­ρα­πεί­ας, ε­άν τα λευ­κά αι­μο­σφαί­ρια μει­ω­θούν <2.000/ml3 ή τα ου­δε­τε­ρό­φι­λα, <1.000/ml3. Μι­κρό­τε­ρη πτώ­ση εί­ναι έν­δει­ξη για συ­χνό­τε­ρες ε­ξε­τά­σεις αί­μα­τος και μεί­ω­ση της δό­σης του φαρ­μά­κου.

ΔΟΣΕΙΣ-ΔΟΣΟΛΟΓΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ

Νεφρική ομοιομεταμόσχευση

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη χρη­σι­μο­ποι­εί­ται σαν ε­ναλ­λα­κτι­κό φάρ­μα­κο για την πρό­λη­ψη της α­πόρ­ρι­ψης νε­φρι­κών μο­σχευ­μά­των, συ­νή­θως σε συν­δυα­σμό με άλ­λες α­νο­σο­κα­τα­σταλ­τι­κές θε­ρα­πεί­ες (το­πι­κή α­κτι­νο­θε­ρα­πεί­α, κορ­τι­κο­ει­δή και άλ­λους κυτ­τα­ρο­στα­τι­κούς πα­ρά­γον­τες).

Θεραπευτικό σχήμα : 3-5 mg/kg/24ωρο ε­φά­παξ την η­μέ­ρα της με­τα­μό­σχευ­σης ή, ε­νί­ο­τε, 1-3 η­μέ­ρες πριν α­πό την με­τα­μό­σχευ­ση. Με­τά την με­τα­μό­σχευ­ση, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί ενδοφλεβίως μέ­χρις ό­του γί­νει κα­λά α­νε­κτή per os (συ­νή­θως με­τά α­πό 1-4 η­μέ­ρες). Στη συ­νέ­χεια, μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά σε ε­πί­πε­δα συν­τή­ρη­σης (1-3 mg /kg/24ωρο).

Σε σχε­τι­κά ο­λι­γου­ρι­κούς α­σθε­νείς, ι­δι­αί­τε­ρα με σω­λη­να­ρια­κή νέ­κρω­ση α­μέ­σως με­τά την με­τα­μό­σχευ­ση, η κά­θαρ­ση της α­ζα­θει­ο­πρί­νης και των με­τα­βο­λι­τών της ε­πι­βρα­δύ­νε­ται, γι΄αυ­τό και η α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέπει να χο­ρη­γεί­ται σε μι­κρό­τε­ρες δό­σεις.

Ρευματοειδής αρθρίτιδα

Θεραπευτικό σχήμα : 1.0 mg/kg/24ωρο (50-100 mg) σε 1-2 δό­σεις. Η δό­ση αυ­τή αυ­ξά­νε­ται κα­τά 0.5 mg/kg/24ωρο (μέ­χρι την μέ­γι­στη δό­ση 2.5 mg/kg/24ωρο) με­τά α­πό 6-8 ε­βδο­μά­δες και στη συ­νέ­χεια κά­θε 4 ε­βδο­μά­δες, ε­άν η αν­τα­πό­κρι­ση εί­ναι α­νε­παρ­κής ή δεν εμ­φα­νι­σθούν σο­βα­ρές ε­πι­πλο­κές.

Ε­άν προ­κύ­ψει ι­κα­νο­ποι­η­τι­κή βελ­τί­ω­ση, η δό­ση μει­ώ­νε­ται κα­τά 0.5 mg/24ωρο ή 25 mg κά­θε 4 ε­βδο­μά­δες μέ­χρι το χα­μη­λό­τε­ρο δυ­να­τόν α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό ύ­ψος. Ε­άν η α­ζα­θει­ο­πρί­νη δι­α­κο­πεί λό­γω λευ­κο­πε­νί­ας, μπο­ρεί να ε­πα­να­χο­ρη­γη­θεί, αλ­λά σε μι­κρό­τε­ρη δό­ση, με­τά την α­πο­κα­τά­στα­ση της λει­τουρ­γί­ας του μυ­ε­λού. 

Αλλα, εξίσου αποτελεσματικά, θεραπευτικά σχήματα :

  • 2.6 mg/kg/24ωρο Χ 5 η­μέ­ρες/ε­βδ. (De Silva M and Hazleman BL, 1981
  • 300 mg 3 φορές εβδομαδιαίως (π.χ. κά­θε Δευ­τέ­ρα, Τε­τάρ­τη και Πα­ρα­σκευ­ή (Cseuz R et al, 1992)

Διάρκεια θεραπείας : Η θε­ρα­πευ­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση στην α­ζα­θει­ο­πρί­νη εμ­φα­νί­ζε­ται συ­νή­θως με­τά α­πό 6-8 ε­βδο­μά­δες. Ε­άν, με­τά α­πό 3-4 μή­νες συ­νε­χούς θε­ρα­πεί­ας στη μέ­γι­στη δό­ση, δεν υ­πάρ­ξει βελ­τί­ω­ση, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέ­πει να δι­α­κό­πτε­ται ο­ρι­στι­κά. Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη μπο­ρεί να χο­ρη­γη­θεί μα­κρο­χρό­νια σε α­σθε­νείς με ι­κα­νο­ποι­η­τι­κή κλι­νι­κή αν­τα­πό­κρι­ση, αλ­λά σε προ­ο­δευ­τι­κά μει­ού­με­νη δό­ση για να πε­ρι­ο­ρι­σθούν οι επιπλοκές της.

Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος

Θεραπευτικό σχήμα : 1.0-4.0 mg/kg/24ωρο (Austin HA III, 1986)  

Διάρκεια θεραπείας : Γε­νι­κά, η α­ζα­θει­ο­πρί­νη δρα με­τά α­πό 6-12 μή­νες. Με­τά τον έ­λεγ­χο της νό­σου και την μεί­ω­ση των κορ­τι­κο­ει­δών στη χα­μη­λό­τε­ρη δυ­να­τή α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή δό­ση, πρέ­πει να μει­ώ­νε­ται προ­ο­δευ­τι­κά και να δι­α­κό­πτε­ται, εφ΄ό­σον η νό­σος ε­λέγ­χε­ται ι­κα­νο­ποι­η­τι­κά ε­πί 1 ή πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νια. 

ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ

Εμ­πο­ρι­κή ο­νο­μα­σί­α

     Μορ­φές-πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τες

        Κα­τα­σκευα­στής

Azathioprine

Tabl. 100 x 50 mg

ΝΤΕΤΣΑΒΕΣ ΓΣ &ΣΙΑ ΕΕ

Imuran

Tabl. f c 25 x 50 mg

GLAXO-WELLCOME AEBE

 

Inj. 1 x 50 mg

 

ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ

Δι­σκί­α : Πε­ρι­έ­χουν 50 mg α­ζα­θει­ο­πρί­νης, λα­κτό­ζη, στε­α­ρι­κό μα­γνή­σιο και στε­α­ρι­κό ο­ξύ, ά­μυ­λο πα­τά­τας και πο­βι­κό­νη.

Ε­νέ­σι­μη α­ζα­θει­ο­πρί­νη : Κυ­κλο­φο­ρεί σε φι­α­λί­δια των 100 mg. Κά­θε φι­α­λί­διο πε­ρι­έ­χει 100 mg α­ζα­θει­ο­πρί­νης, σαν να­τρι­ού­χο ά­λας, στεί­ρο λυ­ο­φι­λο­ποι­η­μέ­νο υ­λι­κό και υ­δρο­ξεί­διο του να­τρί­ου για την τρο­πο­ποί­η­ση του pH.

Το δι­ά­λυ­μα της α­ζα­θει­ο­πρί­νης εί­ναι στα­θε­ρό σε ου­δέ­τε­ρο ή ό­ξι­νο pH, αλ­λά, σε αλ­κα­λι­κό pH, ό­πως και με την πα­ρου­σί­α σουλ­φυ­δρυλ-συ­στα­τι­κών (κυ­στεΐνη, γλου­τα­θει­ό­νη, θει­ώ­δες υ­δρο­γό­νο), υ­δρο­λύ­ε­ται σε μερ­κα­πτο­που­ρί­νη. Με­τά α­πό α­να­σύ­στα­ση της ε­νέ­σι­μης α­ζα­θει­ο­πρί­νης σε συγ­κεν­τρώ­σεις 10 mg/ml, το δι­ά­λυ­μα δι­α­τη­ρεί­ται στα­θε­ρό ε­πί 2 πε­ρί­που ε­βδο­μά­δες σε θερ­μο­κρα­σί­α δω­μα­τί­ου. Πάν­τως, το α­να­συ­στα­θέν δι­ά­λυ­μα δεν πε­ρι­έ­χει συν­τη­ρη­τι­κά, γι΄αυ­τό και συ­νι­στά­ται να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται μέ­σα σε 24 ώ­ρες με­τά την α­να­σύ­στα­ση.

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΥΛΑΞΗ ΤΩΝ ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΩΝ

Τα δι­σκί­α και η ε­νέ­σι­μη α­ζα­θει­ο­πρί­νη πρέ­πει να προ­φυ­λάσ­σον­ται α­πό το η­λια­κό φως και να δι­α­τη­ρούν­ται κα­λά κλει­σμέ­να στη συ­σκευ­α­σί­α τους σε θερ­μο­κρα­σί­α <40ο C, προ­τι­μό­τε­ρο 15-30ο C.

ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΑΖΑΘΕΙΟΠΡΙΝΗΣ

Η α­ζα­θει­ο­πρί­νη εί­ναι χρή­σι­μο φάρ­μα­κο για την πρό­λη­ψη της α­πόρ­ρι­ψης με­τα­μo­σχευ­μέ­νων ορ­γά­νων και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και με­ρι­κά άλ­λα ρευ­μα­τι­κά νο­σή­μα­τα.Πάν­τως, η χρή­ση της στη ρευματοειδή αρθρίτιδα τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια έ­χει πε­ρι­ο­ρι­σθεί ση­μαν­τι­κά, αφ΄ε­νός για­τί έ­χουν α­να­κα­λυ­φθεί νε­ό­τε­ρα και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά και, αφ΄ε­τέ­ρου, λι­γό­τε­ρο το­ξι­κά, αν­τιρ­ρευ­μα­τι­κά, φάρ­μα­κα. Ι­δι­αί­τε­ρα ο κίν­δυ­νος λοί­μω­ξης ή α­νά­πτυ­ξης νε­ο­πλα­σμα­τι­κών ε­ξερ­γα­σι­ών που ε­πι­κρέ­μα­ται σε μα­κρο­χρό­νια χο­ρή­γη­ση έ­χει θέ­σει την α­ζα­θει­ο­πρί­νη στο πε­ρι­θώ­ριο. Η μό­νη έν­δει­ξή της σή­με­ρα στη ρευματοειδή αρθρίτιδα πι­θα­νώς εί­ναι η­λι­κι­ω­μέ­να ά­το­μα με βα­ριά νό­σο μη αν­τα­πο­κρι­νό­με­νη στα άλ­λα DMARDS.



Who is who

Θέματα

Συλλογή Φωτογραφιών

Τι είναι ο ρευματολόγος

Βότανα-Φυσικές ουσίες